ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 11 ΙΟΥΛΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η προσφυγή της 6ης Σεπτεμβρίου 1983, με την οποία υποβλήθηκε στην κρίση σας η προκειμένη υπόθεση, αφορά την καταβολή επιδόματος αποδημίας, την οποία αξιώνει ο Hermann Witte, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, από τη Διοίκηση του οργάνου.
Πρέπει ευθύς να λεχθεί ότι το επίδομα αυτό προβλέπεται από το άρθρο 69 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και ισούται προς το 16 ο/ο του ποσού που προκύπτει από την άθροιση του βασικού μισθού, του επιδόματος στέγης και του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου. Η καταβολή του εξαρτάται από την πλήρωση των προϋποθέσεων, τις οποίες ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αυτό χορηγείται στον υπάλληλο που είναι υπήκοος κράτους μέλους άλλου, πέραν εκείνου στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του, και ο οποίος, «επί πέντε έτη λήγοντα έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, δεν είχε τη συνήθη διαμονή του ή δεν άσκησε κατά συνήθη τρόπο την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του στο ευρωπαϊκό έδαφος του εν λόγω κράτους».
2.
Ο Witte, γερμανός υπήκοος που γεννήθηκε το 1950 στο Mainz, ακολούθησε την οικογένειά του στο Λουξεμβούργο το 1950, όταν ο πατέρας του προσελήφθη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στο Λουξεμβούργο συμπλήρωσε σπουδές στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης στο ευρωπαϊκό σχολείο, από όπου αποφοίτησε το 1970, και το ίδιο έτος συνήψε γάμο με λουξεμβουργιανή υπήκοο. Μετώκησε τότε με τη σύζυγό του στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, στο Münster, όπου, από τον Οκτώβριο 1970 μέχρι το Δεκέμβριο 1974, φοίτησε στη νομική σχολή του εκεί Πανεπιστημίου, συμμετέχοντας επιτυχώς στην «Erste juristische Staatsprüfung». Από το Μάρτιο 1975, ο Witte εγκατέστησε τη δική του συζυγική κατοικία στο Λουξεμβούργο. Το Μάρτιο και τον Απρίλιο του ίδιου έτους διήνυσε ένα stage (περίοδο άσκησης) στο Γραφείο Ορολογίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Μετά το διορισμό του ως «Rechtsreferendar» που πραγματοποιήθηκε με απόφαση του προέδρου του Oberlandesgericht του Koblenz της 21ης Απριλίου 1975, ο Witte άσκησε τα αντίστοιχα καθήκοντα από την 1η Μαΐου 1975 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1977, εργαζόμενος σε δικηγορικό γραφείο στην Trier, πραγματοποιώντας stage στο Λουξεμβούργο στη Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, παρακολουθώντας ένα τμήμα επαγγελματικής επιμόρφωσης στο Saarburg και συμμετέχοντας, τέλος, επιτυχώς στη «Zweite juristische Staatsprüfung». Στη συνέχεια, παρέμεινε άνεργος μέχρι την 1η Μαρτίου 1979, οπότε προσελήφθη στο Λουξεμβούργο από τη βελγική εταιρία Burroughs.
Επιτυχών σε διαγωνισμό, ο Witte διορίστηκε υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 17 Μαΐου 1982. Βάσει των δικαιολογητικών τα οποία προσκόμισε, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι, εφόσον είχε τη συνήθη διαμονή του στο Λουξεμβούργο κατά τη διάρκεια της περιόδου που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεν είχε δικαίωμα να λάβει επίδομα αποδημίας. Βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού, ο Witte υπέβαλε τότε αίτηση περί χορηγήσεως του επιδόματος αυτού (14 Ιουλίου 1982)' και, κατά της σιωπηρής άρνησης που του αντέταξε η Διοίκηση, υπέβαλε, στις 11 Φεβρουαρίου 1983, διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η τελευταία απορρίφθηκε αφού είχε ήδη παρέλθει η οριζόμενη τετράμηνη προθεσμία, με έγγραφο υπογραφόμενο από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου (6 Σεπτεμβρίου 1983).
3.
Όπως υπενθύμισα, ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων ορίζει ότι, για να έχει δικαίωμα στη λήψη του επιδόματος, ο υπάλληλος που είναι υπήκοος κράτους μέλους άλλου, πέραν εκείνου στο οποίο βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του, πρέπει να μπορεί να αποδείξει την έλλειψη δύο προϋποθέσεων για μια ολόκληρη πενταετία (στην περίπτωση μας, συγκεκριμένα, από τις 17 Νοεμβρίου 1976 μέχρι τις 17 Νοεμβρίου 1981): α) ότι δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος του κράτους όπου καλείται να υπηρετήσει 6) ότι δεν άσκησε στο κράτος αυτό την κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του. Διευκρινίζω ότι οι δύο αυτές προϋπο9έσεις πρέπει να ελλείπουν αμφότερες και όχι, όπως ισχυρίζεται η πλευρά του προσφεύγοντος, διαζευκτικώς.
Προτού, όμως, διερωτηθώ αν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές στην υπό κρίση περίπτωση, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στην εφαρμογή, την οποία οι διοικητικές αρχές επεφύλαξαν στο άρ9ρο 4 του παραρτήματος VII.
Στο σημείο αυτό, είναι η αλήθεια, η άμυνα του Κοινοβουλίου δεν μας παρέσχε αρκετά σαφείς πληροφορίες. Από ό,τι μπορεί να γίνει αντιληπτό, τον Ιούλιο 1974, οι προϊστάμενοι των διοικήσεων των κοινοτικών οργάνων αποφάσισαν να ερμηνεύουν γενναιόδωρα τον αναφερθέντα κανόνα του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης' αποφάσισαν έτσι να χορηγούν το επίδομα στον υπάλληλο που μπορεί να δικαιολογήσει τη διακοπή της διαμονής του ή της εργασιακής του δραστηριότητας στο κράτος μέλος, όπου εκλήθη να υπηρετήσει, για μια χρονική περίοδο έξι συναπτών μηνών, αρκεί η διακοπή αυτή να μην είχε μεσολαβήσει στην αρχή ή στο τέλος της πενταετίας. Η πρακτική αυτή τροποποιήθηκε με απόφαση που έλαβαν οι ίδιοι προϊστάμενοι με ημερομηνία 18 Μαρτίου 1977. Αποφάσισαν δηλαδή ότι οι έξι μήνες απουσίας δεν έπρεπε να θεωρούνται πλέον ως «απόλυτη προϋπόθεση» για τη χορήγηση του επιδόματος, αλλά απλώς ως στοιχείο που έπρεπε να λάβει υπόψη η διοίκηση για να εξακριβώσει τη συνήθη διαμονή του υπαλλήλου.
Σ' αυτή την αλλαγή κατεύθυνσης οι προϊστάμενοι παρακινήθηκαν από την υμέτερη απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 42/75, Delvaux κατά Επιτροπής, Race. 1976, σ. 167. Και εκείνη η δίκη είχε ως αντικείμενο την αναγνώριση του δικαιώματος λήψεως επιδόματος αποδημίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο 6, του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Κληθέν να εκτιμήσει ορισμένες διαμονές που πραγματοποίησε ο υπάλληλος στο εξωτερικό στα πλαίσια της περιόδου αναφοράς (που στην περίπτωση εκείνη ήταν δεκαετής), το Δικαστήριο αρνήθηκε ότι αυτός είχε τέτοιο δικαίωμα και απέρριψε την προσφυγή, «δεδομένου ότι, κατά το χρόνο αναλήψεως των καθηκόντων του στην Κοινότητα, [ο υπάλληλος] είχε διαμείνει εκτός του κράτους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του επί χρονικό όιάοτημα κατώτερο των όέκα ετών» (σκέψη 11). Αφ' ης στιγμής ο υπάλληλος είχε αποδείξει ότι είχε ζήσει στο εξωτερικό για περισσότερο από οκτώ έτη, είναι προφανές — και οι διοικήσεις των κοινοτικών οργάνων το έλαβαν υπόψη — ότι η χρονική περίοδος που προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης δεν μπορεί να υποβληθεί σε εξαιρέσεις ή μειώσεις.
Αξίζει να σημειωθεί μια μεταγενέστερη μεταβολή, την οποία υπέστη η διοικητική πρακτική επί του επιδόματος αποδημίας την άνοιξη του 1981. Μέχρι τότε, προκύπτει ότι οι διοικήσεις των κοινοτικών οργάνων εξομοίωναν προς τους υπαλλήλους τα τέκνα τους και το σύζυγό τους, προκειμένου να κριθεί το δικαίωμά τους για τη λήψη του εν λόγω επιδόματος. Στην πράξη, κατά τη διάρκεια της παρουσίας τους στο κράτος μέλος, όπου υπηρετούσε ο γονέας ή ο σύζυγός τους (και, πάντως, για τα τέκνα μέχρι τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους), λογιζόταν ότι δεν διέμεναν στο κράτος αυτό. Η ερμηνεία αυτή κρίθηκε καταχρηστική από το Ελεγκτικό Συνέδριο (ειδική έκθεση για το επίδομα αποδημίας και την αποζημίωση εκπατρισμού, Μάρτιος 1981) και οι διοικήσεις συμμορφώθηκαν με τις παρατηρήσεις του. Επί της νομιμότητας της τροποποίησης αυτής θα κληθείτε σύντομα να αποφανθείτε στην υπόθεση 246/83, De Angelis κατά Επιτροπής.
4.
Έρχομαι, λοιπόν, στην εξέταση της πρώτης από τις δύο προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης. Σύμφωνα με αυτήν, πρέπει να διαπιστωθεί η «abitazione abituale» (ο τόπος συνήθους διαμονής) του ενδιαφερομένου: έκφραση όχι μόνο κακόηχη (τουλάχιστον στα ιταλικά), αλλά και τεχνικά ανακριβής και, κατά συνέπεια επιδεκτική ερμηνευτικών αμφιβολιών. 'Ετσι, κατά τον προσφεύγοντα, η «abitazione» (διαμονή) αντιστοιχεί στη «domicile» (κατοικία) του γαλλικού δικαίου και στο «ständiger Wohnsitz» του γερμανικού δικαίου: δηλαδή στον τόπο όπου ένα πρόσωπο πράγματι διαμένει και αναπτύσσει επαγγελματική δραστηριότητα. Αντίθετα, το Κοινοβούλιο αντιλαμβάνεται τη «διαμονή» ως απλή πραγματική κατάσταση, ή, μάλλον, ως τον τόπο όπου ο ενδιαφερόμενος διάγει την ιδιωτική ζωή του, χωρίς κατ' ανάγκη να αναπτύσσει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες.
Όσο για τη δική μου άποψη, νομίζω ότι — εξεταζόμενη υπό το φως άλλων διατάξεων του κανονισμού (πρβ. άρθρο 20, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του παραρτήματος VII, όπου γίνεται λόγος για την «εγκατάσταση» του υπαλλήλου με την οικογένειά του) — η επίδικη έκφραση [(«abitazione»)] νοείται ως συνώνυμη με τη «residenza» (κατοικία). Προς την έννοια αυτή έχει, άλλωστε, προσανατολιστεί το Δικαστήριο από καιρό. Από την όλη οικονομία του άρθρου 4 του παραρτήματος VII — έκρινε το Δικαστήριο — συνάγεται ότι ο κανόνας αυτός δέχεται ως θεμελιώδες κριτήριο για την αναγνώριση του δικαιώματος λήψεως επιδόματος αποδημίας την κατοικία του υπαλλήλου πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του. Πράγματι, σκοπός του επιδόματος είναι η ελάφρυνση των βαρών, τα οποία πρέπει να αντιμετωπίσουν οι υπάλληλοι, οι οποίοι, κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους στην Κοινότητα, υποχρεώνονται να αλλάξουν κατοικία (βλ. τις αποφάσεις της 7. 6. 1972, Sabbatini-Bertoni κατά Κοινοβουλίου, υπόθεση 20/71, και Bauduin-Chollet κατά Επιτροπής, υπόθεση 32/71, Racc. 1972, σ. 345 και 363· αποφάσεις της 20. 2. 1975, Airola κατά Επιτροπής, υπόθεση 21/74 και Van den Broeck κατά Επιτροπής, υπόθεση 37/74, Race. 1975, σ. 221 και 235' απόφαση της 16. 10. 1980, Hochstrass κατά Δικαστηρίου, υπόθεση 147/79, Racc. 1980, σ. 3005 απόφαση της 15.1.1981, Vutera κατά Επιτροπής, υπόθεση 1322/79, Συλλογή, σ. 127).
Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να εμβαθύνουμε στην έννοια της «residenza» (κατοικίας). Όπως σημειώθηκε, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με αυτήν σε μια σειρά αποφάσεων που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων, ορίζοντάς την ως «το σύνηθες ή διαρκές κέντρο των ενδιαφερόντων του προσώπου». Κατοικεί σε ορισμένο τόπο κάποιος που διατηρεί με αυτόν επαγγελματικούς και συναισθηματικούς δεσμούς αντίθετα, δεν είναι καθοριστικής σημασίας, παρά μόνο στο μέτρο που επιτρέπει την εκτίμηση των δεσμών αυτών, η διάρκεια της διαμονής στον τόπο αυτό (πρβ. τις αποφάσεις της 12. 7. 1973, υπόθεση 13/73, Angenieux κατά Hakenberg, Racc. 1973, σ. 935, και της 17. 2. 1977, Di Paolo κατά Office national de l'emploi, υπόθεση 76/76, Racc. 1977, σ. 315· 6λ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti στην υπόθεση Di Paolo).
Η κατοικία, συνεπώς, δεν θεμελιώνεται μόνο επί του υλικού στοιχείου του καθορισμού της διαμονής σημαντικότερη είναι η βούληση να προσδοθεί σ' αυτήν την τελευταία μόνιμος χαρακτήρας. Έτσι, μπορεί κάποιος να κατοικεί σε ένα μέρος, έστω και αν έχει περάσει εκεί λίγους μήνες' και, αντιστρόφως, μια διαμονή μεγάλης διάρκειας μπορεί να μη δημιουργεί κατοικία. Αυτό συμβαίνει όταν, για παράδειγμα, ο ενδιαφερόμενος την παρατείνει για λόγους σπουδών, εργασίας, θεραπείας ή αναψυχής, χωρίς όμως να προτίθεται να της προσδώσει μονιμότητα. Αντίθετα, οι συχνές επάνοδοι του στον τόπο όπου ζούσε αρχικά μπορούν να καταδεικνύουν την πρόθεση του να διατηρήσει ζωντανούς τους κοινωνικούς δεσμούς, τους οποίους είχε δημιουργήσει εκεί' και, για τον ίδιο λόγο, να δείχνουν ότι είχε (και εξακολουθεί να έχει) την πρόθεση να καταστήσει τον ίδιο αυτόν τόπο κατοικία του.
5.
Το πρόβλημα της «συνήθους διαμονής» του Witte πρέπει να λυθεί βάσει αυτών των απλών κριτηρίων. Ο υπάλληλος υποστηρίζει ότι, υπό το φως της εφαρμογής, την οποία το Κοινοβούλιο επιφύλαξε στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII, συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις της διαμονής στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (έξι συναπτοί μήνες διαμονής σε κράτος μέλος άλλο, πέραν εκείνου στο οποίο εκλήθη ο υπάλληλος να υπηρετήσει, στη διάρκεια της πενταετίας αναφοράς). Ειδικότερα, δικαιολογεί τους 39 μήνες, τους οποίους, κατά τα λεγόμενά του, διήνυσε στη Γερμανία κατά την περίοδο 17 Νοεμβρίου 1976— 17 Νοεμβρίου 1981, ισχυριζόμενος ότι εκεί: α) εξεπλήρωσε τα καθήκοντα του «Rechtsreferendar» β) συμμετέσχε επιτυχώς, μετά την αναγκαία προετοιμασία, στην «Zweite juristische Staatsprüfung»· γ) αναζήτησε εργασία. Όσον αφορά ειδικότερα την πρώτη από τις δραστηριότητες αυτές, ο Witte μας αναφέρει ότι, σύμφωνα με το γερμανικό δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο, ο «Rechtsreferendar» υποχρεούται να κατοικεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.
Η άποψη αυτή, όμως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Είναι αλήθεια ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς ο προσφεύγων διέμεινε στη Γερμανία για να προετοιμαστεί για την «Zweite juristische Staatsprüfung»· είναι επίσης αλήθεια, όμως, ότι η διαμονή αυτή, έστω και αν παρατάθηκε για εννιά μήνες, δεν έχει επίπτωση στη συνήθη διαμονή του Witte. Δεν φαίνεται δηλαδή ότι, ενόσω προετοιμαζόταν για τις εν λόγω εξετάσεις είχε την πρόθεση να εγκαταστήσει στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας το μόνιμο κέντρο των ενδιαφερόντων του. Αυτό το αποδεικνύουν τρεις περιστάσεις τουλάχιστον:
α)
ότι η συζυγική κατοικία, την οποία εγκατέστησε το Μάρτιο 1975 στο Λουξεμβούργο, δεν μετακινήθηκε'
β)
η σύζυγός του δεν τον ακολούθησε, όπως είχε κάνει κατά τα χρόνια των πανεπιστημιακών του σπουδών στο Münster
γ)
κατά τη διάρκεια των διαμονών του στη Γερμανία αυτός κατοικούσε πάντα σε ξενοδοχείο ή σε συγγενείς.
Την κατοικία του Witte δεν επηρέασαν ούτε οι περίοδοι τις οποίες διήνυσε στη Γερμανία σε αναζήτηση εργασίας. Υπενθυμίζω σχετικά τα όσα υποστήριξε ο γενικός εισαγγελέας Warner αναπτύσσοντας τις προτάσεις του στην υπόθεση Delvaux: « Το να μεταβεί κάποιος σε μια χώρα για να διερευνήσει τις δυνατότητες ... να ζήσει εκεί έχει... λογική συνάφεια με την εκεί εγκατάσταση του στη συνέχεια», δεν συνιστά όμως από μόνη της «συνήθη διαμονή» στη χώρα αυτή (Race. 1976, σ. 179).
Όσο για το επιχείρημα, το οποίο ο προσφεύγων αντλεί από το γερμανικό δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο, παρατηρώ ότι και στη γερμανική έννομη τάξη γίνεται διάκριση μεταξύ κατοικίας και διαμονής και παραθέτω απόσπασμα της απόφασης, με την οποία ο Πρόεδρος του Oberlandesgericht του Koblenz διόρισε τον Witte «Rechtsreferendar». Στην απόφαση αυτή αναφέρεται: «Αποδέχομαι την παραίτηση σας από τη λήψη αποζημίωσης των εξόδων μετακόμισης,... κίνησης και... λόγω απόστασης για όλη τη διάρκεια της εκπαίδευσης σας, με την εξαίρεση του εισαγωγικού προγράμματος και του προγράμματος με το οποίο περατώνεται η εκπαίδευση αυτή. Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων αυτών, μπορείτε να αξιώσετε την απόδοση οικονομικών επιοαρύνσεων μόνο στο μέτρο που υποβληθήκατε σ' αυτές από την Trier και εντεύθεν». Το Δικαστήριο ζήτησε από τον Witte να αποσαφηνίσει το νόημα αυτού του χωρίου, χωρίς όμως να αποσπάσει πειστικές εξηγήσεις. Θεωρώ πάντως προφανές ότι το χωρίο αυτό πρέπει να νοηθεί ως απάντηση σε αίτημα του Witte να διατηρήσει τη διαμονή του στο Λουξεμβούργο. Πράγματι, η πρόθεση του να εξακολουθήσει να κατοικεί στο Μεγάλο Δουκάτο αρκεί για να εξηγήσει την παραίτηση του από του να μετακομίσει στη Γερμανία και, κατά συνέπεια, να λάβει τη σχετική αποζημίωση.
Τέλος, αρκετά ασθενές ή, μάλλον, εντελώς αλυσιτελές βρίσκω το επιχείρημα που στηρίζεται στην πρακτική της εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, παράρτημα VII. Πολύ αμφιβάλλω, ιδίως υπό το φως της απόφασης σας στην υπόθεση Delvaux, για την ορθότητα της πρακτικής αυτής. Πάντως, και αν ακόμα γίνει δεκτή η νομιμότητα της και υποτεθεί ότι καλώς συνέχιζε η Διοίκηση να την ακολουθεί κατά το χρόνο της πρόσληψης του Witte, αποκλείεται να αποβεί λυσιτελής γι' αυτόν. Πράγματι, και αν ακόμη η περίοδος αναφοράς μειωνόταν από πέντε έτη σε έξι μήνες, και αυτή η πρακτική απαιτούσε μια περίοδο «κατοικίας» σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο, όπου εδρεύει η υπηρεσία. Όπως φάνηκε, όμως, οι πολυάριθμες διαμονές του Witte στη Γερμανία δεν συνεπάγονται ότι «κατοίκησε» εκεί με την τεχνική έννοια του όρου.
6.
Εν συμπεράσματι, ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι συγκεντρώνει την πρώτη από τις δύο προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράρτημα VII. Αυτό θα με απήλλασσε από την έρευνα του αν πληροί την προϋπόθεση του τόπου άσκησης της «κύριας επαγγελματικής δραστηριότητας». Για λόγους πληρότητας, όμως, οφείλω να διαπραγματευθώ και αυτό το πρόβλημα.
Κατά τον Witte, η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα που ανέπτυξε κατά την περίοδο αναφοράς ήταν η του «Rechtsreferendar» ·αντίθετα, η απασχόληση που είχε στο Λουξεμβούργο ως υπάλληλος της εταιρίας Burroughs ήταν ευκαιριακή, εφόσον δεν είχε καμιά σχέση με τις νομικές σπουδές του και με την επαγγελματική του κατάρτιση στη συνέχεια. Αντίθετη είναι η άποψη του Κοινοβουλίου. Σύμφωνα με αυτήν, η εξαρτημένη εργασία του στην Burroughs είναι εκείνη που πρέπει να χαρακτηριστεί ως η κύρια. Πράγματι, η απασχόληση του ως «Rechtsreferendar» αποτελεί απλώς αμειβόμενο stage, το οποίο η γερμανική νομοθεσία απαιτεί ως απαραίτητο συμπλήρωμα της νομικής κατάρτισης και ως τυπικό προσόν αναγκαίο για την είσοδο στο επάγγελμα του συμβολαιογράφου, του δικηγόρου και στο δικαστικό κλάδο.
Η άποψη του προσφεύγοντα στερείται βάσεως. Δύο παρατηρήσεις μπορούν να της αντιταχθούν. Η πρώτη είναι ότι, για να χαρακτηρίσει μια απασχόληση ως «κύρια επαγγελματική δραστηριότητα», ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων ουδόλως απαιτεί τα σχετικά καθήκοντα να είναι συναφή προς τις σπουδές τις οποίες περάτωσε αυτός που τα εκπληρώνει (ένα ακραίο παράδειγμα: τίποτε δεν εμποδίζει η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα ενός πτυχιούχου φυσικής να είναι ο καθαρισμός των οδών). Η δεύτερη είναι ότι, ως εκ της φύσεως των καθηκόντων που απαιτούνται απ' αυτόν, ο «Rechtsreferendar» δεν ασκεί ακόμη επάγγελμα, αλλά, έστω και αν αμείβεται, προετοιμάζεται απλώς για την άσκηση του.
7.
Βάσει όλων των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν, περαίνω προτείνοντας στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή την οποία άσκησε κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ο Hermann Witte, με δικόγραφο της 6ης Σεπτεμβρίου 1983.
Φρονώ, εξ άλλου, ότι έκαστος διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της διαφοράς.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy