ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ MARCO DARMON
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 11 ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ο Felice Salzano, μισθωτός ιταλικής ιθαγένειας, απασχολούμενος από το Μάιο του 1979 στη Γερμανία, έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων, ζήτησε από το Bundesanstalt für Arbeit — Kindergeldkasse (Ομοσπονδιακό Γραφείο Εργασίας — Ταμείο Επιδομάτων Τέκνων) να του χορηγήσει οικογενειακά επιδόματα για τα τρία τέκνα του που κατοικούσαν στην Ιταλία με τη μητέρα τους. Πράγματι, έχει το δικαίωμα αυτό βάσει του άρθρου 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 της 14ης Ιουνίου 1971 ( 2 ), σύμφωνα με το οποίο το δικαίωμα οικογενειακών παροχών καθορίζεται από τη νομοθεσία της χώρας απασχολήσεως, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας της οικογένειας.
Ο γερμανικός οργανισμός όμως στον οποίο υπέβαλε την αίτηση του αρνήθηκε να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή, με την αιτιολογία ότι, κατά την περίοδο από 1η Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1979, η σύζυγός του εργαζόταν στην Ιταλία, όπου θα μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά της για οικογενειακά επιδόματα. Σχετικά, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι ποτέ δεν υπέβαλε αίτηση και ούτε συνεπώς έλαβε ποτέ οικογενειακές παροχές στην Ιταλία, οι οποίες, βάσει της ιταλικής νομοθεσίας, της οφείλονται ακόμη.
Ως προς το σημείο αυτό, το Ομοσπονδιακό Γραφείο Εργασίας βασίζεται στο άρθρο 76 του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει ότι:
«το δικαίωμα οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων που οφείλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 73 και 74 αναστέλλεται, αν λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητος οφείλονται επίσης οικογενειακές παροχές ή επιδόματα δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογενείας.»
Όταν το Bundesanstalt für Arbeit απέρριψε την ένσταση του, ο Felice Salzano άσκησε προσφυγή ενώπιον του Sozialgericht του Μονάχου, με την οποία ζητεί την καταβολή, για την υπό κρίση περίοδο, της διαφοράς μεταξύ του ποσού των οικογενειακών επιδομάτων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και του ποσού των αντίστοιχων παροχών στην Ιταλία.
Για να επιλύσει τη διαφορά που του υποβλήθηκε, το γερμανικό δικαστήριο υπέβαλε το ακόλουθο ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 76 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, την έννοια ότι το δικαίωμα οικογενειακών επιδομάτων που έχει ο ένας γονέας στη χώρα απασχολήσεως αναστέλλεται — και αν ναι, μέχρι ποιο ποσό — ακόμη και στην περίπτωση που ο άλλος γονέας κατοικεί με τα τέκνα σε ένα άλλο κράτος μέλος (κράτος κατοικίας) και ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα, δεν λαμβάνει όμως οικογενειακά επιδόματα για τα τέκνα, επειδή δεν έχει υποβληθεί η κατά το εσωτερικό δίκαιο αναγκαία αίτηση του ενός γονέα και/ή η παραίτηση του άλλου γονέα, οπότε δεν είναι σαφές αν και μέχρι ποιο ποσό δικαιούται οικογενειακά επιδόματα ο γονέας στο κράτος της κατοικίας των τέκνων;»
Το σκεπτικό της διάταξης παραπομπής, καθώς και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν, επιτρέπουν να εντοπιστούν τα δύο σημεία του προβλήματος ερμηνείας που τίθενται:
—
πρώτον, πρόκειται για τον καθορισμό των προϋποθέσεων που απαιτούνται ώστε τα οικογενειακά επιδόματα να θεωρηθούν ότι «οφείλονται» στο κράτος κατοικίας, κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 76,
—
δεύτερον, σε περίπτωση που «οφείλονται» επιδόματα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ερωτάται μέχρι ποιο ποσό πρέπει να «ανασταλεί» η καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων στο κράτος απασχολήσεως.
2.
Πριν εξεταστούν διαδοχικά τα δύο αυτά σημεία, είναι αναγκαίο, για να διευκολυνθεί η λογική ανάπτυξη του θέματος, να αναλυθούν οι εθνικές νομοθεσίες επί του θέματος.
Η γερμανική νομοθεσία περί οικογενειακών επιδομάτων ( 3 ) απονέμει το δικαίωμα για τις εν λόγω παροχές μόνο στους γονείς των οποίων το τέκνο κατοικεί ή διαμένει συνήθως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας' το παραπέμπον δικαστήριο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι, κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 73, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ο Felice Salzano μπορεί, για τα τέκνα του που κατοικούν στην Ιταλία με τη μητέρα τους, να προβάλει αξίωση να του καταβληθούν οικογενειακά επιδόματα στη Γερμανία, χωρίς να θίγεται η εφαρμογή του άρθρου 76 του ίδιου κανονισμού.
Στην ιταλική νομοθεσία σημειώθηκε κάποια εξέλιξη: πράγματι, το άρθρο 9 του ιταλικού νόμου 903 της 9ης Δεκεμβρίου 1977, περί ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών ως προς την εργασία ( 4 ), προβλέπει ότι στο εξής τα οικογενειακά επιδόματα μπορούν να ζητηθούν, χωρίς διάκριση, είτε από τον πατέρα είτε από τη μητέρα, ενώ μέχρι τότε μπορούσαν να ζητηθούν αποκλειστικά από τον πατέρα, υπό την ιδιότητά του ως αρχηγού της οικογένειας ( 5 ). Σε περίπτωση που ζητηθούν και από τους δύο συζύγους, τα επιδόματα καταβάλλονται στο γονέα με τον οποίο ζει το τέκνο. (Αυτό το δικαίωμα επιλογής προβλέπεται επίσης και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από το άρθρο 3, παράγραφος 3, του ομοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων.)
Βάσει του ιταλικού νόμου 903, η σύζυγος του Felice Salzano είχε συνεπώς το δικαίωμα να ζητήσει τα οικογενειακά επιδόματα υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η ιταλική νομοθεσία: από τη διάταξη παραπομπής και από τις γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνάγεται όμως ότι δεν υπέβαλε καμία τέτοια αίτηση και ότι ο Felice Salzano δεν δήλωσε στον αρμόδιο ιταλικό φορέα ότι παραιτείται από τα δικαιώματά του.
3.
Αφού έγιναν αυτές οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις, μπορώ τώρα να αναφέρω με συντομία τις ερμηνείες που έδωσαν αντίστοιχα οι διάδικοι επί του πρώτου σημείου που αναφέρθηκε παραπάνω.
Όσον αφορά κατ' αρχάς το ερώτημα αν στην Ιταλία «οφείλονται» οικογενειακά επιδόματα, κατά την έννοια του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71, στη σύζυγο του Salzano, η Επιτροπή θεωρεί ότι το καθοριστικό κριτήριο είναι αν τελικά καταβλήθηκαν οι παροχές και όχι η διαπίστωση ότι πληρούνται αυτές ή οι άλλες προϋποθέσεις — τυπικές ή ουσιαστικές.
Ο προσφεύγων στην κύρια δίκη και η ιταλική κυβέρνηση συμφωνούν με την άποψη της Επιτροπής.
Στην ερμηνεία αυτή η γερμανική κυβέρνηση αντιπαραθέτει την ακόλουθη επιχειρηματολογία: για να καθοριστεί αν «οφείλονται» παροχές στο κράτος κατοικίας, αρκεί να διαπιστωθεί ότι ο εργαζόμενος συγκεντρώνει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει το εσωτερικό δίκαιο. Συνεπώς δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι τυπικές προϋποθέσεις, και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτό θα έδινε στους γονείς τη δυνατότητα να επιλέξουν τη νομοθεσία και συνεπώς το κράτος μέλος που θα εξοφλούσε τα οικογενειακά επιδόματα. Το άρθρο 76 όμως αποτελεί κανόνα άρσεως συγκρούσεων που αναγνωρίζει την «προτεραιότητα» της νομοθεσίας του κράτους κατοικίας.
Τέλος, οι αποφάσεις Ragazzoni και Rossi ( 6 ) δεν έχουν εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση: μετά από την έκδοση των αποφάσεων αυτών, οι μητέρες μπορούν πλέον να λαμβάνουν τις οικογενειακές παροχές που μέχρι τότε, βάσει της ιταλικής νομοθεσίας, καταβάλλονταν μόνο στον αρχηγό της οικογένειας, δηλαδή στον πατέρα εξάλλου, καμία από τις δύο υποθέσεις δεν αναφέρεται στις τυπικές προϋποθέσεις.
Όπως σαφώς κατέδειξε η Επιτροπή, η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Πράγματι, η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για μια σαφή ερμηνεία της λέξης «οφείλονται» που αναφέρεται στο άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71.
4.
Κατ' αρχάς το Δικαστήριο έκρινε ότι
«Εφόσον η χορήγηση οικογενειακών παροχών δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71 εξαρτάται από την ερμηνεία και εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, ο αρμόδιος φορέας ενός άλλου κράτους μέλους δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει αν συντρέχουν όλες οι σχετικές προϋποθέσεις» ( 7 ).
Η διαπίστωση αυτή απορρέει από την αρχή σύμφωνα με την οποία μόνος σκοπός της κοινοτικής ρύθμισης στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης είναι ο συντονισμός των υπαρχόντων εθνικών συστημάτων. Οποιαδήποτε άλλη λύση, όπως αυτή που συνίσταται παραδείγματος χάρη στο να εξαρτάται η εφαρμογή της ρήτρας περί μη σωρεύσεως του άρθρου 76 από την απλή διαπίστωση εκ μέρους του φορέα της χώρας απασχολήσεως ότι ο εργαζόμενος μπορεί νόμιμα να αξιώσει — ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες διατυπώσεις — τη χορήγηση παροχών από το κράτος κατοικίας, αποτελεί προσβολή της εν λόγω αρχής και ενέχει τον κίνδυνο αντιφατικών εκτιμήσεων.
Για να αποκλείσει το ενδεχόμενο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφαρμογή του άρθρου 73 απαιτεί ενιαία ερμηνεία σε όλα τα κράτη μέλη «ανεξαρτήτως της οργανώσεως των εθνικών τους νομοθεσιών που αναφέρονται στην απόκτηση δικαιώματος επί οικογενειακών παροχών» ( 8 ).
5.
Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε, στην απόφαση Ragazzoni, ότι τα οικογενειακά επιδόματα «οφείλονται» στο κράτος μέλος της κατοικίας, μόνο αν η νομοθεσία του κράτους αυτού αναγνωρίζει
«το δικαίωμα καταβολής παροχών υπέρ του μέλους της οικογένειας που εργάζεται στο εν λόγω κράτος».
Το Δικαστήριο διευκρίνισε τα ανωτέρω προσθέτοντας
«ότι είναι συνεπώς αναγκαίο να συγκεντρώνει ο ενδιαφερόμενος όλες τις προϋποθέσεις που θέτει η εσωτερική νομοθεσία του εν λόγω κράτους για την άσκηση του δικαιώματος αυτού» ( 9 ).
Βέβαια, στην παραπάνω υπόθεση, δεν συνέτρεχε μια ουσιαστική προϋπόθεση — η ιδιότητα του αρχηγού της οικογένειας —, οπότε η παροχή δεν «οφειλόταν» στην Ιταλία. Μπορεί όμως να συναχθεί απ' αυτό ότι το Δικαστήριο ευνόησε αυτό το είδος προϋποθέσεων και ότι δεν θέλησε να λάβει υπόψη τις τυπικές προϋποθέσεις που τίθενται για τη χορήγηση των οικογενειακών επιδομάτων στο κράτος κατοικίας;
Η ερμηνεία αυτή θα ισοδυναμούσε με το να προτιμάται η λύση που δίδεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τη λύση που αποτελεί τον κανόνα και προσδιορίζει την πρώτη: πράγματι, το Δικαστήριο τόνισε ότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη «όλες οι προϋποθέσεις» που θέτει η σχετική νομοθεσία, χωρίς να γίνει διάκριση ανάλογα με τη φύση τους ( 10 ). Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών που προβλέπει το άρθρο 76 «δεν ισχύει», όταν στο κράτος μέλος της κατοικίας η μητέρα δεν «απέκτησε το δικαίωμα οικογενειακών επιδομάτων, είτε επειδή η ιδιότητα του αρχηγού της οικογένειας αναγνωρίζεται μόνο στον πατέρα, είτε επειδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η αναγνώριση του δικαιώματος της μητέρας να της καταβληθούν οι παροχές» ( 11 ).
Έτσι, το Δικαστήριο αναφέρθηκε χωρίς να κάνει καμία διάκριση στις προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία του κράτους μέλους της κατοικίας για τη χορήγηση των οικογενειακών παροχών.
6.
Τέλος, από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή των ρητρών περί μη σωρεύσεως σε θέματα οικογενειακών παροχών, φαίνεται ότι το αποφασιστικό κριτήριο για την αναστολή είναι η πραγματική καταβολή των παροχών στο άλλο κράτος μέλος. Έτσι, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο κανόνας περί μη σωρεύσεως του άρθρου 79, παράγραφος 3, που είναι ανάλογος με τον κανόνα του άρθρου 76, αλλά αφορά τις παροχές για συντηρούμενα τέκνα συνταξιούχων και για ορφανά
«δεν έχει νόημα και δεν εφαρμόζεται, παρά μόνο αν πράγματι έχει αποκτηθεί δικαίωμα παροχών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους όπου ασκείται η επαγγελματική δραστηριότητα» ( 12 ).
Ομοίως, το Δικαστήριο ερμήνευσε τη ρήτρα περί μη σωρεύσεως του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο α υπό την έννοια
«ότι η ρήτρα αυτή εφαρμόζεται εφόσον ο φορέας ενός άλλου κράτους μέλους χορήγησε πράγματι, δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71, οικογενειακές παροχές στον εργαζόμενο για το ίδιο τέκνο, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών αυτών κατά την έννοια της νομοθεσίας αυτού του άλλου κράτους μέλους» ( 13 )
7.
Τελικά, από τους παραπάνω συλλογισμούς συνάγεται ότι σκοπός του άρθρου 76 είναι να εμποδίσει οποιαδήποτε σώρευση παροχών που πράγματι καταβλήθηκαν, ώστε να αποτρέψει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εργαζόμενου ή των ελκόντων απ' αυτόν δικαιώματα, ο οποίος θα μπορούσε να προκύψει από την εφαρμογή των νομοθεσιών του κράτους απασχολήσεως και του κράτους κατοικίας. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, εφόσον η σύζυγος του Felice Salzano δεν κίνησε τη διαδικασία που θα ήταν αναγκαία για την καταβολή τους. Χωρίς αίτηση εκ μέρους της και χωρίς δήλωση παραίτησης του συζύγου της, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι «οφείλονται» τα οικογενειακά επιδόματα κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης όπως ήδη είχε τονίσει ο γενικός εισαγγελέας Capotorti ( 14 ). Η ερμηνεία αυτή έχει βέβαια ως αποτέλεσμα να δίδεται στο διακινούμενο εργαζόμενο και στο σύζυγό του που εργάζεται στο κράτος κατοικίας η δυνατότητα να επιλέξουν την περισσότερο ευνοϊκή εθνική νομοθεσία: αυτό το δικαίωμα επιλογής απορρέει τόσο από την ιταλική, όσο και από τη γερμανική νομοθεσία. Ως προς το σημείο αυτό, δεν μπορώ παρά να υπενθυμίσω ότι σκοπός της κοινοτικής ρύθμισης είναι μόνο ο συντονισμός, και όχι η εναρμόνιση των νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών ( 15 ).
Γενικότερα, πρέπει να τονιστεί ότι μια λύση που 9α βασιζόταν στην απλή διαπίστωση της ύπαρξης δικαιώματος παροχών θα οδηγούσε στο εξής παράδοξο: αν και δεν θα υπήρχε καμία πραγματική καταβολή, η αναστολή στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να είναι πλήρης, ενώ κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου — όπως θα δούμε παρακάτω — δεν μπορεί παρά να είναι μερική και επέρχεται μόνο όταν πράγματι καταβλήθηκαν παροχές.
Όλες αυτές οι διαπιστώσεις μάς οδηγούν συνεπώς στο συμπέρασμα ότι στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι οικογενειακές παροχές ή τα οικογενειακά επιδόματα δεν πρέπει να θεωρούνται ότι «οφείλονται» στον εργαζόμενο ή στους έλκοντες απ' αυτόν δικαιώματα που ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στο κράτος μέλος κατοικίας, παρά μόνο όταν έχουν πράγματι καταβληθεί στο κράτος αυτό.
8.
Η απάντηση αυτή κανονικά αρκεί για να μπορέσει το γερμανικό δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά που του έχει υποβληθεί. Συνεπώς θα εξετάσω μόνο επικουρικά και μόνο το δεύτερο σημείο του υποβληθέντος ερωτήματος, που ουσιαστικά αφορά τα εξής: στην περίπτωση που πράγματι καταβλήθηκαν οικογενειακά επιδόματα στο κράτος μέλος κατοικίας, η αναστολή της αναβολής των επιδομάτων που καταβάλλονταν μέχρι τότε στο κράτος μέλος απασχολήσεως πρέπει να είναι πλήρης ή μόνο μερική και, στην τελευταία αυτή περίπτωση, μέχρι ποιο ποσό;
Πρόσφατα το Δικαστήριο ασχολήθηκε με ένα ανάλογο πρόβλημα, στην υπόθεση Patteri ( 16 ).
Η νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος είναι γνωστή: τα δικαιώματα που έχει αποκτήσει ο εργαζόμενος στο κράτος μέλος απασχολήσεως δεν αποσβέννυνται πλήρως, όταν καταβάλλονται πράγματι αντίστοιχες παροχές στο κράτος μέλος κατοικίας. Εξακολουθεί να οφείλεται το τμήμα του ποσού που υπερβαίνει το ποσό των παροχών που καταβλήθηκαν στο κράτος μέλος κατοικίας ( 17 ).
Με τις παρατηρήσεις της, η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται, όταν το δικαίωμα οικογενειακών παροχών δεν απορρέει από την εθνική νομοθεσία, η οποία το αναγνωρίζει μόνο στους κατοίκους της χώρας, αλλά από το ίδιο το άρθρο 73. Η επιχειρηματολογία αυτή δεν πρέπει να γίνει δεκτή: το Δικαστήριο δέχτηκε ρητά ότι η εφαρμογή της κοινοτικής ρύθμισης περί κοινωνικής ασφάλισης δεν μπορεί
«να συνεπάγεται τη μείωση των παροχών που οφείλονται δυνάμει της εν λόγω [εσωτερικής] νομοθεσίας, όπως συμπληρώνεται από το κοινοτικό δίκαιο» ( 18 ),
εκτός αν υπάρχει εξαίρεση ρητά προβλεπόμενη από την εν λόγω ρύθμιση, την οποία το Δικαστήριο ερμήνευσε υπό την έννοια της μερικής αναστολής. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα κατέληγε στο να αντιτάσσεται η ρήτρα κατοικίας που παρέχεται στη νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως στο δικαίωμα που ο εργαζόμενος έχει αποκτήσει βάσει του ίδιου του άρθρου 73 και γενικότερα στο να μην εφαρμόζεται η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, την οποία αποσκοπεί να εξασφαλίσει η διάταξη αυτή ( 19 ).
9.
Σα συμπέρασμα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί
—
ότι το άρθρο 76 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι οι οικογενειακές παροχές δεν «οφείλονται» στο κράτος μέλος κατοικίας παρά μόνο εφόσον έχει πράγματι αποκτηθεί δικαίωμα για την καταβολή τους σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο ασκείται η επαγγελματική δραστηριότητα,
—
επικουρικά, ότι το άρθρο 76 δεν αναστέλλει το δικαίωμα οικογενειακών παροχών που έχουν καταβληθεί στο κράτος απασχολήσεως, παρά μόνο μέχρι το ποσό των αντίστοιχων παροχών που ήδη έχει λάβει στο κράτος κατοικίας ο σύζυγος που ασκεί εκεί επαγγελματική δραστηριότητα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73.
( 3 ) Ομοσπονδιακός νόμος περί οικογενειακών επιδομάτων Bundeskindergeldgesetz — άρθρο 2, παράγραφος 5, Bundesgesetzblatt Ι της 6ης Φεβρουαρίου 1975.
( 4 ) Gazzetta ufficiale της 17ης Δεκεμβρίου 1977, αριθ. 343, σ. 9041.
( 5 ) Πρβλ. ιδίως 134/77, Ragazzoni, Recueil 1978, σ. 963, σκέψη 10.
( 6 ) 134/77, Ragazzoni, που ήδη αναφέρθηκε 100/78, Rossi, Recueil 1979, σ. 831.
( 7 ) 149/82, Robaras, Συλλογή 1983, σ. 171, σκέψη II.
( 8 ) 104/80, Beeck, Συλλογή 1981, σ. 503, σκέψη 7.
( 9 ) 134/77, Ragazzoni, που ήδη αναφέρθηκε, σκέψεις 8 και 9.
( 10 ) Ragazzoni, σκέψη 9.
( 11 ) Ragazzoni, σκέψη 12.
( 12 ) 100/78, Rossi, που ήδη αναφέρθηκε, σκέψη 9.
( 13 ) 149/82, Robards, που ήδη αναφέρθηκε, σκέψη 12.
( 14 ) 134/77, Ragazzoni, που ήδη αναφέρδηκε, σ. 975, και 100/78, Rossi, σ. 848.
( 15 ) Πρβλ., παραδείγματος χάρη, 100/78, Rossi, που ήδη αναφέρθηκε, σκέψη 13.
( 16 ) 242/83, Patteri, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 3171.
( 17 ) Πρβλ. ιδίως, 100/78, Rossi, που ήδη αναφέρθηκε, σκέψη 17-733/79, Laterza, Recueil, 1980, σ. 1915, σκέψεις 8 και 9' 104/80, Beeck, που ήδη αναφέρθηκε, σκέψη 12' 320/82, D'Amario, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1983, σκέψη 7, Συλλογή 1983, σ. 3811, και πρόσφατα, 242/83, Patteri, που ήδη αναφέρθηκε, σκέψη 10.
( 18 ) 733/79, Laterza, που ήδη αναφέρθηκε, σκέψη 8, και επίσης 101/83, Brusse, απόφαση της 17ης Μαίου 1984, σκέψη 30, Συλλογή 1984, σ. 2223.
( 19 ) 320/82, D'Amario, που ήδη αναφέρθηκε, σκέψεις 4 μέχρι 7.
Full & Egal Universal Law Academy