ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 20ής Μαρτίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση υπόθεση είναι η πρώτη από τις τέσσερις υποθέσεις που εκδικάζονται ταυτόχρονα και στις οποίες η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι οι επιβαλλόμενοι από τα καθών κράτη μέλη περιορισμοί στις δραστηριότητες συνασφάλισης είναι αντίθετοι προς το κοινοτικό δίκαιο. Οι υπόλοιπες υποθέσεις είναι οι 252/83 ( Επιτροπή κατά Δανίας ), 205/84 ( Επιτροπή κατά Γερμανίας ), και 206/84 ( Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ). Η σπουδαιότητα των υποθέσεων αυτών υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι στις σχετικές διαδικασίες μετέσχαν οκτώ από τα δέκα κράτη μέλη: οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο παρενέβησαν υπέρ της Επιτροπής, ενώ το Βέλγιο και η Ιταλία παρενέβησαν υπέρ των τεσσάρων καθών.
Λόγω των διαφορών που υφίστανται στις διάφορες νομοθεσίες και των διαφορετικών προβλημάτων που ανακύπτουν στις διάφορες υποθέσεις, είναι αναγκαίο να ασχοληθώ με κάθε υπόθεση χωριστά. Πάντως, τα προβαλλόμενα επιχειρήματα επικαλύπτονται σε κάποιο βαθμό και εκδείκνυται, εφόσον τα εν λόγω επιχειρήματα αφορούν τη συνασφάλιση, να ασχοληθώ μ' αυτά σ' αυτήν, την πρώτη υπόθεση, αφού, άλλωστε, όπως τόνισε και η ιρλανδική κυβέρνηση, η παρούσα υπόθεση αφορά μόνο τη συνασφάλιση.
Όπως προκύπτει, οι διάδικοι συμφωνούν στο ότι η συνασφάλιση συνεπάγεται την ασφάλιση ενός και μόνο κινδύνου από ορισμένους συνα-σφαλιστές, καθένας από τους οποίους ευθύνεται μόνο κατ' αναλογία του κινδύνου που ασφαλίζει. 'Ετσι, οι συνασφαλιστές δεν ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο για ολόκληρο τον κίνδυνο. Ο ένας από τους ασφαλιστές ενεργεί ως κύριος ασφαλιστής και υπό την ιδιότητα του αυτή διαπραγματεύεται τους όρους της συμβάσεως ασφαλίσεως, αλλά δεν απαιτείται να αναλάβει παρά ένα μικρό μέρος του κινδύνου. Επομένως, η σύμβαση αυτή είναι διαφορετική από την αντασφάλιση, όπου ο ασφαλιστής μετακυλίει μέρος των κινδύνου, ενώ εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι του ασφαλιζομένου για ολόκληρο το ποσό.
Η προσφυγή
Με την προσφυγή της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλία:
α)
εκδίδοντας το νόμο 81-5 της 7ης Ιανουαρίου 1981 και το διάταγμα 81-443 της 7ης Μαΐου 1981, κατά το μέτρο που τα νομοθετήματα αυτά υποχρεώνουν μια κοινοτική ασφαλιστική επιχείρηση είτε να είναι εγκατεστημένη στη Γαλλία είτε να υποβάλλεται σε διαδικασία εκδόσεως αδείας προκειμένου να μπορεί να παρέχει υπηρεσίες συνασφαλίσεως στη Γαλλία ως κύριος ασφαλιστής, παρέβη τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ·
β)
εκδίδοντας το προαναφερθέν διάταγμα, παρέβη τις ίδιες διατάξεις της Συνθήκης, καθόσον εμποδίζει τις κοινοτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν είναι εγκατεστημένες στη Γαλλία να μετέχουν σε πράξεις συνασφαλίσεως για κινδύνους οι οποίοι, λόγω της φύσεως ή του μεγέθους τους, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του εν λόγω διατάγματος'
γ)
εφαρμόζοντας, μέσω αποφάσεων των εθνικών αρχών, τα αναφερόμενα υπό στοιχεία α) και β) νομοθετήματα, παραβίασε τις αρχές του άμεσου αποτελέσματος των διατάξεων αυτών της Συνθήκης και της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου.
Μολονότι η Επιτροπή περιόρισε, κατά τη γνώμη μου, τους ισχυρισμούς της στο ότι οι εν λόγω διατάξεις της γαλλικής νομοθεσίας συνιστούν παράβαση των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης ( και όχι ότι οι οδηγίες δεν ενσωματώθηκαν όπως έπρεπε στη γαλλική νομοθεσία), δόθηκε μεγάλη προσοχή όσον αφορά την επιχειρηματολογία σχετικά με τις δύο οδηγίες του Συμβουλίου. Εφόσον το αποτέλεσμα των οδηγιών αυτών είναι σχετικό προς τους προβληθέντες ισχυρισμούς, θεωρώ ενδεδειγμένο να προβώ, ευθύς εξαρχής, σε μια συνοπτική περιγραφή τους.
Οι σχετικές οδηγίες είναι οι οδηγίες 73/239 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφα-λίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157) και 78/473 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων στον τομέα της κοινοτικής συνασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 14). Η οδηγία του 1973 στηρίζεται στο άρθρο 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης, ενώ η οδηγία του 1978 θεμελιούται τόσο στην πιο πάνω διάταξη όσο και στο άρθρο 66.
Η οδηγία 73/239 υποχρεώνει κάθε κράτος μέλος να εξαρτά την ανάληψη δραστηριοτήτων στον τομέα της άμεσης ασφάλισης (εκτός από τους κλάδους εκείνους που εξαιρούνται, όπως η ασφάλιση ζωής ) στο έδαφός του από την κατοχή επίσημης άδειας που πρέπει να λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή του « ενδιαφερομένου κράτους μέλους » από κάθε επιχείρηση που ορίζει την έδρα της στο εν λόγω κράτος μέλος ή η οποία, αν και έχει την έδρα της σε άλλο κράτος μέλος, ιδρύει υποκατάστημα ή πρακτορείο στο « ενδιαφερόμενο » κράτος μέλος. Επομένως, είναι σαφές ότι η άδεια πρέπει να λαμβάνεται τόσο στο κράτος μέλος όπου υπάρχει η έδρα όσο και σ' αυτό όπου έχει ιδρυθεί πρακτορείο ή υποκατάστημα. Εντούτοις η οδηγία περιλαμβάνει ρυθμίσεις σχετικά με την εγκατάσταση και με την παροχή υπηρεσιών στα κράτη μέλη όπου δεν υφίστανται ούτε έδρα ούτε υποκατάστημα ή πρακτορείο.
Η οδηγία καθορίζει περαιτέρω ορισμένες προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν πριν χορηγηθεί η άδεια. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 15 έως 21 προβλέπουν τη σύσταση χρηματικών αποθεματικών και περιθώρια φερεγγυότητας, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι εταιρίες μπορούν να αντιμετωπίζουν οικονομικές τους υποχρεώσεις. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη βαρύνονται με την τήρηση των πιο πάνω υποχρεώσεων. Σχετικά, η οδηγία δεν επιβάλλει πλήρη ομοιομορφία. 'Ετσι, παραδείγματος χάρη, το ποσό των τεχνικών αποθεματικών πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με κανόνες που έχουν θεσπιστεί από τα κράτη μέλη. Εξάλλου, η οδηγία δεν εναρμονίζει τους γενικούς και ειδικούς όρους των ασφαλιστηρίων (π.χ. συμβατικές ρήτρες ) ή τα τιμολόγια ( άρθρο 10, παράγραφος 3 ).
Η οδηγία 78/473 δεν εφαρμόζεται επί κάθε συνασφαλίσεως.
Έτσι, το άρθρο της 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται μόνο στους κινδύνους ορισμένων κλάδων που αναφέρονται στο παράρτημα της οδηγίας του 1973 [π.χ. κλάδος 4 ( σιδηροδρομικά οχήματα ), 5 ( αεροσκάφη ), 6 (πλοία)] και, σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 2, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται μόνο στους αναφερόμενους στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, κινδύνους, « οι οποίοι σπό τη φύση τους ή τη σπουδαιότητα τους απαιτούν για την εγγύηση τους τη συμμετοχή πολλών ασφαλιστών ».
Επιπλέον, το άρθρο 2 ορίζει ότι:
« 1)
Οι μόνες εργασίες κοινοτικής συνασφαλίσεως, στις οποίες αναφέρεται η παρούσα οδηγία, είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στους ακόλουθους όρους:
α)
ο κίνδυνος, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, καλύπτεται από πολλές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που αποκαλούνται εφεξής “ συνασφαλι-στές”, από τις οποίες μία είναι ο κύριος ασφαλιστής, χωρίς να υπάρχει αλληλέγγύη υποχρέωση μεταξύ τους, διά κοινής συμβάσεως με συνολικό ασφάλιστρο και για την ίδια διάρκεια'
β)
ο κίνδυνος αυτός ευρίσκεται στο εσωτερικό της Κοινότητας·
γ)
για την εγγύηση του κινδύνου αυτού, ο κύριος ασφαλιστής αναλαμβάνει την εντολή υπό τους όρους που προβλέπονται στην πρώτη οδηγία συντονισμού, δηλαδή θεωρείται ως ο ασφαλιστής που θα κάλυπτε ολόκληρο τον κίνδυνο ·
δ)
ένας τουλάχιστον από τους συνασφα-λιστές συμμετέχει στη σύμβαση από την εταιρική έδρα του ή ένα πρακτορείο ή υποκατάστημα εγκατεστημένο σε ένα κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του κύριου ασφαλιστού'
ε)
ο κύριος ασφαλιστής αναλαμβάνει πλήρως το ρόλο που του ανατίθεται στην πρακτική της συνασφαλίσεως και ιδίως προσδιορίζει τους όρους ασφαλίσεως και το ύφος των ασφαλίστρων. »
Το άρθρο 3 ορίζει ότι: « Η ευχέρεια συμμετοχής σε κοινοτική συνασφάλιση για τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε ένα κράτος μέλος και που υπόκεινται και ανταποκρίνονται στις διατάξεις της πρώτης οδηγίας συντονισμού δεν δύναται να υπόκειται σε διατάξεις άλλες από εκείνες της παρούσης οδηγίας. » Το άρθρο 4 θέτει κανόνες σχετικά με τα τεχνικά αποθεματικά για πράξεις συνασφαλίσεως.
Η θέσπιση του άρθρου 2, παράγραφος 1, στην τελική του μορφή, οδήγησε στην παρακάτω δήλωση που περιελήφθη στα πρακτικά της συνεδριάσεως του Συμβουλίου:
« Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι η έκδοση της παρούσας οδηγίας, και ιδίως του άρθρου της 2, παράγραφος 1, κατ' ουδένα τρόπο προδικάζει την επίλυση της υφισταμένης μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής διαφοράς ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στις αποφάσεις του Δικαστηρίου τις σχετικές με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (υπόθεση 33/74, Van Binsbergen ).
Το παρόν κείμενο δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις περί της εγκαταστάσεως του κύριου ασφαλιστή, οι οποίες πρέπει να εκτιμώνται βάσει της Συνθήκης και, εφόσον καθίσταται αναγκαίο, από το Δικαστήριο σε τελευταίο βαθμό.»
Υπό το φως της απόφασης στην υπόθεση 33/74, Van Binsbergen ( ECR 1974, σ. 1299 ), η Επιτροπή θεώρησε, και εξακολουθεί να θεωρεί, ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαιτεί από ασφαλιστές που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη και επιδιώκουν την άσκηση συνασφαλιστικών δραστηριοτήτων στο έδαφός του να είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος ή να λαμβάνουν προς τούτο άδεια και ότι μια τέτοια υποχρέωση θα ισχύει, δυνάμει των άρθρων 59 και 60, και για τους κύριους ασφαλιστές που μετέχουν σε πράξη συνασφαλίσεως. Η πλειοψηφία των κρατών μελών είχε τη γνώμη ότι τέτοιες απαιτήσεις ήταν νόμιμες, τουλάχιστον μέχρι την πλήρη εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων περί ασφαλίσεως, και ότι η οδηγία του 1978 απλώς τα υποχρέωνε να καταργήσουν τις σχετικές με την εγκατάσταση και την άδεια προϋποθέσεις ως προς τους συνασφαλιστές της Κοινότητας, αλλά όχι και ως προς τους κύριους ασφαλιστές. Κατά συνέπεια, πράγματι κατάργησαν τις προϋποθέσεις αυτές ως προς τους εν λόγω συνασφαλιστές εκτός των κύριων ασφαλιστών.
Στις 30 Δεκεμβρίου 1975, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση δεύτερης οδηγίας περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την άμεση ασφάλιση, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και τη θέσπιση διατάξεων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών (OJ 1976, C 32, σ. 2). Το σχέδιο αυτό, αν και σημαντικά τροποποιημένο, εκκρεμεί ακόμα στο Συμβούλιο. Το εν λόγω σχέδιο οδηγίας αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη συμπλήρωση των διατάξεων της πρώτης οδηγίας όσον αφορά τα τεχνικά αποθεματικά και τον καθορισμό της εφαρμοστέας στη σύμβαση νομοθεσίας. Εντούτοις, υφίστανται ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της Επιτροπής και μερικών κρατών μελών, αφενός, και της πλειοψηφίας των κρατών μελών, αφετέρου, ως προς τους όρους ( ασφαλίσεως ) που πρέπει να υιοθετηθούν.
Οι επίμαχες γαλλικές διατάξεις θεσπίστηκαν προς εφαρμογή της οδηγίας του 1978. Το άρθρο 36 του νόμου της 7ης Ιανουαρίου 1981 ορίζει ότι «η γαλλική ή αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που δρα, στο πλαίσιο μιας κοινοτικής συμβάσεως συνασφαλίσεως, ως κύριος ασφαλιστής πρέπει να έχει λάβει σχετική άδεια σύμφωνα με το άρθρο L 321-1 » του ασφαλιστικού κώδικα. Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο, οι « επιχειρήσεις που υπόκεινται στον έλεγχο του κράτους... δεν μπορούν να αρχίσουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες εφόσον δεν έχουν λάβει άδεια ».
Αυτό σημαίνει ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνει και τον κύριο ασφαλιστή που ιδρύει ένα κατάστημα στη Γαλλία, εφόσον το άρθρο R 321-7, παράγραφος 1, στοιχείο e), του ασφαλιστικού κώδικα προβλέπει ότι στην αίτηση χορηγήσεως αδείας που υποβάλλεται από αλλοδαπή επιχείρηση, η καταστατική έδρα της οποίας βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, πρέπει να περιλαμβάνονται « ... στοιχεία αποδεικνύοντα ότι η επιχείρηση διαθέτει υποκατάστημα στον τόπο που επιλέγει ως κατοικία ». Η Γαλλία, απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, αρνήθηκε ότι η πιο πάνω διάταξη ισοδυναμούσε με την επιβολή υποχρεώσεως στις ασφαλιστικές εταιρίες να εγκατασταθούν στη Γαλλία. Πάντως, η γαλλική κυβέρνηση δεν επέμεινε στο σημείο αυτό και, ενόψει της διατύπωσης των σχετικών διατάξεων, έχω τη γνώμη ότι, όπως παρατηρήθηκε στο πλαίσιο σημαντικού τμήματος της σχετικής επιχειρηματολογίας, πρόκειται πράγματι περί υποχρεώσεως εγκαταστάσεως.
Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι ένας ασφαλιστής υποχρεούται, εφόσον πρόκειται να ασκήσει δραστηριότητες κύριου ασφαλιστή για κίνδυνο που βρίσκεται στη Γαλλία, αφενός, να έχει λάβει άδεια από τις γαλλικές αρχές και, αφετέρου, να είναι εγκατεστημένος στη χώρα αυτή. Όπως ισχυρίστηκε η Επιτροπή και με την αιτιολογημένη της γνώμη και με την προσφυγή της, οι δύο υποχρεώσεις είναι σωρευτικές και όχι διαζευκτικές. Εξάλλου, οι λοιποί συνασφαλιστές εξαιρούνται, δυνάμει του άρθρου 36 του νόμου, των υποχρεώσεων αυτών, στο δε Δικαστήριο ελέχθη, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, από τον εκπρόσωπο της γαλλικής κυβέρνησης ότι οι διατάξεις αυτές δεν ισχύουν στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος κατοικεί μεν στη Γαλλία, ο κίνδυνος όμως βρίσκεται εκτός της χώρας αυτής.
Το άρθρο 36 του νόμου πρόβλεψε επίσης την έκδοση διατάγματος καθορίζοντος τις προϋποθέσεις λειτουργίας της κοινοτικής συνασφάλισης. κατά συνέπεια, με το Διάταγμα 81-443 της 7ης Μαΐου 1981, οι πράξεις αυτού του είδους περιορίστηκαν στους κλάδους των κινδύνων που καλύπτονται από την οδηγία του 1978. Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν τίθεται ζήτημα ασφαλίσεως ζωής. Επιπλέον, το εν λόγω διάταγμα εξουσιοδότησε τον Υπουργό Οικονομικών να καθορίσει τα κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού, κάτω των οποίων η κοινοτική συνασφάλιση απαγορεύεται. Το διάταγμα ορίζει τα ανώτατα όρια που μπορούν να καθορισθούν από τον υπουργό. Για κινδύνους των κλάδων 4, 5, 6, 7, 11 και 12, το ανώτατο όριο δεν μπορεί να υπερβεί τα 30 εκατομμύρια λογιστικών μονάδων. Για τους κινδύνους των κλάδων 8,9 και 16 δεν μπορεί να υπερβεί τα 50 εκατομμύρια λογιστικών μονάδων. Τέλος, για τους κινδύνους του κλάδου 13, εφόσον εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας του 1978 και του Διατάγματος 81-443, το ανώτατο όριο πρέπει να καθορίζεται σε συνάρτηση με τον κύκλο εργασιών του ασφαλισμένου. Το εν λόγω όριο δεν μπορεί να υπερβεί τα 200 εκατομμύρια λογιστικών μονάδων. Στην πραγματικότητα, δεν καθορίστηκαν όρια από τον υπουργό για οποιονδήποτε από τους εν λόγω κινδύνους.
Τέλος, το άρθρο 1004 του Φορολογικού Κώδικα ορίζει ότι οι « αλλοδαποί ασφαλιστές πρέπει να διαθέτουν εγκεκριμένο από τις φορολογικές αρχές γάλλο αντιπρόσωπο, ευθυνόμενο προσωπικά για φόρους και κυρώσεις ». Η Επιτροπή δεν προσέβαλε αυτή καθαυτή την εν λόγω διάταξη, αλλά έγινε έμμεση επίκληση της από τη Γαλλία.
Eni του παραδεκτού
Η γαλλική κυβέρνηση υποστήριξε ότι, θεσπίζοντας τις αμφισβητούμενες διατάξεις, προέβη σε πιστή εφαρμογή της οδηγίας του 1978 και ότι έτσι, στην πραγματικότητα, η Επιτροπή θέτει υπό αμφισβήτηση το κύρος της οδηγίας αυτής. Η εν λόγω κυβέρνηση υπαινίσσεται ότι ο ορθός τρόπος ενέργειας της Επιτροπής θα ήταν να επιδιώξει, σύμφωνα με το άρθρο 173, την ακύρωση της οδηγίας στον κατάλληλο χρόνο. Αυτό συνεπάγεται, κατά τη γνώμη της γαλλικής κυβερνήσεως, ότι σήμερα η Επιτροπή δεν δικαιούται στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 169 να αμφισβητήσει το κύρος της οδηγίας. Κάτι τέτοιο, ισχυρίζεται η Γαλλία, είναι αντίθετο προς την αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Ορισμένα άλλα κράτη μέλη εξέφρασαν την ίδια άποψη.
Η Επιτροπή αρνείται κατηγορηματικά ότι αμφισβητεί, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, το κύρος της οδηγίας. Διατείνεται ότι ερμηνεύει την οδηγία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτή να συμβιβάζεται προς την έννοια που αυτή δίνει στα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης.
Νομίζω ότι αυτός είναι στη ουσία ο ισχυρισμός της Επιτροπής και δεν θεωρώ, για το λόγο αυτό, το αίτημα της απαράδεκτο.
Η Ιρλανδία, στη δική της υπόθεση, προβάλλει ένα επιχείρημα κατά του παραδεκτού της προσφυγής, το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον, αν το επιχείρημα αυτό ευσταθεί, ισχύει τόσο για την υπό κρίση όσο και για τις υπόλοιπες υποθέσεις. Η Ιρλανδία διατείνεται ότι η Επιτροπή, ασκώντας την υπό κρίση προσφυγή ενώ το δεύτερο σχέδιο οδηγίας εκκρεμεί ενώπιον του Συμβουλίου, « προσπαθεί να σφετεριστεί τις θεσμικές διαδικασίες που έχουν ήδη κινηθεί από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ... » Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να επιτελέσει το έργο που η Συνθήκη ΕΟΚ, σύμφωνα με το άρθρο της 57, παράγραφος 2, έχει αναθέσει στο Συμβούλιο. Δεν βλέπω κανένα σοβαρό, από νομική άποψη, λόγο που να εμποδίζει την Επιτροπή να αμφισβητεί τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, έστω και αν μια άλλη οδηγία τελεί υπό συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου. Οι δύο διαδικασίες είναι ξεχωριστές και δεν αποκλείει η μία την άλλη. Αν δεν συνέβαινε αυτό, η Επιτροπή θα ήταν αναγκασμένη να αποσύρει το σχέδιο οδηγίας της, πράγμα που ίσως συνεπαγόταν ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση. Επομένως, απορρίπτω τον περί απαραδέκτου ισχυρισμό.
Επομένως, δεν μπορώ να δεχτώ ότι η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ευθύς εξαρχής ως απαράδεκτη.
Επί της πρώτης αιτιάσεως
Μολονότι στις υποθέσεις που αφορούν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και την Ιρλανδία η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται όσον αφορά την εγκατάσταση και τη χορήγηση άδειας στον κύριο ασφαλιστή αντίκεινται στα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης και στην οδηγία του 1978, στη σχετική με την υπό κρίση υπόθεση προσφυγή της, καθώς και στη σχετική με τη Δανία υπόθεση, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι πιο πάνω διατάξεις έρχονται σε αντίθεση μόνο με τα άρθρα 59 και 60. Παρά την υπολανθάνουσα επιχειρηματολογία όσον αφορά το ότι η οδηγία δεν μεταφέρθηκε ορθώς στη γαλλική νομοθεσία, η μόνη εξεταστέα κατά τη γνώμη μου αιτίαση είναι το αν οι γαλλικές διατάξεις αντίκεινται στη Συνθήκη.
Πράγματι, οι γαλλικοί κανόνες ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις εγκαταστάσεως και χορηγήσεως αδείας μαζί. Εξάλλου, και αν αποδεικνυόταν ότι η προϋπόθεση εγκαταστάσεως δεν είναι δικαιολογημένη, θα έπρεπε επίσης να εξεταστεί αν είναι δικαιολογημένη η προϋπόθεση της προηγουμένης χορηγήσεως αδείας. Το πρόβλημα αυτό φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, μάλλον δυσκολότερο, εφόσον, μεταξύ άλλων, δεν πρόκειται να εξεταστούν οι αποτρεπτικού χαρακτήρα δαπάνες εγκαταστάσεως. Εντούτοις, είναι σαφές ότι η προϋπόθεση της προηγουμένης χορηγήσεως αδείας μπορεί να συνιστά πραγματικό περιορισμό στην παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια των εν λόγω δύο άρθρων της Συνθήκης.
Θα εξετάσω πρώτα το ζήτημα της εγκαταστάσεως.
Νομίζω ότι το να απαγορεύει ένα κράτος μέλος σε μια εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος επιχείρηση να παρέχει υπηρεσίες ασφαλίσεως ως ο κύριος ασφαλιστής σε πράξεις συνασφαλίσεως στο εν λόγω κράτος μέλος, για το λόγο ότι δεν είναι εγκατεστημένη στο κράτος αυτό, συνιστά καταφανή εκ πρώτης όψεως περιορισμό στην παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια των άρθρων 59 και 60, το άμεσο αποτέλεσμα των οποίων αναγνωρίζεται απ' όλους τους διαδίκους.
Το πρώτο επιχείρημα που προβάλλεται, ότι δηλαδή η προϋπόθεση εγκαταστάσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 59 και 60 καθόσον θέτει απλώς τις επιχειρήσεις από άλλα κράτη μέλη στην ίδια μοίρα με τους ασφαλιστές που είναι εγκατεστημένοι στη Γαλλία, αγνοεί την όλη φύση και το σκοπό των άρθρων 59 και 60. Για τους λόγους που έχω εκθέσει στις προτάσεις στην υπόθεση 279/80 (Webb, Συλλογή 1981, σ. 3305, και ιδίως στις σσ. 3330 μέχρι 3333 ), έχω τη γνώμη ότι τα εν λόγω άρθρα απαγορεύουν κάθε περιορισμό στην παροχή υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών, ανεξαρτήτως του αν αυτός εισάγει ή όχι διακρίσεις, εξαιρουμένων μόνο των περιπτώσεων όπου ο περιορισμός αυτός είναι δικαιολογημένος.
Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση 76/81 ( Transporoute κατά Ministère des Travaux publics, Συλλογή 1982, σ. 417 και ιδίως σσ. 427 και 428): «το να εξαρτάται σε ένα κράτος μέλος η παροχή υπηρεσιών από μία επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος από την κτήση αδείας εγκαταστάσεως στο πρώτο κράτος θα είχε ως συνέπεια να αφαιρείται κάθε πρακτικό αποτέλεσμα από το άρθρο 39 της Συνθήκης, αντικείμενο του οποίου είναι ακριβώς η κατάργηση των περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από πρόσωπα μη εγκατεστημένα στο κράτος στο έδαφος του οποίου πρέπει να εκτελεσθεί η παροχή. »
Εξάλλου, στον τομέα των ασφαλίσεων, οι μεγάλες δαπάνες που προβλέπονται για την ίδρυση υποκαταστήματος ή θυγατρικής εταιρίας σε άλλο κράτος μέλος αποτελούν, αυτές καθαυτές, ένα ενδεχόμενο σημαντικό αποτρεπτικό παράγοντα, ειδικότερα στο πεδίο της συνασφάλισης όπου είναι δυνατό τέτοιες συμβάσεις να μη συνάπτονται συχνά, ενώ είναι τόσο σημαντικές ώστε να απαιτείται, πιθανώς, η σύμπραξη της έδρας του ασφαλιστή.
Επομένως, τίθεται το ερώτημα αν η υποχρέωση να είναι ο κύριος ασφαλιστής εγκατεστημένος στη Γαλλία για να μπορεί να παρέχει υπηρεσίες ασφαλίσεως δικαιολογείται είτε από λόγους δημοσίας τάξεως, σύμφωνα με το άρθρο 56, παράγραφος 1, της Συνθήκης, είτε χάριν του γενικού συμφέροντος, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που τέθηκαν με την απόφαση Van Binsbergen και τις μεταγενέστερες αποφάσεις.
Βάσει του άρθρου 60, παράγραφος 3, της Συνθήκης ( « με την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου που αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως, εκείνος που παρέχει υπηρεσία δύναται για την εκτέλεση αυτής να ασκήσει προσωρινά τη δραστηριότητά του στο κράτος όπου παρέχεται η υπηρεσία με τους ίδιους όρους που το κράτος αυτό επιβάλλει στους δικούς του υπηκόους » ) και των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Reischl στην υπόθεση Van Binsbergen (σ. 1316) κατά τα οποία το άρθρο 60, παράγραφος 3, « αφορά σαφώς » την περίπτωση κατά την οποία ο παρέχων τις υπηρεσίες υποχρεούται να είναι ενίοτε φυσικώς παρών στο κράτος μέλος, η Επιτροπή επιδιώκει α ) να συναγάγει ότι υφίσταται διάκριση μεταξύ της καταστάσεως κατά την οποία ο προσφέρων την υπηρεσία είναι φυσικώς παρών και εκείνης — πράγμα που είναι πιθανό να συμβεί σε συμβάσεις ασφαλίσεως — κατά την οποία η υπηρεσία παρέχεται δι' αλληλογραφίας ή τηλεφωνικής επικοινωνίας ή τηλετυπήματος και β ) να ισχυριστεί ότι το άρθρο 60, παράγραφος 3, ισχύει μόνο εκεί όπου ο παρέχων την υπηρεσία είναι φυσικώς παρών.
Δεν δέχομαι τη διάκριση αυτή. Αν για την παροχή μιας υπηρεσίας δικαιολογείται η επιβολή όρων, αυτό μπορεί να συμβαίνει είτε ο παρέχων την υπηρεσία είναι φυσικώς παρών είτε όχι. Στην υπόθεση 15/78 ( Société générale alsacienne de banque κατά Koestier, ECR 1978, σ. 1971 ), ο καθού μπόρεσε να επικαλεστεί τη γερμανική νομοθεσία περί συμβάσεων στοιχήματος, μερικές από τις οποίες είχαν συναφθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 60, ενώ ο καθού βρισκόταν στη Γερμανία, έστω και αν η ενάγουσα τράπεζα, που είχε παράσχει την υπηρεσία, ήταν εκτός Γερμανίας.
Ούτε είναι ορθό να θεωρείται, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι το άρθρο 60, παράγραφος 3, εξομοιώνει με εγκατάσταση την προσωρινή άσκηση δραστηριοτήτων στο κράτος μέλος παροχής της υπηρεσίας.
Έτσι, το άρθρο 60, παράγραφος 3, δεν επιτρέπει, αυτό καθαυτό, την επιβολή, για την παροχή υπηρεσιών, των ίδιων προϋποθέσεων με αυτές που μπορεί να δικαιολογούνται για την εγκατάσταση. Στη 16η σκέψη της αποφάσεως στην προαναφερθείσα υπόθεση Webb το Δικαστήριο δέχτηκε:
« Ο σκοπός του άρθρου 60, εδάφιο 3, είναι, προεχόντως, να δώσει τη δυνατότητα στον παρέχοντα την υπηρεσία να ασκήσει τη δραστηριότητά του εντός του κράτους μέλους όπου παρέχεται η υπηρεσία, χωρίς διάκριση σε σχέση με τους υπηκόους του εν λόγω κράτους. Δεν συνάγεται όμως εξ αυτού ότι κάθε εθνική νομοθεσία, η οποία εφαρμόζεται στους υπηκόους του εν λόγω κράτους και αφορά κανονικώς μία μόνιμη δραστηριότητα των εγκατεστημένων στο τελευταίο επιχειρήσεων, μπορεί να εφαρμοστεί στο σύνολό της και κατά τον ίδιο τρόπο και σε προσωρινού χαρακτήρα δραστηριότητες, που ασκούν οι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη επιχειρήσεις ».
Εξάλλου, ίσως είναι δυνατό να υποστηριχτεί ότι ένας άλλος κύριος στόχος του άρθρου 60 είναι να διατηρηθεί η διάκριση μεταξύ εγκαταστάσεως και της καταστάσεως κατά την οποία ο παρέχων υπηρεσίες προσωρινώς μόνο μεταβαίνει σε ένα κράτος μέλος, οπότε εφαρμόζονται για την περίπτωση του οι διατάξεις περί παροχής υπηρεσιών και όχι περί εγκαταστάσεως.
Εντούτοις, οι επιβαλλόμενοι στην παροχή υπηρεσιών περιορισμοί, είτε ο παρέχων αυτές είναι φυσικώς παρών είτε όχι, πρέπει να αποδεικνύονται ότι δικαιολογούνται από το γενικό συμφέρον, ότι είναι ανάλογοι προς τον επιδιωκόμενο στόχο και ότι λαμβάνουν υπόψη τις προϋποθέσεις που ο παρέχων υπηρεσίες πληροί στη χώρα που είναι εγκατεστημένος.
Η ασφάλιση είναι ένας σημαντικός και ευαίσθητος κλάδος του τομέα της παροχής υπηρεσιών: πρέπει να εξετάζεται η φερεγγυότητα του ασφαλιστή, πράγμα που αποτελεί ενδεδειγμένη προστασία για τον ασφαλισμένο και, όντως, για τους τρίτους που μπορεί να θίγονται από τα γεγονότα που γεννούν την ασφαλιστική απαίτηση. Εξάλλου, μολονότι όλα τα κράτη μέλη μπορεί να λαβάνουν υπόψη τους παράγοντες αυτούς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υφίστανται διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών — όσον αφορά τις περιπτώσεις που μπορεί να μη αποτελούν αντικείμενο ασφαλίσεως, τους τρόπους και την έκταση της αναγκαίας προστασίας που αποκτάται, τις συνέπειες της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων — και η ίδια η οδηγία του 1973 επιτρέπει να καθορίζεται το ύψος των « επαρκών » τεχνικών αποθεματικών με κανόνες των κρατών μελών, ενώ οι κανόνες όσον αφορά τη νομισματική αντιστοιχία και τον τόπο των στοιχείων ενεργητικού μπορούν να καθίστανται από τα κράτη μέλη ελαστικότεροι. Το ζήτημα της δικαιολογήσεως πρέπει να εξεταστεί ενόψει αυτών των παρεμφερών στοιχείων.
Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες δικαιολογείται πλήρης απαγόρευση παροχής υπηρεσιών από άλλο κράτος μέλος είναι, κατά τη γνώμη μου, σπάνιες, όπως όντως συμβαίνει και όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ( υποθέσεις 155/82, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1983, σ. 531, και 247/81, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1984, σ. 1111, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν εδικαιολο-γείτο η για λόγους δημοσίας υγείας επιβολή υποχρεώσεως σε μια επιχείρηση που πωλεί τοξικά ή δυνάμει τοξικά προϊόντα σε άλλο κράτος μέλος να είναι εγκατεστημένη στο εν λόγω κράτος).
Ποιοι είναι οι κύριοι λόγοι που προβάλλονται στην υπό κρίση υπόθεση προκειμένου να δικαιολογηθεί η υποχρέωση εγκαταστάσεως;
Πρώτον, η Γαλλία ισχυρίζεται ότι η υποχρέωση εγκαταστάσεως δικαιολογείται από την πρόληψη της φοροδιαφυγής. Ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται σαφώς με την ύπαρξη του άρθρου 1004 του Φορολογικού Κώδικα που έχω ήδη αναφέρει. Αν ο ισχυρισμός αυτός γινόταν δεκτός, φαίνεται ότι θα ίσχυε εξίσου και για όλες τις άλλες δραστηριότητες που καλύπτονται από το άρθρο 59. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη αχρήστευση του άρθρου 59. Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς επισήμαναν η βρετανική και ολλανδική κυβέρνηση, ο εν λόγω στόχος μπορεί να επιτευχθεί και, σύμφωνα με την ολλανδική κυβέρνηση, έχει επιτευχθεί, με το να υποχρεώνονται οι ασφαλισμένοι να αφαιρούν το φόρο από τα ασφάλιστρα και να τον καταβάλλουν απευθείας στις φορολογικές αρχές. Ομοίως, και άλλοι τρόποι φαίνονται δυνατοί. Επομένως, δεν δέχομαι τη σχετική δικαιολογία που προβάλλεται.
'Επειτα, υποστηρίζεται ότι η υποχρέωση εγκαταστάσεως είναι αναγκαία προκειμένου οι ασφαλιστές από άλλα κράτη μέλη ή ακόμα και ασφαλισμένοι να εμποδίζονται να καταστρατηγούν επιτακτικές υποχρεώσεις της γαλλικής νομοθεσίας. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαν να ασκηθούν αγωγές εκ της συμβάσεως ασφαλίσεως εκτός Γαλλίας ενώπιον δικαστηρίων τα οποία θα αρνούνταν να εφαρμόσουν επίμαχες γαλλικές απαιτήσεις. Επικουρικώς, θα ήταν δυνατό να ασκηθούν αγωγές στη Γαλλία, αλλά τα δικαστήρια των άλλων ενδιαφερομένων κρατών θα μπορούσαν να αρνηθούν την εκτέλεση των σχετικών αποφάσεων. Ο κίνδυνος της κατ' αυτό τον τρόπο καταστρατηγήσεως της γαλλικής νομοθεσίας θα ήταν ιδιαίτερα μεγάλος στην περίπτωση που οι συμβάσεις συνασφαλίσεως διέπονταν από άλλο νομικό σύστημα.
Έστω και αν πρέπει να υποτεθεί ότι οι γαλλικές διατάξεις θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν από λόγους προστασίας του καταναλωτή ή από έννομα συμφέροντα τρίτων που υφίστανται σωματική βλάβη ή υλική ζημία, δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, αναγκαίο, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των υποχρεώσεων έναντι των εν λόγω τρίτων, να απαιτείται ο κύριος ασφαλιστής να είναι εγκατεστημένος στη Γαλλία.
Πρωτίστως, τα δικαιώματα των τρίτων διασφαλίζονται από τη Σύμβαση των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (JO 1978, L 304), καθόσον η σύμβαση αυτή ισχύει. Δυνάμει του άρθρου της 9, ο υπο-στάς υλική ζημία ή σωματική βλάβη τρίτος μπορεί να εναγάγει τον ασφαλιστή « ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ». Όπως προκύπτει σαφώς από την υπόθεση 21/76 ( Handelskwekerij Bier κατά Mines de potasse ď Alsace, ECR 1976, σ. 1735 ), η οποία αφορούσε την ταυτόσημη διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 3, η εν λόγω διάταξη θα επέτρεπε στον τρίτο να ασκήσει αγωγή στον τόπο όπου βρισκόταν το ασφαλισμένο αγαθό. Επιπλέον, η πρώτη παράγραφος του άρθρου 10 ορίζει ότι: « σε υποθέσεις ασφαλίσεως αστικής ευθύνης, ο ασφαλιστής μπορεί επίσης να προσεπικληθεί ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλισμένου, αν το δίκαιο του δικαστηρίου το επιτρέπει ». Στην περίπτωση που το εν λόγω κράτος δεν επιτρέπει τέτοια προσεπίκληση, αυτό θα συνιστούσε δυσχέρεια οφειλόμενη σε δική του ενέργεια και δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την υποχρέωση εγκαταστάσεως. Εξάλλου, η ένσταση δημοσίας τάξεως του άρθρου 27, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνεύεται στενώς και « πρέπει να προτείνεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις » ( έκθεση Jenard, OJ 1979, C 57, σ. 1 και ιδίως σ. 44). Κατά συνέπεια, τα δικαστήρια του κράτους όπου εδρεύει η ασφαλιστική εταιρία σπάνια, αν όχι ποτέ, μπορούν να αρνηθούν την αναγνώριση αποφάσεως που έχει εκδοθεί στη Γαλλία κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 ή του άρθρου 10, για το λόγο ότι οι γαλλικές προϋποθέσεις όσον αφορά την ασφάλεια τρίτων αντίκεινται στη δημόσια τάξη.
Φυσικά, τίποτε δεν εμποδίζει τον τρίτο να ασκήσει την αγωγή του εκτός Γαλλίας, σε ένα από τα άλλα έχοντα δικαιοδοσία κράτη. Αυτό είναι συμφυές με τα άρθρα 7 και 12 της Συμβάσεως, τα οποία παρέχουν στον ενάγοντα κάποιον ασφαλιστή ευρύ δικαίωμα επιλογής μεταξύ αρμοδίων δικαστηρίων. Η Γαλλία, στο μέτρο που δεσμεύεται από τη Σύμβαση, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να εμποδίσει τρίτο να ασκήσει την αγωγή του εκτός Γαλλίας, αν το επιθυμεί.
Οι πιο πάνω σκέψεις δεν εξαντλούν το θέμα, αφού η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη. Εντούτοις, και όσον αφορά ασφαλιστικές εταιρίες εγκατεστημένες στα νέα κράτη μέλη στα οποία η Σύμβαση δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ, νομίζω ότι η γαλλική υποχρέωση εγκαταστάσεως δεν είναι δικαιολογημένη. Η Γαλλία, στο μέτρο που οι επιτακτικές της προϋποθέσεις όσον αφορά την προστασία τρίτων ήταν δικαιολογημένες, θα μπορούσε, νομίζω, να απαιτήσει όπως ασφαλιστές κατοι-κούντες σε κάποια χώρα της Κοινότητας υπάγονται, κατόπιν συμφωνίας, στη δικαιοδοσία των γαλλικών δικαστηρίων, π.χ. επιβάλλοντας, προκειμένου περί κινδύνων που κείνται στη Γαλλία, την προσθήκη σε ασφαλιστήρια συμβόλαια ρητρών περί δικαιώματος επιλογής μεταξύ πλειόνων αρμοδίων δικαστηρίων. Οι εντεύθεν αποφάσεις θα αναγνωρίζονται, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, από τα Δικαστήρια εκείνων των κρατών μελών στα οποία δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ η σύμβαση. Αυτό συμβαίνει διότι η αναγνώριση της δικαιοδοσίας θεωρείται παγκοίνως ως ασφαλής βάση για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας. Αν ένας ασφαλιστής αρνιόταν να αναγνωρίσει την υποχρέωση αυτή, οι γαλλικές αρχές θα μπορούσαν να του επιβάλουν κυρώσεις. Θα μπορούσαν επίσης να ειδοποιήσουν τις αρχές του κράτους μέλους της έδρας της εταιρίας, οι οποίες θα μπορούσαν επίσης να επιβάλουν παρόμοιες κυρώσεις.
Από τα προηγούμενα συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι η υποχρέωση εγκαταστάσεως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει επιχειρημάτων που αντλούνται από το διεθνές ιδιωτικό δίκαιο.
Επιπλέον, ορισμένα κράτη μέλη διατείνονται ότι, εφόσον ο κύριος ασφαλιστής δεν είναι εγκατεστημένος στο κράτος που βρίσκεται ο κίνδυνος, δεν μπορεί να εκτιμήσει τον κίνδυνο αυτό και δεν είναι δεόντως εξοικειωμένος με τις συνθήκες που επικρατούν στο εν λόγω κράτος. Εντούτοις, το γεγονός, απλώς και μόνο, ότι ένας ασφαλιστής είναι εγκατεστημένος σε συγκεκριμένο κράτος δεν εγγυάται κατ' ανάγκη ότι ο εν λόγω ασφαλιστής είναι οπωσδήποτε καλύτερα εξοικειωμένος με τις συνθήκες που επικρατούν εκεί απ' όσο κάποιος που είναι μεν εγκατεστημένος σε άλλη χώρα αλλά προβαίνει στη δέουσα εξέταση των γεγονότων και λαμβάνει τις κατάλληλες συμβουλές.
Ένα άλλο επιχείρημα που νομίζω ότι προβάλλουν η Γαλλία και το Βέλγιο είναι ότι η υποχρέωση εγκαταστάσεως είναι αναγκαία για την πρόληψη στρεβλώσεως του ανταγωνισμού μεταξύ των ασφαλιστών που είναι εγκατεστημένοι στη Γαλλία και αυτών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλες χώρες της Κοινότητας. Αυτό φαίνεται να ισοδυναμεί με τον ισχυρισμό ότι μέτρα με τα οποία επιδιώκεται αποκλειστικά η παρεμπόδιση της πτώσης του επιπέδου των εθνικών ασφαλίστρων είναι δικαιολογημένα μ' αυτή τη βάση. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ο προστατευτισμός είναι αρετή, πράγμα που θα υπονόμευε πλήρως τη λειτουργία των άρθρων 59 και 60. Όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, το Δικαστήριο έχει απορρίψει, ήδη από το 1961, παρόμοιο επιχείρημα, όταν έκρινε ότι το άρθρο 36 « αφορά περιπτώσεις μη οικονομικής φύσεως» [υπόθεση 7/61, Επιτροπή κατά Ιταλίας, ( 1961 ) ECR 317, σ. 329 ]· βλέπε επίσης υπόθεση 182/84 (Miro, της 26ης Νοεμβρίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 3731 και ιδίως σ. 3738): «Αν ένα κράτος μέλος μπορούσε να επιβάλλει περιορισμούς επί των εισαγωγών... στηριζόμενο στο ότι τα εισαγόμενα προϊόντα είναι φτηνότερα ή επιβαρύνονται με χαμηλότερο ύψος κατ' αξίαν φόρου, θα υπονομευόταν πλήρως ο ανταγωνισμός και η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων » ]. Τα ίδια επιχειρήματα ισχύουν εξίσου και για την παροχή υπηρεσιών.
Ομοίως, απορρίπτω το επιχείρημα που προέβαλαν, ιδίως, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ιταλία, ισχυριζόμενες ότι η υποχρέωση εγκαταστάσεως δικαιολογείται για να περιορίζονται οι κινήσεις κεφαλαίων. Στηρίζονται στο άρθρο 61, παράγραφος 2, της Συνθήκης το οποίο ορίζει ότι: «η ελευθέρωση των τραπεζικών και ασφαλιστικών υπηρεσιών που συνδέονται με τις κινήσεις κεφαλαίων πρέπει να πραγματοποιηθεί σε αρμονία με την προοδευτική ελευθέρωση της κυκλοφορίας των κεφαλαίων ». Όμως, τέτοιες κινήσεις κεφαλαίων έχουν πράγματι ελευθερωθεί με την πρώτη οδηγία του Συμβουλίου περί της εφαρμογής του άρθρου 67 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 10/001, σ. 4) όπως τροποποιήθηκε από τη δεύτερη οδηγία του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 10/001, σ. 16). Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας, « τα κράτη μέλη χορηγούν κάθε έγκριση συναλλάγματος που απαιτείται για τη σύναψη ή την εκτέλεση των συναλλαγών και για τις μεταφορές συναλλάγματος μεταξύ κατοίκων των κρατών μελών, οι οποίες συνδέονται με τις κινήσεις κεφαλαίων που απαριθμούνται στον κατάλογο Α του παραρτήματος Ι της παρούσης οδηγίας». Στον κατάλογο Α απαριθμούνται « μεταφορές συναλλάγματος εις εκτέλεση συμβάσεων ασφαλίσεως, καθόσον οι συμβάσεις αυτές τυγχάνουν του ευεργετήματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών εις εκτέλεση του άρθρου 59 και επ. της Συνθήκης». Αν, αντιθέτως, τα ποσά που καταβάλλονται για ασφαλίσεις πλην της ασφαλίσεως ζωής δεν συνιστούν καθ' οποιονδήποτε τρόπο κεφάλαιο, αλλά τρέχουσες πληρωμές, αυτά έχουν ήδη ελευθερωθεί δυνάμει του άρθρου 106, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως δεν παρίσταται ανάγκη να αποφανθεί το Δικαστήριο αν τέτοιες πληρωμές πρέπει να θεωρούνται ως κεφάλαιο ή τρέχουσες πληρωμές, αφού έχουν, ούτως η άλλως, ελευθερωθεί. Κατά συνέπεια, δεν δέχομαι ούτε το επιχείρημα αυτό.
Φαίνεται ότι τα επιχειρήματα που έχουν μέχρι τώρα εξεταστεί αφορούν μόνο την υποχρέωση εγκατάστασης δεν μπορούν, σε καμία περίπτωση, να δικαιολογήσουν την υποχρέωση λήψεως αδείας.
Για να δικαιολογηθεί η προηγούμενη λήψη αδείας προβλήθηκαν αρκετά άλλα επιχειρήματα, τα οποία αφορούν επίσης το ζήτημα αν μπορεί να δικαιολογηθεί η υποχρέωση εγκαταστάσεως. Το πρώτο από αυτά αφορά την προστασία του καταναλωτή, σχετικά με την οποία το Δικαστήριο έχει δεχτεί, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ότι αποτελεί δικαιολογία και η οποία μπορεί επίσης, κατά τη γνώμη μου, να ισχύει όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών. Το δεύτερο αφορά την προστασία τρίτων οι οποίοι ενδέχεται να υποστούν υλική ζημία ή σωματική βλάβη σε περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου. Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό μπορεί επίσης να αποτελέσει δικαιολογία αντλούμενη από το γενικό συμφέρον.
Εντούτοις, το ζήτημα είναι αν η προηγούμενη εγκατάσταση και η χορήγηση άδειας είναι εξ αντικειμένου αναγκαίες και αποτελούν το λιγότερο περιοριστικό για την προστασία του ασφαλισμένου τρόπο (ειδικότερα ενόψει της γενικής κατάστασης και της φερεγγυότητας του ασφαλιστή) που δικαιολογείται, ενόψει άλλων μορφών προστασίας που ενδεχομένως υφίστανται, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που παρέχονται κατ' εφαρμογή των δύο σχετικών οδηγιών.
Ορισμένοι παράγοντες φαίνονται σημαντικοί. Πρώτον, η συνασφάλιση, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο, γίνεται συνήθως από εμπορικούς, βιομηχανικούς ή κυβερνητικούς φορείς, οι οποίοι διαθέτουν συχνά είτε νομικά ή αρμόδια για ασφαλίσεις τμήματα είτε πρόσβαση στη γνώμη εξειδικευμένων επαγγελματιών, συμπεριλαμβανομένων, σε ορισμένα εν πάση περιπτώσει κράτη μέλη, των υπηρεσιών ανεξάρτητων μεσιτών, οι οποίοι δεν είναι πράκτορες του ασφαλιστή.
Ο κύριος ασφαλιστής είναι, προφανώς, ένας ασφαλιστής με κύρος και πείρα, απόλυτα ικανός να εκτιμά τον κίνδυνο και την κάλυψη, καθώς και το κατώτατο όριο του ποσού των αποθεματικών που είναι αναγκαία για τις εκκρεμείς αξιώσεις, πλην όμως ο οποίος ενδέχεται να μην είναι εγκατεστημένος στη χώρα του κινδύνου ή του ασφαλισμένου. Πράγματι, ο κίνδυνος μπορεί να υφίσταται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη. Μολονότι θεωρητικώς μπορεί να γίνει χρήση της συνασφαλίσεως για όλους τους κινδύνους, ακόμα και για την ασφάλιση ζωής, αυτή απαντάται συνήθως μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που αφορούν μεγάλα ποσά και αποτελεί το αντικείμενο ασφαλιστηρίων που καταρτίζονται κατά περίπτωση.
Δεύτερον, έχει γίνει δεκτό ότι συνασφαλιστές σε άλλα κράτη μέλη ( εκτός του κύριου ασφαλιστή ) μπορούν να μετέχουν σε κάλυψη κινδύνου που βρίσκεται στη Γαλλία, χωρίς να είναι εγκατεστημένοι ή να τους έχει χορηγηθεί άδεια στη χώρα αυτή και χωρίς να τίθεται ζήτημα ότι μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε δυσκολία. Εντούτοις, είναι δυνατό καθένας ξεχωριστά ή το σύνολο των συνασφα-λιστών αυτών να έχει αναδεχτεί ποσοστό κινδύνου μεγαλύτερο απ' ό,τι ο κύριος ασφαλιστής ο οποίος ουδόλως υποχρεούται να αναλάβει ένα ποσοστό του κινδύνου.
Τρίτον, με την οδηγία του 1973 το Συμβούλιο θέσπισε ένα σύστημα το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο έδαφός τους να συγκεντρώνουν ορισμένες χρηματοοικονομικές προϋποθέσεις.
Έτσι:
α)
σε κάθε κράτος μέλος εντός του οποίου ασκούνται ασφαλιστικές δραστηριότητες, επιβάλλεται η σύσταση επαρκών τεχνικών αποθεματικών. Μολονότι οι κανόνες ως προς το ύψος των αποθεματικών αυτών μπορεί να ποικίλλουν, το ύψος τους πρέπει να είναι « επαρκές » και να καλύπτεται από αντίστοιχα και ισοδύναμα στοιχεία ενεργητικού κείμενα σε κάθε κράτος όπου δρα η επιχείρηση. Σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 4: «η ελεγκτική αρχή του κράτους μέλους, στην επικράτεια του οποίου ευρίσκεται η έδρα μιας επιχειρήσεως, φροντίζει ώστε ο ισολογισμός της επιχειρήσεως να εμφανίζει, για τα τεχνικά αποθεματικά, στοιχεία ενεργητικού ισότιμα με τις αναληφθείσες υποχρεώσεις σε όλα τα κράτη όπου αυτή ασκεί τη δραστηριότητά της ». Κάθε κράτος μέλος υποχρεώνει κάθε επιχείρηση, η έδρα της οποίας βρίσκεται στο έδαφος του, να δημιουργεί ένα επαρκές περιθώριο φερεγγυότητας « ανάλογο με το σύνολο των δραστηριοτήτων της » ( άρθρο 16). Το ίδιο κράτος μέλος πρέπει να απαιτεί από καθεμία από τις επιχειρήσεις αυτές να υποβάλλει ετήσιο απολογισμό, ως προς όλες τις εργασίες της, περί της καταστάσεως και της φερεγγυότητας της καθώς και εκθέσεις συνοδευόμενες από στατιστικά στοιχεία απαραίτητα για την άσκηση του ελέγχου.
β)
Το άρθρο 20 παρέχει την εξουσία στην αρμόδια αρχή, σε περίπτωση που μια επιχείρηση δεν παρέχει τα αναγκαία αποθεματικά ή δεν τηρεί το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, να μπορεί να λαμβάνει « επιπλέον κάθε κατάλληλο μέτρο για την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων», αν δεν τηρούνται τα εν λόγω αποθεματικά και περιθώρια. Η άδεια μπορεί να ανακληθεί σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν πληροί πλέον τους όρους αναλήψεως της δραστηριότητας ή αθετεί σοβαρώς τις υποχρεώσεις που της επιβάλλονται δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας ( άρθρο 22 ).
γ)
Οι ελεγκτικές αρχές του κράτους μέλους πρέπει να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν απόψεις. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 13 τα κράτη μέλη πρέπει να συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, ελέγχοντας την οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων στις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια. Η ελεγκτική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα κάθε επιχειρήσεως οφείλει να ελέγχει την κατάσταση φερεγγυότητας της επιχειρήσεως « για το σύvoÅo των δραστηριοτήτων της ». « Οι ελεγκτικές αρχές των άλλων κρατών μελών υποχρεούνται να παρέχουν σ' αυτή κάθε αναγκαία πληροφορία, ούτες ώστε να δυνηθεί να εξασφαλίσει τον έλεγχο αυτό » ( άρθρο 14 ). 'Αλλες διατάξεις απαντώνται, ιδίως, στα άρθρα 19, παράγραφος 2, 20, παράγραφος 5, και 21, παράγραφος 2.
Εξάλλου, σύμφωνα με την οδηγία του 1978, ναι μεν το ύψος των τεχνικών αποθεματικών προσδιορίζεται από τους διάφορους συνασφα-λιστές σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, αλλά το αποθεματικό για τις εκκρεμούσες αξιώσεις πρέπει να είναι « τουλάχιστον » ίσο προς το αποθεματικό που καθορίζεται από τον κύριο ασφαλιστή σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος, τα δε στοιχεία ενεργητικού πρέπει να βρίσκονται είτε στα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένοι οι συνασφαλιστές είτε στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος ο κύριος ασφαλιστής (άρθρο 4). Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι συνασφαλιστές που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους να διαθέτουν στατιστικά στοιχεία εμφαίνοντα την έκταση των πράξεων συνασφαλίσεως ( άρθρο 5 ). Είναι σαφές ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνει τον κύριο ασφαλιστή. Επίσης οι ελεγκτικές αρχές πρέπει να συνεργάζονται και να παρέχουν τις αναγκαίες για την εφαρμογή της οδηγίας πληροφορίες.
Έτσι, κατά τη γνώμη μου, το Συμβούλιο έχει θεσπίσει ένα σύστημα ελέγχου και οικονομικής προστασίας, επί κοινοτικής κλίμακας, η ευθύνη για την εφαρμογή του οποίου βαρύνει τόσο το κράτος μέλος ή κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση όσο και αυτό όπου έχει την έδρα της. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν διαφορές στις μεθόδους υπολογισμού των τεχνικών αποθεματικών — ορισμένες χώρες συμπεριλαμβάνουν το ποσό της αντασφάλισης ( μικτή μέθοδος ), ενώ άλλες το αποκλείουν ( απλή μέθοδος ). Εντούτοις, πρωταρχική υποχρέωση είναι να έχουν συσταθεί « επαρκή » τεχνικά αποθεματικά και η απλή μέθοδος, που έχει υιοθετήσει π. χ. η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν έχει αποδειχτεί ακατάλληλη ούτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια να αποδειχτεί ότι είναι ανεπαρκής, έστω και αν η μικτή μέθοδος αποδίδει μεγαλύτερα ποσά. Νομίζω ότι η ίδια παρατήρηση ισχύει για τη διαφορά που προφανώς υφίσταται όσον αφορά την προμήθεια των μεσιτών. Σε μερικές χώρες λαμβάνεται υπόψη, ενώ σε άλλες δεν λαμβάνεται.
Τέταρτον, η Γαλλία δεν εξαρτά τη χορήγηση αδείας από την κατάθεση οποιουδήποτε ποσού ή εγγυήσεως εκ μέρους του κύριου ασφαλιστή όσον αφορά το μέρος της ευθύνης του ή το συνολικό ποσό. Προφανώς μια τέτοια κατάθεση δεν θεωρείται αναγκαία.
Πέμπτον, η άδεια χορηγείται άπαξ — και δεν απαιτείται ειδικώς για κάθε σύμβαση συνασφαλίσεως. Η γνώμη μου είναι ότι μια τέτοια άδεια δεν μπορεί να αποτελεί εγγύηση έναντι παραβιάσεων της εθνικής νομοθεσίας ή απάτης, πράγμα που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά περίπτωση.
Έκτον, ορισμένα κράτη μέλη δεν θεωρούν ότι η άδεια είναι αναγκαία για την προστασία του ασφαλισμένου σε σύμβαση συνασφαλίσεως και επιπλέον μερικά από τα κράτη, που απαιτούν τέτοια άδεια, δεν ζητούν να υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές του κράτους τους οι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Νομίζω ότι όλα τα πιο πάνω στοιχεία δείχνουν ότι στα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση υφίσταται οικονομικός έλεγχος και ότι η προϋπόθεση εγκαταστάσεως ή λήψεως άδειας δεν αυξάνει, κατ' ανάγκη, το προαναφερθέν είδος προστασίας. Είναι ενδεικτικό ότι μερικά κράτη μέλη δεν θεωρούν αναγκαίο να φθάσουν, όπως η Γαλλία, μέχρι το σημείο να απαιτούν εγκατάσταση ή άδεια και να εξετάζουν τη διατύπωση των προτύπων ασφαλιστηρίων, αν και, προφανώς, η Γαλλία δεν ελέγχει, όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τις λεπτομέρειες των συγκεκριμένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων συνασφαλίσεως.
Ούτε επίσης θεωρώ, υπό την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που επιβάλλει η οδηγία του 1978, ότι υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ του κυρίου ασφαλιστή και των συνα-σφαλιστών, ώστε να δικαιολογείται, όσον αφορά τον κύριο ασφαλιστή, η υποχρέωση εγκαταστάσεως ή λήψεως αδείας στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος.
Είναι αληθές ότι η οδηγία του 1978, σύμφωνα με το άρθρο της 2, παράγραφος 1, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που έχει χορηγηθεί στον κύριο ασφαλιστή άδεια σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που έχουν καθοριστεί στην οδηγία του 1973 και ότι αυτός αναλαμβάνει πλήρως το ρόλο του κύριου ασφαλιστή στην πρακτική της συνασφαλίσεως, καθορίζοντας ιδίως τις ρήτρες και τους όρους της συμβάσεως ασφαλίσεως καθώς και το ύψος των ασφαλίστρων, μολονότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε πολλές περιπτώσεις ο επιλεγείς ως κύριος ασφαλιστής λαμβάνει υπόψη τους όρους που επιβάλλονται ή που είναι πιθανό να επιβάλλονται από άλλους συνασφαλιστές. Είναι επίσης αληθές ότι στο προοίμιο της οδηγίας του 1978 αναφέρεται ότι ο κύριος ασφαλιστής είναι ο πιο κατάλληλος από τους λοιπούς συνασφαλιστές για την εκτίμηση των ζημιών και τον καθορισμό του ελαχίστου ύψους των αποθεματικών για τις εκκρεμούσες αξιώσεις.
Αν και η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), ότι « δηλαδή θεωρείται ως ο ασφαλιστής που θα κάλυπτε ολόκληρο τον κίνδυνο » μπορεί να μην είναι σαφής, η γνώμη μου είναι ότι ούτε η διατύπωση της διατάξεως αυτής ούτε η διατύπωση της οδηγίας του 1978 επιβάλλουν να είναι εγκατεστημένος ο κύριος ασφαλιστής στη χώρα όπου βρίσκεται ο κίνδυνος ή, ακόμη λιγότερο, να έχει λάβει εκεί άδεια, όπως διατείνονται η Γαλλία και όσοι παρενέβησαν υπέρ αυτής.
Ακόμα κι αν οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ), κρίνονταν διφορούμενες ως προς το ζήτημα αυτό (πράγμα που αποτελεί τη βαρύτερη αιτίαση που μπορεί να προβληθεί κατ' αυτών), νομίζω ότι οι διατάξεις αυτές θα έπρεπε, αν είναι δυνατό, να ερμηνευτούν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συνάδουν με τη Συνθήκη [υπόθεση 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου ( ποσοστώσεις για το ρούμι, Συλλογή 1983, σ. 4063 )], σαφώς δε η οδηγία δεν μπορεί να επιτρέπει ή να επιβάλλει περιορισμούς αντίθετους με τα άρθρα 59 και 60 ( βλέπε τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 80 και 81/77, Ramel κατά Receveur des douanes, ECR 1978, σ. 927 ).
Το να απαγορεύεται σε κύριο ασφαλιστή να παρέχει υπηρεσίες ασφαλίσεως εντός της Γαλλίας, εφόσον δεν είναι εγκατεστημένος εκεί ή να του επιβάλλεται η υποχρέωση να λάβει άδεια (χωρίς κάτι τέτοιο να δημιουργείται από λόγους γενικού συμφέροντος ή βάσει του άρθρου 56 της Συνθήκης) συνιστά κατάφωρη παράβαση των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης. Η γνώμη μου είναι ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), δεν απαιτεί κάτι τέτοιο και, εν πάση περιπτώσει, μπορεί εύλογα, και μάλιστα εύκολα, να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί κάτι τέτοιο.
Ούτε θεωρώ λυσιτελές το επιχείρημα που προβάλλει το Βέλγιο σύμφωνα με το οποίο το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο δ), μαρτυρεί ότι υφίσταται ανάγκη ο κύριος ασφαλιστής να είναι εγκατεστημένος στο κράτος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος. Τα άρθρα 4 και 5, των οποίων, επίσης, γίνεται επίκληση σχετικά, τονίζουν τον έλεγχο του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο κύριος ασφαλιστής. Τα άρθρα αυτά, όπως τα αντιλαμβάνομαι, δεν επιβάλλουν στον κύριο ασφαλιστή να είναι εγκατεστημένος στο κράτος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος ούτε, ασφαλώς, το άρθρο 4, παράγραφος 1, απαιτεί το ύψος των τεχνικών αποθεματικών να προσδιορίζεται στο κράτος όπου ο κύριος ασφαλιστής είναι εγκατεστημένος ή στο οποίο έχει λάβει άδεια.
Η πραγματική εγγύηση για τον ασφαλισμένο έγκειται στο γεγονός ότι όλοι οι συνασφαλι-στές πρέπει να έχουν λάβει άδεια στο κράτος μέλος ή στα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένοι.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι, κατόπιν όλων των προβληθέντων επιχειρημάτων, η οδηγία του 1978 δεν απαιτεί ο κύριος ασφαλιστής να είναι εγκατεστημένος ή να έχει λάβει προηγουμένως άδεια στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος.
Στη συνέχεια γίνεται επίκληση των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 110 και 111/78, Van Wesemael ( ECR 1979, σ. 35 ) και Webb, στις οποίες έγινε δεκτό ότι είναι δυνατό, χάριν του γενικού συμφέροντος, να απαιτείται άδεια για την παροχή υπηρεσιών σ' έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα. Εντούτοις, πρέπει να τονιστεί ότι με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε ότι «η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης και μπορεί να περιορίζεται μόνο από διατάξεις δικαιολογούμενες από το γενικό συμφέρον, οι οποίες ισχύουν επί παντός προσώπου ή επιχειρήσεως που ασκεί δραστηριότητες στο εν λόγω κράτος, εφόσον το πιο πάνω συμφέρον δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες στους οποίους υπάγεται, στο κράτος μέλος που είναι εγκατεστημένος, ο παρέχων τις υπηρεσίες». Ομοίως το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι « το κράτος μέλος εντός του οποίου παρέχεται η υπηρεσία... πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία και τις εγγυήσεις που ο παρέχων τις υπηρεσίες έχει ήδη παράσχει, προκειμένου να ασκεί τις δραστηριότητες του στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος ».
Εντούτοις, κατά το χρόνο της εκδικάσεως των υποθέσεων αυτών δεν υφίσταντο, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, κοινοτική οδηγία. Εφόσον η οδηγία τηρείται όσον αφορά οικονομικά ζητήματα, δεν νομίζω ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι μπορούν να επιβάλλονται, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, επιπλέον οικονομικές υποχρεώσεις. Στον τομέα αυτό της συνασφαλίσεως, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τον έλεγχο που ασκείται, σύμφωνα με την οδηγία, από τις αρχές άλλων κρατών μελών. ( Βλέπε υπόθεση 272/80, Frans-Nederlandse Maatschappij voor Biologische Produkten BV, Συλλογή 1981, σ. 3277.)
Νομίζω ότι ο επιδιωκόμενος από τη Γαλλία στόχος θα μπορούσε κάλλιστα να επιτευχθεί με το να απαιτείται από το εν λόγω κράτος οι συμβάσεις συνασφαλίσεως, που καταρτίζονται από κύριο ασφαλιστή εκτός Γαλλίας για κινδύνους που βρίσκονται στη Γαλλία, να γνωστοποιούνται στις αρμόδιες αρχές (αφού ο αριθμός των συμβάσεων αυτών, όπως συνάγεται από στατιστικά στοιχεία που παρέσχε η γαλλική κυβέρνηση, δεν είναι μεγάλος ) και με την επίκληση διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που δεν συγκρούονται με τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης. Αυτό θα αποτελούσε, παραδείγματος χάρη, απάντηση στο επιχείρημα ότι ένας κύριος ασφαλιστής θα μπορούσε, στην περίπτωση που δεν θα υφίστατο η προϋπόθεση της εγκατάστασης ή της λήψεως άδειας, να συμβληθεί για ευρισκόμενο σε κράτος μέλος κίνδυνο, ο οποίος δεν θα ήταν δυνατό να ασφαλιστεί νομικώς στο εν λόγω κράτος, όπως είναι η περίπτωση εκ προθέσεως βλάβης, απαγωγής, απάτης ή των συνεπειών συμβάσεως στοιχήματος. Εντούτοις, το θέμα δεν εξαντλείται εδώ και άλλοι ειδικοί κανόνες της εθνικής νομοθεσίας ενός κράτους, οι οποίοι πρέπει να εφαρμόζονται από τα δικαστήριά του ή από άλλα δικαστήρια, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Βρυξελλών ή δυνάμει των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, μπορούν αναμφισβήτητα να προστατεύουν, σε σημαντικό βαθμό, τους ασφαλισμένους και τους τρίτους χωρίς να απαιτείται ο κύριος ασφαλιστής να έχει λάβει άδεια ή να είναι εγκατεστημένος στο κράτος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος.
Ενόψει του γεγονότος ότι η φερεγγυότητα και η οικονομική προστασία του ασφαλισμένου και των τρίτων αποτελούν τους πρωταρχικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στην προκείμενη περίπτωση, δεν νομίζω ότι το συμπέρασμα αυτό κλονίζεται από το γεγονός ότι δεν έχει εισέτι επιτευχθεί εναρμόνιση όσον αφορά άλλα θέματα όπως οι όροι της συμβάσεως και το ύψος των ασφαλίστρων.
Κατά συνέπεια, η γνώμη μου είναι ότι η Επιτροπή απέδειξε το βάσιμο της πρώτης της αιτιάσεως όσον αφορά τόσο την εγκατάσταση όσο και την άδεια.
Επί της δευτέρας αιτιάσεως
Στην υπό κρίση περίπτωση η Επιτροπή άρχισε τις αιτιάσεις της υποστηρίζοντας ότι η γαλλική ρύθμιση όσον αφορά τα κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού, κάτω των οποίων δεν μπορούν να συναφθούν συμβάσεις συνασφαλίσεως για κινδύνους που βρίσκονται στη Γαλλία, παρέβη τόσο α) τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 8 της οδηγίας του 1978 όσο β) και τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης. Με την ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή της, η Επιτροπή παραιτήθηκε ειδικά από την πρώτη από τις αιτιάσεις αυτές όσον αφορά την παραβίαση της οδηγίας.
Από το προκαταρκτικό έγγραφο και την αιτιολογημένη γνώμη προέκυψε ότι στην πραγματικότητα η Επιτροπή προσήψε στη Γαλλία ότι είχε ορίσει τα κατώτατα όρια του ασφαλιστικού ποσού πολύ υψηλά, αν και το σημείο αυτό δεν διασαφηνίστηκε πλήρως. Με την προσφυγή της προς το Δικαστήριο και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι θεωρούσε αντίθετο προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης τον καθορισμό κατωτάτων ορίων γενικώς, εφόσον οι επιχειρήσεις ήταν ελεύθερες να συνάπτουν συνασφάλιση για κάθε κίνδυνο, ασχέτως της φύσεως ή της σημασίας, εν πάση δε περιπτώσει ισχυρίστηκε ότι τα καθορισθέντα όρια ήταν πολύ υψηλά.
Εκ πρώτης όψεως ο καθορισμός κατωτάτων ορίων ασφαλιστικού ποσού, κάτω των οποίων δεν μπορεί να υπάρξει συνασφάλιση, αποτελεί περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Εξάλλου, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η συνασφάλιση που συνάπτεται πέραν των συνόρων ενός κράτους αποτελεί ειδική περίπτωση της αγοράς ασφαλίσεως στην οποία εμπλέκονται μεγάλα ποσά και ότι θα πρέπει να γίνεται χρήση της σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων. Δικαιολογεί κάτι τέτοιο, από μόνο του, την επιβολή οικονομικών όρων κάτω των οποίων είναι δυνατό να μην επιτρέπεται σύναψη συνασφαλίσεως; Κάτι τέτοιο μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να φαίνεται εύλογο. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω πειστεί ότι αποδείχτηκε ότι η ειδική φύση της συνασφαλίσεως δικαιολογεί τον καθορισμό κατωτάτων ορίων, σύμφωνα με το άρθρο 56 ή το γενικό συμφέρον.
Πρώτον, όπως προκύπτει από την προβληθείσα στην υπό κρίση υπόθεση επιχειρηματολογία, μπορούν να υπάρξουν ειδικές περιπτώσεις όπου το ύψος του ασφαλιστικού ποσού δεν είναι κατ' ανάγκη τόσο μεγάλο, αλλ' όπου η πιθανότητα επελεύσεως του κινδύνου είναι πολύ μεγάλη και όπου μπορεί να δικαιολογείται συνασφάλιση. Ένα απλό χρηματικό όριο θα απέκλειε τέτοιες περιπτώσεις. Δεύτερον, νομίζω ότι ο καθορισμός του είδους ή του μεγέθους του κινδύνου που δικαιολογεί συνασφάλιση εναπόκειται πρωτίστως στις δυνάμεις της αγοράς. Δεν μου φαίνεται πιθανό ότι οι συνασφαλιστές δέχονται να αναλάβουν το επιπλέον έργο της οργάνωσης συνασφαλίσεως, αν αυτό δεν είναι αναγκαίο. Τρίτον, έχω τη γνώμη ότι η Γαλλία δεν προέβαλε κανένα πειστικό επιχείρημα ότι είναι πιθανό ή δυνατό, σε περίπτωση μη καθορισμού κατωτάτων ορίων, να προκύψει κάποιο συγκεκριμένο είδος καταχρήσεως ή να εκτεθεί ο ασφαλισμένος σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Θεωρητικά, υπάρχει μεγαλύτερη ταλαιπωρία, αν όχι οπωσδήποτε μεγαλύτερος κίνδυνος, όταν ο ασφαλισμένος πρέπει να εναγάγει περισσότερους του ενός συνασφαλιστές. Νομίζω ότι είναι κάπως εξωπραγματικό να εξετάζεται το ζήτημα αυτό με βάση το ότι είναι δυνατό ο εν λόγω ασφαλισμένος να αναγκαστεί να δεχτεί συνασφάλιση, εφόσον οι συνθήκες δεν απαιτούν κάτι τέτοιο. Είναι πολύ πιθανότερο να βρει ένα μεμονωμένο ασφαλιστή ο οποίος θα αναδεχτεί τον κίνδυνο, έστω και αν ο ασφαλιστής αυτός αντασφαλίζεται.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ο καθορισμός κατωτάτων ορίων ασφαλιστικού ποσού αντίκειται προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης.
Αν είχα καταλήξει στην αντίθετη άποψη, θα θεωρούσα ότι, μη λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα της οδηγίας του 1978 το οποίο εξετάζω στην υπόθεση κατά της Γερμανίας, τα εν λόγω κατώτατα όρια δεν θα μπορούσαν να καθοριστούν κατά τρόπο αποκλείοντα α) τις περιπτώσεις όπου, μολονότι το σχετικό ποσό μπορεί να μην είναι μεγάλο, η πιθανότητα επελεύσεως του κινδύνου είναι τόσο μεγάλη ώστε να είναι λογικό να γίνεται συνασφάλιση· ή β) τις περιπτώσεις που αναγνωρίζονται επί του παρόντος στην αγορά ως το σύνηθες αντικείμενο της συνασφαλίσεως.
Αν είχα καταλήξει στην άποψη ότι ο καθορισμός κατωτάτων ορίων ήταν στην παρούσα περίπτωση δικαιολογημένος, δεν θα θεωρούσα ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι τα ανώτατα ποσά που καθόρισε η Γαλλία ήταν πολύ υψηλά, έστω και αν φαίνονται ότι είναι. Αυτό νομίζω ότι αποτελεί αποκλειστικά θέμα αποδείξεως, την οποία δεν προσκόμισε, εν προκειμένω, η Επιτροπή.
Δεν θεωρώ ότι ( για λόγους που εξέθεσα στις προτάσεις μου στην υπόθεση κατά της Γερμανίας) αυτή καθαυτή η οδηγία του 1978 εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να καθορίζουν, αυτοτελώς ή καθ' ομάδες, κατώτατα όρια ασφαλιστικού ποσού όσον αφορά τους συγκεκριμένους τύπους ασφαλίσεως που αναφέρει η εν λόγω οδηγία. Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι μπορεί κάλλιστα να υποστηριχτεί ότι, έστω και αν, πριν εκδοθεί η οδηγία, τα κράτη μέλη διέθεταν μια εγγενή εξουσία καθορισμού των παρεχομένων από τα άρθρα 59 και 60 δικαιωμάτων, η οδηγία σφετερίστηκε την άσκηση της εξουσίας αυτής όσον αφορά τους κλάδους ασφαλίσεως που προσδιορίζονται στην οδηγία του 1978. Αν τα κατώτατα όρια είναι αναγκαία, πρέπει να καθοριστούν από την Κοινότητα.
Άμεσο αποτέλεσμα
Με το τρίτο σκέλος του αιτήματος της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η Γαλλία, εφαρμόζοντας τις διατάξεις που αναφέρονται στα δύο πρώτα σκέλη του αιτήματος, παρέβη την υποχρέωση τηρήσεως του άμεσου αποτελέσματος των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης. Η Επιτροπή επανειλημμένα υποστήριξε ότι η παράβαση αυτή είναι ανεξάρτητη των δύο πρώτων, αλλά δεν νομίζω ότι η άποψη της είναι πειστική. Η παράλειψη τηρήσεως του άμεσου αποτελέσματος μιας κοινοτικής διάταξης δεν συνιστά αυτοτελή παράβαση. Επομένως πρέπει να απορριφθεί το εν λόγω αίτημα της Επιτροπής.
Συμπέρασμα
Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο νόμος 81-5 της 7ης Ιανουαρίου 1981 και το Διάταγμα 81-443 της 7ης Μαΐου 1981
1)
με το να υποχρεώνουν έναν κοινοτικό ασφαλιστή να είναι εγκατεστημένος στη Γαλλία ή να έχει λάβει σ' αυτή τη χώρα άδεια προκειμένου να μπορεί να μετέχει ως κύριος ασφαλιστής σε πράξεις συνασφαλίσεως εντός του κράτους αυτού,
2)
με το να εμποδίζουν τους κοινοτικούς ασφαλιστές που δεν είναι εγκατεστημένοι στη Γαλλία να μετέχουν σε πράξεις συνασφαλίσεως για κινδύνους οι οποίοι, λόγω του μεγέθους τους, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του εν λόγω διατάγματος, αντίκεινται στα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης.
Νομίζω ότι η Γαλλία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, καθώς και στα δικαστικά έξοδα των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Βέλγιο, η Γαλλία, η Δανία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ιρλανδία και η Ιταλία πρέπει να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy