ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ CARL OTTO LENZ
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 19 ΙΟΥΝΊΟΥ 1984 ( 1 )
Περιεχόμενο
Α — Τα πραγματικά περιστατικά
1. Ιστορικό
α) Απόφαση 257/80 της Επιτροπής
6) Απόφαση 2320/81 της Επιτροπής
y) Απόφαση 83/397 της Επιτροπής
δ) Η άποψη του Μεγάλου Δουκάτου
2. Η άποψη των διαδίκων
α) Το αίτημα των προσφευγόντων
6) Η ένσταση της καθής
γ) Απάντηση των προσφευγόντων
Β — Η δική μου άποψη
1. Επί της εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ, συγκεκριμένα του άρθρου 95
2. Επί του παραδεκτού της προσφυγής κατ' εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚΑΧ
3. Επί του παραδεκτού της προσφυγής δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ
α) «που ... το αφορούν άμεσα»
αα) Η εφαρμοστέα νομολογία
66) Η συγκεκριμένη περίπτωση
6) «που ... το αφορούν ατομικά»
αα) η εφαρμοστέα νομολογία
66) η συγκεκριμένη περίπτωση
γ) «έννομη προστασία χωρίς κενά»
Γ — Συμπέρασμα
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Τα πραγματικά περιστατικά Σήμερα 9α λάβω 8έση επί του παραδεκτού προσφυγής που άσκησαν κατά της Επιτροπής πέντε δήμοι του Λουξεμβούργου. Η προσφυγή αυτή στρέφεται κατά της αποφάσεως της Επιτροπής 83/397/ΕΟΚ/ΕΚΑΧ της 29ης Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 227 της 19. 8. 1983, σ. 29), σχετικά με τις ενισχύσεις που η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου σχεδιάζει να χορηγήσει στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Κατά την απόφαση αυτή, οι κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται στις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα δεν συμβιβάζονται με την καλή λειτουργία της καλής αγοράς παρά μόνο υπό τον όρο, μεταξύ άλλων, ορισμένης μειώσεως της ικανότητας παραγωγής χάλυβα. Στην περιφέρεια των προσφευγόντων δήμων είναι εγκατεστημένες επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
I. Ιστορικό
Η προσβαλλόμενη απόφαση προήλθε ως εξής:
α)
Την 1η Φεβρουαρίου 1980 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 257/80 «περί θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων για τις ειδικές ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβος». Η απόφαση στηρίζεται στη σκέψη ότι οι εν λόγω ειδικές ενισχύσεις στη βιομηχανία των κρατών μελών είναι αναγκαίες για την προσαρμογή της ικανότητας παραγωγής της εν λόγω βιομηχανίας προς τη ζήτηση και την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας στον εν λόγω τομέα. Η Επιτροπή στηρίχτηκε σχετικώς στο άρθρο 95, πρώτη και δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως όρισε ότι οι ειδικές ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, χρηματοδοτούμενες είτε από τα κράτη μέλη είτε από κρατικούς πόρους, μπορούν να θεωρούνται ως συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά εφόσον χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως 257/80 και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η εν λόγω απόφαση.
Το άρθρο 2 όρισε τα κριτήρια που έπρεπε να πληρούν οι ενισχύσεις υπέρ των επενδύσεων (μεταξύ άλλων μνημονεύονταν «η προσπάθεια αναδιαρθρώσεως» και τα «κριτήρια αναδιαρθρώσεως» που θα όριζε η Επιτροπή).
Το άρθρο 3 όρισε τα έξοδα που μπορούν να καλυφθούν στο πλαίσιο των ενισχύσεων για το κλείσιμο επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
Το άρθρο 4 περιείχε τους όρους τους σχετικούς με τις ενισχύσεις οι οποίες αποβλέπουν στη διευκόλυνση της λειτουργίας ορισμένων επιχειρήσεων. Ένας από τους όρους αυτούς ήταν ότι οι εν λόγω ενισχύσεις θα αποτελέσουν αναπόσπαστο μέρος προγράμματος αναδιαρθρώσεως.
Το άρθρο 5 αναφερόταν στις επείγουσες ενισχύσεις τις αναγκαίες για την αντιμετώπιση οξέων κοινωνικών προβλημάτων.
Τέλος το άρθρο 6 όρισε ότι η Επιτροπή πρέπει να τηρείται εγκαίρως ενήμερη των σχεδιαζόμενων ενισχύσεων και ότι τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη δεν μπορούν να θέτουν σε εφαρμογή τα σχεδιαζόμενα μέτρα παρά μόνο με τη συγκατάθεση της Επιτροπής και συμμορφούμενα με τους όρους που αυτή καθορίζει.
6)
Δεδομένου ότι η κρίση στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα επιδεινώθηκε τότε περαιτέρω, η δε αναγκαία αναδιάρθρωση και προσαρμογή των ικανοτήτων παραγωγής δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί, η Επιτροπή εξέδωσε στις 7 Αυγούστου 1981, και πάλι βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, την απόφαση 2320/81 (ΕΕ L 228, 1981, σ. 14 και επ.), η οποία αναφερόταν τόσο στις ειδικές ενισχύσεις (που έχουν ως κύριο σκοπό να ευνοήσουν τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα) όσο και στις μη ειδικές ενισχύσεις που χορηγούνται στο πλαίσιο γενικών ή περιφερειακών συστημάτων και θα ίσχυε μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1985.
Κατά το άρθρο 1 της αποφάσεως, όλες οι ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, είτε χρηματοδοτούμενες από τα κράτη μέλη είτε μέσω κρατικών πόρων, μπορούν να θεωρούνται συμβιβάσιμες με την καλή λειτουργία της κοινής αγοράς μόνο εφόσον χορηγούνται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 2 ώς 7, ενώ δεν μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή παρά μόνο σύμφωνα με τις διαδικασίες που θεσπίζει η εν λόγω απόφαση.
Κατά το άρθρο 2, οι ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά εφόσον οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούνται πραγματοποιούν πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως ενόψει της μειώσεως των ικανοτήτων παραγωγής, εγκρίνονται δε το αργότερο την 1η Ιουλίου 1983 μετά την 31η Δεκεμβρίου 1985, οι ενισχύσεις αυτές δεν συνεπάγονται πλέον καταρχήν καμιά πληρωμή.
Το άρθρο 3 απαριθμεί τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι ενισχύσεις σε επενδύσεις. Μεταξύ άλλων γίνεται λόγοι: για την προσπάθεια αναδιαρθρώσεως.
Το άρθρο 4 αναφέρεται στα έξοδα ποι μπορούν να καλυφθούν στο πλαίσιο τοι κλεισίματος επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα.
Το άρθρο 5 ορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι ενισχύσεις που χορηγούνται για τη διευκόλυνση της λειτουργίας ορισμένων επιχειρήσεων μεταξύ άλλων πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος προγράμματος αναδιαρθρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 2.
Το άρθρο 6 ρυθμίζει τις επείγουσες ενισχύσεις που είναι αναγκαίες για την αντιμετώπιση σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων.
Το άρθρο 7 ορίζει τους στόχους που πρέπει να επιδιώκουν οι ενισχύσεις για προγράμματα έρευνας ή ανάπτυξης.
Τέλος, το άρθρο 8 επιβάλλει την υποχρέωση έγκαιρης ενημέρωσης της Επιτροπής και ορίζει ότι οι κοινοποιήσεις πρέπει να αποσταλούν στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1982 και ότι τα σχεδιαζόμενα μέτρα δεν μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή παρά μόνο με τη συγκατάθεση της Επιτροπής και με τη συμμόρφωση προς τους όρους που καθορίζει.
γ)
Ετσι είχαν τα πράγματα όταν εκδόθηκε — όπως ανέφερα ήδη — στις 29 Ιουνίου 1983 η απόφαση που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω «σχετικά με τις ενισχύσεις που η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου σχεδιάζει να χορηγήσει στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα» (ΕΕ L 227, 1983, σ. 29 και επ.). Στις αιτιολογικές σκέψεις της περιγράφονται τα περιστατικά που προηγήθηκαν της θεσπίσεως της. Αναφέρεται ότι τον Ιανουάριο του 1981η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου κοινοποίησε στην Επιτροπή την πρόθεση της να χορηγήσει ενισχύσεις στη βιομηχανία της σιδήρου και χάλυβα· μετά σχετική εξέταση, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προτεινόμενη μείωση της ικανότητας παραγωγής ήταν ανεπαρκής· η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου τροποποίησε τότε το πρόγραμμα της αναδιάρθρωσης και πρότεινε σημαντικότερη μείωση της ικανότητας παραγωγής προϊόντων θερμής ελάσεως· τέλος, τον Ιούλιο του 1982, η Επιτροπή ενέκρινε υπό ορισμένους όρους τη χορήγηση τμήματος των ενισχύσεων αυτών, στη συνέχεια δε, τον Αύγουστο του 1982, η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου δήλωσε ότι συμφωνεί με αυτούς τους όρους.
Στις αιτιολογικές σκέψεις αναφέρεται περαιτέρω ότι το Σεπτέμβριο του 1982η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου κοινοποίησε στην Επιτροπή ορισμένες πρόσθετες ενισχύσεις προς τη βιομηχανία της σιδήρου και χάλυβα' μετά από σχετική εξέταση η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το τροποποιημένο πρόγραμμα δεν παρουσίαζε νέο αντιστάθμισμα που να επιτρέπει την έγκριση πρόσθετων ενισχύσεων κατόπιν αυτού η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου τροποποίησε, τον Μάρτιο του 1983, την από Σεπτέμβριο του 1982 κοινοποίηση της, προτείνοντας ως αντιστάθμισμα μια σειρά ενισχύσεων στις επενδύσεις και στη λειτουργία νέα καθαρή μείωση της ικανότητας παραγωγής κατά 60000 τόνους προϊόντων θερμής ελάσεως' σύμφωνα πάντα με τις αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή φρονεί εν τούτοις ότι, εκτός της εν λόγω μειώσεως, απαιτείται και περαιτέρω μείωση της ικανότητας παραγωγής προϊόντων θερμής ελάσεως κατά 410000 τόνους.
Από το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, η οποία — σύμφωνα με το άρθρο 8 — απευθύνεται στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, θα αναφέρω, πρώτον, το άρθρο 1, κατά το οποίο οι ενισχύσεις στις επενδύσεις και στη λειτουργία, που απαριθμεί λεπτομερώς, συμβιβάζονται με την καλή λειτουργία της κοινής αγοράς εφόσον τηρούνται οι όροι και οι λεπτομέρειες που προβλέπονται στα άρθρα 2 ώς 5. Το άρθρο 2 ορίζει ότι οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούνται ενισχύσεις οφείλουν να προβούν, εκτός της προταθείσας μείωσης κατά 60000 τόνους, σε μείωση τουλάχιστον 410000 τόνων προϊόντων θερμής ελάσεως, ότι πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή πριν από τις 31 Ιανουαρίου 1984 ο κατάλογος των μονάδων που πρόκειται να κλείσουν μαζί με τις ημερομηνίες κλεισίματος και ότι τα κλεισίματα πρέπει να πραγματοποιηθούν πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1985. Τέλος, το άρθρο 4 προσθέτει ότι οι ενισχύσεις καταβάλλονται μόνο εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει ότι πληρούνται οι όροι των άρθρων 2 και 3 ή ικανοποιητικό μέρος αυτών.
δ)
Την 1η Ιουλίου 1983 το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου θέσπισε νόμο περί μέτρων διευκολύνσεως της αναδιαρθρώσεως και του εκσυγχρονισμού της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα. Ο νόμος αυτός, μεταξύ άλλων, επιτρέπει στην κυβέρνηση του Λουξεμβούγου να χορηγήσει ενισχύσεις στις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα της χώρας κατά το 1983 και το 1984 (άρθρο 1) να αγοράσει μετατρέψιμες ομολογίες ή μετοχές επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα της χώρας ορισμένου ποσού (άρθρο 2) και να αποκτήσει εταιρικά μερίδια στην εταιρία Sidmar SA για ορισμένο ποσό (άρθρο 3). Όσον αφορά τις λοιπές διατάξεις του εν λόγω νόμου — που δεν αναφέρονται καθόλου στο κλείσιμο εγκαταστάσεων — παραπέμπω στο κείμενο που δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου (Memorial) της 1ης Ιουλίου 1983.
Σημειωτέον επίσης ότι η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου κοινοποίησε στην Επιτροπή, στις 27 Ιανουαρίου 1984, τα σχεδιαζόμενα κλεισίματα επιχειρήσεων. Από την κοινοποίηση αυτή καθώς και από την από 27 Φεβρουαρίου 1984 απάντηση της Επιτροπής προκύπτει ότι, στο πλαίσιο συμφωνίας συνεργασίας με την Cockerill Sambre (που εγκρίθηκε από τις κυβερνήσεις του Βελγίου και του Λουξεμβούργου), η Arbed θα κλείσει οριστικά το έλαστρο φαρδιών ταινιών εν θερμώ του Dudelange το αργότερο στις αρχές του 1985 (πράγμα που αντιπροσωπεύει μείωση της ικανότητας παραγωγής κατά 754000 τόνους, από τους οποίους 250000 θα καταλογιστούν στην Cockerill Sambre).
2. Η άποψη των διαόίκων
α)
Κατά την άποψη των προσφειγύντων, οι επιβαλλόμενες λεπτομέρειες του κλεισίματος είναι υπερβολικές διότι δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη ούτε οι αναδιαρθρώσεις που πραγματοποιήθηκαν πριν από το 1980 ούτε η σημασία της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα του Λουξεμβούργου για την οικονομία της χώρας αυτής. Με προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ζήτησαν να ακυρωθεί η από 29 Ιουνίου 1983 απόφαση της Επιτροπής και επικουρικά να κριθεί ανεφάρμοστη η απόφαση 2320/81.
6)
Η Επιτροπή θεωρεί την προσφυγή απαράδεκτη. Υπέβαλε λοιπόν αίτηση βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, ζητώντας από το Δικαστήριο να κρίνει επί της εν λόγω ενστάσεως απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία.
Κατά την Επιτροπή, η προσφυγή είναι απαράδεκτη βάσει της Σννθήκης ΕΚΑΧ, διότι οι προσφεύγοντες, όπως είναι προφανές, δεν αποτελούν επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 48 αυτής της Συνθήκης. Εξάλλου, δεν νομιμοποιούνται σχετικώς ούτε στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΟΚ. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απευθύνεται στους προσφεύγοντες δήμους, αλλά — επαναλαμβάνω — στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου. Σ' αυτή την περίπτωση όμως, το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ απαιτεί να υπάρχει συμφέρον άμεσο και ατομικό πράγμα που, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν απέδειξαν οι προσφεύγοντες δήμοι.
γ)
Οι προσφεύγοντες αντιτάσσουν σ' αυτήν την άποψη προ πάντων ότι μόνο οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ εξετάζονται εν προκειμένω, δηλαδή το άρθρο 173. Η επίδικη απόφαση ελήφθη βάσει των άρθρων 92 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ, καίτοι ot αποφάσεις 257/80 και 2320/81 στις οποίες αναφέρεται η εν λόγω απόφαση εκδόθηκαν, όπως οι ίδιες αναφέρουν, διότι «η Κοινότης βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κατάσταση η οποία δεν προβλέπεται από τη Συνθήκη», είναι δε εξάλλου σαφές ότι κατά τη θέσπιση της εν λόγω απόφασης — όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 της αποφάσεως 257/80 και στο άρθρο 8 της αποφάσεως 2320/81 — η Επιτροπή ακολούθησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Αν πάντως, όπως υποστηρίζουν περαιτέρω οι προσφεύγοντες, γίνει δεκτό ότι πρόκειται συγχρόνως για απόφαση που ελήφθη θάσει της Συνθήκης ΕΚΑΧ και για απόφαση που ελήφθη 6άσει της Συνθήκης ΕΟΚ, αρκεί η προσφυγή να είναι παραδεκτή βάσει της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι το τμήμα της αποφάσεως που εμπίπτει στη Συνθήκη ΕΚΑΧ είναι αδιαίρετο του τμήματος που εμπίπτει στη Συνθήκη ΕΟΚ. Οι προσφεύγοντες παραπέμπουν στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (230/81) ( 2 ).
Ωστόσο, κατά την άποψη των προσφευγόντων, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η απόφαση τους αφορά ατομικά και άμεσα. Αφενός, οι επιχειρήσεις στις οποίες επιβάλλεται μείωση της ικανότητας παραγωγής διαθέτουν εγκαταστάσεις μόνο στην περιφέρεια των προσφευγόντων δήμων. Η εξαφάνιση τους ή η μείωση των ικανοτήτων τους επηρεάζουν επομένως τα ίδια συμφέροντα των δήμων αυτών (που δεν συγχέονται με τα συλλογικά συμφέροντα των κατοίκων τους) και μάλιστα τουλάχιστον κατά το μέτρο που προκύπτει έτσι μείωση του προϊόντος του φόρου. Αφετέρου, προς αντίκρουση του αμέσου συμφέροντος δεν αρκεί το επιχείρημα ότι μετά την προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ληφθούν και άλλες αποφάσεις από την κυβέρνηση του Λουξεμβούργου — που έχει απλώς μια έγκριση — καθώς και από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Πράγματι, πραγματιστική ανάλυση της κατάστασης απαιτεί να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, δεδομένων των προφανών οικονομικών εξαναγκασμών, όλες οι αποφάσεις αυτές πρέπει οπωσδήποτε να ληφθούν, για να μην αναφέρω ότι στην πραγματικότητα είναι προκαθορισμένες, όπως μαρτυρεί λόγου χάρη το γεγονός ότι μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μετά τη θέσπιση της προσβαλλόμενης απόφασης, την 1η Ιουλίου 1983, θεσπίστηκε σχετικός νόμος στο Λουξεμβούργο. Επικουρικώς, οι προσφεύγοντες φρονούν ότι είναι αναμφισβήτητο το δικαίωμα τους προς άσκηση προσφυγής στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, επικαλούνται δε υπέρ αυτού του επιχειρήματος το άρθρο 31 που ορίζει ότι: «το Δικαστήριο εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της παρούσης Συνθήκης και των εκτελεστικών κανονισμών».
Β — Η δική μου άποψη
Έχω τη γνώμη ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής υπερισχύουν εν προκειμένω και επομένως είναι βάσιμη η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε.
1.
Πρώτον, πρέπει να θεωρηθεί εσφαλμένη η άποψη των προσφευγόντων, ότι δηλαδή μόνο τα άρθρα 92 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελούν τη νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Όταν οι γενικές αποφάσεις 257/80 και 2320/81 (νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης) αναφέρουν ότι η Κοινότητα αντιμετωπίζει κατάσταση που δεν προβλέπεται από τη Συνθήκη, πρόκειται για αναφορά στο άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ που έχει ως εξής:
«Σε όλες τις περιπτώσεις που δεν προβλέπονται στην παρούσα συνθήκη, στις οποίες απόφαση ή σύσταση της Ανωτάτης Αρχής παρίσταται αναγκαία για την πραγματοποίηση, κατά την λειτουργία της κοινής αγοράς του άνθρακος και του χάλυβος και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, ενός από τους σκοπούς της Κοινότητος, όπως ορίζονται στο άρθρο 2,3 και 4, η απόφαση ή η σύσταση αυτή δύναται να εκδοθεί μετά ομόφωνη γνώμη του Συμβουλίου και κατόπιν διαβουλεύσεως με τη Συμβουλευτική Επιτροπή.»
Επομένως, οι προαναφερθείσες γενικές πράξεις θεσπίστηκαν επ' αυτής της βάσεως' αποτελούν συνεπώς νομικές πράξεις κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Ελέχθη επίσης ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση το δίκαιο ΕΚΑΧ έχει προέχουσα σπουδαιότητα. (Αυτό προκύπτει μεταξύ άλλων από τα στοιχεία που περιέχουν οι κοινοποιήσεις — 90% των ενισχύσεων που διεξέρχεται η εν λόγω απόφαση αποτελούν ειδικές ενισχύσεις και μόνο 10 % γενικές ενισχύσεις. Όπως αναφέρεται στις προαναφερθείσες γενικές πράξεις, οι ειδικές ενισχύσεις πρέπει να εκτιμώνται συγχρόνως βάσει των διατάξεων του άρθρου 67 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ.)
Δεν μπορεί επομένως να υποστηριχτεί ότι η εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής υπάγεται μόνο στο δίκαιο ΕΟΚ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν βρίσκει έρεισμα στο δίκαιο ΕΚΑΧ.
2.
Είναι επίσης τελείως προφανές ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής στους εν προκειμένω προσφεύγοντες δήμους. Το άρθρο 31 που επικαλούνται δίνει απλώς ένα γενικό ορισμό της αποστολής που ανατίθεται στο Δικαστήριο. Αντιθέτως, δεν περιέχει καμία διάταξη περί ενεργητικής νομιμοποιήσεως, διότι δεν υπάρχει σχετικώς καμία γενική ρήτρα — όπως μαρτυρεί το σύστημα της Συνθήκης ΕΚΑΧ —, αλλά τα ένδικα μέσα ορίζονται χωριστά και με ακρίβεια.
Αν όμως εξετάσουμε το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, που είναι το μόνο που μπορεί να προβληθεί κατά αποφάσεως όπως η υπό κρίση, είναι σαφές ότι, κατά τη δεύτερη παράγραφο αυτού, οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48 μπορούν να ασκήσουν προσφυγή· σ' αυτές δεν περιλαμβάνονται βεβαίως οι δήμοι. Επομένως, στην περίπτωση που διακυβεύονται τα συμφέροντα τους, μπορώ μόνο να παρατηρήσω ότι κατά το δίκαιο της ΕΚΑΧ η προστασία των συμφερόντων αυτών δεν μπορεί να εξασφαλιστεί παρά μόνο μέσω του κράτους μέλους στο οποίο υπάγονται.
3.
Ούτε τη Συνθήκη ΕΟΚ μπορούν να επικαλεστούν οι προσφεύγοντες, διότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης αυτής σχετικά με το άμεσο και το ατομικό συμφέρον στην περίπτωση προσφυγών που ασκούνται από πρόσωπα τα οποία δεν είναι αποδέκτες της προσβαλλόμενης απόφασης.
α)
Όσον αφορά το κριτήριο του «αμέσου συμφέροντος», ορθώς υπογραμμίστηκε στις προτάσεις στην υπόθεση 25/62 (Sig. 1963, σ. 254) ( 3 ) ότι δεν έχει καμία σχέση με το βαθμό του συμφέροντος, αλλά πρέπει να νοείται με βάση το σύστημα της Συνθήκης και τη διάρθρωση της κοινοτικής οργάνωσης η οποία, προκειμένου να επιτύχει ορισμένους σκοπούς, προϋποθέτει τη συνεργασία των κρατών μελών.
αα)
Αυτό πάντως δεν σημαίνει — όπως έχει ήδη διευκρινίσει η νομολογία — ότι στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη κοινοτική πράξη συνεπάγεται περαιτέρω την έκδοση εθνικών πράξεων για την εκτέλεση της, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν αφορά άμεσα τα πρόσωπα στα οποία δεν απευθύνεται. Αυτό βεβαίως δεν συμβαίνει στην περίπτωση που οι εθνικές αρχές δεν έχουν καμιά εξουσία εκτιμήσεως, αλλ' οφείλουν απλώς να εκτελέσουν την κοινοτική πράξη (περίπτωση των ληπτέων στο πλαίσιο των μέτρων διαφυλάξεως αποφάσεων περί χορηγήσεως αδειών εισαγωγής που αποτελούσαν το αντικείμενο των υποθέσεων 41 ώς 44/70 ( 4 ) της υποθέσεως 92/78 ( 5 ) που αναφερόταν — στο πλαίσιο διαγωνισμού για την πώληση βοείου κρέατος — σε απόφαση περί καθορισμού κατώτατης τιμής η οποία αφορούσε όλους τους υποβαλόντες προσφορά· ή της υπόθεσης 113/77 ( 6 ), που αναφερόταν σε απόφαση ληφθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας anti-dumping σχετικά με την είσπραξη ποσών υπό μορφή εγγυήσεως). Αυτό δεν ισχύει εξάλλου και όταν πρόκειται για έγκριση που παρέχεται σε κράτος μέλος η οποία — όπως στην υπόθεση 62/70 ( 7 ) που αναφερόταν σε εμπορεύματα αποκλειόμενα της κοινοτικής μεταχειρίσεως — αφορά, χωρίς να εισέρχεται σε λεπτομέρειες, αιτήσεις εισαγωγής ήδη υποβληθείσες, η δε αρμόδια υπηρεσία έχει ήδη δηλώσει ότι θα τις απορρίψει μόλις λάβει την κοινοτική έγκριση.
66)
Ωστόσο, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η προκειμένη περίπτωση διαφέρει τελείως και επομένως δεν εμπίπτει στην ανωτέρω νομολογία, αλλά πρέπει μάλλον να παραβληθεί με τις υποθέσεις 123/77 ( 8 ) και 103-109/78 ( 9 ) (στην πρώτη επρόκειτο όπως γνωρίζομε για τον ισχύος ενός έτους περιορισμό των εισαγωγών μοτοποδηλάτων από την Ιαπωνία στην Ιταλία' στην άλλη για την έγκριση που δόθηκε στην Γαλλική Δημοκρατία να μειώσει τις βασικές ποσοστώσεις που ίσχυαν για τη ζάχαρη). Πράγματι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ως αναμφισβήτητο το ότι η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου θα έκανε χρήση της εγκρίσεως να χορηγήσει ενισχύσεις στην οικεία βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα καθώς και το ότι οι ωφελούμενες επιχειρήσεις — διότι έχουν συμφέρον στη λήψη ενισχύσεων και αναγκάζονται σχετικά για οικονομικούς λόγους — θα πληρούσαν τους απαιτούμενους όρους (κλείσιμο μονάδων), και πάλι, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός ο κατάλογος των εγκαταστάσεων που πρόκειται να κλείσουν πρέπει να αποσταλεί πριν από το τέλος του 1984 (προθεσμία την οποία — όπως είδαμε — εξάντλησε τελείως η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου) και αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της προσβαλλόμενης απόφασης, το «αντιστάθμισμα» της εν λόγω μειώσεως της παραγωγής μπορούσε επίσης «να παρασχεθεί από άλλες επιχειρήσεις». Η διάταξη δεν είχε απλώς θεωρητική σημασία, όπως μαρτυρεί ακριβώς η υπό κρίση υπόθεση στην οποία το εν λόγω αντιστάθμισμα παρασχέθηκε από την Arbed υπέρ μιας βελγικής επιχείρησης. Επομένως, κατά το χρόνο της θεσπίσεως της εν λόγω αποφάσεως δεν είχαν προκαθοριστεί οι εγκαταστάσεις που θα έκλειναν (εν πάση περιπτώσει — όπως απέδειξε η Επιτροπή — ήταν επίσης δυνατό να ληφθούν υπόψη δύο άλλα έλαστρα φαρδιών ταινιών εν θερμώ σε άλλους δήμους). Μια άλλη εγκατάσταση, το κλείσιμο της οποίας είχε αντιμετωπιστεί, παρελείφθη τελικά, διότι αποδείχτηκε βιώσιμη στη συνέχεια. Επομένως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η απόφαση της Επιτροπής αφορούσε άμεσα τους δήμους στο έδαφος των οποίων βρίσκονται οι επιχειρήσεις που πρέπει να κλείσουν (στην πραγματικότητα άρχισε να τις αφορά μετά τη λήψη μεταγενέστερης απόφασης στο πλαίσιο της επιχειρήσεως). Δεν μπορεί καν να λεχθεί ότι ο δήμος στον οποίο πρόκειται πράγματι να κλείσει τώρα μια επιχείρηση πληρούσε την προαναφερθείσα προϋπόθεση, διότι το αποφασιστικό στοιχείο — το ζήτημα που τίθεται είναι το παραδεκτό προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου — είναι βεβαίως η ημερομηνία λήψεως της προσβαλλόμενης απόφασης (ή εν πάση περιπτώσει η κατάσταση κατά την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής), ενώ δεν αρκεί να εκτιμάται η φύση του συμφέροντος μόλις κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας ή μάλιστα κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
6)
Βάσιμες αμφιβολίες υπάρχουν επίσης — λαμβανομένων υπόψη των μέχρι τώρα συλλογισμών δεν απαιτείται ιδιαίτερη σε βάθος εξέταση αυτού του σημείου — ως προς το αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ανομικά τους προσφεύγοντες δήμους. Οι απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις είναι πλέον σαφείς μετά την απόφαση στην υπόθεση 25/62 ( 10 ) (στην οποία παραπέμπει εξάλλου η απόφαση στην υπόθεση 231/82 ( 11 )): αποφασιστικής σημασίας είναι η απόφαση να θίγει τα πρόσωπα που δεν είναι αποδέκτες της «λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που προσιδιάζουν σ' αυτά ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τα διακρίνει από κάθε άλλο πρόσωπο, εξατομικεύοντας τα έτσι όπως εξατομικεύεται ο αποδέκτης».
αα)
Αυτό δέχτηκε λόγου χάρη το Δικαστήριο με την απόφαση στην νπάθεση 88/76 ( 12 ) για τους κατόχους αδειών εξαγωγής που είχαν χορηγηθεί πριν από ορισμένη ημερομηνία και πιστοποιούσαν την προκαθορισθείσα επιστροφή, σχετικά με πράξη που απέκλειε το δικαίωμα ακυρώσεως των αδειών αυτών (διότι πράγματι τα πρόσωπα αυτά διακρίνονταν από κάθε άλλο πρόσωπο λόγω πραγματικής καταστάσεως και εξατομικεύονταν όπως εξατομικεύεται ο αποδέκτης). Το Δικαστήριο (στις υποθέσεις 239 και 275/82 ( 13 )) έκρινε διαφορετικά για την περίπτωση εισαγωγέων — που θίγονται από τα δικαιώματα anti-dumping — διότι η επίδικη απόφαση δεν τους αφορούσε ρητά — αντίθετα με τους εξαγωγείς ή παραγωγούς της σημαντικότερης στο πλαίσιο της εν λόγω αποφάσεως τρίτης χώρας — (η ιδιαίτερη κατάσταση τους δεν ελήφθη υπόψη).
66)
Εν προκειμένω δεν πρέπει να λησμονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά μόνο έμμεσα τους προσφεύγοντες δήμους. Σ' αυτή την περίπτωση όμως — που χαρακτηρίζεται από τα αποτελέσματα της αποφάσεως επί της οικονομικής και δημοσιονομικής κατάστασης — υπάρχει και άλλη σημαντική ομάδα ενδιαφερομένων προσώπων, δηλαδή οι μισθωτοί που χάνουν την εργασία τους λόγω των μειώσεων των ικανοτήτων παραγωγής, οι πελάτες και οι προμηθευτές της επιχείρησης που πρέπει να κλείσει, καθώς και οι έμποροι των δήμων στους οποίους κατοικούν οι μισθωτοί που θίγονται από τα κλεισίματα. Βάσει των σκέψεων αυτών, δύσκολα μπορεί να λεχθεί ότι η απόφαση της Επιτροπής αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες δήμους — όπως τους αποδέκτες.
γ)
Επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι δεν δικαιολογείται διαφορετικώς το συμπέρασμα από το ότι δεν είναι προφανώς δυνατό, κατά το δίκαιο του Λουξεμβούργου, να προσβληθεί απ' ευθείας ο προαναφερθείς νόμος της χώρας αυτής που θεσπίστηκε κατόπιν της αποφάσεως της Επιτροπής' για το λόγο αυτό, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μια αρκετά ευρεία ερμηνεία — λαμβάνουσα υπόψη της τη Σύμβαση περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τις γενικές αρχές του δικαίου — του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου να εξασφαλιστεί δικαστική προστασία χωρίς κενά.
Πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι ορισμένες αποφάσεις αναφέρονται, κατά την εκτίμηση του παραδεκτού προσφυγής βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, στα εθνικά ένδικα μέσα κατά εθνικών πράξεων — που συνδέονται με κοινοτική πράξη — (βλ. λόγου χάρη τις προαναφερθείσες υποθέσεις 123/77, 239 και 275/82 καθώς και 231/82) ( 14 ). Ωστόσο — σημειωτέον δε σχετικώς ότι στην υπόθεση 113/77 ( 15 ) το επιχείρημα περί της δυνατότητας ασκήσεως εθνικών ενδίκων μέσων κρίθηκε αβάσιμο — δεν συνάγεται βεβαίως το συμπέρασμα ότι η δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο μας εξαρτάται από την ύπαρξη ή την έλλειψη ενδίκων μέσων του εθνικού δικαίου. Το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί διάταξη κοινοτικού δικαίου που δεν αναφέρεται ρητά στο εθνικό δίκαιο· επομένως, επιδέχεται μόνο ενιαία κοινοτική ερμηνεία που δεν λαμβάνει δηλαδή υπόψη τα περί δικαστικής προστασίας κατά το εθνικό δίκαιο.
Επομένως, αν αποδειχτεί ακριβές ότι κατά το δίκαιο του Λουξεμβούργου οι προσφεύγοντες δήμοι δεν διαθέτουν κανένα ένδικο μέσο κατά του κλεισίματος επιχειρήσεων στο έδαφος τους (το γεγονός ότι λαμβάνεται αποκλειστικά υπόψη ο εν λόγω νόμος, τον οποίο θα ακολουθήσουν προφανώς μέτρα εφαρμογής, απηχεί ίσως άποψη υπερβολικά στενή και γι' αυτό απαράδεκτη), είναι αναμφιβόλως πλέον ενδεδειγμένες οι αιτιάσεις κατά του δικαίου του Λουξεμβούργου για υπερβολικά περιοριστική ρύθμιση της δικαστικής προστασίας παρά τα συμπεράσματα σχετικά με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
Γ —
Τέλος, προτείνω να κριθεί βάσιμη η ένσταση απαραδέκτου που ήγειρε η Επιτροπή κατά της προσφυγής των πέντε δήμων του Λουξεμβούργου και να καταδικαστούν οι προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 2 ) Απόφαση της 10. 2. 1983 στην υπό9εση 230/81 — Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου —, Συλλογή 1983, σ. 255.
( 3 ) Απόφαση της 15. 7. 1963 στην υπόθεση 25/62 — Firma Plaumann & Co. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Sig. 1963, σ. 211.
( 4 ) Απόφαση της 13. 5. 1971 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 41 ώς 44/70 — NV International Fruit Company κλ. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Sig. 1971, σ. 411.
( 5 ) Απόφαση της 6. 3. 1979 στην υπόθεση 92/78 — Simmenthal SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων—, Sig. 1979, σ. 777.
( 6 ) Απόφαση της 29. 3. 1979 στην υπόθεση 113/77 — ΝΤΝ Toyo Bearing Company Ltd. κλ. κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Sig. 1979, α 1185.
( 7 ) Απόφαση της 23. 11. 1971 στην υπόθεση 62/70 — Werner Α. Bock κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων—, Sig. 1971, σ. 897.
( 8 ) Απόφαση της 16. 3. 1978 στην υπόθεση 123/77 — Unione Nazionale Importatori e Commerciami Motoveicoli Esteri (UNICME) κλ. κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Sig. 1978, σ. 845.
( 9 ) Απόφαση της 16. 1. 1979 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 103 έως 109/78 — Société des Usines de Beauport κλ. κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Sig. 1979, σ. 17.
( 10 ) Απόφαση της 15. 7. 1963 στην υπόθεση 25/62 — Firma Plaumann & Co. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Sig. 1963, σ. 211.
( 11 ) Απόφαση της 14. 7. 1983 στην υπόθεση 231/82 — Spijker Kwasten BV κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων—, Συλλογή 1983, σ. 2559.
( 12 ) Απόφαση της 31. 3. 1977 στην υπόθεση 88/76 — Société pour l'exportation des sucres SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων—, Sig. 1979, σ. 79.
( 13 ) Απόφαση της 21. 1. 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 239/82 και 275/82 — Allied Corporation κλ. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1984, σ. 1005.
( 14 ) Απόφαση της 16. 3. 1978 στην υπό8εση 123/77 — Unione Nazionale Importatori e Commercianti Motoveicoli Esteri (UNICME) κλ. κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Sig. 1978, σ. 845.
Απόφαση της 21. 1. 1984 στις συνεκδικασθείσες υπο-9έσεις 239/82 και 275/82 — Allied Corporation κλ. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1984, σ. 1005.
Απόφαση της 14. 7. 1983 στην υπόθεση 231/82 — Spijker Kwasten BV κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Συλλογή 1983, σ. 2559.
( 15 ) Απόφαση της 29. 3. 1979 στην υπόθεση 113/77 — ΝΤΝ Toyo Bearing Company Ltd. κλ. κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων —, Sig. 1979, σ. 1185.
Full & Egal Universal Law Academy