ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 4ης Ιουνίου 1985 ( *1 )
Περίληψη
Α — Πραγματικά περιστατικά
Β — Εκτίμηση
Ι — Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
1. Η έρευνα του Bundeskartellamt
2. Η έκταση της προστασίας που παρέχει το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
α ) Οι διαδικασίες ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων
β ) Η εκτίμηση της εκτάσεως της παρεχόμενης προστασίας
αα ) Η απόφαση του Bundespatentamt της 31ης Μαρτίου 1978
ββ) Η απόφαση του Bundespatentgericht της 28ης Νοεμβρίου 1979
γγ) Η απόφαση του Oberlandesgericht του Μονάχου της 13ης Ιανουαρίου 1983 ...
δδ ) Συμπέρασμα: Το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν καλύπτει τον πλωτήρα
3. Υπήρχε άλλη αγορά για την πλήρη ιστιοσανίδα και άλλη για τα συστατικά μέρη της;..
α ) Ύπαρξη χωριστών αγορών
β ) Έκταση τους
γ ) Συμπέρασμα: υπήρχε χωριστή αγορά συστατικών μερών
II — Εκτίμηση των συμφωνιών παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. ( εκτός από το στοιχείο του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών )
1. Η υποχρέωση υποβολής των ιστιοσανίδων σε προηγούμενη έγκριση (άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 1 )
α ) Οι συμφωνίες
β ) Συμπέρασμα: η ελευθερία δράσεως των παραχωρησιούχων ήταν περιορισμένη
γ ) Επιχειρήματα της προσφεύγουσας
δ ) Αξιολόγηση
αα ) Ποιοτικοί έλεγχοι
ββ ) Εξασφάλιση « επαρκούς διαφοράς »
γγ ) Προώθηση της αναπτύξεως της αγοράς, περιστολή των προσβολών του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας
ε ) Συμπέρασμα: το ίδιο με εκείνο στο οποίο καταλήγει η απόφαση της Επιτροπής
2. Απαγόρευση παραδόσεως συστατικών μερών ( άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 2 )
α ) Οι συμφωνίες
β ) Περιορισμός των παραχωρησιούχων
γ ) Αξιολόγηση
αα ) Αδύνατη η τροποποίηση των συμβάσεων;
ββ) Ελαστική εφαρμογή;
γγ ) Περιστολή των προσβολών του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας
δ ) Συμπέρασμα: το ίδιο με εκείνο στο οποίο καταλήγει η απόφαση της Επιτροπής
3. Υπολογισμός των καταβλητέων δικαιωμάτων επί της καθαρής τιμής πωλήσεως του πλήρους προϊόντος
α ) Τα επιχειρήματα της Επιτροπής
β ) Τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας
αα ) Κατά την πώληση συστατικών μερών λαμβανόταν ως βάση η αξία τους
ββ ) Κατά την πώληση πλήρων προϊόντων κανένα πρόσκομμα στις πωλήσεις
γγ ) Δεν επιτρέπεται η καταβολή δικαιωμάτων για την πώληση πλωτήρων
γ) Συμπέρασμα: εν μέρει μόνο το ίδιο με εκείνο στο οποίο καταλήγει η απόφαση της Επιτροπής
4. Η ένδειξη « κατόπιν αδείας του Hoyle Schweitzer » ή « κατόπιν αδείας της WSI » επί του πλωτήρα ( άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 4 )
α ) Δεν αφορά τις Shark και Ostermann
β ) Περιορισμός του εμπορίου;
γ ) Τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ;
5. Η ρήτρα αναγνωρίσεως των εμπορικών σημάτων ως εγκύρων ( άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 5 )
α ) Δεν αφορά τις Shark και Ostermann
β ) Τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας
γ ) Περιορισμός των πωλήσεων;
δ ) Η απόφαση της Επιτροπής μπορεί να αμφισβητηθεί
6. Απαγόρευση παραγωγής ( άρθρο 1, παράγραφος 2 )
α ) Η αρχική συμφωνία
β ) Οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις
γ ) Εκτίμηση
δ ) Συμπέρασμα: το ίδιο με εκείνο στο οποίο καταλήγει η απόφαση της Επιτροπής
7. Η ρήτρα μη προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ( άρθρο 1, παράγραφος 3 )
8. Προσωρινό συμπέρασμα
III — Οι συμφωνίες αδείας εκμεταλλεύσεως μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών;
1. Το εμπόριο ιστιοπλοϊκών εξοπλισμών
2. Τα λοιπά σημεία της αποφάσεως της Επιτροπής
α ) Η ρύθμιση για τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως
β ) Η απαγόρευση παραγωγής
γ ) Η ρήτρα μη προσβολής του κύρους του διπλώματος ευρεσιτεχνίας
3. Συμπέρασμα: Μόνο η υποχρέωση προηγουμένης εγκρίσεως και η απαγόρευση των χωριστών πωλήσεων περιορίζουν τον ανταγωνισμό
IV — Επί του άρθρου 85, παράγραφος 3
1. Παράλειψη κοινοποιήσεως κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 17
2. 'Ελλειψη θετικών επιπτώσεων που να δικαιολογούν εξαίρεση κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3
V — Επί του προστίμου ( άρθρο 3, παράγραφος 1 )
1. Μία μόνο αξιόποινη παράβαση αντί για πέντε
2. Επί του βαθμού υπαιτιότητος
α ) Άγνοια της εκτάσεως της παρεχόμενης από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προστασίας, αμέλεια
β ) Βαρύτητα της παραβάσεως
αα ) Η αγορά συστατικών μερών ήταν ασήμαντη
ββ ) Οι επιπτώσεις της ρήτρας απαγορεύσεως ήταν πολύ μικρές
γ ) Τα λοιπά επιχειρήματα της προσφεύγουσας
3. Επί της αποφάσεως της Επιτροπής να επιβάλει πρόστιμο βάσει των συμπερασμάτων της
Γ — Προτάσεις
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
Α —
Η υπόθεση επί της οποίας αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου αφορά απόφαση της Επιτροπής, στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, σχετικά με συμβάσεις εκμεταλλεύσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που αφορούν τις αποκαλούμενες ιστιοσανίδες ή — και αυτό αποτελεί ένα από τα σημεία της διαφοράς — τμήματα των εν λόγω σκαφών.
Ως προς τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να αναφερθούν καταρχάς τα εξής:
Στην εξέλιξη των ιστιοσανίδων συνέβαλαν σημαντικά οι Αμερικανοί Η. Schweitzer και J. Drake. Ο πρώτος από τους ανωτέρω ίδρυσε την προσφεύγουσα εταιρία υπό μορφή οικογενειακής επιχειρήσεως. Η εταιρία αυτή διαθέτει (ή διέθετε) διπλώματα ευρεσιτεχνίας σε πολλές χώρες. Σε ό, τι αφορά την Ευρώπη, διέθετε στο Ηνωμένο Βασίλειο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για ένα « wind-propelled vehicle » (όχημα προωθούμενο από τον άνεμο). Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1982, το δίπλωμα αυτό κρίθηκε άκυρο από το αρμόδιο δικαστήριο, την απόφαση του οποίου επιβεβαίωσε με απόφαση του, τον Ιανουάριο του 1984, το Court of Appeal. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποβλήθηκε αίτηση για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 21 Μαρτίου 1969. Μετά από ορισμένη διαδικασία — στις λεπτομέρειες της οποίας θα επανέλθω —χορηγήθηκε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 31 Μαρτίου 1978. Αφορά το RIG ( δηλαδή τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό) της ιστιοσανίδας. Αποτελεί ένα από τα σημεία της διαφοράς — όπως ήδη ανέφερα έμμεσα — αν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αφορά μόνο τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό ( όπως υποστηρίζει η Επιτροπή) ή όλη την ιστιοσανίδα, ως συνδυασμό ιστίου και σανίδας ( όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα ). Επί του ζητήματος αυτού θα επανέλθω πιο κάτω.
Ο τύπος ιστιοσανίδας που κατασκεύαζε η προσφεύγουσα με την ονομασία « Windsurfer » άρχισε να πωλείται στην Ευρώπη από την ολλανδική επιχείρηση Ten Cate Sports BV. Η επιχείρηση αυτή, βάσει συμβάσεως που συνήψε το 1973 με την προσφεύγουσα, η οποία συμπληρώθηκε το 1976, ανέλαβε την αποκλειστική εκμετάλλευση για την Ευρώπη της τεχνογνωσίας ( know-how ) για την παραγωγή και εμπορία των ιστιοσανίδων, καθώς και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας που υφίστανται ή που πρόκειται να αιτηθούν. Μεταβιβάστηκαν επίσης στην Ten Cate — με την υποχρέωση να τα χρησιμοποιεί — τα κατατεθέντα πρώτα στις ΗΠΑ και κατόπιν στην Γαλλία και την Γερμανία λεκτικά σήματα « Windsurfer » και « Windsurfing », καθώς και ένα εικαστικό σήμα.
Η Ten Cate με τη σειρά της — το αν είχε ή όχι το δικαίωμα δεν θα το εξετάσω επί του παρόντος — συνήψε, το 1976 και 1977, με δύο γερμανικές επιχειρήσεις (την Ostermann και την Shark) συμβάσεις παραχωρήσεως εκμεταλλεύσεως από τις οποίες η μεν πρώτη — στις λεπτομέρειες θα αναφερθώ πιο κάτω — αφορά την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που είχε ζητηθεί στην Γερμανία, καθώς και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η δε δεύτερη αφορά μόνο την εκμετάλλευση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που είχε ζητηθεί στην Γερμανία. Στις συμβάσεις αυτές προσχώρησε το 1978 και η προσφεύγουσα.
Η προσφεύγουσα συνήψε, επίσης, με άλλες γερμανικές επιχειρήσεις συμβάσεις παραχωρήσεως της εκμεταλλεύσεως, και συγκεκριμένα με την επιχείρηση Akutec την 1η Ιουλίου 1978, με τις επιχειρήσεις SAN Warenvertriebsgesellschaft mbH (SAN) και Klepper την 1η Ιανουαρίου 1979 και με την επιχείρηση Marker στις 21 Αυγούστου 1980 ( στο περιεχόμενο των συμβάσεων αυτών θα αναφερθώ πιο κάτω ).
Ενόψει των περιορισμών της ελευθερίας δράσεως που συνεπάγονταν οι συμβάσεις αυτές για τις άλλες επιχειρήσεις, πολλές από αυτές υπέβαλαν στην Επιτροπή καταγγελίες, προφανώς με κύριο σκοπό να λάβουν και οι ίδιες άδειες εκμεταλλεύσεως για την παραγωγή και εμπορία ιστιοσανίδων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συγκαλέσει η Επιτροπή μια διερευνητική σύσκεψη στις 27 Ιανουαρίου 1981 στην οποία, εκτός από τις καταγγέλλουσες επιχειρήσεις, έλαβαν μέρος και εκπρόσωποι των προαναφερθεισών παραχωρησιούχων επιχειρήσεων ( εκτός από την επιχείρηση Marker, κατά της οποίας προφανώς δεν υπήρχε καμιά καταγγελία, διότι άρχισε να παράγει ιστιοσανίδες μόλις το 1981).
Λαμβάνοντας υπόψη τις επιφυλάξεις που διατύπωσε η Επιτροπή επί των συμφωνιών εκμεταλλεύσεως η προσφεύγουσα ανέλαβε αμέσως να τροποποιήσει τις συμβάσεις. Κατέληξε στη σύναψη νέων συμβάσεων ( οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσης υποθέσεως ) με την Akutec το Σεπτέμβριο του 1981, με την Klepper το Νοέμβριο του 1981, με την SAN τον Ιανουάριο του 1982, με την Marker το Φεβρουάριο του 1982, με την Ostermann το Σεπτέμβριο του 1982 και με την Shark το Μάρτιο του 1983. Η δήλωση της προσφεύγουσας ότι προτίθεται να προβεί στις ενέργειες αυτές δεν εμπόδισε την Επιτροπή να κινήσει επίσημα (με απόφαση της 7ης Ιουνίου 1982) τη διαδικασία παραβάσεως των διατάξεων περί ανταγωνισμού κατά της προσφεύγουσας και να της κοινοποιήσει τον Ιούλιο του 1982 τις αιτιάσεις της. Η προσφεύγουσα διατύπωσε εγγράφως την άποψή της επί των αιτιάσεων αυτών το Σεπτέμβριο του 1982, ακολούθησε προφορική ακρόαση — επίσης το Σεπτέμβριο του 1982 — και αντηλλάγησαν επίσης και άλλα έγγραφα (ιδίως επειδή η Επιτροπή σε επιστολή της 20ής Οκτωβρίου 1982 αναφέρθηκε σε άλλα έγγραφα που θα έπρεπε ακόμα να ληφθούν υπόψη κατά τη διαδικασία ).
Στις 11 Ιουλίου 1983 η Επιτροπή εξέδωσε την οριστική της απόφαση.
Στο άρθρο 1 της αποφάσεως αναφέρονται οι ρήτρες εκείνες των συμβάσεων που συνήψε η προσφεύγουσα με τις επιχειρήσεις Ostermann, Shark, Akutec, SAN, Klepper και Marker που πρέπει να θεωρηθούν ως αντικείμενες προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Εξάλλου, με το άρθρο 3, παράγραφος 1 (οι λοιπές διατάξεις της αποφάσεως δεν ενδιαφέρουν προς το παρόν) επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα πρόστιμο ύψους 50000 ECU (113793 γερμανικών μάρκων), για ορισμένες από τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 παραβάσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1.
Κατά της αποφάσεως αυτής η Windsurfing International Inc. (στο εξής θα χρησιμοποιώ τη συντομογραφία WSI ) άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της και την άρση του επιβληθέντος προστίμου ή τη μείωση του.
Β —
Επί των αιτημάτων αυτών, την απόρριψη των οποίων ζητεί η Επιτροπή, νομίζω ότι επιβάλλεται να ληφθεί η εξής θέση, βάσει των όσων διεξοδικώς αναφέρθηκαν τόσο εγγράφως, όσο και προφορικώς.
Ι — Θα ήθελα να αρχίσω με ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
1.
Η πρώτη αφορά το γεγονός ότι οι συμβάσεις εκμεταλλεύσεως που ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση αποτέλεσαν επίσης αντικείμενο έρεννας τον γερμανικού Bundeskartellamt (rov Ομοσπονοιακού Γραφείον Συμπράξεων Επιχειρήσεων).
Η εν λόγω υπηρεσία — αφού προηγουμένως κάλεσε την προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της — εξέδωσε εκτενώς αιτιολογημένη απόφαση, στις 30 Σεπτεμβρίου 1981, με την οποία διαπιστώνει βασικά ότι το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που διαθέτει η προσφεύγουσα αφορά μόνο τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό και όχι την πλήρη ιστιοσανίδα. Στηριζόμενο στην διαπίστωση αυτή — και επειδή οι συμβάσεις με τις γερμανικές παραχωρησιούχες επιχειρήσεις αφορούσαν ολόκληρες τις ιστιοσανίδες — το Bundeskartellamt κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχαν επιβληθεί στους παραχωρησιούχους ανεπίτρεπτοι περιορισμοί που υπερέβαιναν το περιεχόμενο του δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας της προσφεύγουσας. Η υπέρβαση αυτή αφορά το δικαίωμα του παρέχοντος την άδεια να προβαίνει σε υποδείξεις ως προς τη σανίδα-πλωτήρα (που σημαίνει τον περιορισμό σε ορισμένη μόνο χρήση), την απαγόρευση πωλήσεως ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού χωρίς εγκεκριμένο πλωτήρα και την υποχρέωση του παραχωρησιούχου να θέτει επί των σκαφών την ένδειξη « manufactured under licence by Hoyle Schweitzer»(κατασκευάστηκε κατόπιν αδείας τον Hoyle Schweitzer). Το /àio ισχύει, εξάλλου, και για το ότι καταβάλλονταν δικαιώματα εκμεταλλεύσεως βάσει της συνολικής αξίας του σκάφους (εφόσον κατά τον τρόπο αυτό συνυπολογίζεται και η αξία του πλωτήρα, ο οποίος δεν προστατεύεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας). Κατόπιν αυτού απαγορεύτηκε στην WSI να εφαρμόζει τις συμβάσεις περί παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως του γερμανικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας του σχετικού με τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό ιστιοσανίδων, καθόσον με τις συμβάσεις αυτές επιβάλλεται η υποχρέωση στις επιχειρήσεις Ostermann, Shark, Akutec, SAN, Klepper και Marker:
α)
να χρησιμοποιούν τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό, τον οποίο αφορά η άδεια εκμεταλλεύσεως, μόνο για ιστιοσανίδες το πρωτότυπο των οποίων έχει εγκριθεί από την WSI ή τον πρόεδρό της,
β)
να εμπορεύονται τους ιστιοπλοϊκούς εξοπλισμούς μόνο σε συνδυασμό με τις σανίδες-πλωτήρες ως πλήρεις ιστιοσανίδες,
γ)
να θέτουν στους πλωτήρες την ένδειξη « manufactured under licence by Hoyle Schweitzer » ( κατασκευάστηκε κατόπιν αδείας του Hoyle Schweitzer ) και
δ)
να καταβάλλουν δικαιώματα εκμεταλλεύσεως το ύψος των οποίων υπολογίζεται σε ποσοστό επί της καθαρής τιμής πωλήσεως ή της τιμής ενοικιάσεως της πλήρους ιστιο-δανίδας ( του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού και του πλωτήρα ).
Μια διαδικασία που κινήθηκε ενώπιον του Kammergericht του Βερολίνου κατά της αποφάσεως αυτής περατώθηκε προφανώς χωρίς την έκδοση αποφάσεως.
2.
Η δεύτερη προκαταρκτική παρατήρηση αφορά την έκταση της προστασίας πον παρέχει το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το οποίο αναφέρεται μαζί με το βρετανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (το οποίο περιλαμβάνει, προφανώς, ολόκληρο το σκάφος) σε όλες τις συμφωνίες παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως ( στη συμφωνία με την Shark γίνεται λόγος μόνο για το γερμανικό δίπλωμα ).
Η Επιτροπή — καθώς ήδη ανέφερα — θεωρεί, όπως και το Bundeskartellamt, ότι το γερμανικό δίπλωμα καλύπτει μόνο τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό και όχι και τον πλωτήρα. Η αντίληψη αυτή επηρέασε αποφασιστικά την εκτίμηση των συμβάσεων παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι για την εκτίμηση αυτή έχει σημασία το πραγματικό αντικείμενο του διπλώματος και το ποιοι από τους περιορισμούς που επιβάλλονται στους παραχωρησύύχους βαίνουν πέραν του αντικειμένου αυτού. Η προσφεύγουσα θεωρεί την εκτίμηση αυτή απαράδεκτη. Κατά την άποψη της, και το γερμανικό δίπλωμα περιλαμβάνει ολόκληρο το σκάφος. Αν, ωστόσο, υπάρχουν σχετικά αμφιβολίες, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται — όπως, κατά την άποψη της, προκύπτει από τις αρχές που συνάγονται από το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ περί προστασίας των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας — ότι δεν εναπόκειται στην Επιτροπή να κρίνει, αλλά στα αρμόδια εθνικά δικαστήρια.
Προκειμένου το σημείο αυτό, το οποίο έχει από πολλές απόψεις σημασία για τη νομική εκτίμηση της αποφάσεως της Επιτροπής, να διευκρινιστεί ευθύς εξαρχής, νομίζω ότι πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα.
α )
Ως προς την αναφορά της προσφεύγουσας στις σχετικές διαδικασίες ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, είναι πλέον σαφές ότι δεν μπορεί να προσδοκάται από την πλευρά αυτή η διευκρίνιση του επίδικου ερωτήματος και ότι, κατά συνέπεια, δεν είναι λογικό να απαιτείται από την Επιτροπή να αναμείνει οπωσδήποτε την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας.
Ως γνωστόν, όταν κατά το τέλος του 1980η προσφεύγουσα αντελήφθη το πρόβλημα αυτό, προκάλεσε μία δοκιμαστική δίκη — λόγω προσβολής τού κατά το γερμανικό δίκαιο δικαιώματος ευρεσιτεχνίας της — κατά μιας επιχειρήσεως που εμπορεύεται στην Γερμανία πλωτήρες. Μετά την έκδοση αποφάσεως από το αρμόδιο Landgericht, το εκδικάζον κατ' έφεση Oberlandesgericht του Μονάχου εξέδωσε, στις 13 Ιανουαρίου 1983, απόφαση με την οποία απορρίπτει την άποψη της προσφεύγουσας (θα επανέλθω επί της αποφάσεως αυτής πιο κάτω ). Η προσφεύγουσα δεν θέλησε να μείνει η υπόθεση στο σημείο αυτό και την έφερε ενώπιον του Bundesgerichtshof. Δεν πρέπει, ωστόσο, να αναμένεται απόφαση του ανωτάτου αυτού δικαστηρίου, διότι η προσφεύγουσα — όπως ακούσαμε — προτίμησε να αποσύρει την αίτηση αναιρέσεως τον Οκτώβριο του 1983, μετά τη σύναψη συμφωνίας με την αντίδικο της επιχείρηση για την παραχώρηση αδείας εκμεταλλεύσεως.
Δύο άλλες σχετικές δίκες κίνησαν εξάλλου μη παραχωρησιούχες επιχειρήσεις. Η πρώτη αφορούσε αναγνωριστική αγωγή με την οποία ζητούνταν να αναγνωριστεί ότι η εμπορία του πλωτήρα και των ιστίων μιας ιστιοσανίδας δεν συνιστά προσβολή του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας στη δεύτερη υπήρχε ανάλογο αίτημα σχετικά με την εμπορία καταρτιών. Στην πρώτη δίκη — όπως μας αναφέρθηκε — το Landgericht έκανε δεκτή την αγωγή. Στη δεύτερη περίπτωση το Landgericht έκρινε ότι υπάρχει προσβολή του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας. Και στις δύο περιπτώσεις ασκήθηκε έφεση. Και εδώ όμως δεν πρέπει να αναμένεται λύση στο άμεσο μέλλον, καθόσον, κατά την προσφεύγουσα, και οι δύο δίκες έχουν ανασταλεί, επειδή διεξάγονται διαπραγματεύσεις για συμβιβασμό.
β )
Σε ό, τι αφορά το πρόβλημα της εκτάσεως της προστασίας που παρέχει το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και το κατά πόσο η Επιτροπή πλανήθηκε ως προς το ζήτημα αυτό, δεν χρειάζεται να εξεταστούν σχετικά όλα τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι διάδικοι. Θα ήθελα μόνο να υπενθυμίσω ότι για την προσφεύγουσα ιδιαίτερη σημασία έχει ( εκτός από το ασφαλώς χωρίς σημασία γεγονός ότι σε άλλες χώρες το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προστατεύει και τους πλωτήρες) η ανακοίνωση του γερμανικού Patentamt (της αρμόδιας για τα σήματα και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας υπηρεσίας), της 21ης Αυγούστου 1973, όπου αναφέρεται ότι το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να καλύψει το αυνδνασμό ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού/πλωτήρα· αντίθετα, η Επιτροπή αποδίδει ιδιαίτερη σημασία — σε ό, τι αφορά τη διαδικασία χορηγήσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας — στις τροποποιήσεις που επέφερε στις 23 Ιανουαρίου 1974 το Patentamt στις σχετικές με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αξιώσεις και περιγραφές, με τις οποίες η προσφεύγουσα συμφώνησε ρητώς στις 18 Φεβρουαρίου 1974 και από τις οποίες κατά την άποψη της Επιτροπής συνάγεται ότι το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αφορά μόνο τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό. Οι τροποποιήσεις αυτές — αν και δεν παρέχεται σχετικά καμία ειδική αιτιολογία — δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση — όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα — μόνο φραστικές διορθώσεις.
Από το σύνολο των σχετικών αποφάσεων που προσκομίστηκαν μπορεί, πράγματι, να συναχθεί με επαρκή βεβαιότητα ότι η εκτίμηση της Επιτροπής υπήρξε ορθή.
αα)
Πράγματι, το σημαντικό στοιχείο στην απόφαση του γερμανικού Patentamt, της 31ης Μαρτίου 1978, δεν είναι μόνο ότι χορηγήθηκε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με την ένδειξη ιστιοπλοϊκός εξοπλισμός ιστιοσανίδων. Ιδιαίτερη σημασία έχουν, πράγματι, τα όσα αναφέρονται σχετικά με τους λειτουργικούς σκοπούς της εφευρέσεως ( που αφορούν την ειδική διαμόρφωση του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού), την πρωτοτυπία της και την εξέλιξη που αντιπροσωπεύει (εδώ γίνεται λόγος, αφενός, για τη διχαλωτή χειρολαβή και τον αρμό με τον οποίο στερεώνεται η βάση του καταρτιού, δηλαδή για τμήματα μόνο του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού, και αφετέρου, την ευκολία χρήσεως του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού), καθώς και σε σχέση με τα προτερήματά της και το βαθμό πρωτοτυπίας της (όπου, όμως, παρέχονται μόνο διευκρινήσεις ως προς το εύχρηστο του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού και των μερών που τον συνθέτουν ).
ββ)
Σημαντικές είναι, επίσης, ορισμένες παρατηρήσεις που διατύπωσε το Bundespatentgericht στην απόφαση που εξέδωσε στις 28 Νοεμβρίου 1979, κατόπιν της ασκήσεως προσφυγών κατά της προαναφερθείσης αποφάσεως του Patentamt. Ως προς το ζήτημα τι πρέπει να θεωρηθεί ως νέο στοιχείο της εφευρέσεως υπάρχουν στην απόφαση αυτή μόνο παρατηρήσεις που αφορούν το ιστίο και τη διχαλωτή χειρολαβή της ιστιοσανίδας. Γίνεται δεκτό ότι η εφεύρεση συνιστά τεχνική πρόοδο, διότι αντιπροσωπεύει ένα νέο τύπο ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού. Εξάλλου, ως προς το βαθμό πρωτοτυπίας, υπογραμμίζεται ότι ουσιώδες χαρακτηριστικό της εφευρέσεως αποτελούν οι κυρτές προς τα έξω χειρολαβές (τμήμα δηλαδή του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού ).
Σχετικά με το θέμα αυτό το Bundespatentgericht σε απόφαση του περί καταβολής δικαιωμάτων, της 11ης Ιουνίου 1980 (που μνημονεύεται σε έγγραφο του Bundeskartellamt της 5ης Μαρτίου 1981 ), διατυπώνει την άποψη ότι ο πλωτήρας δεν αποτελεί τμήμα τον συνδυασμού που προστατεύει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
γγ)
Τέλος, αποφασιστικό στοιχείο υπέρ της απόψεως που διατυπώνει η Επιτροπή ( και εξ αυτού μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να γίνει δεκτή η αναίρεση της προσφεύγουσας ενώπιον του Bundesgerichtshof) αποτελούν τα όσα αναφέρονται στην προαναφερθείσα απόφαση του Oberlandesgericht του Μονάχου, της 13ης Ιανουαρίου 1983, το οποίο, ως γνωστό, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πλωτήρας δεν αποτελεί τμήμα του συνδυασμού που προστατεύει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
Το δικαστήριο αυτό κατέληξε στην άποψη αυτή (χωρίς να αναφερθεί στο κείμενο της αιτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας) κυρίως μετά από εκτίμηση του όλου περιεχομένου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και των τεχνικών δεδομένων. Βάσει αυτών και λαμβανομένων ιδίως υπόψη των λειτουργικών σκοπών, της περιγραφής της λύσεως που δόθηκε και των πλεονεκτημάτων που παρουσιάζει, καθώς και του βαθμού εξελίξεως της τεχνικής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εφεύρεση συνίσταται μόνο στην ειδική διαμόρφωση του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού. Σε ό, τι αφορά εξάλλου το γεγονός ότι ο ιστιοπλοϊκός εξοπλισμός έχει κατασκευαστεί ώστε να συνδυάζεται με τον πλωτήρα, το δικαστήριο αναφέρει στη συνέχεια ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Bundesgerichtshof, δεν αρκεί ο προορισμός για ορισμένη χρήση (η χρησιμοποίηση μαζί με ορισμένο αντικείμενο) για να καταστήσει το αντικείμενο αυτό τμήμα του προστατευόμενου συνδυασμού, όταν η εφεύρεση δεν αφορά και το αντικείμενο αυτό (στην παρούσα περίπτωση: τον πλωτήρα) και ότι από την άποψη αυτή δεν αρκεί το γεγονός και μόνο ότι ο ιστιοπλοϊκός εξοπλισμός προσαρμόζεται στον πλωτήρα. Το δικαστήριο έκρινε, τέλος, ότι την άποψη του αυτή επιβεβαίωναν ορισμένα στοιχεία της διαδικασίας χορηγήσεως του διπλώματος και ιδίως οι τροποποιήσεις που επέφερε η απόφαση της επιτροπής ελέγχου, της 24ης Ιανουαρίου 1974 (απάλειψη από το κείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας της αναφοράς σε ολόκληρο το σκάφος, περιορισμός του γενικού αντικειμένου από ιστιοσανίδα σε « ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό για πλωτήρες » ) καθώς και η κατάταξη του διπλώματος ευρεσιτεχνίας σύμφωνα με την απόφαση αυτή.
δδ )
Συνεπώς, πρέπει πράγματι να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή — χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί για ανεπίτρεπτη και ασυμβίβαστη με το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ επέμβαση στην εθνική νομοθεσία περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας — μπορούσε να θεωρήσει ότι το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει την έκταση που η ίδια του προσέδωσε ( ότι δεν καλύπτει δηλαδή τον πλωτήρα) και ότι επ' αυτής της βάσεως μπορεί να προχωρήσει στην εκτίμηση, από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, των συμφωνιών παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, καθόσον η εκτίμηση αυτή εξαρτάται από την αξιολόγηση του γερμανικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
3.
Μια τελευταία προκαταρκτική παρατήρηση αφορά την κατάσταση της αγοράς, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο που αφορούν οι επίδικες συμβάσεις παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως. Για τη νομική εκτίμηση, η κατάσταση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία και για το λόγο αυτό δεν είναι περίεργο ότι αμφισβητήθηκε τόσο πολύ κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Ως γνωστόν, η προσφεύγουσα υποστηρίζει την άποψη, προσκομίζοντας σχετικά δηλώσεις προσώπων που γνωρίζουν καλά τον τομέα που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, ότι τότε υπήρχε μόνο αγορά πλήρων ιστίοσανίόων (εκτός από την παράδοση ανταλλακτικών λόγω φθοράς του σκάφους ). Χωριστή αγορά για πλωτήρες, αφενός, και ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό, αφετέρου, δεν υπήρχε. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό δεν είναι σωστό. Ακόμα και αν πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αγορά ιστιοσανίδων αναπτύχθηκε στην Ευρώπη κυρίως στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του εβδομήντα, πρέπει ωστόσο να αναγνωριστεί ότι ήδη κατά την επίδικη περίοδο υπήρχε χωριστή αγορά εξαρτημάτων σε ορισμένη έκταση.
α)
Αν επιχειρήσουμε να σχηματίσουμε μια εικόνα της καταστάσεως — δυστυχώς, η Επιτροπή παρέλειψε, όπως η ίδια αναφέρει, να πραγματοποιήσει μια επισταμένη έρευνα της αγοράς — θα συναγάγουμε τα ακόλουθα συμπεράσματα, βάσει των στοιχείων που περιέχουν τα δικόγραφα ( και τα παραρτήματά τους ) καθώς και βάσει του συμπληρωματικού υλικού το οποίο προσκομίστηκε κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου.
Από τους καταλόγους και το διαφημιστικό υλικό που υπέβαλε η Επιτροπή μαζί με την απάντηση της, προκύπτει ότι ήδη από τα έτη 1979 και 1980 πωλούνται χωριστά τμήματα ιστιοσανίδων ( πλωτήρες, ιστιοπλοϊκός εξοπλισμός και τμήματα τους ). Το ίδιο αναφέρουν και πληροφορίες που συγκέντρωσε η Επιτροπή, μετά την έγγραφη διαδικασία, από χώρες στις οποίες δεν υπάρχει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που να προστατεύει τις ιστιοσανίδες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην Γαλλία και το Βέλγιο υπήρχαν ήδη κατά το 1979 και 1980 αγορές εξαρτημάτων ιστιοσανίδων. Από πληροφορίες διαφόρων γαλλικών επιχειρήσεων ( παραλείπω τα στοιχεία που αναφέρονται στο έγγραφο της 15ης Φεβρουαρίου 1985, καθόσον η προσφεύγουσα τα αμφισβήτησε κατά την προφορική διαδικασία εντόνως και βασίμως), συνάγεται επίσης ότι ήδη από το 1978 πωλούνται χωριστά πλωτήρες και ότι υπάρχει τουλάχιστον από το 1981 πώληση ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού και στοιχείων του εξοπλισμού αυτού.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τα συμπεράσματα που μπορούν να συναχθούν σχετικά με το πρόβλημα αυτό από τα λογιστικά στοιχεία σχετικά με τα δικαιώματα που οφείλουν να καταβάλλουν οι παραχωρησιούχοι της προσφεύγουσας στην Ευρώπη. Αποδεικνύουν ότι πωλήθηκαν και τμήματα ιστιοσανίδων (για την Ostermann υπάρχουν σχετικά στοιχεία για το έτος 1977, για τις Ten Cate και Akutec από το έτος 1979 και για την Marker από το 1981 ), και ιδίως από τη λογιστική της Shark προκύπτει με σαφήνεια ότι υπήρχαν ήδη από το 1978 παραδόσεις ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού και τμημάτων αυτού. Δηλωτικές της καταστάσεως είναι, εξάλλου, οι απόπειρες εμπόρων και άλλων κατασκευαστών, τις οποίες ανέφερε η Επιτροπή, να παραγγείλουν σε γερμανούς παραχωρησιούχους της προσφεύγουσας ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό ή τμήματά του κατά το τέλος του 1980 και κατά το 1981. Πράγματι, τα στοιχεία αυτά, αντιθέτως προς την άποψη της προσφεύγουσας, δεν μπορούν να απορριφθούν με την αιτιολογία ότι πρόκειται για τεχνηεή ζήτηση την οποία προκάλεσε η κατάσταση που επικρατούσε στην Γερμανία σχετικά με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας· τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας είναι ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν την αγορά και, εφόσον επηρεάζουν την εξέλιξη της, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όπως και τα λοιπά στοιχεία της αγοράς.
Επομένως η άποψη της προσφεύγουσας, όπως τη σκιαγράφησα πιο πάνω, είναι αβάσιμη έστω και υπό την ελαστικότερη μορφή της, όπως διαμορφώθηκε περί το τέλος της διαδικασίας ( με παραπομπή σε δηλώσεις εμπειρογνωμόνων ), σύμφωνα με την οποία μόλις περί το τέλος του 1981 διαφορφώθηκε μια πολύ μικρή αγορά για ειδικούς πλωτήρες και ιδιαίτερους ιστιοπλοϊκούς εξοπλισμούς ( π.χ. για παιδιά ) ή για τμήματα τέτοιου εξοπλισμού ( π.χ. ιστία ).
β )
Σε ό,τι, ωστόσο, αφορά την έκταση και τη σπουδαιότητα της αγοράς εξαρτημάτων ιστιοσανίδων κατά την κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση χρονική περίοδο, δεν είναι δυνατόν να διαμορφωθεί πλήρης εικόνα, τα ελάχιστα δε διαθέσιμα στοιχεία δίνουν την εντύπωση ότι η αγορά αυτή, σε σύγκριση με τις πωλήσεις πλήρων ιστιοσανίδων (τις οποίες η Επιτροπή υπολόγισε για την Γερμανία και για το έτος 1980 σε 80000 τεμάχια) ήταν, ακόμη και περί το τέλος της κρίσιμης για την παρούσα υπόθεση περιόδου, ασήμαντη. Η Επιτροπή ανέφερε σχετικά, επικαλούμενη το παράδειγμα μιας αρκετά μεγάλης βελγικής επιχειρήσεως — χωρίς βεβαίως άλλη διευκρίνιση — ότι ο κύκλος εργασιών του εμπορίου τμημάτων ιστιοσανίδων ανερχόταν το 1979 στο 8 ο/ο και το 1980 στο 17 ο/ο του κύκλου εργασιών του εμπορίου πλήρων ιστιοσανίδων. Από γαλλικές επιχειρήσεις (που δίνουν μεγάλη σημασία στην τήρηση του απορρήτου) παρασχέθηκαν λίγο-πολύ παρόμοια στοιχεία ως προς τις πωλήσεις ιστίων κατά το έτος 1981, πλωτήρων κατά τα έτη 1978 έως 1981 και ως προς τις πωλήσεις τμημάτων ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού το 1981 (τα στοιχεία που αναφέρονται στο προαναφερθέν έγγραφο της 15ης Φεβρουαρίου 1985 σχετικά με τις πωλήσεις πλήρων σκαφών, χωριστών πλωτήρων και χωριστού ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού εκ μέρους γαλλικής επιχειρήσεως μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνο καθόσον αφορούν το έτος 1982, διότι — όπως υποστήριξε ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας κατά την προφορική διαδικασία χωρίς να αντικρουστεί η άποψη του — τα στοιχεία που αφορούν τα προηγούμενα έτη υπολογίστηκαν προφανώς βάσει των ποσοστών του έτους 1982 ). Σε ό, τι αφορά τους παραχωρησιούχους της προσφεύγουσας στην Ευρώπη, από τα λογιστικά στοιχεία για τα καταβλητέα δικαιώματα (καθόσον τουλάχιστον τηρήθηκαν λεπτομερώς ) προκύπτει ότι οι παραδόσεις τμημάτων ιστιοσανίδων αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 10 ο/ο των συνολικών πωλήσεων (αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της Ostermann και της Ten Cate, επιχειρήσεων στις οποίες μόνο μετά το 1981 απαντώνται υψηλότερες τιμές ). Δεν είναι διαφορετική ή εντυπωσιακότερη η εικόνα που προκύπτει στην περίπτωση της Shark (στην οποία οι παραδόσεις ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού και τμημάτων αυτού ακόμη και το 1981 δεν υπερέβησαν τις λίγες εκατοντάδες), ή αν ληφθούν οι παραγγελίες ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού — που δεν ικανοποιήθηκαν — τις οποίες ανέφερε η Επιτροπή και οι οποίες το 1980 και το 1981 αφορούσαν μόνο μερικές εκατοντάδες ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού (μόνο σε τηλετύπημα της Akutec, του Νοεμβρίου 1981, γίνεται λόγος για ανηουχία λόγω της παραδόσεως 10000 τεμαχίων ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού σε άλλο κατασκευαστή ).
Αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο αλλά πολύ φυσικό, αν ληφθεί υπόψη ότι η ιστιοσανιδο-δρομία αναπτύχθηκε στην Ευρώπη ουσιαστικά από τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα και διαδόθηκε ευρύτερα περί το τέλος της δεκαετίας αυτής, με αποτέλεσμα μόλις τότε να υπάρχει ορισμένος αριθμός οπαδών του σπορ αυτού που να διαθέτουν αρκετή πείρα ώστε να μπορούν να προβαίνουν σε ειδικές αγορές και σε ειδικούς συνδυασμούς.
γ)
Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα — που πρέπει να ληφθεί ως βάση για την περαιτέρω εξέταση της υποθέσεως — ότι κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο υπήρχε πράγματι όχι μόνο αγορά για πλήρεις ιστιοσανίδες, αλλά, σε ορισμένη έκταση, και αγορά σνστατικών μερών, η οποία υπερέβαινε ασφαλώς την απλή αγορά ανταλλακτικών (η προσφεύγουσα την υπολογίζει ίση με το 1-3 % της συνολικής αγοράς). Η αγορά αυτή όμως (σύμφωνα με νεώτερες γαλλικές στατιστικές, οι οποίες υπάρχουν μόνο για την περίοδο μετά το 1981, η χωριστή πώληση ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού στο λιανικό εμπόριο αντιπροσωπεύει αήμερα το 20 ο/ο περίπου του συνολικού κύκλου εργασιών) ήταν, ακόμη και το 1981, πολύ μικρή. Πράγματι, δεν αντιλαμβάνομαι πώς γίνεται λόγος για « έντονη ζήτηση » τμημάτων ιστιοσανίδων (βλέπε σελίδα 13 της αποφάσεως της Επιτροπής, όπως δημοσιεύτηκε)' αντιθέτως πρέπει να γίνει δεκτό ότι περισσότερο από το 90 % της ζητήσεως αφορούσε πλήρεις ιστιοσανίδες.
II — Εκτίμηση των συμφωνιών παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως βάσει τον άρθρον 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ (εκτός από το στοιχείο του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών ).
Έρχομαι τώρα στο κύριο μέρος των προτάσεων μου επί της προσφυγής, δηλαδή στο αν η νομική εκτίμηση από πλευράς δικαίου του ανταγωνισμού ορισμένων ρητρών των συμφωνιών παροχής αδείας εκμεταλλεύσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή — στην εκτίμηση αυτή αναφέρεται το τμήμα A.IV. 1,2,3 της αποφάσεως, καθώς και το τμήμα Β.Ι.1 α) έως ζ) — είναι βάσιμη ή όχι, πράγμα που υποστηρίζει η προσφεύγουσα.
1)
Επί του άρθρον 1, παράγραφος 1, σημείο 1, της αποφάσεως ( « υποχρέωση των παραχωρη-σιούχων να χρησιμοποιούν τα προστατευόμενα με άδεια διπλώματα ευρεσιτεχνίας μόνο για κατασκευή σανίδων ιστιοπλοΐας των οποίων οι σανίδες έχουν εγκριθεί προηγουμένως από την WSI » )
α)
Πρέπει σχετικά να υπομνηστεί ότι η Shark, σύμφωνα με τη συμφωνία που συνήψε με την Ten Cate ( και η οποία αφορά μόνο το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας) είχε την υποχρέωση να κατασκευάζει και να εμπορεύεται ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό μόνο για ιστιοσανίδες αποτελούμενες από περισσότερα τμήματα και σε συνδυασμό με αυτές. Όταν στη συμφωνία αυτή υπεισήλθε η WSI, το 1978 προστέθηκε η ρήτρα ότι θα χορηγούνταν άδεια εκμεταλλεύσεως για πλωτήρες που δεν θα αποτελούνταν από ένα μόνο τεμάχιο, αν ανταποκρίνονταν στις ποιοτικές προδιαγραφές και διακρίνονταν σαφώς από τα υπάρχοντα προϊόντα που καλύπτονταν από άδεια εκμεταλλεύσεως. Σύμφωνα με τη ρήτρα αυτή χορηγήθηκε με έγγραφο της WSI, της 20ής Οκτωβρίου 1980, άδεια για την κατασκευή πλωτήρα αποτελούμενου από ένα μόνο τεμάχιο και όμοιου με προγενέστερο που παρήγε η Shark σε τρία τεμάχια.
Η συμφωνία με την Ostermann (που αφορούσε τα υπάρχοντα ή αποκτώμενα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας σε διάφορες χώρες) παρείχε έγκριση για την παραγωγή και εμπορία των « υπαρχόντων » τύπων ιστιοσανίδων της Ostermann, που περιγράφονταν με ακρίβεια, και πρόβλεπε ότι για μεταγενέστερες τροποποιήσεις θα απαιτούνταν η άδεια του παρέχοντος την άδεια εκμεταλλεύσεως ( αρχικώς της Ten Cate, κατόπιν της WSI ).
Η συμφωνία με την Akutec ( που αφορούσε το βρετανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και το αιτηθέν στην Γερμανία δίπλωμα ευρεσιτεχνίας) επέτρεπε την παραγωγή και εμπορία της ιστιοσανίδας που περιγραφόταν λεπτομερώς στο παράρτημα και εξαρτούσε τις τροποποιήσεις από την προγούμενη έγκριση του παρέχοντος την άδεια εκμεταλλεύσεως (σχετικά στο άρθρο 13 της συμβάσεως αναφερόταν ότι η παρέχουσα την άδεια δεν θα « αρνούταν αδικαιολόγητα» την έγκρισή της, εφόσον οι τροποποιήσεις « δεν θα έθιγαν την ποιότητα του προϊόντος ή τα δικαιώματα της Ten Cate » ).
Αντίστοιχες ρήτρες περιέχουν οι συμφωνίες με την SAN και την Klepper ( οι οποίες σχετικά με τις προϋποθέσεις εγκρίσεως αναφέρονταν γενικώς — πέρα από τις ποιοτικές προδιαγραφές — στα « δικαιώματα παντός άλλου παραχωρησιούχου » ) καθώς και η σύμβαση με την Marker ( στην οποία γινόταν λόγος, πέρα από το βρετανικό δίπλωμα, και για το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, που αφορούσε ένα « σκάφος προωθούμενο από τον άνεμο » ).
β )
Από τα όσα αναφέρθηκαν προκύπτει ότι η ελευθερία δράσεως των παραχωρησιούχων ήταν περιορισμένη: δεν μπορούσαν να υλοποιήσουν ελεύθερα την εφεύρεση στο τεχνικό της πλαίσιο, το οποίο αφορά μία μόνο και όχι διάφορες χωριστές αγορές. Είναι επίσης σαφές — μετά τα όσα ανέφερα σχετικά με την έκταση προστασίας του γερμανικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας — ότι ο περιορισμός της ελευθερίας δράσεως των παραχωρησιούχων σε ό, τι αφορά τους πλωτήρες δεν εμπίπτει στα όρια του ειδικού αντικειμένου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και, συνεπώς, εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
γ )
Πρέπει, όμως, να εξεταστεί αν το λογικό αυτό συμπέρασμα, ότι δηλαδή οι συμφωνίες παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως είναι ασυμβίβαστες με το άρθρο 85, παράγραφος 1, μπορεί να ανατραπεί από την προσπάθεια της προσφεύγουσας να τις δικαιολογήσει.
Ως γνωστόν η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι συμβάσεις αφορούν τόσο το γερμανικό όσο και το βρετανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το δε τελευταίο καλύπτει ολόκληρη την ιστιοσανίδα. Αν επομένως η ίδια μπορούσε, δυνάμει του βρετανικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, να επηρεάσει τη σχεδίαση και παρουσίαση του όλου σκάφους, αυτό ίσχυε αυτόματα και για τις συμβάσεις παροχής αδείας εκμεταλλεύσεως, καθόσον η παραγωγή και εμπορία γίνεται από όλους τους παραχωρησιούχους κατά τον ίδιο τρόπο και επιπλέον διότι τότε κατά κανόνα πωλούνταν μόνο πλήρη σκάφη. Σημασία έχει επίσης — τελείως ανεξάρτητα από την έκταση του βρετανικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας — το γεγονός ότι οι ιστιοπλοϊκοί εξοπλισμοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο μαζί με τους πλωτήρες. Αν οι πλωτήρες είναι χαμηλής ποιότητας, αυτό επηρεάζει την ασφάλεια και τη λειτουργικότητα ολόκληρου του σκάφους. Από την άποψη αυτή πρέπει να αναγνωριστεί ότι η παραχωρήσασα την άδεια εταιρία είχε συμφέρον να μεριμνήσει για την καλή ποιότητα ολόκληρου του σκάφους. Αν η ποιότητα αυτή δεν υπάρχει, δεν θίγεται μόνο η φήμη του παραχωρήσαντος την άδεια μειώνονται επίσης και τα δικαιώματα που καταβάλλονται για την εκμετάλλευση της αδείας. Πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη ότι η παραχωρήσασα την άδεια έχει κατά το δίκαιο της Καλιφόρνιας μεγάλη ευθύνη για την ενδεχομένως ανεπαρκή ασφάλεια του όλου σκάφους. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει περαιτέρω ότι, εφόσον η επιφύλαξη της εγκρίσεως αποβλέπει επίσης στη διασφάλιση θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ των παραχωρησιούχων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσβάλλει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 85, όπως επίσης δεν μπορούν να θεωρηθούν αντίθετες προς το εν λόγω άρθρο οι προσπάθειες για ευρύ φάσμα προϊόντων, η επίτευξη του οποίου είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη της αγοράς και για την αντιμετώπιση των παραβατών του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας ( οι οποίοι άλλωστε, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, ελέγχουν στην Γερμανία το 30 % της αγοράς). Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι στην πράξη έχουν παραχθεί συχνά χωρίς προηγούμενη έγκριση νέοι τύποι ιστιοσανίδων, ότι η προσφεύγουσα δεν αρνήθηκε ποτέ να εγκρίνει αλλαγές στην ιστιοσανίδα προβάλλοντας λόγους ποιότητας και ότι όλοι οι παραχωρησιούχοι — παρά την επίμαχη ρήτρα — διαθέτουν στην αγορά διάφορα σκάφη, τα οποία, εξάλλου, δεν διαφέρουν μεταξύ τους περισσότερο από ό, τι οι τύποι σκαφών επιχειρήσεων που δεν έχουν άδεια εκμεταλλεύσεως.
δ )
Όπως και η Επιτροπή, έχω τη γνώμη ότι η προσπάθεια αυτή να υποστηριχθεί ότι η εν λόγω ρήτρα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, είναι ατελέσφορη.
αα )
Συνάγεται, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι, εφόσον υφίσταται προστασία με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, οι συμφωνίες για την εκμετάλλευση εφευρέσεως μπορούν να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, μόνο εφόσον επιτρέπουν την υλοποίηση μιας τεχνικής προόδου σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια (την τεχνικώς άψογη εκμετάλλευση της εφευρέσεως — όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση του 1962 της Επιτροπής, περί συμβάσεων παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, ABl. 1962, σ. 2922), ενώ αντιθέτως οι περιορισμοί που συνδέονται με απαιτήσεις ποιότητας εμπίπτουν εν πάση περιπτώσει στο άρθρο 85, παράγραφος 3. Τελικά όμως το ζήτημα αυτό δεν χρειάζεται επί του παρόντος να επιλυθεί οριστικά. Ακόμη δηλαδή και αν γίνει δεκτό ότι οι ποιοτικοί έλεγχοι ολόκληρου του σκάφους ( χωρίς να εξετάζεται η έκταση της προστασίας που παρέχει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι και το βρετανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν περιλαμβάνει κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό για τους πλωτήρες) ήταν καταρχήν δικαιολογημένοι (καθόσον το συμφέρον του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τη σωστή εφαρμογή της εφευρέσεως του και την καλύτερη δυνατή εκμετάλλευση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας — ενόψει του ότι ο πλωτήρας και ο ιστιοπλοϊκός εξοπλισμός αποτελούν λειτουργικό σύνολο, καθώς και του ότι τότε πωλούνταν σχεδόν πάντοτε και τα δύο μαζί — δικαιολογεί τους ελέγχους για το αν οι πλωτήρες δεν παρουσιάζουν ελαττώματα που θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τη χρησιμοποίηση της εφευρέσεως), εντούτοις παραμένουν στην παρούσα υπόθεση αμφιβολίες, λόγω της πρακτικής που η Επιτροπή απέδειξε ότι ακολουθείτο, για το αν ο περιορισμός της ελευθερίας δράσεως των παραχωρησιούχων συνίστατο πράγματι σε τέτοιου είδους ελέγχους. Δεν μπορεί, εξάλλου, να γίνει δεκτό ότι ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται από μία αόριστη ρήτρα για παροχή εγκρίσεως, η οποία συνεπάγεται τον κίνδυνο ότι η χρησιμοποίηση της εκ μέρους της παρέχουσας την άδεια (που είναι επίσης ανταγωνίστρια των παραχωρησιούχων) μπορεί να δημιουργήσει στεγανά στον τομέα του ανταγωνισμού· προς το σκοπό αυτό είναι προτιμότερη η χρησιμοποίηση αντικειμενικών κριτηρίων που να έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων. Καθόσον αφορά άλλωστε το γεγονός ότι η προσφεύγουσα επικαλείται τις διατάξεις περί ευθύνης του δικαίου της Καλιφόρνιας για να δικαιολογήσει τους ποιοτικούς ελέγχους που είχε προβλέψει, η προσφεύγουσα όχι μόνο δεν απέδειξε ότι ο παρέχων την άδεια είναι υπεύθυνος στο βαθμό που ισχυρίζεται η ίδια, αλλά μπορεί επίσης να παρατηρηθεί ότι το γεγονός ότι το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού δεν επιτρέπει ρήτρες αυτού του είδους θα έπρεπε να έχει επιπτώσεις στο αμερικανικό δίκαιο περί ευθύνης, όταν πρόκειται για αξιώσεις αγοραστών του καλυπτόμενου με την άδεια πράγματος εντός της κοινής αγοράς.
ββ)
Καθόσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων άλλων παραχωρησιούχων στην οποία αναφέρεται η επίδικη ρήτρα, — σύμφωνα με την προσφεύγουσα πρόκειται τόσο για την αποτροπή της δουλικής απομίμησης κατά την έννοια του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού όσο και για τη διασφάλιση άλλων δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας ( διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας των παραχωρησιούχων, διαφόρων προστατευόμενων προτύπων) — ορθώς κατά τη γνώμη μου υπογράμμισε η Επιτροπή ότι η τήρηση των ορίων αυτών του νόμου αποτελεί αποκλειστική υπόθεση του παραχωρησιούχου, ο δε παρέχων την άδεια δεν είναι υποχρεωμένος ούτε μπορεί να αναλάβει αυτή την προστασία βάσει του δικαιώματος επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Αν παρά ταύτα προβλεφθεί κάτι τέτοιο — το επιχείρημα ότι σκοπός είναι η αποτροπή εγέρσεως αγωγών αποζημιώσεως εκ μέρους άλλων παραχωρησιούχων δεν νομίζω ότι είναι πειστικό — και μάλιστα με μια ρήτρα όπως η προαναφερθείσα, υπάρχει στην πράξη ο κίνδυνος, λόγω της μεγάλης διακριτικής ευχέρειας που υπάρχει στην περίπτωση αυτή, να χρησιμοποιηθεί η ευχέρεια αυτή και για τη διασφάλιση επαρκούς διαφοράς μεταξύ των προϊόντων των διαφόρων παραχωρησιούχων, δηλαδή για μια ρύθμιση της αγοράς ασυμβίβαστη με τον ανταγωνισμό.
Το ότι στην παρούσα περίπτωση έγινε παρόμοια χρήση προκύπτει και από ορισμένα έγγραφα που καθιστούν σαφέστερες τις ενέργειες της προσφεύγουσας. Υπενθυμίζω σχετικά το έγγραφο της προσφεύγουσας προς την Shark, της 17ης Ιουλίου 1978, όπου τονίζεται ότι νέα προϊόντα ( και εννοεί κυρίως τους πλωτήρες) θα εγκρίνονται εφόσον θα « διαφέρουν ουσιωδώς από άλλα προϊόντα για τα οποία θα έχει χορηγηθεί άδεια εκμεταλλεύσεως» ( πράγμα που τονίστηκε ήδη κατά την υποκατάσταση της Ten Cate από την προσφεύγουσα στη συμφωνία με την Shark ). Αναφέρω επίσης ένα ακόμη έγγραφο της προσφεύγουσας, της 13ης Ιουλίου 1978, όπου διαπιστώνεται ότι το υπό κρίση σκάφος ήταν υπερβολικά όμοιο με το Windsurfer, γεγονός που δεν ήταν σύμφωνο με την πολιτική που ακολουθούσε η προσφεύγουσα ως προς την παραχώρηση των αδειών εκμεταλλεύσεως. Υπενθυμίζω επίσης ότι η προσφεύγουσα — προφανώς μετά από καταγγελία της επιχειρήσεως Klepper — επέστησε την προσοχή της επιχειρήσεως Akutec, το Νοέμβριο του 1971, στο γεγονός ότι ένας από τους τύπους προϊόντων της ήταν υπερβολικά όμοιος με τύπο προϊόντος της Klepper (ζητώντας ταυτόχρονα από την Akutec να έλθει σε επαφή με την Klepper, ώστε να μπορέσει η τελευταία να εκθέσει την άποψη της στην προσφεύγουσα). Αναφέρω ακόμα την καταγγελία που υπέβαλε προς την Επιτροπή, στις 20 Ιανουαρίου 1981, μια επιχείρηση που ενδιαφερόταν να λάβει άδεια εκμεταλλεύσεως, σύμφωνα με την οποία οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν διότι η προσφεύγουσα έθεσε ως όρο να διαφέρουν τα σκάφη της επιχειρήσεως αυτής από το Windsurfer.
γγ)
Όσον αφορά τέλος τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές δικαιολογούνται από λόγους αναπτύξεως της αγοράς και αποτροπής των προσβολών του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, πρέπει να αντιταχθεί ότι, επειδή περιορίζεται έτσι η ελευθερία δράσεως των παραχωρησιούχων, ο πρώτος από τους προαναφερθέντες δύο λόγους θα μπορούσε το πολύ να εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 3, ο δε δεύτερος μπορεί να επιδιωχθεί με μέτρα που να μη θίγουν τον ανταγωνισμό.
ε)
Ως προς την πρώτη από τις επίδικες ρήτρες που αναφέρονται στην απόφαση της Επιτροπής συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι ο περιορισμός των παραχωρησιούχων σε ένα μόνο συγκεκριμένο τύπο σκάφους και η υποχρέωση προηγούμενης εγκρίσεως της παραχωρούσης την άδεια για κάθε μεταβολή του τύπου αυτού, αφού δεν περιλαμβάνονται στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας (και του βρετανικού περιλαμβανομένου), πρέπει να θεωρηθούν ως αθέμιτος περιορισμός της ελευθερίας δράσεως των παραχωρησιούχων και, συνεπώς, ως περιορισμός του ανταγωνισμού που εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Θα περιοριστώ προς το παρόν στη διαπίστωση αυτή. Τα όσα ισχυρίστηκε περαιτέρω η προσφεύγουσα σχετικά με τις πραγματικές επιπτώσεις των περιορισμών έχουν ενδεχομένως σημασία για ένα άλλο θέμα, για την εκτίμηση δηλαδή της βαρύτητας της παραβάσεως.
2.
Επί του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο 2, της αποφάσεως ( υποχρέωση των παραχωρησιούχων να μην πωλούν χωριστά τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό που κατασκευάζουν υπό την κάλυψη του γερμανικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας )
α )
Η υποχρέωση αυτή προκύπτει σαφώς από τη συμφωνία με την Shark, στην οποία αναφέρεται (σημείο 3) ότι ο ιστιοπλοϊκός εξοπλισμός θα κατασκευάζεται και θα διατίθεται στο εμπόριο μόνο για και σε συνδυασμό με πλωτήρες αποτελούμενους από πολλά τμήματα, περιλαμβανομένων και των ανταλλακτικών. Την ίδια σημασία έχουν και οι συμφωνίες με την Ostermann και την Akutec στην περίπτωση της Ostermann γίνεται λόγος για την κατασκευή και πώληση των υπαρχόντων τύπων ιστιοσανίδων, ενώ στη συμφωνία με την Akutec το προϊόν που καλύπτει η συμφωνία παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως ορίζεται ως «sailboard» (= ιστιοσανίδα), η οποία και περιγράφεται λεπτομερώς.
Αντιθέτως δεν είναι τόσο σαφείς εκ πρώτης όψεως οι άλλες τρεις συμφωνίες, διότι ως προς τον καθορισμό των προϊόντων που αφορούν αναφέρεται όχι μόνο ένα « ιστιοπλοϊκό σκάφος με ειδικό σύστημα κινητού ιστίου », αλλά και τα «εξαρτήματά του » ( αυτό επικαλείται κυρίως η προσφεύγουσα για να στηρίξει την άποψη της ότι οι παραχωρησιούχοι ήταν ελεύθεροι όσον αφορά την πώληση μεμονωμένων εξαρτημάτων ). Από όλες, όμως, τις συμφωνίες (και από το συμφέρον της παραχωρούσης την άδεια ) συνάγεται σαφώς ότι με τη δεύτερη αυτή έκφραση νοούνταν κυρίως οι συνήθεις παραδόσεις ανταλλακτικών και όχι η τακτική χωριστή πώληση ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού. Βεβαίως, από την άποψη αυτή, δεν είναι ίσως εντελώς δεσμευτική η ρήτρα του σημείου 11 της συμφωνίας ( κατά την οποία ο παραχω-ρησιούχος « δεν θα κατασκευάζει ή πωλεί οποιοδήποτε προϊόν ή τμήμα αυτού που θα μπορούσε να καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το οποίο παρέχεται άδεια εκμεταλλεύσεως, εκτός από το προϊόν που καθορίζεται στο σημείο 1. Α » ), διότι, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η ρήτρα αυτή θα μπορούσε να σημαίνει τον αποκλεισμό των επιδρομίσκων άμμον ή πάγου. Υπέρ όμως της ερμηνείας της Επιτροπής συνηγορεί το σημείο 2 των συμφωνιών, οπού αναφέρεται το εξής: « στην περίπτωση κατά την οποία ένα ή περισσότερα εξαρτήματα του προϊόντος κατασκευάζονται από ή για τον παραχωρησιούχο εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και εισάγονται στη συνέχεια στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και συναρμολογούται μαζί με τα υπόλοιπα εξαρτήματα σε πλήρη προϊόντα και καταβάλλονται γι' αυτά δικαιώματα επί του πλήρους προϊόντος, τότε τα εξαρτήματα αυτά θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στη χορηγηθείσα άδεια». Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί η κατά το σημείο 8 υποχρέωση των παραχωρησιούχων («να θέτουν την ένδειξη “ κατασκευάστηκε κατόπιν αδείας του Hoyle Schweitzer” σε κάθε σκάφος » ), υποχρέωση στην οποία θα αναφερθώ και πάλι σε άλλο σημείο των προτάσεων μου). Επειδή η ένδειξη είχε τόση σημασία για την προσφεύγουσα, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι παραιτήθηκε από την επίθεση της επί του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού. Αντιθέτως πρέπει να θεωρηθεί ότι η ένδειξη αυτή προϋπέθετε την υποχρέωση πωλήσεως κατά κανόνα ολόκληρου του σκάφους.
β)
Χωρίς αμφιβολία η ρήτρα αυτού του περιεχομένου — λαμβανομένης υπόψη της εκτάσεως της προστασίας που παρέχει το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας — συνεπαγόταν περιορισμό της ελευθερίας των παραχωρησιούχων, που δεν καλυπτόταν από το ειδικό αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και συνεπώς ενέπιπτε στο άρθρο 85, παράγραφος 1. Πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι η ρήτρα αυτή επηρέαζε την αγορά και τον ανταγωνισμό, διότι δεν επέτρεπε στους κατασκευαστές πλωτήρων να τους διαθέτουν σε εμπόρους — προς συμπλήρωση ιστιοσανίδων — ή να τους συμπληρώνουν οι ίδιοι με τη χρησιμοποίηση ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού που θα αγόραζαν.
γ )
Και ως προς το θέμα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα προς στήριξη των απόψεων της κατά της διαπιστώσεως της Επιτροπής δύσκολα μπορούν να γίνουν αποδεκτά.
αα)
Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό που προβλήθηκε σε σχέση με τη συμφωνία με την Shark, ότι δηλαδή η προσφεύγουσα μέχρι το 1983 προσπάθησε ανεπιτυχώς να τροποποιήσει αυτή τη συμφωνία που είχε αρχικώς υπογραφεί από την Ten Cate ( ώστε να εναρμονιστεί με τις συμφωνίες που είχε η ίδια υπογράψει ), καθώς και ότι η Shark είχε πράγματι διαθέσει χωριστά στο εμπόριο — όπως συνάγεται από τις λογιστικές καταστάσεις των καταβλητέων δικαιωμάτων για την άδεια εκμεταλλεύσεως — ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό σε μεγάλη έκταση, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η αναμόρφωση της συμφωνίας με την Shark κατά το πρότυπο των συμφωνιών που είχε συνάψει η ίδια η προσφεύγουσα δεν θα επέφερε προφανώς καμία ουσιώδη αλλαγή στο σημείο που ενδιαφέρει εδώ. Σε ό,τι όμως αφορά την πραγματική συμπεριφορά της Shark (και την έλλειψη αντιδράσεως της προσφεύγουσας), αυτό μπορεί να έχει σημασία κατά την εκτίμηση της βαρύτητας της παραβάσεως·αυτό όμως δεν μεταβάλλει κατά τίποτα το συμπέρασμα ότι σκοπός της συμφωνίας, σύμφωνα με το περιεχόμενό της, ήταν ο περιορισμός του ανταγωνισμού (γεγονός που αρκεί για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1).
ββ)
Ως προς τον άλλο ισχυρισμό της προσφεύγουσας, ότι δεν υπήρξε στην πράξη περιορισμός της ελευθερίας ούτε των άλλων παραχωρησιούχων ως προς την πώληση χωριστών μερών, και ως προς την επίκληση των στοιχείων σχετικά με τις πραγματικές πωλήσεις και με τη διάταξη των λογιστικών εντύπων που χρησιμοποιούνταν για τα δικαιώματα που καταβάλλονταν για την άδεια εκμεταλλεύσεως (τα οποία περιλαμβάνουν χωριστή στήλη για τα συστατικά μέρη ιστιοσανίδων ), πρέπει να παρατηρηθεί ότι, από ό,τι είναι γνωστό, οι πωλήσεις αυτές είχαν περιοριμένη μόνο έκταση ( όπως στην περίπτωση της Ostermann, της Akutec και της Marker), γεγονός που δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι επρόκειται μόνο για συνήθεις παραδόσεις ανταλλακτικών — ακόμη και για τις παραδόσεις αυτές θα είχε έννοια η συγκεκριμένη μορφή των λογιστικών εντύπων, όπως και η ύπαρξη ειδικών τιμοκαταλόγων για τα χωριστά συστατικά μέρη.
Στο πλαίσιο αυτό μπορούν να αναφερθούν ορισμένα έγγραφα τα οποία δείχουν καθαρά την εφαρμογή των συμφωνιών στην πράξη και στηρίζουν πλήρως την άποψη της Επιτροπής. Από την άποψη αυτή έχει ενδιαφέρον ένα έγγραφο της SAN, της 7ης Φεβρουαρίου 1980, με το οποίο ανακοινώθηκε σε έναν πελάτη ότι η παράδοση ανταλλακτικών (συγκεκριμένα διχαλωτών χειρολαβών) θα περιοριζόταν στο 3 ο/ο των παραδόσεων πλήρων σκαφών. Πρέπει ακόμη να αναφερθεί μία εγκύκλιος της προσφεύγουσας προς τους Ευρωπαίους παραχωρη-σιούχους της, της 1ης Μαρτίου 1980, με την οποία τους συνιστά να μην παραδίδουν σε εμπόρους εξαρτήματα που θα μπορούσαν να συναρμολογηθούν με άλλους πλωτήρες ( λόγω της δυνατότητας καταγγελίας της συμβάσεως παροχής αδείας εκμεταλλεύσεως η σύσταση αυτή έχει οπωσδήποτε βαρύτητα ). Ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, τηλετύπημα της προσφεύγουσας, της 1ης Μαΐου 1980, με το οποίο ζητείται πιεστικώς από την επιχείρηση Klepper να μην πωλήσει ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό σε μια ανταγωνίστρια εταιρία (στο οποίο η Klepper απάντησε ότι και κατά την άποψή της δεν πρέπει να διατίθεται ιστιοπλοϊκός εξοπλισμός προς μη παραχωρησιού-χους κατασκευαστές ή εμπόρους και ότι συνεπώς στο μέλλον θα απέρριπτε όλα τα σχετικά αιτήματα των άλλων παραγωγών). Η τακτική αυτή εγκρίθηκε και στις συνομιλίες που είχε η προσφεύγουσα με τους παραχωρη-σιούχους στις 9 Οκτωβρίου 1980 (ότι δηλαδή οι παραχωρησιούχοι θα πωλούσαν μόνο το πλήρες προϊόν, ότι τα ανταλλακτικά θα αντιπροσώπευαν το 10 έως 15 % των πωλήσεων και ότι στους νέους πελάτες θα πωλούνταν μόνο πλήρεις ιστιοσανίδες). Πρέπει, εξάλλου, να αναφερθεί το τηλετύπημα της προσφεύγουσας, της 29ης Οκτωβρίου 1981, προς τις Akutec και Klepper, όπου' τονίζεται ότι η πώληση ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού είτε τμημάτων ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού σε επιχειρήσεις οι οποίες τα συνδυάζουν με πλωτήρες ή ιστία είναι ασυμβίβαστη με τη σύμβαση παροχής αδείας εκμεταλλεύσεως ( και δεν στερείται σημασίας το γεγονός ότι σε τηλετύπημα προς τους παραχωρησιούχους, της 13ης Απριλίου 1982, δηλαδή μετά την κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση περίοδο, τονίζεται ότι δεν απαγορεύεται η πώληση ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού σε άλλους παραγωγούς εφόσον η άποψη της προσφεύγουσας ως προς την έκταση της προστασίας που παρέχει το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν έχει επικυρωθεί από ανώτερο δικαστήριο ).
γγ )
Τέλος, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι σκοπός της ήταν να αποτρέψει την ενθάρρυνση των προσβολών του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας (σύμφωνα με την προσφεύγουσα, από σειρά δικαστικών αποφάσεων προκύπτει ότι άλλες επιχειρήσεις, χρησιμοποιώντας καλυπτόμενα από την άδεια εκμεταλλεύσεως τμήματα ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού καιασκευάζουν το λεγόμενο μικτό ιστιοπλοϊ: εξοπλισμό και έτσι προσβάλλουν το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας της ). Η προσφεύγουσα διατείνεται, επίσης, ότι οι παραχωρησιούχοι δεν έχουν συμφέρον να παραδίδουν ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό, διότι έτσι θα βοηθούσαν τους ανταγωνιστές τους να πωλούν πλωτήρες ( που αποτελούν το ακριβότερο τμήμα της ιστιοσανίδας ), γεγονός που θα μείωνε το δικό τους κύκλο εργασιών από την πώληση πλήρων σκαφών.
Ορθώς παρατήρησε σχετικά η Επιτροπή ότι η πώληση ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού από τους παραχωρησιούχους δεν μπορεί να προκαλέσει έμμεση προσβολή του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας και, συνεπώς, ο περιορισμός της ελευθερίας δράσεως των παραχωρησιούχων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την άποψη αυτή βάσει του δικαίου περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Εξάλλου, σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό ότι, εάν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι πελάτες τους να χρησιμοποιήσουν καταχρηστικώς τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό για την κατασκευή μικτού ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού, οι παραχωρησιούχοι είναι υποχρεωμένοι βάσει της αρχής της καλής πίστεως να απόσχουν από κάθε ενίσχυση αυτής της δραστηριότητας, είναι σαφές ότι ο περιορισμός της ελευθερίας δράσεως των παραχωρησιούχων δεν περιοριζόταν σ' αυτές μόνο τις περιπτώσεις, αλλά ήταν γενικός.
Σε ό,τι εξάλλου αφορά τα συμφέροντα τα παραχωρησιούχων, πρέπει να γίνει βέβαια δεκτό ότι ο τρόπος που τα περιέγραψε η προσφεύγουσα μπορεί να είναι ορθός. Υπέρ της απόψεώς της συνηγορεί π.χ. η δήλωση της προσφεύγουσας ότι η SAN εξ ιδίου συμφέροντος δεν επιθυμούσε να πωλήσει ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό· το ίδιο συνηγορεί και η διαπίστωση που περιέχεται στην εν λόγω δήλωση ότι οι παραχωρησιούχοι σε συμφωνία που συνήψαν το έτος 1979 — και στην οποία δεν έλαβε μέρος η προσφεύγουσα — συμφώνησαν να μην πωλούν χωριστά ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό και να περιορίσουν τις παραδόσεις ανταλλακτικών σ' ένα ορισμένο ποσοστό στο ίδιο πλαίσιο μπορεί να αναφερθεί έγγραφο της SAN, της 8ης Φεβρουαρίου 1980 ( σύμφωνα με το οποίο οι παραχωρησιούχοι συμφώνησαν να μην υπερβούν ένα ανώτατο όριο στις παραδόσεις διχαλωτών χειρολαβών), καθώς και το γεγονός ότι στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι πολλές από τις αιτήσεις παραδόσεως ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού απορρίπτονταν με την αιτιολογία ότι στο φάσμα προϊόντων που διέθεταν οι παραχωρησιούχοι δεν περιλαμβάνονταν χωριστοί ιστιοπλοϊκοί εξοπλισμοί ή ότι χρειάζονταν τους ήδη διαθέσιμους για την κάλυψη των δικών τους αναγκών ή τέλος το γεγονός ότι ορισμένοι παραχωρησιούχοι παράγουν προφανώς οι ίδιοι πλωτήρες. Από την άλλη πλευρά πρέπει να αναφερθεί η περίπτωση της Shark, η οποία από το 1978 παραδίδει ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό σε εμπόρους και σε άλλους κατασκευαστές· δεν πρέπει, επίσης, να αποκλειστεί ότι και τα συμφέροντα άλλων παραχωρησιούχων είναι διαφορετικά από ό,τι τα περιέγραψε η προσφεύγουσα ( διότι δεν διαθέτουν στο εμπόριο δική τους παραγωγή, όπως π.χ. η Akutec και η Marker ). Πρέπει συνεπώς να αναγνωριστεί ότι το συμφέρον του κάθε παραχωρησιούχου μπορούσε να μεταβληθεί ανάλογα με την εξέλιξη της αγοράς, αλλ' ότι οι συμφωνίες παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως δεν επέτρεπαν την προσαρμογή προς την εξέλιξη αυτή.
δ)
Πρέπει, κατά συνέπεια, να αναγνωριστεί ότι δεν ανασκευάστηκε καταρχήν ούτε η αιτίαση περί παραβάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού, που εκτίθεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 2, της αποφάσεως.
3.
Επι τον άρθρον 1, παράγραφος 1, σημείο 3, της αποφάσεως ( υποχρέωση των παραχωρησιούχων να καταβάλλουν δικαιώματα αδείας για τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό που κατασκευάζουν σύμφωνα με το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μόνο βάσει της καθαρής τιμής πωλήσεως της πλήρους ιστιοσανίδας )
α)
Αναφέρεται σχετικά στην απόφαση ότι, επειδή το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας καλύπτει μόνο τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό, δεν δικαιολογείται η είσπραξη δικαιωμάτων για την πώληση στην Γερμανία συστατικών μερών τα οποία δεν καλύπτονται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, διότι κατ' αυτό τον τρόπο — χωρίς να υπάρχουν ως αντιπαροχή τα πλεονεκτήματα που παρέχει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας — επιβαρύνεται το κόστος των μερών αυτών και δυσχεραίνεται η πώληση τους. Εξάλλου, αναφέρει η Επιτροπή, αν τα καταβλητέα για την άδεια εκμεταλλεύσεως δικαιώματα υπολογίζονται βάσει της συνολικής αξίας της ιστιοσανίδας, προκύπτει τόσο υψηλή επιβάρυνση του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού, ώστε δυσχεραίνεται η χωριστή του πώληση. Αυτό συμβάλλει στην τήρηση της υποχρεώσεως διαθέσεως στο εμπόριο μόνο πλήρων ιστιοσανίδων και κατ' αυτό τον τρόπο μειώνονται οι δυνατότητες των άλλων κατασκευαστών πλωτήρων να τους διαθέσουν στην αγορά.
β)
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι εκ πρώτης όψεως η παρατήρηση αυτή φαίνεται βάσιμη και δικαιολογεί το γιατί ο τρόπος υπολογισμού των καταβλητέων δικαιωμάτων συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Ωστόσο, από τη συνολική εκτίμηση των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν σχετικά προκύπτει σαφώς ότι οι επικρίσεις της προφεύ-γουσας κατά του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή είναι, μερικώς τουλάχιστον, δικαιολογημένες.
αα)
Από την ανάλυση των συμφωνιών προκύπτει ότι τα καταβλητέα δικαιώματα δεν υπολογίζονταν πάντα μόνο βάσει της συνολικής τιμής πωλήσεως της ιστιοσανίδας. Αυτό ισχύει, πάντως, για τη συμφωνία που είχε αρχικώς συναφθεί με την Ostermann, στην οποία ρητώς ορίζεται ότι τα καταβλητέα δικαιώματα για τα ανναλλακτικά ανέρχονται στο 8% της καθαρής τιμής εργοστασίου ( προφανώς, κατά την υποκατάσταση της Ten Cate στη σύμβαση από την προσφεύγουσα, το ποσοστό αυτό ορίστηκε στο εξής στο 5 % της αξίας του όλου σκάφους ). Το ίδιο ισχύει και για τις συμφωνίες με την SAN, την Klepper και την Marker, καθόσον ο ορισμός των προϊόντων που δίνουν περιλαμβάνει επίσης και τμήματα των ιστιοσανίδων, γεγονός που επιτρέπει το συμπέρασμα — εφόσον τα καταβλητέα δικαιώματα υπολογίζονταν βάσει της τιμής τιμολογίου του « προϊόντος » — ότι σε περίπτωση πωλήσεως συστατικών μερών η αξία τους αποτελούσε τη βάση υπολογισμού των δικαιωμάτων. Αυτό φαίνεται να συνέβαινε και στην πράξη, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τα λογιστικά βιβλία της Ostermann και της Marker ( το ότι από τα βιβλία της Klepper και της SAN δεν προκύπτει κάτι ανάλογο οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι στην πράξη πωλούσαν μόνο πλήρη σκάφη· στην περίπτωση της SAN μπορεί ακόμα να υποτεθεί — επειδή δίδεται ένας μόνος συνολικός αριθμός για πλήρη σκάφη και τμήματα αυτών — ότι τα τελευταία περιλαμβάνονται στον εν λόγω αριθμό ).
Διαφορετική, ωστόσο, φαίνεται να είναι η κατάσταση στην περίπτωση της Shark και της Akutec, αν ληφθεί υπόψη μόνο το γράμμα των συμφωνιών. Στην πρώτη από τις εν λόγω συμφωνίες προβλέπεται η καταβολή δικαιωμάτων για την εκμετάλλευση της αδείας ίσων με το 10% της καθαρής τιμής πωλήσεως των ιστιοσανίδων μαζί με τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό και στη συμφωνία με την Akutec αναφέρεται ότι τα δικαιώματα καθορίζονται ανάλογα με την τιμή τιμολογίου του « προϊόντος » ( το οποίο όμως ορίζεται ως « ιστιοπλοϊκό σκάφος με ειδικό σύστημα κινητού ιστίου » ). Στην πράξη όμως — όπως προκύπτει και από τα έντυπα για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων, τα οποία διέκριναν μεταξύ των πλήρων σκαφών και των συστατικών μερών τους — και στην περίπτωση πωλήσεως χωριστών μερών ως βάση υπολογισμού των δικαιωμάτων λαμβανόταν μόνο η τιμή τους. Αυτό προκύπτει από πολλά έγγραφα που αφορούν την περίπτωση της Shark (από τα οποία προκύπτει σαφώς ότι ο υπολογισμός των δικαιωμάτων γινόταν βάσει της τιμής του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού ή των μερών του — διχαλωτών χειρολαβών, ιστίων ). Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση της Akutec, καθόσον ζητήθηκε ρητώς από την εν λόγω επιχείρηση με τηλετύπημα του Σεπτεμβρίου 1979 να δώσει χωριστά στοιχεία για τα συστατικά μέρη των ιστιοσανίδων, προκύπτει δε και από τα λογιστικά στοιχεία για τα δικαιώματα αδείας εκμεταλλεύσεως του έτους 1981 ότι π.χ. τα ιστία καταχωρίστηκαν χωριστά.
Συνεπώς, παρά τη διαπίστωση στην οποία καταλήγει η Επιτροπή στην απόφαση της, είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι ο τρόπος υπολογισμού των καταβλητέων δικαιωμάτων συνιστούσε εμπόδιο για τη χωριστή πώληση ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού και ότι και με τον τρόπο αυτό περιορίστηκε η ελευθερία δράσεως των παραχωρησιούχων.
ββ)
Νομίζω, επίσης, ότι δεν ευσταθεί η άποψη ότι, εφόσον πωλούνταν πλήρη σκάφη και τα καταβλητέα δικαιώματα υπολογίζονταν βάσει αυτών, περιοριζόταν ο ανταγωνισμός, επειδή επιβαρυνόταν το κόστος και των πλωτήρων.
Πρέπει να υπομνηστεί σχετικά ότι η κατάσταση που επικρατούσε στην αγορά κατά την κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση περίοδο χαρακτηριζόταν από τη σχεδόν αποκλειστική πώληση πλήρων ιστιοσανίδων. Ενόψει αυτού ήταν πράγματι φυσικό ο υπολογισμός των καταβλητέων δικαιωμάτων να γίνεται επ' αυτής της βάσεως, για λογιστικούς κυρίως λόγους (οι οποίοι, προφανώς, οδήγησαν την SAN στο να διατηρήσει τη μέθοδο αυτή και μετά την τροποποίηση της σύμβασης). Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι στις τροποποιημένες συμβάσεις παροχής αδείας εκμεταλλεύσεως προβλέπεται η καταβολή υψηλότερων δικαιωμάτων (συγκεκριμένα 12,5 % για την Ostermann και την Shark και κατόπιν 14 % για την Shark και 15 % σε όλες τις άλλες συμβάσεις). Το γεγονός ότι αυτό έγινε αποδεκτό και ότι τόσο οι γερμανικές διοικητικές αρχές όσο και τα δικαστήρια δεν το έκριναν υπερβολικό ( όπως προκύπτει από έγγραφο του Bundeskartellamt προς το Kammergericht, της 18ης Μαρτίου 1982, καθώς και από απόφαση του Oberlandesgericht του Μονάχου, της 4ης Νοεμβρίου 1982, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως) αποδεικνύει ότι ο τρόπος υπολογισμού των δικαιωμάτων, βάσει των επίδικων συμφωνιών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παρακώλυση των πωλήσεων ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού η οποία προσβάλλει τον ανταγωνισμό.
γγ)
Το μόνο επομένως μεμπτό στον τρόπο υπολογισμού των καταβλητέων δικαιωμάτων είναι στην πραγματικότητα το γεγονός ότι καταβάλλονταν δικαιώματα και για την πώληση πλωτήρων, πράγμα που δεν δικαιολογούνταν βάσει του γερμανικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και μπορούσε να αποτελέσει πρόσκομμα για τη χωριστή πώληση πλωτήρων.
Σχετικά με το θέμα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη της προσφεύγουσας ότι η αξία της εφευρέσεως έγκειται στη δυνατότητα πωλήσεως πλήρων ιστιοσανίδων και ότι η πώληση πλωτήρων είναι δυνατή μόνο επειδή χορηγήθηκε άδεια εκμεταλλεύσεως για τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό και υπήρχε ήδη στην αγορά ιστιοπλοϊκός εξοπλισμός των παραχω-ρησιούχων. Κατά της απόψεως αυτής αρκεί απλώς να προβληθεί η νομική κατάσταση που προκύπτει από το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Βάσει αυτής πρέπει να εκτιμηθούν οι επιτρεπόμενοι περιορισμοί της ελευθερίας δράσεως των παραχωρησιούχων και βάσει αυτής δεν υπάρχει περιθώριο να θεωρηθεί ο περιορισμός αυτός ως αντιπαροχή για τη δυνατότητα της προστατευόμενης από το νόμο πωλήσεως ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού.
γ )
Συνεπώς, ως προς άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 3, της αποφάσεως πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή — προφανώς επειδή ερμήνευσε εσφαλμένα τις συμφωνίες — κατέληξε σε εν μέρει πεπλανημένες εκτιμήσεις και ότι η αιτίαση σύμφωνα με την οποία ο τρόπος υπολογισμού των καταβλητέων για την άδεια εκμεταλλεύσεως δικαιωμάτων περιορίζει τον ανταγωνισμό ευσταθεί μόνο κατά ένα μικρό της τμήμα.
4.
Επί τον άρθρον 1, παράγραφος 1, σημείο 4, της αποφάσεως (υποχρέωση των παραχωρησιούχων να θέτουν στον πλωτήρα των ιστιοσανίδων την ένδειξη « κατόπιν αδείας του Hoyle Schweitzer » ή « κατόπιν αδείας της WSI » )
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αναφέρεται ότι με τον τρόπο αυτό — σε ό,τι αφορά τα σκάφη που κατασκευάζονται και διατίθενται στην Γερμανία — δημιουργείται η πεπλανημένη εντύπωση ότι οι πλωτήρες κατασκευάστηκαν βάσει δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας ή σύμφωνα με την τεχνογνωσία της παρέχουσας την άδεια εκμεταλλεύσεως. Οι παραχωρησιούχοι δεν μπορούσαν, έτσι, να παρουσιαστούν ως τεχνικώς ανεξάρτητοι ως προς τους πλωτήρες και να εμπεδώσουν την εμπορική τους φήμη, γεγονός που επηρέασε τη θέση τους στην αγορά.
α )
Μία πρώτη κριτική παρατήρηση ως προς το θέμα αυτό είναι ότι η εν λόγω υποχρέωση (η επίθεση ενδείξεως στον πλωτήρα) προβλέπεται μόνο στις συμφωνίες με τις SAN, Klepper, Akutec και Marker. Αντίθετα η συμφωνία που συνήφθη με την Shark αναφέρει απλώς — χωρίς διευκρίνιση — «ένδειξη: κατόπιν αδείας της Ten Cate ». Το ίδιο ισχύει και για τη συμφωνία με την Ostermann, η οποία αναφέρει μόνο την υποχρέωση της Ostermann να επιθέτει την άδεια εκμεταλλεύσεως στα προϊόντα της και να την αναφέρει στις διαφημίσεις της. Ωστόσο, ενώ δεν μπορεί να επικριθεί η μνεία της αδείας εκμεταλλεύσεως αυτή καθαυτή, εφόσον δεν είναι παραπλανητική, οι δύο τελευταίες συμφωνίες πρέπει να εξαιρεθούν από τη συζήτηση, επειδή ακριβώς δεν αποδείχθηκε ότι προέβλεπαν την επίθεση της ενδείξεως για την άδεια εκμεταλλεύσεως σε τμήμα της ιστιοσανίδας που δεν καλυπτόταν από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
β )
Παραμένει, ωστόσο, το ζήτημα αν η υποχρέωση επιθέσεως της ενδείξεως αυτής που προβλέπουν οι άλλες συμφωνίες επηρέασε πράγματι τον ανταγωνισμό (αφού μόνο σ' αυτή την περίπτωση μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 85 ). Νομίζω ότι μπορούν να διατυπωθούν σχετικά αμφιβολίες. Πράγματι, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αγοράς μπορούσε να επηρεαστεί σημαντικά από την ένδειξη αυτή, η οποία μάλιστα υπήρχε σε όλα τα σκάφη που κατασκευάζονταν και πωλούνταν στην Γερμανία με την κάλυψη της αδείας εκμεταλλεύσεως. Η απόφαση αυτή θα επηρεαζόταν κυρίως από άλλα στοιχεία (τον τεχνικό εξοπλισμό και την τιμή του σκάφους, την παντός είδους διαφήμιση ) και ως προς τα στοιχεία αυτά κάθε παραχωρησιούχος που χρησιμοποιεί — όπως προβλέπουν οι ίδιες οι συμφωνίες — δικό του σήμα είχε πλήρη ελευθερία δράσεως. Μπορούσε, συγκεκριμένα, στη διαφήμιση και στις συζητήσεις με τους πελάτες να διευκρινίσει ότι ως προς τον πλωτήρα είχε εφαρμόσει τη δική του τεχνογνωσία. Από την άλλη πλευρά δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η ένδειξη της αμερικανικής εταιρίας που παραχώρησε την άδεια να προώθησε τις πωλήσεις των σκαφών. Συνεπώς, η επίδικη ένδειξη δεν μπορούσε να ασκήσει καμιά αξιόλογη επιρροή στην αγορά και τούτο αποδεικνύεται μάλιστα και από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν σχετικά με την εξέλιξη του κύκλου εργασιών των παραχωρησιούχων κατά τα έτη 1978 έως 1980, από τα οποία προκύπτει ότι τουλάχιστον τέσσερις από αυτούς σημείωσαν μεγάλη, αν όχι τεράστια, αύξηση (λεπτομέρειες σχετικά δεν μπορούν να αναφερθούν λόγω του επαγγελματικού απορρήτου ).
γ)
Νομίζω, συνεπώς, ότι βασίμως αμφισβητείται η ορθότητα της διαπιστώσεως στην οποία καταλήγει η επίδικη απόφαση ως προς την υποχρέωση επιθέσεως της ενδείξεως. Αν αυτό γίνει δεκτό, δεν χρειάζεται να εξεταστούν λεπτομερέστερα τα επιχειρήματα που προέβαλε σχετικά η προσφεύγουσα (και τα οποία στο σύνολό τους δεν είναι τόσο πειστικά, όπως π.χ. ότι ο πλωτήρας προσφέρεται περισσότερο για την επίθεση της ενδείξεως, επειδή στο ιστίο υπάρχει ήδη άλλο σήμα' ή επειδή η ένδειξη αυτή ήταν, εν πάση περιπτώσει, θεμιτή για τις πωλήσεις στην Μεγάλη Βρετανία, μία διαφορετική πρακτική για τη γερμανική αγορά θα μπορούσε να δημιουργήσει δυσκολίες στην παραγωγή ή ακόμα ότι μόνο μετά τη χορήγηση της αδείας εκμεταλλεύσεως κατέστη δυνατή η εμπορία ολόκληρου του σκάφους ).
5.
Επί του άρθρου i, παράγραφος 1, σημείο 5, της αποφάσεως ( υποχρέωση των παραχωρησιούχων να αναγνωρίσουν ως έγκυρα σήματα τα λεκτικά σήματα « Windsurfer » και « Windsurfing » καθώς και εικαστικό σήμα τύπου λογο-γράμματος)
Στην αιτιολογία της αποφάσεως εκφράζονται σχετικώς αμφιβολίες ως προς αν τα σήματα αυτά — που χρησιμοποιεί η Ten Cate — έχουν αρκετή διακριτική δύναμη και τίθεται το ερώτημα μήπως εν πάση περιπτώσει τα λεκτικά σήματα έχουν καταλήξει στην καθομιλουμένη να αποτελούν γενικές ονομασίες ( γεγονός που σύμφωνα με το δίκαιο των κρατών μελών θα απέκλειε την κατάθεση τους ως σημάτων ή τη διατήρηση της προστασίας τους ως εγκύρων σημάτων). Στην απόφαση αναφέρεται ακόμα ότι οι παραχωρησιούχοι, παραιτούμενοι από τη δυνατότητα επικλήσεως αυτού του γεγονότος, παραιτήθηκαν και από τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν στις διαφημίσεις τους τις λέξεις και τα σύμβολα αυτά, που είναι σημαντικά για το κοινό, πράγμα που συνιστά ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την παρέχουσα την άδεια εκμεταλλεύσεως επιχείρηση και για την Ten Cate.
α )
Σε ό,τι αφορά το σημείο αυτό, εκείνο που έχει καταρχάς σημασία είναι ότι η απόφαση — και αυτό το τόνισε η Επιτροπή στη σελίδα 20 της ανταπάντησής της — δεν απαγορεύει τη χρησιμοποίηση, αλλά απλώς αποκλείει τη δυνατότητα αμφισβητήσεως του κύρους των σημάτων. Αν αυτό αληθεύει, κακώς αναφέρονται σχετικά οι συμφωνίες με την Shark και την Ostermann, καθόσον — αν δεν απατώμαι — δεν προβλέπουν καμία υποχρέωση αναγνωρίσεως των σημάτων (υπό τη μορφή ρήτρας περί μη δικαστικής αμφισβητήσεως τους), αλλά μόνο την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως. Οι παραχωρησιούχοι αυτοί είχαν, συνεπώς, τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν το κύρος των εν λόγω σημάτων, αν δε το είχαν κάνει και η ενέργειά τους αυτή είχε στεφθεί από επιτυχία, δεν θα είχε φυσικά πλέον νόημα η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως των σημάτων.
β )
Από την άλλη πλευρά, συνάγεται εύκολα ότι δύο από τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ως προς το θέμα αυτό δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
Πρόκειται, αφενός, για το επιχείρημα ότι στο παράρτημα των συμφωνιών παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως παρατίθενται μόνο αμερικανικά σήματα και ότι, συνεπώς, η επίδικη ρήτρα αφορά μόνο αυτά. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πολύ πειστικό στην πράξη, αφενός μεν, λόγω του ότι τα εν λόγω σήματα έχουν κατατεθεί στα περισσότερα κράτη μέλη ( βλέπε τα όσα αναφέρει η προσφεύγουσα στη σελίδα 30 της προσφυγής της), αφετέρου δε, λόγω του ότι οι παραχωρησιούχοι δεν ανέπτυξαν καμία δράση στην αμερικανική αγορά, επειδή οι συμφωνίες δεν αφορούσαν την αγορά αυτή. Εξάλλου, η Επιτροπή, προκειμένου να αποδείξει ότι επρόκειτο ακριβώς για σήματα που χρησιμοποιούνταν στην Ευρώπη, επικαλέστηκε μια άλλη ρήτρα των συμφωνιών παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, σύμφωνα με την οποία το έντυπο υλικό που χρησιμοποιούσε τα εν λόγω σήματα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο για μικρή ακόμη χρονική περίοδο και έπρεπε κατόπιν να καταστραφεί (σημείο 12 της συμφωνίας).
Τα ίδια ισχύουν και για τον ισχυρισμό ότι σκοπός της επίδικης ρήτρας ήταν μόνο να διασφαλιστεί η αναγνώριση του κύρους των σημάτων, ενόσω αυτά δεν θα είχαν κηρυχεί άκυρα, και τούτο με σκοπό να αποτραπεί η μετατροπή τους σε ονομασίες γένους, όπως ακριβώς επιχειρούν όσοι προσβάλλουν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Ορθώς, όμως, παρατήρησε σχετικώς η Επιτροπή ότι για την αποτροπή της μετατροπής των σημάτων σε ονομασίες γένους χρειαζόταν μια εντελώς διαφορετική ρήτρα. Εξάλλου, κατά της απόψεως ότι οι παραχωρησιούχοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν την ακύρωση των εν λόγω σημάτων στην Ευρώπη, πρέπει να αναφερθεί η δήλωση του εκπροσώπου της προσφεύγουσας κατά τις διερευνητικές συνομιλίες με εκπροσώπους της Επιτροπής, τον Ιανουάριο του 1981, σύμφωνα με την οποία το σημείο 12 της συμφωνίας με την SAN ( η οποία από πλευράς περιεχομένου είναι όμοια με τις ρήτρες των συμφωνιών της Akutec, της Klepper και της Marker) πρέπει να θεωρηθεί ως ρήτρα μη αμφιοβητήσεως του κύρους σήματος, σύμφωνα με το δίκαιο περί σημάτων.
γ )
Ως προς το θέμα αυτό, τίθεται το ερώτημα αν η επίδικη ρήτρα αναγνωρίσεως των σημάτων προκάλεσε πράγματι αξιόλογη χειροτέρευση της ανταγωνιστικής θέσης των παρα-χωρησιούχων. Πιθανώς, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, να έχουν ήδη διαμορφωθεί ονομασίες γένους στις διάφορες γλώσσες και επομένως να μην υπάρχει καμία ισχυρή τάση (πράγμα που πρέπει, ωστόσο, να ερευνηθεί) να παίξει ρόλο σχετικά η αγγλική ονομασία του αθλήματος. Εξάλλου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι παραχωρησιούχοι, οι οποίοι έχουν τα δικά τους σήματα, έχουν πολλές άλλες δυνατότητες κατά τη διαφήμιση για να διασφαλίσουν τη διάθεση των προϊόντων τους και μπορεί ακόμη μια φορά να αναφερθεί σχετικά η εξέλιξη του κύκλου εργασιών τους κατά τα έτη 1978 έως 1980. Η Επιτροπή δεν αναφέρει κανένα πραγματικό περιστατικό από το οποίο να προκύπτει χειροτέρευση της ανταγωνιστικής θέσης των παραχωρησιούχων.
δ )
Νομίζω, συνεπώς, ότι η διαπίστωση που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 5, της αποφάσεως είναι αβάσιμη στο σύνολο της ( όχι δηλαδή μόνο σε ό,τι αφορά τη συμφωνία με την Shark και την Ostermann ) και ότι δεν είναι αρκετό απλώς να μην επιβληθεί πρόστιμο — όπως θεώρησε ορθό η Επιτροπή.
6.
Επί του άρθρον 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως (δυνατότητα καταγγελίας της συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως σε περίπτωση που ο παραχωρησιούχος αρχίσει την παραγωγή σε περιοχή για την οποία δεν υπάρχει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δυνατότητα η οποία έπαιξε ρόλο μόνο στις συμβάσεις με τις Akutec, SAN, Klepper και Marker )
α )
Αν ληφθεί υπόψη το κείμενο των συμφωνιών στη μορφή που μας υποβλήθηκε, διαπιστώνεται ότι η σύμβαση με την Akutec ορίζει πράγματι (σημείο 2 Α) ότι ο παραχωρησιούχος έχει το δικαίωμα « να παράγει μόνο στον τόπο όπου παράγεται το προϊόν κατά την ημερομηνία εκτελέσεως της παρούσης συμβάσεως » και προβλέπει τη λήξη της συμφωνίας στην περίπτωση που « ο παραχωρησιούχος μεταβάλει τον τόπο παραγωγής» (σημείο 20 Α.4). Συνολικώς εξεταζόμενη η ρήτρα αυτή δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι κανένα στάδιο παραγωγής, ακόμα και καθαρώς συμπληρωματικό, δεν μπορεί να γίνει σε άλλο τόπο, ιδίως στο εξωτερικό, και ότι, συνεπώς, η δυνατότητα καταγγελίας δεν αναφερόταν μόνο στην περίπτωση που ο παραχωρησιούχος μετέφερε σε άλλο τόπο το σύνολο της παραγωγής του.
Οι συμβάσεις με τις SAN, Klepper και Marker — στη διατύπωση που μας έχουν υποβληθεί — προέβλεπαν και οι τρεις το δικαίωμα κατασκευής του προϊόντος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (σημείο 2) και όριζαν ότι « στην περίπτωση που ένα ή περισσότερα εξαρτήματα του προϊόντος παράγονται από ή για τον παραχωρησιούχο εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και κατόπιν εισάγονται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, συναρμολογούνται με τα υπόλοιπα εξαρτήματα ώστε να αποτελέσουν ένα πλήρες προϊόν και καταβάλλονται δικαιώματα για το πλήρες προϊόν, τα δικαιώματα αυτά θεωρείται ότι καταβάλλονται βάσει της συμφωνίας παραχωρήσεως της αδείας εκμεταλλεύσεως». Εξάλλου, πρόβλεπαν (σημείο 18 Α) τη λήξη της συμφωνίας στην περίπτωση που « ο παραχωρησιούχος μεταφέρει τον τόπο παραγωγής σε χώρα εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας » ( σημείο 4 ) καθώς και στην περίπτωση που « ο παραχωρησιούχος παράγει όλα ή ορισμένα από τα εξαρτήματα του προϊόντος σε χώρα εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και τα πωλεί απευθείας σε χώρα εκτός του γερμανικού εδάφους » ( σημείο 5 ). Από τη ρήτρα αυτή προκύπτει επίσης χωρίς αμφιβολία ότι οι παραχωρησιούχοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα παραγωγής εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ακόμα και στην περίπτωση που πωλούν τα προϊόντα εκτός της χώρας αυτής.
β)
Κατά τη διαδικασία όμως ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε ότι οι συμφωνίες τροποποιήθηκαν, ως προς το σημείο αυτό, περί το τέλος του 1980 (χωρίς, ωστόσο, αυτό να αποδειχθεί εγγράφως ).
Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η Επιτροπή (βλέπε σελίδα 17 της γνωστοποιήσεως των αιτιάσεων της, η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα ) οι συμφωνίες με την SAN και την Klepper τροποποιήθηκαν το Δεκέμβριο του 1980 και πρόβλεπαν ότι η παραγωγή επιτρέπεται μόνο εκεί όπου ήδη παράγονταν τα προϊόντα κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως. Δηλαδή απλώς προσαρμόστηκε η διατύπωση των συμφωνιών αυτών — και τα ίδια ισχύουν, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, και για την περίπτωση της Marker — προς τη διατύπωση της σύμβασης με την Akutec, κατά τρόπο ώστε για τη νομική εκτίμηση η τροπολογία να μην έχει σημασία, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή.
Αντιθέτως, κατά την άποψη της προσφεύγουσας ( πρακτικά των διερευνητικών συνομιλιών του Ιανουαρίου 1981, σ. 16 ), οι τροποποιήσεις συνίσταντο στην άρση της απαγορεύσεως παραγωγής και εμπορίας (σημείο 18 Α.5) στις συμβάσεις με τις SAN, Klepper και Marker και στη διευκρίνιση του σημείου 18 Α.4 (μεταφορά της παραγωγής σε τόπο εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η παραγωγή και εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ως προς το σημείο αυτό, όμως, νομίζω ότι η κατάσταση εξακολουθεί να μην είναι σαφής. Αν οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας αληθεύουν (ot οποίοι — όπως είπα — δεν αποδείχθηκαν), αυτό θα σήμαινε εν πάση περιπτώσει ότι κατά τον εναπομέναντα χρόνο της ισχύος των τριών συμβάσεων δεν μπορούσε να γίνει λόγος, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, για απαγόρευση της παραγωγής στο εξωτερικό.
γ )
Σε ό,τι αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω συμβατικών ρητρών, δε χωρεί αμφιβολία ότι η επιβολή απαγορεύσεως παραγωγής και εμπορίας σε περιοχές για τις οποίες δεν υπάρχει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας — και σ' αυτό μόνο αναφέρεται η Επιτροπή — με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εμπορία των εν λόγω προϊόντων χωρίς καταβολή δικαιωμάτων, συνιστά περιορισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού, ο οποίος δεν δικαιολογείται βάσει των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που περιορίζονται σε δύο κράτη. Δεν νομίζω ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε σχετικά η προσφεύγουσα για να δικαιολογήσει τις ρήτρες αυτές είναι πειστικά.
Αυτό ισχύει, πρώτον, για το επιχείρημα ότι ο περιορισμός αυτός πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τον έλεγχο των προϊόντων που προορίζονται για τη γερμανική αγορά (υπό την έννοια ενός ποιοτικού ελέγχου ). Από την άποψη αυτή δεν είναι απλώς σημαντικό ότι υπάρχουν αμφιβολίες για το εάν πραγματικός σκοπός της προσφεύγουσας ήταν ο ποιοτικός έλεγχος, αλλά πρέπει πράγματι να υπομνη-στούν τα όσα ήδη ανέφερα προηγουμένως ως προς το επιτρεπτό των απευθείας ποιοτικών ελέγχων και ως προς τη δυνατότητα συναγωγής αρκετά αξιόπιστων συμπερασμάτων με τη χρησιμοποίηση αντικειμενικών κριτηρίων. Εξάλλου, ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή ότι δεν είναι και τόσο σαφές το γιατί η μεταβολή του τόπου παραγωγής θα απειλούσε την ποιότητα, όταν οι παραχωρησιούχοι, σε απόλυτη συμφωνία με τις συμβάσεις, συχνά αναθέτουν την κατασκευή τμημάτων του σκάφους σε άλλες επιχειρήσεις.
Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι η δημιουργία εργοστασίου παραγωγής απαιτεί σημαντικές επενδύσεις, γεγονός που αναγκάζει τους παραγωγούς να αρκεστούν στη φυσική τους. τοπική αγορά και να αποφύγουν τη μη αποδοτική παραγωγή στο εξωτερικό. Ορθώς, όμως, παρατήρησε σχετικά η Επιτροπή ότι σε περίπτωση αναθέσεως της κατασκευής σε υπεργολάβους (τακτική που ακολουθούν πολλοί παραχωρησιούχοι) δεν υπάρχει υπερβολικό επενδυτικό κόστος. Εκείνο που έχει ιδίως σημασία είναι οι επιχειρήσεις να μπορούν πάντοτε να αποφασίζουν ελεύθερα. Αν όμως αυτό τους απαγορευθεί συμβατικώς, τότε υπάρχει περιορισμός του ανταγωνισμού, ο οποίος ορθώς καταρχήν αμφισβητείται.
δ )
Συνάγεται λοιπόν, ως προς τη διαπίστωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής, ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί καταρχήν η ορθότητά της και ότι από τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προέκυψε ότι δεν ισχύει για ορισμένες από τις συμφωνίες, τουλάχιστον για την περίοδο μετά το τέλος του 1980.
7.
Επί τον άρθρου 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως ( υποχρέωση της Shark και της Ostermann να μην προσβάλουν τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας για τα οποία χορηγήθηκε η άδεια εκμεταλλεύσεως )
Το τελευταίο από τα σημεία που ενδιαφέρουν το θέμα αυτό μπορεί να εξεταστεί συνοπτικώς.
Πρόκειται προφανώς για περιορισμό της ελευθερίας δράσεως, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι περιορίζει τον ανταγωνισμό, διότι αποκλείει τη δυνατότητα άρσεως ενός εμποδίου για την οικονομική δράση των επιχειρήσεων ( παραγωγή και εμπορία ιστιοσανίδων ή τμημάτων ιστιοσανίδων μόνο έναντι καταβολής δικαιωμάτων ). Συμφωνώ επίσης με την άποψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία κατά τη νομική εκτίμηση, από πλευράς δικαίου του ανταγωνισμού, των ρητρών αυτών δεν πρέπει να δίνεται στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του παραχωρούντος την άδεια και του παραχωρησιούχου (από τις οποίες άλλωστε συχνά γεννώνται οι πρώτες αμφισβητήσεις του διπλώιιατος ευρεσιτεγνίας ) το προβάδισμα έναντι του γενικού συμφέροντος της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ελευθερίας δράσεως των επιχειρήσεων. Δεν μπορεί, εξάλλου, να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας σύμφωνα με τον οποίο οι ρήτρες αυτές ενισχύουν τον ανταγωνισμό, διότι καθιστούν ευκολότερη τη χορήγηση αδειών εκμεταλλεύσεως. Αυτό μάλιστα αντιβαίνει και προς τη δική της μεταγενέστερη πρακτική, διότι η ίδια, αντίθετα με την Ten Cate, συνήψε σειρά άλλων συμφωνιών παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως οι οποίες δεν περιείχαν ρήτρα μη αμφισβητήσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
Πρέπει πράγματι να γίνει δεκτό — χωρίς αυτό να θίγει την καταρχήν ορθότητα της διαπιστώσεως της Επιτροπής — ότι οι ρήτρες έχουν ήδη εξαρχής μικρή μόνο σημασία στην περίπτωση που έχει χορηγηθεί δίπλωμα ευρεσιτεχνίας — όπως στην παρούσα περίπτωση, κατά το γερμανικό δίκαιο — μετά από λεπτομερή εξέταση και όταν έχουν απορριφθεί οι αγωγές κατά της χορηγήσεως του διπλώματος. Είναι, εξάλλου, αμφίβολο αν οι παραχωρησιούχοι είχαν συμφέρον από την προσβολή του διπλώματος ευρεσιτεχνίας (και εάν, συνεπώς, μπορεί να γίνει λόγος για πραγματικό περιορισμό της ελευθερίας τους ), καθόσον μία τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να έχει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ως συνέπεια το να καταστεί δυνατή η πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων στον εν λόγω οικονομικό τομέα και τη σημαντική αύξηση του αριθμού των ανταγωνιστών.
8.
Μετά την περάτωση αυτού του σημαντικού κεφαλαίου των προτάσεων μου μπορεί να συναχθεί το εξής προσωρινό συμπέρασμα.
Δεν μπορεί να προσβληθεί ως αβάσιμη η διαπίστωση της Επιτροπής ότι περιορίζουν τον ανταγωνισμό η ρήτρα προηγουμένης εγκρίσεως (άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 1), καθώς και η απαγόρευση της αλλαγής του τόπου παραγωγής (άρθρο 1, παράγραφος 2) και η ρήτρα μη αμφισβήτησης του κύρους των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τα οποία έχει χορηγηθεί άδεια εκμεταλλεύσεως. Αντιθέτως, πρέπει να θεωρηθεί υπερβολική η εκτίμηση της Επιτροπής ως προς τον τρόπο υπολογισμού των καταβλητέων για την άδεια εκμεταλλεύσεως δικαιωμάτων (άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 3 ). Η μόνη βάσιμη αιτίαση αφορά την υποχρέωση καταβολής δικαιωμάτων και για την πώληση μόνο πλωτήρων (οι οποίοι δεν καλύπτονται από το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας). Θεωρώ επίσης ότι δεν δικαιολογείται να γίνεται λόγος για αντίθετες προς τη Συνθήκη ρήτρες σχετικά με την υποχρέωση επιθέσεως της ενδείξεως « κατόπιν αδείας του Hoyle Schweitzer » ή « κατόπιν αδείας της WSI », καθώς και σχετικά με τη ρήτρα μη αμφισβητήσεως του κύρους των εμπορικών σημάτων (άρθρο 1, παράγραφος 1, σημεία 4 και 5 ).
III — Οι συμφωνίες αδείας εκμεταλλεύσεως μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεναξύ των κρανών μελών;
Οι διαπιστώσεις που περιέχονται στο άρθρο 1 της αποφάσεως έχουν, εν πάση περιπτώσει, σημασία, μόνο εφόσον επίσης αποδειχθεί ότι οι επίμαχες ρήτρες μπορούσαν να επηρεάσουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και μάλιστα, σύμφωνα με πάγια νομολογία, κατά τρόπο αισθητό (που σημαίνει ότι πρέπει να είχαν ορισμένη βαρύτητα ).
Στο σημείο Β.Ι.1η ) της αποφάσεως της, η Επιτροπή προσπάθησε να αποδείξει ότι οι επίμαχες ρήτρες των συμφωνιών παροχής αδείας εκμεταλλεύσεως μπορούσαν να έχουν το αποτέλεσμα αυτό. Επικαλέστηκε κυρίως τη σημαντική θέση που κατείχαν στη γερμανική αγορά οι παραχωρησιούχες και η επιχείρηση Ten Cate, καθώς και το γεγονός ότι οι προσβαλλόμενες ρήτρες δυσχέραιναν το εμπόριο ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού και πλωτήρων μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και άλλων κρατών μελών. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η εκτίμηση αυτή δεν είναι ορθή. Θεωρεί σχετικά ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι η αγορά εξαρτημάτων ιστιοσανίδων, κατά την κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση περίοδο, ήταν πρακτικά ανύπαρκτη και ότι η ιδιαίτερη ζήτηση ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού στην Γερμανία δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογική, αλλά ήταν τεχνητή. Επικαλείται, επίσης, το γεγονός ότι στις κυριότερες αγορές (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Γαλλία και Κάτω Χώρες) το ποσοστό της τοπικής αγοράς που κατείχαν οι ιστιοσανίδες που κατασκευάζονταν επί τόπου ανερχόταν στο 70 έως 80 ο/ο, οπότε συνάγεται το συμπέρασμα ότι το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα αυτό είχε περιθωριακή μόνο σημασία.
1.
Σε ό,τι αφορά το σημείο αυτό της διαφοράς, παραπέμπω, ως προς την εκτίμηση της ξητήοεως μόνο ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού ( στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) στα όσα ήδη ανέφερα, δηλαδή ότι, ακόμα και αν η ζήτηση αυτή οφείλεται στην ιδιαίτερη κατάσταση που επικρατούσε ως προς το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν μπορεί πάντως να μη ληφθεί υπόψη ως « τεχνητή ». Δεν μπορεί όμως να λεχθεί — ακόμα και αν όπως φαίνεται πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αγορά εξαρτημάτων ιστιοσανίδων ήταν μάλλον περιορισμένη κατά την περίοδο εκείνη — ότι η αγορά αυτή ήταν τόσο ασήμαντη, ώστε θα μπορούσε να μη ληφθεί καθόλου υπόψη αν εφαρμοστεί το κριτήριο « αισθητός επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών », για την εφαρμογή του οποίου, κατά τη νομολογία, δεν ισχύουν ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις. Αν, εξάλλου, είναι αληθή τα στοιχεία που παρέθεσε η προσφεύγουσα ως προς το μερίδιο της αγοράς που κατέχουν τα επιτοπίως κατασκευαζόμενα σκάφη, φαίνεται σαφώς ότι υπάρχει διακρατικό εμπόριο σε τέτοια έκταση, ώστε σε περίπτωση επηρεασμού του να μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 85, παράγραφος 1.
Βάσει αυτής της αναλύσεως, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί αβάσιμη η εκτίμηση στην οποία καταλήγει η Επιτροπή ως προς τις ρήτρες που αναφέρει στο άρθρο 1, σημεία 1 και 2, της αποφάσεως της. Εφόσον περιοριζόταν η ελευθερία των παραχωρησιούχων ως προς τη χρη· οιμοποίηση πλωτήρων, αυτό μπορούσε να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, διότι περιόριζε τη δυνατότητα των παραχωρησιούχων να προμηθεύονται πλωτήρες από παραγωγούς άλλων κρατών μελών. Από τα όσα αναφέρθηκαν για τον τρόπο οργανώσεως της παραγωγής των παραχωρησιούχων συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι περισσότεροι απ' αυτούς (επειδή δεν είχαν δική τους παραγωγή) θα είχαν συμφέρον να προβούν σε τέτοιες προμήθειες. 'Αλλωστε, υπήρχαν δυνατότητες προμήθειες, καθώς και το σχετικό ενδιαφέρον (εκ μέρους π.χ. ενός μεγάλου κατασκευαστή στην Γαλλία), και δεν χωρεί αμφιβολία, αν ληφθούν υπόψη τα μερίδια της αγοράς που κατείχαν οι παραχωρησιούχοι στην Γερμανία, ότι η έκταση του επηρεασμού του εμπορίου λόγω του περιορισμού αυτού ήταν οπωσδήποτε αισθητή. Το ίδιο ισχύει και για την απαγόρευση των χωριστών πωλήσεων ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού. Βεβαίως, κατά την κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση περίοδο δεν φαίνεται να υπήρχε αξιόλογη ζήτηση από το εξωτερικό ( στα έγγραφα που έχει επισυνάψει η Επιτροπή ως παραρτήματα 8 και 9 της απαντήσεως της αναφέρονται, ως γνωστό, μόνο μέρη ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού). Πρέπει, επίσης, να γίνει δεκτό ότι η απαγόρευση αυτή μπορούσε να επηρεάσει τις δυνατότητες των αλλοδαπών παραγωγών πλωτήρων να διαθέσουν τα προϊόντα τους στην Γερμανία ( όπου θα μπορούσαν να συναρμολογηθούν σε πλήρη σκάφη μαζί με τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό που θα αγοραζόταν χωριστά) και δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί ότι και αυτό έγινε σε σημαντική έκταση.
2.
Αντιθέτως, φαίνεται πολύ αμφίβολο αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή σε σχέση με τις άλλες ρήτρες που αναφέρονται στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως (δεν λαμβάνω φυσικά, υπόψη μου τις ρήτρες που αναφέρονται στα σημεία 4 και 5, ιδιαίτερα επειδή από τα στοιχεία για την εξέλιξη του κύκλου εργασιών που έγιναν γνωστά δεν προκύπτει επηρεασμός της ελευθερίας των παραχωρησιούχων ).
α)
Όπως αναφέρθηκε, η ρήτρα για την καταβολή δικαιωμάτων για την άδεια εκμεταλλεύσεως μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο καθόσον προβλέπει την καταβολή δικαιωμάτων και για τους πλωτήρες, τους οποίους δεν καλύπτει το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (διότι έτσι δυσχεραινόταν αδικαιολογήτως η χωριστή πώληση πλωτήρων ). Πρέπει όμως να γίνει δεκτό σχετικά ( ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ούτως ή άλλως η αγορά πλωτήρων δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντική ) ότι δεν είναι γνωστό αν υπήρχε ενδιαφέρον εκ μέρους των παραχωρησιούχων για τέτοιου είδους πωλήσεις ( οι οποίοι ενδιαφέρονταν κυρίως για την εκμετάλλευση της εφευρέσεως — κατασκευή ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού — και την πώληση πλήρων σκαφών ) και ότι, επίσης, δεν γνωρίζουμε πόσο σημαντικό ήταν το σχετικό διακρατικό εμπόριο.
β )
Σε ό,τι αφορά τον περιορισμό της δυνατότητας κατασκευής του προϊόντος σε χώρες για τις οποίες δεν υπήρχε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, η Επιτροπή δέχεται προφανώς ότι επρόκειτο κυρίως για τον εφοδιασμό της τοπικής αγοράς και ότι, κατά συνέπεια, δεν ενδιέφερε σχεδόν καθόλου το διακρατικό εμπόριο. Ιδιαίτερα αμφίβολο φαίνεται, επίσης, το αν πράγματι υπήρξε παρεμπόδιση, καθόσον είναι αμφίβολο το κατά πόσο οι παραχωρησιούχοι, ευθύς μετά την έναρξη της δραστηριότητάς τους, ενδιαφέρονταν για την ίδρυση παραγωγικών μονάδων στο εξωτερικό (πράγμα που προφανώς δεν συνέβη μέχρι και σήμερα, παρά το γεγονός ότι οι νέες συμβάσεις παρέχουν κάθε σχετική δυνατότητα ).
γ )
Τέλος, ως προς τη ρήτρα μη προσβολής του κύρους του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 3 του άρθρου 1 της αποφάσεως, στην αιτιολογία της αποφάσεως αναφέρεται μόνον ότι ενίσχυσε το δικαίωμα επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας έναντι όλων των άλλων ανταγωνιστών. Ωστόσο, είναι αμφίβολο το αν μπορεί όντως να γίνει λόγος για πραγματική ενίσχυση του δικαιώματος αυτού, καθόσον όλοι οι άλλοι παραχωρησιούχοι — καθώς επίσης και οι τρίτοι — είχαν τη δυνατότητα να προσβάλουν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Πρέπει, επίσης, να γίνει δεκτό ότι η αμφισβητούμενη ρήτρα δεν είχε προφανώς καμία απολύτως σημασία και τούτο προκύπτει ιδίως από. το γεγονός ότι η Ostermann, καίτοι η νέα σύμβαση της παρείχε αυτή τη δυνατότητα, απέφυγε και στη συνέχεια να προσβάλει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (ακόμα και μετά την εξαγορά της επιχειρήσεως εκ μέρους του μεγαλύτερου ανταγωνιστή της προσφεύγουσας ).
3.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου — λαμβανομένων υπόψη όλων των κριτηρίων που θέτει το άρθρο 85, παράγραφος 1 — και μετά από κριτικό έλεγχο των διαπιστώσεων στις οποίες καταλήγει η Επιτροπή στο άρθρο 1 της αποφάσεως της, οι μόνες από τις διαπιστώσεις της που ευσταθούν είναι εκείνες της παραγράφου 1, σημεία 1 και 2 (έγκριση των πλωτήρων εκ μέρους της προσφεύγουσας και απαγόρευση των χωριστών πωλήσεων). Κατά τα λοιπά πρέπει να ακυρωθούν, σύμφωνα με τα αιτήματα της προσφεύγουσας, οι διαπιστώσεις στις οποίες καταλήγει το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
IV — Επί νου άρθρου 85, παράγραφος 3
Στην απόφαση εξετάζεται επίσης το ζήτημα — και τούτο απαιτεί τη συνολική εξέταση του βάσει του άρθρου 85 — αν οι συμφωνίες, εφόσον είναι ασυμβίβαστες με το άρθρο 85, παράγραφος 1, μπορούν να εξαιρεθούν από την απαγόρευση βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 85. Κατά την άποψη της Επιτροπής το ενδεχόμενο αυτό αποκλείεται, τόσο διότι ελλείπουν οι τυπικές προϋποθέσεις (κοινοποίηση στην Επιτροπή), όσο και διότι δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως. Επειδή η προσφεύγουσα θεωρεί πεπλανημένο και το συμπέρασμα αυτό, επιβάλλεται να διατυπωθούν και εδώ ορισμένες ακόμη παρατηρήσεις.
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 17, το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης εφαρμόζεται επί των συμφωνιών οι οποίες συνήφθησαν μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω κανονισμού (όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση) μόνο εφόσον οι συμφωνίες έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Επειδή η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει για τις παρούσες συμφωνίες παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, πρέπει να εξεταστεί αν μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 2, περί εξαιρέσεως, η οποία αφορά, ως γνωστό, συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί μεταξύ δύο επιχειρήσεων και επιβάλλουν — μεταξύ άλλων — είτε στον αποκτώντα ή σ' αυτόν που κάνει χρήση δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας περιορισμούς στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο και πράγματι πρέπει ευθύς αμέσως να τονισθεί ότι κατά την προφορική διαδικασία δεν προβλήθηκαν επιχειρήματα που θα μπορούσαν να κλονίσουν το συμπέρασμα αυτό της Επιτροπής.
Εκείνο μόνο που έχει σημασία εν προκειμένω είναι ότι οι περιορισμοί του ανταγωνισμού στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 1, σημεία 1 και 2 (έγκριση του πλωτήρα και απαγόρευση των χωριστών πωλήσεων, τα μόνα που ενδιαφέρουν εν προκειμένω) υπερβαίνουν το αντικείμενο της προστασίας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, διότι εν πάση περιπτώσει το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν καλύπτει τους πλωτήρες, και συνεπώς δεν αφορούν μόνο την άσκηση των δικαιωμάτων που πηγάζουν από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Αυτό είναι αυτονόητο σε ό,τι αφορά την υποχρέωση προηγουμένης εγκρίσεως των πλωτήρων ( διότι αφορά την αγορά στην οποία διατίθενται οι πλωτήρες) το ίδιο όμως ισχύει και για τη ρήτρα απαγορεύσεως των χωριστών πωλήσεων ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού, διότι η απαγόρευση αυτή έχει άμεσες επιπτώσεις στην αγορά των πλωτήρων.
Ως προς το θέμα αυτό δεν μπορεί, προφανώς, να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι οι πλωτήρες μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο μαζί με τον ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό, άρα η εκμετάλλευση της εφευρέσεως απαιτεί έναν πλήρη συνδυασμό και επομένως και οι πλωτήρες έχουν σημασία. Δεν πρέπει καταρχάς να λησμονείται ότι ήδη κατά την περίοδο ισχύος των επίδικων συμφωνιών υπήρχαν, σε ορισμένο βαθμό, χωριστές αγορές για τα συστατικά μέρη των ιστιοσανίδων. Εξάλλου, ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή ότι οι διατάξεις που προβλέπουν εξαίρεση από την υποχρέωση κοινοποιήσεως (επειδή έχουν θεσπιστεί για περιορισμούς του ανταγωνισμού οι οποίοι θεωρούνται γενικώς ως ανώδυνοι) πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Συνεπώς, η έκφραση « άσκηση αυτών των δικαιωμάτων » που περιέχεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 17 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η σαφής έκταση της προστασίας που παρέχει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
2.
Είναι, επίσης, αμφίβολο εάν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, οι οποίες προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι οι συμφωνίες πρέπει να συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, και ότι, συνεπώς, δεν πρέπει να επιβάλλεται κανένας περιορισμός που να μην είναι απαραίτητος για την υλοποίηση των στόχων αυτών.
Η εκτίμηση αυτή της Επιτροπής είναι, εν πάση περιπτώσει, βάσιμη σε ό, τι αφορά τη ρήτρα απαγορεύσεως της χωριστής πωλήσεως ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού, καθόσον με αυτή επιβάλλονταν μόνο περιορισμοί και δεν υπήρχαν καθόλου θετικές επιπτώσεις, κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 3. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για τη ρήτρα της προηγουμένης εγκρίσεως, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1, σημείο 1, της αποφάσεως. Πράγματι, ακόμα και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι ο παρέχων την άδεια εκμεταλλεύσεως έχει θεμιτό συμφέρον για τη διατήρηση ενός ορισμένου επιπέδου ποιότητας ( σε σχέση με την προϋπόθεση της « βελτιώσεως της παραγωγής », θα έπρεπε να είχαν καθοριστεί εκ των προτέρων αντικειμενικά και επακριβή κριτήρια. Αντιθέτως μια γενική και αόριστη ρήτρα προηγουμένης εγκρίσεως, όπως αυτή που προβλέπουν οι επίδικες συμφωνίες, είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 85, παράγραφος 3, ιδίως όταν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται στην πράξη δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται μάλλον για κατανομή της αγοράς παρά για έλεγχο ποιότητας.
Και στο σημείο αυτό φαίνεται μάλλον αβάσιμο το επιχείρημα που προέβαλε η προσφεύγουσα, ότι δηλαδή η πολιτική που ακολουθήθηκε στον τομέα της χορηγήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως συνέβαλε σημαντικά στην ταχεία ανάπτυξη της γερμανικής αγοράς και, επειδή δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην ύπαρξη ποικιλίας προσφερομένων τύπων σκαφών, συνέβαλε στην επέκταση της παραγωγής. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι με τον τρόπο αυτό προβλήθηκαν επιχειρήματα που μπορεί να έχουν σημασία ως προς την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3. Πρέπει, εξάλλου, να γίνει δεκτό ότι ανάλογα οικονομικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να προκύψουν από τις συμφωνίες παροχής αδείας εκμεταλλεύσεως χωρίς αθέμιτους περιορισμούς, αφού γενικά οι παραχωρησιούχοι προσπαθούν, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, να διευρύνουν την αγορά μέσω της ποικιλίας των πωλούμενων προϊόντων.
V — Επί νου άρθρον 3, παράγραφος Ι, της αποφάσεως (επιβολή προστίμου στην προσφεύγουσα λόγω των παραβάσεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, που διαπιστώνονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, σημεία 2, 3 και 4, καθώς και στις παραγράφους 2 και 3 της αποφάσεως )
Όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή, η προσφεύγουσα ζητεί, εν πάση περιπτώσει, την ακύρωση του μέρους αυτού της αποφάσεως ή, τουλάχιστον, τη μείωση του ποσού του προστίμου (η οποία είναι δυνατή βάσει του άρθρου 172 της Συνθήκης ΕΟΚ). Κατόπιν των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα.
1.
Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι τα πρόστιμα αυτά επιβάλλονται, βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 — στο πλαίσιο που καθορίζει το εν λόγω άρθρο — σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας. Ρητώς ορίζεται, επίσης, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η βαρύτητα της παραβάσεως και η διάρκειά της.
Αν γίνει δεκτό το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω κατά την εκτίμηση της αποφάσεως, συνάγεται ότι από τις παραβάσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, για τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να επιβληθεί κύρωση, εξακολουθεί να είναι αξιόποινη μόνο η παράβαση που οφείλεται στην απαγόρευση χωριστής πωλήσεως ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού. Επομένως, επιβάλλεται η σημαντική μείωση του προστίμου, καθόσον είναι γνωστό ότι η Επιτροπή, προκειμένου να καθορίσει το ύψος του προστίμου, έλαβε ιδιαίτερα υπόψη της ότι έπρεπε να επιβληθούν κυρώσεις και για τέσσερις ακόμα παραβάσεις.
2.
Αν κατόπιν εξεταστεί — βάσει των ισχυρισμών που προέβαλε η προσφεύγουσα ως προς τις υποκειμενικές προϋποθέσεις του άρθρου 15 και τη « βαρύτητα της παραβάσεως » — αν συντρέχει λόγος πλήρους άρσεως του προστίμου ή, τουλάχιστον, αν συντρέχουν πρόσθετοι λόγοι για τη μείωση του προστίμου, διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
α )
Ως γνωστόν η προσφεύγουσα υποστηρίζει την άποψη ότι δεν φέρει υπαιτιότητα, καθόσον βασίμως μπορούσε να υποθέσει ότι το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας κάλυπτε — όπως τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που χορηγήθηκαν σε άλλες χώρες — ολόκληρη την ιστιοσανίδα και ότι, συνεπώς, είχε δικαίωμα να περιλάβει στις συμφωνίες παροχής αδείας εκμεταλλεύσεως διατάξεις σχετικές με την παραγωγή και εμπορία ολόκληρου του σκάφους.
Το επιχείρημα αυτό, όμως, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό. Γενικώς πρέπει να αναφερθεί ότι δεν είναι ασυνήθιστες οι διαφορές μεταξύ των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, αφού μάλιστα υπάρχουν ορισμένες χώρες ( γεγονός που γνώριζε βέβαια η προσφεύγουσα) στις οποίες το σκάφος της δεν προστατεύεται από κανένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη νομική κατάσταση που επικρατεί στην Γερμανία, ορθώς η Επιτροπή θεώρησε ιδιαίτερα σημαντικές τις διορθώσεις που έγιναν τον Ιανουάριο του 1974 στην αίτηση παροχής διπλώματος ευρεσιτεχνίας και στην περιγραφή του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, επί των οποίων στηρίχθηκε και η ερμηνεία του διπλώματος ευρεσιτεχνίας τον Ιούνιο του 1974. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί τουλάχιστον ως αμέλεια η πεποίθηση ότι το γερμανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας περιλαμβάνει επίσης και τους πλωτήρες. Επιπλέον, η υπαιτιότητα της προσφεύγουσας δεν μπορεί βέβαια να αποκλειστεί με την επίκληση γλωσσικών προβλημάτων καθώς και του γεγονότος ότι κατά τη σύναψη των συμφωνιών παροχής αδείας εκμεταλλεύσεως, τις οποίες προετοίμασαν αμερικανοί δικηγόροι και οι οποίες αναφέρονται τόσο στο γερμανικό όσο και στο βρετανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, στηρίχθηκε κυρίως στο βρετανικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Αρκεί σχετικά να αναφερθεί το γεγονός ότι η προσφεύγουσα για τη διαδικασία της αιτήσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην Γερμανία χρησιμοποίησε γερμανό δικηγόρο. Ο δικηγόρος αυτός θα μπορούσε να την ενημερώσει ως προς την έκταση του γερμανικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, η προσφεύγουσα του έδωσε ρητά την έγκριση της για τις τροποποιήσεις που έγιναν τον Ιανουάριο του 1974 στην αίτηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
β)
Πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής — σε ό,τι αφορά το κριτήριο « βαρύτητα της παραβάσεως » — πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να ληφθούν υπόψη δύο στοιχεία για τα οποία δεν γίνεται καθόλου λόγος στην απόφαση.
αα)
Σύμφωνα με την περιγραφή της καταστάσεως της αγοράς που επιχείρησα να δώσω στην αρχή των προτάσεών μου, χωριστές αγορές για συστατικά μέρη ιστιοσανίδων, υπήρχαν μόλις από το 1979/1980 και είχαν πολύ περιορισμένη έκταση. Έτσι, κατά τη σύναψη των περισσότερων συμφωνιών παροχής αδείας εκμεταλλεύσεως ήταν τελείως φυσικό να υποτεθεί ότι κατά κανόνα θα πωλούνταν πλήρη σκάφη και ότι, συνεπώς, οι σχετικές διατάξεις δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως αθέμιτοι περιορισμοί. Επειδή ζήτηση ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού των παραχω-ρησιούχων αποδείχθηκε ότι υπήρχε μόνο περί τα τέλη του 1980 και τις αρχές του 1981, πρέπει τουλάχιστον η περιεχόμενη στην απόφαση διαπίστωση ότι η απαγόρευση χωριστής παραδόσεως ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού (η οποία απέκλειε από την αγορά όσους πωλούσαν πλωτήρες) επηρέασε την αγορά κατά τα έτη 1978 και 1979 κατά τρόπο αισθητό και κατά τα έτη 1980 και 1981 κατά τρόπο αποφασιστικό να θεωρηθεί ως υπερβολική και αβάσιμη.
ββ)
Σ' ό,τι αφορά τις πραγματικές επιπτώσεις της ρήτρας αυτής, εκείνο που έχει επίσης σημασία είναι ότι — εάν πράγματι υπήρχε ζήτηση μόνο ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού — δεν εφαρμόστηκε με αυστηρότητα ( όπως δείχνει η περίπτωση της Shark). Εξάλλου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι — αφού η Επιτροπή δεν ερώτησε σχετικά τους παραχωρησιούχους — δεν είναι με βεβαιότητα γνωστό κατά πόσον οι τελευταίοι είχαν πράγματι συμφέρον από τη χωριστή πώληση ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού. Από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστικό ότι σε δήλωση την οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο η προσφεύγουσα ( του κ. Spanjer ) αναφέρεται ότι η ίδια η SAN δεν επιθυμούσε να διαθέτει χωριστά ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό και ότι επίσης οι παραχωρησιούχοι το 1979 με δική τους πρωτοβουλία ( χωρίς παρέμβαση της προσφεύγουσας) συμφώνησαν να μην παραδίδουν χωριστά ιστιοπλοϊκό εξοπλισμό.
γ )
Αντιθέτως νομίζω ότι τα άλλα στοιχεία τα οποία προέβαλε η προσφεύγουσα δεν δικαιολογούν την αμφισβήτηση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου ούτε περαιτέρω μείωση του προστίμου.
Αυτό ισχύει για τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν έχει λάβει ποτέ μέχρι τώρα απόφαση σαν την επίδικη. Το επιχείρημα αυτό και μόνο δεν αρκεί για να αντικρουστεί η αιτίαση της αμελείας.
Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι η προσφεύγουσα ευθύς μετά τις διερευνητικές συνομιλίες του Ιανουαρίου 1981 ήταν διατεθειμένη να τροποποιήσει τις επίδικες συμφωνίες. Ορθώς παρατήρησε σχετικά η Επιτροπή ότι αυτό έχει σημασία μόνο όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως. Το γεγονός αυτό, όμως, έχει ήδη ληφθεί υπόψη, καθόσον η Επιτροπή δέχτηκε ότι υπήρχαν παραβάσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, μόνο μέχρι το 1981.
Το ίδιο επίσης ισχύει και για το γεγονός ότι η προσφεύγουσα είναι μια σχετικά μικρή επιχείρηση και ότι όσοι προσβάλλουν το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας στην Γερμανία ελέγχουν το 30 % περίπου της αγοράς (γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα για την προσφεύγουσα την απώλεια των ανάλογων δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως). Σχετικά με το επιχείρημα αυτό αρκεί να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο πολύ χαμηλότερο από τα ανώτατα όρια που προβλέπει το άρθρο 15 του κανονισμού 17 ( 1000000 λογιστικές μονάδες ή 10 ο/ο του κύκλου εργασιών της τελευταίας χρήσεως ).
Το ίδιο ισχύει, τέλος, και για τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι η πρωτοβουλία για την καταλογιζόμενη περιοριστική πρακτική προήλθε από τους παραχωρησιούχους, οι οποίοι άσκησαν πίεση προς την παραχωρή-σασα την άδεια. Δεν προσκομίστηκαν σχετικά πειστικές αποδείξεις. Από την αλληλογραφία ιδίως που κατατέθηκε κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου δεν συνάγεται κάτι τέτοιο και κυρίως δεν συνάγεται ότι οι παραχωρησιούχοι ήσαν εκείνοι που κατά την κατάρτιση των συμφωνιών έδειξαν ενδιαφέρον για τη ρήτρα αυτή. Ως προς το περαιτέρω επιχείρημα που προέβαλε σχετικά η προσφεύγουσα, ότι δηλαδή η επιβολή προστίμου μόνο σ' αυτήν συνιστά διάκριση εις βάρος της, είναι καταρχάς αμφίβολο αν το επιχείρημα αυτό, που προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την προφορική διαδικασία, μπορεί να ληφθεί υπόψη. Μπορεί επίσης να υποστηριχθεί η άποψη ότι η Επιτροπή — βασιζόμενη στη διαφορετική νομική κατάσταση και τις διαφορές συμφερόντων — προέβαλε πειστικούς λόγους για τη διαφορετική μεταχείριση της προσφεύγουσας, αφενός, και των παραχωρησιούχων, αφετέρου.
3.
Αν, κατά συνέπεια, γίνει δεκτό ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για την πλήρη ακύρωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως, αλλ' ότι επιβάλλεται, η σημαντική μείωση του ποσού του προστίμου ενόψει του γεγονότος ότι αναγνωρίστηκε μια μόνο αξιόποινη ενέργεια ( απαγόρευση χωριστών πωλήσεων ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού), πρέπει για λόγους πληρότητας να εξεταστεί εν συντομία αν η μείωση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί ακόμα και αν κατά την εκτίμηση των υπολοίπων ρητρών, για τις οποίες η Επιτροπή έκρινε ότι πρέπει να επιβληθεί πρόστιμο, γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 1.
Έτσι, σε ό,τι αφορά τη ρήτρα σύμφωνα με την οποία οφείλονταν δικαιώματα εκμεναλλεύ-οεως ακόμα και στην περίπτωση πωλήσεως πλωτήρων, πρέπει κατά τη γνώμη μου να ληφθεί υπόψη — πράγμα που προφανώς δεν έκανε η Επιτροπή — ότι κατά το χρόνο των περιστατικών η αγορά αυτή είχε πολύ περιορισμένη έκταση, καθώς και ότι οι παραχωρησιούχοι δεν είχαν συμφέρον για τέτοιες πωλήσεις, τις οποίες θα μπορούσε να δυσχεράνει η ρύθμιση περί των καταβλητέων δικαιωμάτων.
Σε ό,τι αφορά την υποχρέωση επιθέσεως επί των πλωτήρων ενδείξεως που να αναφέρει την άδεια εκμεταλλεύοεως, έχει σημασία το γεγονός επίσης ότι δεν εθίγησαν, προφανώς, οι δυνατότητες επεκτάσεως των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των παραχωρησιούχων — και αυτό προκύπτει από την εξέλιξη του κύκλου εργασιών τους.
Σε ό,τι αφορά την απαγόρευση παραγωγής σε περιοχές για τις οποίες δεν υπήρχε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, η Επιτροπή παρέλειψε να διευ-κρινήσει αν η απαγόρευση αυτή είχε τότε πρακτική σημασία ή αν, όπως και το πιθανότερο, παρέμεινε νεκρό γράμμα λόγω ελλείψεως ενδιαφέροντος των παραχωρησιούχων.
Τέλος, όσον αφορά τη ρήτρα μη προσβολής του κύρους του διπλώματος ευρεσιτεχνίας από άποψη του δικαίου βιομηχανικής ιδιοκτησίας, πρέπει να τονιστεί ότι η ρήτρα αυτί] περιελήφθη στις συμφωνίες με πρωτοβουλία της Ten Cate και ότι προφανώς ήταν δύσκολο για την προσφεύγουσα να τις τροποποιήσει όταν υποκατέστησε την Ten Cate στις συμφωνίες αυτές (εφόσον η Ostermann και η Shark δεν το ζήτησαν ). Πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι η ίδια η προσφεύγουσα δεν είχε προφανώς κανένα συμφέρον από τις ρήτρες αυτές (οι οποίες ελείπουν εντελώς από τις συμφωνίες παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως που συνήψε η ίδια), όπως επίσης πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ρήτρες αυτές δεν είχαν καμία σημασία για τις Shark και Ostermann, καθόσον οι επιχειρήσεις αυτές ακόμη και μεταγενέστερα, όταν τους παρασχέθηκε η δυνατότητα αυτή, δεν θέλησαν να αμφισβητήσουν το κύρος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
Καταλήγω, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι το πρόστιμο πρέπει να μειωθεί ακόμα και εάν το Δικαστήριο, απομακρυνόμενο από την άποψη που υποστηρίζω εδώ, αποδεχθεί τη νομική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία καταλήγει η Επιτροπή.
Γ — Συνοψίζοντας:
Κατά την άποψη μου η προσφυγή της WSI είναι εν μέρει βάσιμη. Πρέπει, συνεπώς, να ακυρωθεί από το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής η παράγραφος 1, σημείο 3 ( κατά το μέρος που εκτείνεται πέραν της επιβολής δικαιωμάτων αδείας εκμεταλλεύσεως για την πώληση πλωτήρων), η παράγραφος 1, σημεία 4 και 5, καθώς και οι παράγραφοι 2 και 3. Εξάλλου, πρέπει να μειωθεί σημαντικά το πρόστιμο που επιβάλλει το άρθρο 3 στην προσφεύγουσα και το ποσό που θεωρώ εύλογο ανέρχεται σε 10000 ECU. Εάν αυτή είναι η έκβαση της δίκης, είναι εύλογο να κρίνει το Δικαστήριο ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy