ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 27ης Φεβρουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
Στις υπό κρίση δεκατρείς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις οι ενάγουσες είναι ελληνικές επιχειρήσεις που, μεταξύ άλλων, μεταποιούν τομάτα σε τοματοπολτό. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι λόγω των κανονισμών της Επιτροπής, το κύρος των οποίων προσβάλλουν, είναι οι μόνες επιχειρήσεις μεταποιήσεως του προϊόντος αυτού που επιζούν στην Ελλάδα και ότι έχουν υποστεί σημαντική οικονομική ζημία. Μία απ' αυτές (η Αστερίς ΑΕ) ήταν προσφεύγουσα στην υπόθεση 250/81, Πανελλήνιος Ένωσις Κονσερβοποιών κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3535), στην οποία οι προσφεύγουσες ζητούσαν την ακύρωση του κανονισμού 1962/81 της Επιτροπής ( ΕΕ 1981, L 192, σ. 13) που αφορούσε την περίοδο εμπορίας 1981-1982, η προσφυγή τους όμως κρίθηκε απαράδεκτη, διότι δεν αποδείχτηκε ότι ο κανονισμός τις αφορούσε « άμεσα και ατομικά» κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Στις υπό κρίση υποθέσεις, οι ενάγουσες, χωρίς να ζητούν την ακύρωση των σχετικών κανονισμών, ισχυρίζονται ότι η ενίσχυση, την οποία καθόρισε η Επιτροπή για την Ελλάδα για τη μεταποίηση τομάτας σε τοματοπολτό, για τις περιόδους εμπορίας 1981-1982 και 1982-1983, ήταν παράνομη και ότι η Επιτροπή ευθύνεται, κατά το άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, σε αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν και που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της ενίσχυσης που έλαβαν και της ενίσχυσης που θα έπρεπε να λάβουν, αν η Επιτροπή είχε εφαρμόσει νομίμως το σύστημα ενισχύσεων. Ζητούν επίσης την καταβολή τόκων επί των ποσών αυτών, για την πρώτη περίοδο από τις 21 Ιουλίου 1982 και για τη δεύτερη περίοδο από τις 9 Ιουλίου 1983, προς 24 ο/ο ετησίως, διότι, όπως ισχυρίζονται, αυτό το επιτόκιο ίσχυε στην Ελλάδα κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο, και αυτό το επιτόκιο αναγκάστηκαν — μερικές τουλάχιστον απ' αυτές — να καταβάλουν για να δανειστούν χρήματα από τις τράπεζες, διότι δεν έλαβαν το ποσό της ενίσχυσης που έπρεπε να λάβουν.
Το σύστημα, σύμφωνα με το οποίο έπρεπε να χορηγηθεί ενίσχυση στην παρασκευή τοματοπολτού, συνοψίζεται στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 192/83, Ελλάδα κατά Επιτροπής, στις οποίες και παραπέμπω με τις παρούσες προτάσεις.
Προσθέτω ότι για τις δύο ένδικες περιόδους το ύψος της ενίσχυσης για το προϊόν αναφοράς καθορίστηκε με τους κανονισμούς της Επιτροπής 1963/81 και 1585/82 ως εξής: α) για τα λοιπά κράτη μέλη, εκτός από την Ελλάδα, ι) 1981-198240,30 ECU, u) 1982-198345,53 ECU' β) για την Ελλάδα ι) 1981-198221,61 ECU, ιι) 1982-198333,49 ECU. Οι συντελεστές που χρησιμοποιήθηκαν κατά τις δύο αυτές περιόδους ήταν οι ίδιοι με εκείνους που χρησιμοποιήθηκαν για την περίοδο εμπορίας 1983-1984, την οποία αφορά η άλλη υπόθεση.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι υπό κρίση αγωγές είναι απαράδεκτες, λόγω του ότι η αιτούμενη αποζημίωση θα έθετε τις ενάγουσες στην ίδια θέση, στην οποία θα βρίσκονταν αν ακυρώνονταν οι αμφισβητούμενοι κανονισμοί. Το επιχείρημα, ωστόσο, που προβάλλει η Επιτροπή έχει απορριφθεί στο παρελθόν από το Δικαστήριο με την αιτιολογία ότι τα ένδικα βοηθήματα των άρθρων 173 και 215, δεύτερη παράγραφος, είναι εντελώς ανεξάρτητα μεταξύ τους [ π.χ. υποθέσεις 5/71, Zuckerfabrik Schöppenstedt κατά Συμβουλίου ( EC R 1971, σ. 979) και 238/78, Ireks-Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής ( ECR 1979, σ. 2955 ]. Επομένως, η ένσταση της Επιτροπής είναι, κατά τη γνώμη μου, αστήρικτη.
Ορθώς δεν υποστηρίχτηκε ότι οι υπό κρίση αγωγές μπορούσαν να ασκηθούν μόνο ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά ελληνικού οργανισμού παρέμβασης. Αν ο τρόπος υπολογισμού των ενισχύσεων κριθεί παράνομος, δεν είναι ο εθνικός οργανισμός παρέμβασης αρμόδιος να προβεί στον εκ νέου υπολογισμό τους σύμφωνα με τις ορθές μεθόδους. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο η Επιτροπή κατόπιν αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για να ανακύψει, κατά το άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, ευθύνη από κανονιστικές πράξεις, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις σωρευτικώς: 1 ) πρέπει να συντρέχει κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην προστασία των ιδιωτών 2) ο ενάγων πρέπει να υπέστη ζημία· 3) πρέπει να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών των δύο.
Ως προς την προϋπόθεση 1, οι ενάγουσες δεν προσβάλλουν την κύρια βάση του υπολογισμού της ενίσχυσης που καταβλήθηκε για 100 χιλιόγραμμα του « προϊόντος αναφοράς » κατά την περίοδο εμπορίας 1981-1982. Ισχυρίζονται, ωστόσο, ότι η καταβληθείσα ενίσχυση ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 103, παράγραφος 3, της Πράξης Προσχωρήσεως και με τα άρθρα 7 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης [καθώς και με τα άρθρα 3, στοιχείο στ ), και 40, παράγραφος 2, στοιχείο α ), τα οποία λόγω της γενικότητας τους δεν νομίζω ότι μπορούν να αποτελέσουν βάση αγωγής]. Σύμφωνα με απλό αριθμητικό υπολογισμό βάσει της μεθόδου που εφάρμοσε η Επιτροπή, η ενίσχυση αυτή έπρεπε, κατά τις ενάγουσες, να ανέρχεται σε 46,71 ECU για τα λοιπά εννέα κράτη μέλη και σε 28,02 ECU για την Ελλάδα, όπως δέχτηκε η επιτροπή διαχειρίσεως. Ωστόσο, όπως λέγεται, για να περιορίσει τις δαπάνες κατόπιν εκκλήσεως του Συμβουλίου, η Επιτροπή μείωσε το καθένα από τα ποσά αυτά κατά 6,41 ECU. Συνεπώς, η ενίσχυση που χορηγήθηκε ήταν 40,30 ECU για τους Εννέα και 21,61 ECU για την Ελλάδα.
Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή ( επιφέροντας την οποιαδήποτε μείωση ) παρέβη έτσι το άρθρο 103, παράγραφος 3, της Πράξης Προσχωρήσεως για το λόγο ότι η διάταξη αυτή επιβάλλει το ύψος της ενίσχυσης να καθορίζεται ως το ισόποσο της πραγματικής διαφοράς μεταξύ του επιπέδου των τιμών των τρίτων χωρών και του αντίστοιχου της Ελλάδας. Εκ πρώτης όψεως το επιχείρημα αυτό φαίνεται πειστικό. Ωστόσο, κατόπιν εγγυτέρας εξετάσεως, νομίζω ότι η διάταξη αυτή, όπως και η του άρθρου 3β, παράγραφος 1, επί τη βάσει της οποίας διατυπώθηκε, παρέχει όντως κάποια διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή κατά τον καθορισμό του ύψους των ενισχύσεων. Αυτό οφείλεται στο ότι ο προσδιορισμός του επιπέδου των τιμών των τρίτων χωρών και της Ελλάδας δεν αποτελεί — και αυτό είναι αναπόφευκτο — αριθμητική πράξη ακριβείας. Αυτό φαίνεται καθαρά από τη διατύπωση των οικείων διατάξεων. Οι τιμές των προϊόντων μη κρατών-μελών προσδιορίζονται, δυνάμει του άρθρου 3β, παράγραφος 3, του κανονισμού 516/77, «λαμβανομένων υπόψη » ορισμένων παραγόντων. Παρομοίως, κατά το άρθρο 103, παράγραφος 3, ορισμένα στοιχεία « λαμβάνονται υπόψη » κατά την εκτίμηση του επιπέδου των ελληνικών προϊόντων. Δεν θα δεχόμουν, επομένως, το επιχείρημα αυτό.
Όπως επισημαίνουν οι ενάγουσες, η ποσοστιαία μείωση της ενίσχυσης ήταν μεγαλύτερη για την Ελλάδα από ό,τι για τα λοιπά κράτη μέλη. Ωστόσο, η μείωση σε απόλυτους αριθμούς ήταν η ίδια και, συνεπώς, δεν θα δεχόμουν ότι υπήρξε παράβαση των άρθρων 7 και 40, παράγραφος 3.
Από την άλλη πλευρά, θα δεχόμουν, για τους λόγους που ανέπτυξα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 192/83, το δεύτερο ισχυρισμό των εναγουσών, ότι η Επιτροπή εφαρμόζοντας τους ίδιους συντελεστές στην Ελλάδα και στους « Εννέα » παρέβη το άρθρο 103, παράγραφος 3. Δεδομένου ότι τα επιχειρήματα είναι τα ίδια με εκείνα της υπόθεσης 192/83, δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω εδώ. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι υπό κρίση υποθέσεις αφορούν τις περιόδους εμπορίας 1981-1982 και 1982-1983, ενώ η υπόθεση 192/83 αναφέρεται στην περίοδο εμπορίας 1983-1984. Δυνάμει, όμως των κανονισμών 1962/81, 1602/82 και 1615/83, οι συντελεστές ήταν οι íôtoi και για τις τρεις περιόδους. Συνεπώς οι κανονισμοί 1962/81 και 1602/82 ήταν παράνομοι κατά το μέτρο που αφορούν την Ελλάδα.
Το άρθρο 103, παράγραφος 3, αποτελεί διάταξη Συνθήκης, εφόσον το άρθρο 1, παράγραφος 2, της Συνθήκης Προσχωρήσεως ορίζει ότι η Πράξη Προσχωρήσεως αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Συνθήκης αυτής. Αντίθετα με ό,τι υποστήριξε η Επιτροπή, το γεγονός ότι το άρθρο 103, παράγραφος 3, ρυθμίζει την εφαρμογή του κανονισμού 516/77 στην Ελλάδα κατά τη μεταβατική περίοδο δεν του στερεί το χαρακτήρα διατάξεως Συνθήκης. 'Επεται, κατά την άποψη μου, ότι οι αμφισβητούμενοι κανονισμοί συνιστούν όντως παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου.
Περαιτέρω, νομίζω ότι η παραβίαση ήταν κατάφωρη, ώστε να θεμελιώνεται ευθύνη βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος. Σκοπός του άρθρου 103 ήταν να ευθυγραμμίσει σταδιακά την ενίσχυση που καταβάλλεται στην Ελλάδα για μια περίοδο ορισμένων ετών με την ενίσχυση που καταβάλλεται στα λοιπά κράτη μέλη. Ειδικότερα, η παράγραφος 3 αποβλέπει στην επίτευξη του σκοπού αυτού ορίζοντας ότι, μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία ευθυγραμμίσεως, το επίπεδο των τιμών των ελληνικών προϊόντων υπολογίζεται χωριστά από το αντίστοιχο των εννέα κρατών μελών. Κατά συνέπεια, εφαρμόζοντας στην Ελλάδα τους ίδιους συντελεστές που εφάρμοσε στα λοιπά κράτη μέλη, η Επιτροπή δεν υπέπεσε απλώς σε μικρής σημασίας παράβαση του άρθρου 103, παράγραφος 3, αλλά δεν συμμορφώθηκε με τη βασική αρχή, στην οποία στηρίζεται το άρθρο αυτό.
Επιπλέον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στην προστασία των ιδιωτών, που είναι οι έλληνες μεταποιητές οπωροκηπευτικών, έστω και αν αυτοί οφείλουν με τη σειρά τους να μεριμνήσουν για την καταβολή της ελάχιστης τιμής στους παραγωγούς, που μπορεί να είναι, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, οι κύριοι δικαιούχοι, σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο σκοπό του καθεστώτος ενισχύσεως.
Δεδομένου ότι η παρανομία συνίσταται στη χορήγηση χαμηλότερων ενισχύσεων στις ενάγουσες από ό,τι δικαιούνταν, η ύπαρξη ζημίας και αιτιώδους συνάφειας με την παράνομη πράξη είναι αποδεδειγμένες. Εξάλλου, οι ενάγουσες εκθέτουν λεπτομερέστατα το ακριβές ύψος της ζημίας που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί. Επομένως, μολονότι δεν έχει γίνει αναλυτική έρευνα των λεπτομερειών στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, κατά την άποψη μου, εφόσον είναι σαφές ότι κάποια ζημία υπήρξε, η Επιτροπή ευθύνεται, κατά το άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, σε καταβολή αποζημιώσεως στις ενάγουσες για τη ζημία που τους προκάλεσαν οι κανονισμοί 1962/81 και 1602/82.
Απομένει να υπολογιστεί το ύψος της αποζημίωσης. Αυτό θα εξαρτηθεί από τον εκ νέου υπολογισμό των συντελεστών βάσει των πραγματικών εξόδων μεταποιήσεως που ισχύουν στην Ελλάδα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι επιχειρήσεις που παρουσιάζουν το υψηλότερο κόστος. Το έργο αυτό ανήκει στην Επιτροπή σε συνεργασία με τις ενάγουσες, υπόκειται δε στον έλεγχο του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, επομένως, στο παρόν στάδιο να προσδιορίσει το ύψος της αποζημιώσεως.
Κατά την άποψη μου, η προσφορότερη διαδικασία θα είναι να εκδώσει το Δικαστήριο απόφαση με διατακτικό ανάλογο με των αποφάσεων επί των υποθέσεων 64 και 113/76, Dumortier κατά Συμβουλίου ( ECR 1979, σ. 3091 ). Θα πρέπει η Επιτροπή να διαταχθεί να καταβάλει στις ενάγουσες τη διαφορά μεταξύ του ποσού της ενίσχυσης που καταβλήθηκε κατά τις δύο υπό κρίση περιόδους εμπορίας και του ενδεχομένως υψηλότερου ποσού που θα χορηγούνταν, αν είχαν εφαρμοστεί οι ορθοί συντελεστές. Πέρα από τους συντελεστές και την εφαρμογή τους, οι υπολογισμοί πρέπει κατά τα λοιπά να παραμείνουν αμετάβλητοι, δεδομένου ότι οι συντελεστές είναι το μόνο μέρος του υπολογισμού, το οποίο οι ενάγουσες προσβάλλουν επιτυχώς. Οι διάδικοι θα πρέπει περαιτέρω να κληθούν να γνωστοποιήσουν στο Δικαστήριο, εντός 12 μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης, τα ποσά της αποζημίωσης, στα οποία θα καταλήξουν με κοινή συμφωνία ή, σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας, θα πρέπει να κληθούν να γνωστοποιήσουν στο Δικαστήριο τα αιτήματα τους βάσει αριθμητικών στοιχείων.
Τέλος, υπάρχει το ζήτημα των τόκων. Ήδη από τις υποθέσεις 27 και 39/59, Campolongo κατά Ανωτάτης Αρχής ( ECR 1960, σ. 391, και συγκεκριμένα στη σ. 407 ), το Δικαστήριο διακρίνει μεταξύ τόκων υπερημερίας ( « intérêts moratoires » ) και τόκων « αποζημιώσεως » ( « intérêts compensatoires » ). Οι πρώτοι οφείλονται αυτοδικαίως σε περίπτωση υπερημερίας, ενώ οι τόκοι « αποζημιώσεως » είναι καταβλητέοι μόνον όταν αποδεικνύεται συγκεκριμένη ζημία.
Οι ενάγουσες αξιώνουν την καταβολή τόκου προς 24 0/0 βάσει των επιτοκίων που ισχύουν στην Ελλάδα. Δεν ισχυρίζονται ότι θα επένδυαν τα χρήματα και ότι έχασαν τους τόκους που θα ελάμβαναν με τον τρόπο αυτό, αλλά ότι, μερικές τουλάχιστον απ' αυτές, στερούμενες χρημάτων, διότι δεν έλαβαν το πλήρες ποσό της ενίσχυσης, αναγκάστηκαν να δανειστούν από τράπεζες. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι η ανάγκη δανεισμού χρημάτων ανέκυψε τόσο από τη μη λήψη της ενίσχυσης, όσο από τη γενική οικονομική τους κατάσταση. Νομίζω, κατά συνέπεια, ότι δεν δικαιούνται το επιτόκιο, το οποίο ζητούν. Από την άλλη πλευρά ( μολονότι, όπως έχω πει στο παρελθόν, φρονώ ότι το 6 % δεν συμφωνεί πλέον με τα τρέχοντα επιτόκια και μολονότι εγώ τουλάχιστον θα επιδίκαζα 8 %), όπως προκύπτει από τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 75 και 117/82 Razzouk και Beydoun κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1509) και την υπόθεση 737/79, Battaglia κατά Επιτροπής, ( Συλλογή 1985, σ. 72 ), πρέπει να επιδικαστεί τόκος προς 6o/ο, υπολογιζόμενος από την ημερομηνία της καταθέσεως των αγωγών στο Δικαστήριο, επί του ποσού που τυχόν θα διαπιστωθεί ότι οφείλεται σε καθεμία από τις ενάγουσες.
Συμπεραίνω, κατά συνέπεια, ότι η Επιτροπή οφείλει σύμφωνα με το άρθρο 215 της Συνθήκης, να αποκαταστήσει το ύψος της όποιας ζημίας διαπιστωθεί ότι υπέστησαν οι ενάγουσες λόγω του ότι η Επιτροπή δεν υπολόγισε το ύψος της ενίσχυσης που οφειλόταν για ποσότητες τοματοπολτού, εκτός από τον τοματοπολτό περιεκτικότητας σε ξηρό εκχείλισμα μεταξύ 28o/ο και 30 ο/ο, συσκευασίας κάτω του 1,5 kg, εντόκως από την ημερομηνία της κατάθεσης των αγωγών στο Δικαστήριο προς 6o/ο ετησίως και ότι η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των εναγουσών.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy