ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 30 ΜΑΪΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
1.1.
Η διαφορά στην κύρια δίκη, που ώ3ησε το Tariefcommissie να σας υποβάλει προδικαστικό ερώτημα, αφορά την άρνηση χορηγήσεως ατελειας ως προς τους εισαγωγικούς δασμούς για συσκευή με την ονομασία «JEOL-Electron Microscope, model JEM-200 CX», που εισάγεται στην Κοινότητα από την Ιαπωνία. Ο επιστημονικός χαρακτήρας της συσκευής αυτής δεν αμφισβητείται. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η συσκευή προορίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για σκοπούς εκπαιδευτικούς ή καθαράς επιστημονικής έρευνας σε ίδρυμα δημόσιο ή κοινής ωφελείας. Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α, του κανονισμού 1798/75, ο οποίος εκδόθηκε προς εκτέλεση της Συμφωνίας της Φλωρεντίας που καταρτίστηκε υπό την αιγίδα της UNESCO και τον οποίο γνωρίζετε ήδη κατόπιν πολυαρίθμων σχετικών υποθέσεων, όπως οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν από το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1027/79, η συσκευή, από την άποψη αυτή, πληροί την προϋπόθεση για να τύχει ατελειας ως προς τους εισαγωγικούς δασμούς. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείοθ, του ίδιου κανονισμού, όμως, μια δεύτερη προϋπόθεση για τη χορήγηση της εν λόγω ατέλειας είναι ότι «όργανα ή συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας δεν κατασκευάζονται επί του παρόντος [τώρα] στην Κοινότητα».
Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση, καθώς και οι διαδικαστικοί κανόνες οι οποίοι αφορούν τη χορήγηση των εν λόγω ατελειών, που αποτελούν αντικείμενο του κανονισμού (ΕΟΚ) 2784/79 της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 8), βρίσκονται στο επίκεντρο της παρούσας διαδικασίας.
1.2.
Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού που ανέφερα τελευταίο, η αρμόδια ολλανδική αρχή μπορούσε να αποφασίσει άμεσα εν προκειμένω επί της επίδικης αιτήσεως του Interfacultair Institut Electronenmicroscopie του Κρατικού Πανεπιστημίου του Groningen. Ωστόσο, αφού το αιτούν άσκησε κατά απορριπτικής αποφάσεως της αρμόδιας διοικητικής αρχής προσφυγή ενώπιον του Tariefcommissie στις 23 Ιανουαρίου 1981, η ολλανδική κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή, στις 3 Απριλίου 1981, κατόπιν διαβουλεύσεως με το προσφεύγον, να επανεξετάσει — ειδικά ενόψει της εισαγωγής της επίδικης συσκευής — αν κατασκευαζόταν στην Κοινότητα ισοδύναμη συσκευή. Λόγος της αιτήσεως αυτής ήταν προφανώς το γεγονός ότι η απόρριψη της αιτήσεως από τις αρμόδιες ολλανδικές αρχές στηριζόταν στην απόφαση 80/772/ΕΟΚ της Επιτροπής της 18ης Ιουλίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/009, σ. 68). Η απόφαση αυτή αφορούσε μεν την ίδια συσκευή, αναφερόταν όμως σε άλλη αίτηση. Δεδομένου ότι παρόμοιες αιτήσεις εκτιμώνται βάσει της συγκεκριμένης έρευνας για την οποία προορίζεται η υπό εξέταση συσκευή, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο συγκεκριμένος ερευνητικός σκοπός που αναφέρεται στην αίτηση του Κρατικού Πανεπιστημίου του Groningen δικαιολογεί εν προκειμένω τη χορήγηση ατέλειας. Θα μπορούσε ειδικότερα να προκύψει ότι η συσκευή «EM 400» της Philips που κατασκευάζεται στην Κοινότητα δεν είχε, για την προκειμένη έρευνα, «ισοδύναμη επιστημονική αξία» με εκείνη της εισαγόμενης ιαπωνικής συσκευής. Στις 25 Μαΐου 1981, η Επιτροπή εξέδωσε, τη φορά αυτή κατόπιν αιτήσεως του Βελγίου, την απόφαση 81/415/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, 1981, σ. 24), με την οποία απέρριψε τη χορήγηση δασμολογικής ατέλειας για την εν λόγω συσκευή για τον ίδιο λόγο όπως και στην απόφαση της 18ης Ιουλίου 1980. Στις 8 Οκτωβρίου 1981, η Επιτροπή, αφού άκουσε τη γνώμη της ομάδας εμπειρογνωμόνων, που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 2784/79, εξέδωσε την απόφαση της 81/843/ΕΟΚ, στην οποία αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα που σας υποβλήθηκε.
Το προδικαστικό αυτό ερώτημα έχει ως εξής: «Ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε η Επιτροπή, με την απόφαση της της 8ης Οκτωβρίου 1981 (81/843/ΕΟΚ), τον όρο “ισοδύναμη επιστημονική αξία”, που μνημονεύεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75;». Το Tariefcommissie επεσήμανε ιδίως, στις σκέψεις της απόφασης του, ότι το προσφεύγον είχε ισχυριστεί, χωρίς να αντικρουσθεί, ότι η έρευνα που πραγματοποιείται στο ινστιτούτο του απαιτούσε ηλεκτρονικό μικροσκόπιο που να διαθέτει τάση επιτάχυνσης 200 kV, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε στη συσκευή της Philips. Διαπίστωσε εξάλλου ότι η κρίση της Επιτροπής, την οποία αμφισβητεί το προσφεύγον, δεν αιτιολογούνταν εκτενέστερα στην απόφαση, ενώ ο κα9ού (δηλαδή ο Inspecteur der Invoerrechten en Accijnzen του Groningen) έκρινε ότι σ' αυτόν εναπέ-κειτο να εκτελέσει απλώς την απόφαση.
1.3.
Για άλλα στοιχεία σχετικά με τις σχετικές διατάξεις, τα πραγματικά περιστατικά και τη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, καθώς και ως προς τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέ9εσαν η ολλανδική κυβέρνηση, η ιταλική κυβέρνηση Kαι η Επιτροπή, 9α περιοριστώ κυρίως, στο σημείο αυτό της ομιλίας μου, να παραπέμψω στην έκ9εση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Μεταξύ των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέ9ηκαν, αποδίδω εδώ σημασία, πρώτον, στην άποψη της ιταλικής κυβέρνησης, την οποία αναπτύσσει εκτενώς και κατά την οποία η απόφαση πρέπει να περιέχει αρκετά στοιχεία σχετικά με τους λόγους της χορηγήσεως ή της άρνησης χορηγήσεως ατέλειας, έτσι ώστε να χρησιμεύει ως κατεύ9υνση για το χειρισμό άλλων παρομοίων περιπτώσεων, αλλά και να κα9ίσταται δυνατός ο έλεγχος, σε κά9ε συγκεκριμένη περίπτωση, της ορ9ότητας των λόγων της αποφάσεως. Δεύτερον, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι το υποβλη9έν στην υπό κρίση υπό9εση ερώτημα δεν αφορά τον ορ9ό ή εσφαλμένο χαρακτήρα της ερμηνείας ή της εφαρμογής του άρ9ρου 3 του κανονισμού 1798/75, αλλά αναφέρεται στο κύρος της επίδικης απόφασης, ενόψει του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή ερμήνευσε και εφάρμοσε στην απόφαση αυτή την έννοια της «ισοδύναμης επιστημονικής αξίας».
1.4.
Με την απόφαση του της 27ης Σεπτεμβρίου 1983, που εξέδωσε στην υπό3εση 216/82 (Universität Hamburg κατά Haiiptzollamt Hamburg-Kehrwieder, Συλλογή 1983, σ. 2771) που ωστόσο δεν είναι ανάλογη με την υπό κρίση υπό9εση ως προς όλα τα ουσιώδη σημεία, το Δικαστήριο σας έχει ήδη αποφαν9εί ότι δεν μπορεί να αμφισβητήσει το περιεχόμενο αποφάσεως που έλαβε η Επιτροπή σύμφωνα με τη γνώμη της (ομάδας εμπειρογνωμόνων που συνέρχεται στο πλαίσιό της) επιτροπής δασμολογικών ατελειών, «παρά μόνο σε περίπτωση πρόδηλης πλάνης περί τα πράγματα ή το δίκαιο ή σε περίπτωση καταχρήσεως εξουσίας» (σκέψη 14). Οι κύριες σημαντικές διαφορές μεταξύ της υπο9έσεως του Αμβούργου και της τωρινής νομίζω ότι είναι οι ακόλου9ες. Πρώτον, στην υπό9εση του Αμβούργου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης της επιτροπής δασμολογικών ατελειών, που παρατίθενται στην απόφαση του Δικαστηρίου, κατά το χρόνο που πραγματοποιή9ηκε η συνεδρίαση αυτή, οι χειριστές της συσκευής αμφισβητούσαν το ισοδύναμο των ολλανδικών συσκευών που κρί9ηκαν ως ισοδύναμες, όχι όμως και το ισοδύναμο των γαλλικών συσκευών που επίσης κρί9ηκαν ως ισοδύναμες. Το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου αμφισβήτησε το ισοδύναμο των γαλλικών συσκευών μόνο μετά την έκδοση της απόφασης του αρμόδιου γερμανού δικαστή. Σύμφωνα με το πόρισμα ανεξάρτητου πραγματογνώμονα της 1ης Φεβρουαρίου 1982, δεν αμφισβητείται, κατά την ίδια απόφαση, τόσο το ισοδύναμο όσο η προσφορά στην αγορά των γαλλικών συσκευών κατά το χρόνο αγοράς. Στην υπό κρίση υπό9εση, αντιθέτως, το ισοδύναμο της συσκευής Philips, που προσφέρεται στην αγορά, αμφισβητήθηκε ανέκαθεν από την υποβολή της αίτησης. Δεύτερον, η υπό κρίση υπό9εση παρουσιάζει, σε σύγκριση με την υπό9εση του Αμβούργου, δύο διαδικαστικές διαφορές, η σημασία των οποίων πρέπει να εξεταστεί προσεκτικότερα. Από τη μια πλευρά, βαρύνουσα σημασία στην τωρινή υπό9εση έχουν διάφορες εκ9έσεις περί του ισοδυνάμου που καταρτίστηκαν από τον ενδιαφερόμενο κοινοτικό κατασκευαστή, χωρίς να έχει ακολου9η9εί κατ' αντιδικία διαδικασία για τις εκ9έσεις αυτές. Σύμφωνα, βέβαια, με τα όσα δήλωσε η Επιτροπή επ' ακροατηρίου, διατυπώ9ηκε προφορικά η γνώμη ανεξάρτητου φορέα επί του ζητήματος του ισοδυνάμου, κατά την εν λόγω συνεδρίαση της επιτροπής δασμολογικών ατελειών, από εμπειρογνώμονα του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ispra, τα πρακτικά όμως δεν αναφέρουν τίποτε επ' αυτού. Μια δεύτερη διαδικαστική διαφορά, που έχει ενδεχομένως σημασία, μεταξύ της υπό κρίση υπόθεσης και της υπόθεσης του Αμβούργου συνίσταται στο γεγονός ότι η διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 7, παράγραφοι 3 έως 7, του κανονισμού 2784/79 εφαρμόστηκε εν προκειμένω σε μια κατάσταση που προφανώς δεν αντιστοιχεί με την περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού. Η εν λόγω παράγραφος 2, πράγματι, αφορά την περίπτωση που «η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο παραλήπτης, ίδρυμα ή οργανισμός, δεν έχει τη δυνατότητα να λάβει την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 απόφαση» (περί του ισοδυνάμου δηλαδή). Η αρμόδια ολλανδική αρχή όχι μόνο έκρινε ότι ήταν εν προκειμένω κάλλιστα σε θέση να λάβει την απόφαση, αλλά και αντικειμενικώς είχε τη δυνατότητα να το πράξει, δεδομένου ότι ο κατασκευαστής του φερομένου ως ισοδυνάμου προϊόντος είχε έδρα στις Κάτω Χώρες. Η εν λόγω αρχή, εξάλλου, έλαβε τελικά απόφαση επί του ζητήματος, στηριζόμενη κυρίως στην προαναφερθείσα απόφαση 80/772/ΕΟΚ, την οποία είχε εκδώσει η Επιτροπή επί περιπτώσεως εκ πρώτης όψεως ανάλογης. Η αίτηση λοιπόν την οποία απηύθυνε η ολλανδική κυβέρνηση στην Επιτροπή, για να προκαλέσει την έκδοση αποφάσεως σε σχέση με την προσφυγή που είχε ασκήσει το προσφεύγον ενώπιον του αρμόδιου δικαστή, αποσκοπούσε σαφώς εν προκειμένω στο να προκαλέσει νέα εξέταση του ζητήματος μήπως οι ειδικές ερευνητικές εργασίες για τις οποίες προοριζόταν η συσκευή δικαιολογούσαν στην υπό κρίση περίπτωση παρέκκλιση από την απόφαση που μόλις ανέφερα. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αν η διαδικασία του άρθρου 7, παράγραφοι 3 έως 7, του κανονισμού προσφέρεται πράγματι για μια τέτοια «οιονεί διαδικασία προσφυγής».
1.5.
Για να ελεγχθεί η επίδικη απόφαση της Επιτροπής ενόψει των κριτηρίων που καθορίσατε στην απόφαση σας επί της υποθέσεως 216/82 (σκέψη 14), θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση κατά σειρά: 2. της αίτησης του Κρατικού Πανεπιστημίου του Groningen 3. της διαδικασίας που ακολούθησε η Επιτροπή και 4. της δυνατότητας εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφοι 3 έως 7, του κανονισμού 2784/79. Στο τελευταίο μέρος των προτάσεων μου, θα διατυπώσω την τελική μου εκτίμηση.
2. Η αίτηση
Στην αίτηση ατελείας ως προς τους εισαγωγικούς δασμούς της επίδικης συσκευής, με ημερομηνία 20 Αυγούστου 1980, το προσφεύγον στην κύρια δίκη δήλωσε ως χρήση για την οποία προοριζόταν η συσκευή: «επιστημονική έρευνα επί μετάλλων και άλλων υλικών από μέταλλο' εκπαίδευση των φοιτητών στην τεχνική φυσική και παρεμπιπτόντως στην πειραματική φυσική». Ο διαθέσιμος χώρος στη σχετική θέση του εντύπου δεν έδινε, εξάλλου, καμιά δυνατότητα να περιγραφεί αναλυτικότερα ο προορισμός. Λίγο μεγαλύτερος ήταν, αντιθέτως, ο διατιθέμενος χώρος στη θέση όπου έπρεπε να αναφερθούν «οι λόγοι για τους οποίους ένα όργανο ή μια συσκευή που μπορούν να αποκτηθούν εντός της Κοινότητας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σκοπούμενη έρευνα». Η απάντηση του προσφεύγοντος στο ερώτημα αυτό είχε ως εξής:
«Συγκριτική μελέτη που πραγματοποιήθηκε στα εργαστήρια εφαρμογής της Philips στο Eindhoven και της JEOL στο Λονδίνο απέδειξε τη σαφή υπεροχή του JEM-200 CX της JEOL έναντι του EM 400 της Philips. Αποδείχτηκε ότι η υπεροχή αυτή οφειλόταν κυρίως στην τάση επιταχύνσεως, η οποία για μεν το JEM-200 CX ανέρχεται σε 200 kV, για δε το EM 400 σε 120 kV. Όσον αφορά τον τομέα της σκοπούμενης εφαρμογής — τη μελέτη δηλαδή μετάλλων και κραμάτων —, προκύπτει ότι μία μόνον είναι η σωστή επιλογή: το JEM-200CX. Επαφές με τη Philips που αφορούσαν την ενδεχόμενη πιθανότητα παραδόσεως ενός EM 400 που να παράγει 200 kV οδήγησαν τη Philips στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν. Την άνοιξη του 1980, χορηγή9ηκε ατέλεια, υπό περιστάσεις ανάλογες με τις εκτιθέμενες πιο πάνω, στην Ανωτάτη Σχολή Τεχνολογίας του Twente, τμήμα Μηχανολογικό».
Στην επίδικη απόφαση της Επιτροπής της 8ης Οκτωβρίου 1981, ο προορισμός της συσκευής περιγράφεται ως εξής, βάσει των πληροφοριών που παρέσχε το προσφεύγον μεταγενεστέρως: «συσκευή..., η οποία προορίζεται να χρησιμοποιηθεί στην έρευνα της μικροδομής των μεταβολών και των παραμορφώσεων των μεταλλικών υλικών και των κραμάτων».
Βάσει της αρχικής αιτήσεως, η αρμόδια ολλανδική αρχή μπορούσε βεβαίως να σκεφτεί ότι η προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής της 18ης Ιουλίου 1980 είχε εφαρμογή. Πράγματι, στην απόφαση αυτή, ο προορισμός περιγραφόταν ουσιαστικά σχεδόν με τον ίδιο τρόπο όπως στην αίτηση του προσφεύγοντος. Η περιγραφή την οποία τελικά δέχτηκε η Επιτροπή στην υπό κρίση περίπτωση είναι λίγο ειδικότερη από ό,τι στην προαναφερθείσα απόφαση, αλλά σαφώς λιγότερο ειδική από την περιγραφή του προορισμού που περιλαμβανόταν στη βελγική αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 81/415/ΕΟΚ. της 25ης Μαΐου 1981 (ΕΕ L 158, σ. 24).
Ενόψει του κειμένου της αιτήσεως και του άρθρου 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του προαναφερθέντος κανονισμού της, η Επιτροπή μπορούσε βεβαίως, ceteris paribus, να σκεφτεί ότι δεν συνέτρεχε λόγος στην υπό κρίση περίπτωση να λάβει απόφαση διαφορετική από τις δύο προγενέστερες αποφάσεις που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα, μόνη η επίκληση εκ μέρους του αιτούντος της υπεροχής της ιαπωνικής συσκευής δεν έπρεπε να ωθήσει την Επιτροπή να λάβει διαφορετική απόφαση, εφόσον το αιτούν δεν είχε αποδείξει, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, ότι οι ανώτερες επιδόσεις «είναι αναγκαίες για την καλή εκτέλεση των ειδικών εργασιών για τις οποίες προορίζεται». Το προσφεύγον στην κύρια δίκη αναγνώρισε άλλωστε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου σας διαδικασία, ότι, κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης του, δεν είχε αντιληφθεί επαρκώς τη σημασία μιας ειδικότερης περιγραφής του προορισμού της συσκευής.
3. Η διαδικασία που ακολούθησε στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή
Όπως επεσήμανα ήδη, η Επιτροπή εφάρμοσε στην προκείμενη περίπτωση τη διαδικασία που ορίζει το αρθρο 7, παράγραφοι 3 έως 7 του κανονισμού της. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της σχετικής συζητήσεως της επιτροπής δασμολογικών ατελειών κατά τη συνεδρίαση της 9ης και 10ης Ιουλίου 1981, τα οποία προσκομίστηκαν, καθώς και από τις εξηγήσεις που παρέσχε επί του θέματος η Επιτροπή επ' ακροατηρίου:
1.
η ολλανδική αντιπροσωπεία ανακοίνωσε ότι η επιχείρηση Philips είχε συντάξει σχετικά με το ζήτημα του ισοδυνάμου μια γενική έκθεση, με την οποία αντέ-κρουε τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος. Τα πρακτικά (σημείο 14.1) αναφέρουν ότι η έκθεση αυτή θα διαβιβαστεί το ταχύτερο δυνατό την Επιτροπή. Σύμφωνα όμως με τις πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή επ' ακροατηρίου, το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής γνωστοποιήθηκε προφορικώς κατά τη συνεδρίαση ·
2.
ενόψει των αποφάσεων που είχαν εκδοθεί προηγουμένως σχετικά με την επίδικη συσκευή, η επιτροπή επιβεβαίωσε τον επιστημονικό χαρακτήρα της (πρακτικά, σημείο 14.2)·
3.
διαπιστώθηκε ότι συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας ήταν διαθέσιμες εντός της Κοινότητας (πρακτικά, σημείο 14.2., όπως επεξηγήθηκε από την Επιτροπή επ'ακροατηρίου) ·
4.
τα πρακτικά δεν αναφέρουν τη γνώμη του εμπειρογνώμονα του κέντρου ερευνών της Ispra, που ήταν παρών. Σύμφωνα πάντως με όσα δήλωσε η Επιτροπή επ' ακροατηρίου, ο εν λόγω εκπρόσωπος διατύπωσε προφορικά, κατά τη διάρκεια της ίδιας συνεδρίασης, την άποψη του που ήταν αρνητική για το προσφεύγον
5.
οι εκπρόσωποι των αρμοδίων για ζητήματα δασμών υπουργείων, προερχόμενοι από εννέα κράτη μέλη, ήταν βέβαια παρόντες, η Επιτροπή παραδέχτηκε όμως επ' ακροατηρίου ότι οι εκπρόσωποι αυτοί δεν ήταν εμπειρογνώμονες επί τεχνικο-επιστημονικών θεμάτων
6.
(σύμφωνα με τις απαντήσεις της Επιτροπής σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου σας) η γνώμη της εν λόγω επιτροπής ατελειών ζητείται αποκλειστικά και μόνο χάριν ανταλλαγής πρακτικών πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και όχι με το σκοπό να προβεί η επιτροπή αυτή σε τεχνικο-επιστημονική εκτίμηση του ζητήματος του ισοδυνάμου·
7.
(σύμφωνα με τις απαντήσεις της σε ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριό σας επ' ακροατηρίου) η Επιτροπή θεωρεί πιθανό-δεδομένου ότι οι διαπιστώσεις της επιτροπής ατελειών και η απόφαση της ίδιας της Επιτροπής που βασίζεται στις διαπιστώσεις αυτές έχουν πραγματικό χαρακτήρα — να αμφισβητηθεί ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστή η τεχνικο-επιστημονική ακρίβεια της κρίσεως της ότι συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας παράγονται εντός της Κοινότητας, στην περίπτωση, παραδείγματος χάρη, που η Επιτροπή στηρίχτηκε σε εσφαλμένη περιγραφή της ερευνητικής δραστηριότητας σε σχέση με την περιγραφή του Κρατικού Πανεπιστημίου του Groningen
8.
η συζήτηση στην επιτροπή δασμολογικών ατελειών βασίστηκε στην αίτηση του προσφεύγοντος.
Τόσο βάσει του κειμένου του άρθρου 7 του κανονισμού, όσο και βάσει της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, όπως την περιέγραψα εν συντομία, συνάγω ότι η διαδικασία διαβουλεύσεως αποσκοπούσε αποκλειστικά στην ανταλλαγή πρακτικών πληροφοριών και δεν περιείχε άλλες θεσμοποιημένες εγγυήσεις για την τεχνικο-επιστημονική αξιολόγηση της επίδικης ισοδυναμίας, παρά μόνο την παρουσία στην πράξη, που δεν προβλέπεται όμως στον κανονισμό, εμπειρογνώμονα του κέντρου ερευνών της Ispra. Τόσο σύμφωνα με την αιτιολογία της απόφασης όσο και σύμφωνα με τα πρακτικά, η γνώμη αυτού του εμπειρογνώμονα δεν είχε αποφασιστική σημασία, πράγμα που δεν θα συμφωνούσε άλλωστε με το σκοπό της διαβούλευσης, όπως τον εξέθεσε η Επιτροπή, ο οποίος συνίσταται στην ανταλλαγή πρακτικών πληροφοριών. Τα προηγούμενα επιβεβαιώνονται επίσης από το έγγραφο της 22ας Οκτωβρίου 1982, που περιλαμβάνεται στο φάκελο της δικογραφίας, με το οποίο το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών κοινοποίησε στο προσφεύγον την έκθεση Philips και στο οποίο αναφέρεται ότι «τα στοιχεία ιδίως που παρέσχε η Philips... συνέβαλαν στην έκδοση της παρούσας απόφασης». Δεν προκύπτει επίσης ότι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της «οιονεί προσφυγής» της εν λόγω διαβουλεύσεως, που δεν προβλέπεται ρητά στην παράγραφο 2 του άρθρου 7, ή διαδικαστικές σκέψεις σχετικές με την ενδεχόμενη σκοπιμότητα μιας παρόμοιας ενδικοφανούς διαδικασίας οδήγησαν σε κάποια παρέκκλιση από τη διαδικασία που ακολουθείται κανονικά σε περίπτωση εφαρμογής των παραγράφων 3 έως 7.
Ωστόσο, δεν θα ήθελα ακόμη να συναγάγω, γι' αυτούς και μόνο τους λόγους, ότι υφίσταται «πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα ή το δίκαιο» κατά την έννοια της σκέψης 14 της προαναφερθείσας απόφασης σας στην υπόθεση του Αμβούργου.
4. Περί της εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφοι 3 έως 7, του κανονισμού 2784/79 στην υπό κρίση διαφορά
Όπως προκύπτει ιδίως από το άρ9ρο 7, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρ9ρο 7, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, οι διαδικαστικοί κανόνες του άρ9ρου 7, παράγραφοι 3 έως 7, θεσπίστηκαν αποκλειστικά για την περίπτωση που μια εθνική αρχή δεν έλαβε ακόμη απόφαση περί χορηγήσεως ατέλειας. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, καθώς και σύμφωνα με ό,τι έχει δεχτεί το Δικαστήριο σας σε άλλες υπο9έσεις σχετικά με τη δυνατότητα χορηγήσεως δασμολογικής ατέλειας, ο λόγος υπάρξεως της προβλεπόμενης διαδικασίας διαβουλεύσεως έγκειται ιδίως στο γεγονός ότι ούτε οι ε9νικές διοικητικές υπηρεσίες ούτε η Επιτροπή είναι πάντα ενήμεροι επί της κατασκευής οργάνων ή συσκευών της ίδιας επιστημονικής αξίας σε κάποιο από τα δέκα κράτη μέλη. Η κά9ε εθνική διοικητική υπηρεσία, αντιθέτως, μπορεί ευχερώς να ελέγξει αν παρόμοιο όργανο ή συσκευή κατασκευάζεται στο δικό της κράτος. Επειδή, σε περίπτωση εφαρμογής της διαδικασίας διαβουλεύσεως, η χώρα εισαγωγής υποτίθεται, σύμφωνα με τους εν λόγω διαδικαστικούς κανόνες, ότι είναι άλλη από το κράτος μέλος όπου κατασκευάζεται η φερόμενη ως ισοδύναμη συσκευή, οι παράγραφοι 5 και 6 του εν λόγω άρ9ρου 7 περιέχουν από την άποψη αυτή επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις εξετάσεως κατ' αντιδικία. Η περιγραφή της διαδικασίας που ακολου9ή9ηκε στην υπόθεση του Αμβούργου στη σχετική απόφαση φαίνεται να επιβεβαιώνει την ορ9ότητα του συμπεράσματος αυτού. Όπως είναι γνωστό, στην υπό9εση εκείνη, η χώρα εισαγωγής περιέλαβε τότε στη συζήτηση την άποψη του χειριστή της συσκευής, κα9ώς και τις εκ9έσεις πραγματογνωμόνων.
Αντι9έτως, το εν λόγω άρ9ρο 7 κα9όλου δεν περιέχει εγγυήσεις κατ' αντιδικία εξετάσεως μιας περίπτωσης όπως η επίδικη, όπου ο οικείος παραγωγός της Κοινότητας είναι εγκατεστημένος στο ίδιο κράτος μέλος με εκείνο που διαβιβάζει την υπό9εση προς απόφαση στην Επιτροπή. Σύμφωνα, άλλωστε, με το περιεχόμενο της δικογραφίας και τις δηλώσεις επ' ακροατηρίου, παρόμοια εξέταση κατ' αντιδικία δεν έγινε στην πράξη. Όπως μάλιστα προκύπτει από τη δικογραφία, το προσφεύγον στην κύρια δίκη επέτυχε να λάβει τις εκ9έσεις που είχε καταρτίσει η Philips μόνο μετά την έκδοση της απόφασης και δεν μπόρεσε, επομένως, με δική του πρωτοβουλία, να κατα9έσει υπόμνημα αντικρούσεως. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, είμαι της γνώμης ότι κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο της επίδικης απόφασης εμφιλοχώρησαν ουσιώδη ελαττώματα τύπου. Λόγω των τυπικών αυτών ελαττωμάτων, νομίζω ότι η απόφαση πρέπει να κηρυχ9εί ανίσχυρη. Δεν 9α ή9ελα να κάνω λόγο ακόμη και για κατάχρηση εξουσίας, λόγω του ότι η διαδικασία του άρ9ρου 7, παράγραφοι 3 έως 7, εφαρμόστηκε με σκοπό άλλον από εκείνο για τον οποίο προφανώς έχει προβλεφ9εί. Θεωρώ όμως ευκταίο, στην περίπτωση που η Επιτροπή 9α είχε την πρό9εση να εξακο-λου9ήσει να δέχεται την υποβολή παρομοίων «οιονεί προσφυγών», να τροποποιήσει τον κανονισμό της κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προβλέπονται ιδιαίτερες διαδικαστικές εγγυήσεις για τέτοιες υποθέσεις. Πέρα από τις εγγυήσεις των τεχνικο-επιστημονικών γνώσεων της ομάδας εμπειρογνωμόνων, της οποίας ζητείται η γνώμη, οι τροποποιήσεις αυτές 9α πρέπει τότε να προβλέπουν και κατ' αντιδικία διαδικασία. Φρονώ όμως ότι είναι επίσης νοητή η λύση, η Επιτροπή να αφήσει εφεξής τη μέριμνα της εξέτασης παρόμοιων οιονεί προσφυγών εξ ολοκλήρου στον αρμόδιο εθνικό δικαστή, πράγμα που αυτομάτως εγγυάται την κατ' αντιδικία εξέταση.
5. Συμπέρασμα
Ενόψει του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξα, δεν κρίνω αναγκαίο να εξεταστεί επί πλέον αναλυτικά και χωριστά μήπως η απόφαση πάσχει ενδεχομένως ελάττωμα περί την αιτιολόγηση. Η κρίσιμη αιτιολογική σκέψη της απόφασης αναφέρει «ότι... βάσει των πληροφοριών που έχουν συγκεντρωθεί από τα κράτη μέλη, συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας με την εν λόγω συσκευή, κατάλληλες να χρησιμοποιηθούν για τις ίδιες χρήσεις, κατασκευάζονται επί του παρόντος [τώρα] στην Κοινότητα' ότι τέτοια είναι ειδικότερα η συσκευή “EM 400”, που κατασκευάζεται από την εταιρία Philips Nederland BV, Boschdijk 525, Eindhoven/Nederland».
Η αιτιολογία αυτή επιβεβαιώνει ότι αποφασιστικό λόγο για την έκδοση της απόφασης απετέλεσαν μόνο πρακτικές πληροφορίες των κρατών μελών και όχι κάποια ενδεχόμενη τεχνικο-επιστημονική αξιολόγηση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα επί του θέματος της ισοδυναμίας. Η αιτιολογία αυτή επιβεβαιώνει επίσης ότι δεν υπήρξε κατ' αντιδικία εξέταση σχετικά με τις εκθέσεις που κατάρτισε ο οικείος κατασκευαστής, όσον αφορά το ισοδύναμο του προϊόντος του, μετά την υποβολή της αιτήσεως (που αναφέρεται στην απόφαση). Όπως ανέφερα ήδη, δεν αμφισβητείται μάλιστα ότι το προσφεύγον στην κύρια δίκη δεν μπόρεσε να λάβει γνώση των εκθέσεων αυτών πριν από την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής. Η ανεπαρκής αιτιολογία, σχετικά με την οποία η ιταλική κυβέρνηση υπέβαλε με το υπόμνημα της παρατηρήσεις γενικότερης φύσεως, που αξίζει να γίνουν αντικείμενο σκέψεως, αποδεικνύεται επομένως στην προκειμένη περίπτωση ότι συνιστά επιβεβαίωση απλώς των ουσιωδών ελαττωμάτων τύπου, που επεσήμανα προηγουμένως και που εμφιλοχώρησαν κατά τα προπαρασκευαστικό στάδιο της αποφάσεως.
Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα που συνήγαγα πιο πάνω, σας προτείνω, κατά συνέπεια, να απαντήσετε ως εξής στο ερώτημα του Tariefcommissie
«Η απόφαση της Επιτροπής της 8ης Οκτωβρίου 1981 (81/843/ΕΟΚ) είναι ανίσχυρη, διότι, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 την οποία ενέχει στο προπαρασκευαστικό της στάδιο, εμφιλοχώρησαν ουσιώδη ελαττώματα τόπου.»
Δεδομένου ότι οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί προγενεστέρως σχετικά με την επίδικη συσκευή ίσχυαν μόνο για τις συγκεκριμένες αιτήσεις τις οποίες ανέφεραν και δεδομένου ότι και η Επιτροπή επιβεβαίωσε επ' ακροατηρίου ότι για ορισμένους τύπους ερευνητικών δραστηριοτήτων και τα κέντρα ερευνών της Κοινότητας δεν θεωρούσαν ότι η συσκευή Philips έχει ισοδύναμη αξία, η υπόθεση μπορεί, κατά την άποψη μου, βάσει μιας τέτοιας απαντήσεως, να κριθεί αυτοτελώς από το Tariefcommissie.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy