ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 13ης Δεκεμβρίου 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαοτες,
1.
Νομίζω ότι ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε ενώπιον σας ο όρος « διαφορά », όπως στην υπό κρίση υπόθεση, δηλαδή σε ολόκληρη την κλίμακα και των δυο του σημασιών: τόσο της αντιδικίας που αναφέρεται χαρακτηριστικά στα νομικά λεξικά όσο και του διαπληκτισμού ή της συμπλοκής που χρησιμοποιείται κυρίως στην καθομιλουμένη. Πράγματι, σας ζητήθηκε να κρίνετε τη νομιμότητα μιας διοικητικής απόφασης της 7ης Απριλίου 1983 που εκδόθηκε από τον Richard Burke, μέλος της Επιτροπής επιφορτισμένο με θέματα του προσωπικού, με την οποία ο F., κύριος υπάλληλος διοικήσεως της Επιτροπής και προσφεύγων στην υπό κρίση υπόθεση, παύθηκε, διότι — αναφέρω το κείμενο της σχετικής πράξης — « επιτέθηκε βίαια κατά του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως, προξενώντας του τραύματα ».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, από πειθαρχική άποψη, η διαφορά — διαπληκτισμός συνιστά βαρύτατο παράπτωμα. Όσον αφορά τη διαφορά — αντιδικία αυτή, η υπό κρίση υπόθεση έλαβε τις διαστάσεις μιας τεράστιας δικογραφίας, στην οποία οι διάδικοι κατέθεσαν κάθε είδους έγγραφα και απόψεις, είτε προς ενίσχυση της δικής τους εκδοχής για το επεισόδιο είτε προς ενίσχυση των νομικών τους επιχειρημάτων. Οφείλω, όμως, να διαπιστώσω ότι αυτό το πλήθος εγγράφων όχι μόνο δεν κατέστησε την « εικόνα » της δίκης διαυγέστερη, αλλά τη θόλωσε ακόμη περισσότερο: αυτό είναι ακόμα πιο λυπηρό, δεδομένου ότι πρόκειται περί πειθαρχικού ζητήματος, δηλαδή ζητήματος που χαρακτηρίζεται, περισσότερο από κάθε άλλο, από τη σημασία των πράξεων και των περιστάσεων.
Επομένως, για λόγους σαφήνειας αλλά και ουσίας, θα λάβω υπόψη μου μόνο τις πράξεις και τα επιχειρήματα που μου φάνηκαν απαραίτητα για την ορθή εκτίμηση της νομιμότητας της πράξης που υποβλήθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου.
2.
Ο F., ο οποίος εργάζεται στην Επιτροπή από το 1975, στην αρχή ως έκτακτος και κατόπιν ως μόνιμος υπάλληλος, αποσπάστηκε από την 1η Ιουλίου 1982 και για διάστημα δύο ετών στο Γαλλικό Υπουργείο Συνεργασίας και Αναπτύξεως. Η σχετική απόφαση ελήφθη στο πλαίσιο της πολιτικής ανταλλαγών υπαλλήλων μεταξύ Κοινότητας και δημόσιων υπηρεσιών των κρατών μελών, την οποία το κοινοτικό όργανο εφαρμόζει από το 1976.
Πριν από τη λήψη της αποφάσεως αποσπάσεως, ο Πρόεδρος Thorn είχε γνωστοποιήσει στο γάλλο Υπουργό ότι η Επιτροπή δεν ήθελε να γίνεται αλλοίωση, από « λόγους πολιτικής σκοπιμότητας », του χαρακτήρα του προγράμματος ανταλλαγών, το οποίο είχε σχεδιαστεί κυρίως για την εκπαίδευση, την εξέλιξη της σταδιοδρομίας και την ενημέρωση των υπαλλήλων. Ο υπουργός παρέσχε άφθονες εγγυήσεις ως προς την τοποθέτηση του F. και δεν υπήρξε καμιά αντίρρηση για την απόσπαση του τελευταίου.
Λίγες όμως ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του στη Γαλλία, ο προσφεύγων ζήτησε και έλαβε από το υπουργείο « εκλογική άδεια » (από 1 μέχρι 10 Αυγούστου) για να μετάσχει ως υποψήφιος στις εκλογές για την ανάδειξη της τοπικής βουλής της Κορσικής. Ο F. δεν ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με την υποψηφιότητα του, ούτε, όταν εξελέγη, γνωστοποίησε το γεγονός αυτό στην Επιτροπή. Αντιθέτως, ένα μήνα μετά την εκλογή του, για την ακρίβεια στις 8 Σεπτεμβρίου 1982, ζήτησε με επιστολή προς το γενικό διευθυντή διοίκησης, Morel, την άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 12, τρίτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, να ασκήσει την εντολή που του είχαν αναθέσει οι κορσικανοί εκλογείς.
Πέρασαν εβδομάδες χωρίς να απαντήσει ο διευθυντής προσωπικού. Οι υπηρεσίες όμως της Επιτροπής δεν είχαν λησμονήσει τον F. και, ήδη από τις 8 Σεπτεμβρίου, διατάχτηκαν από το διευθυντή, ο οποίος προφανώς είχε λάβει γνώση της εκλογής του, να μελετήσουν τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν σχετικά μ' αυτόν. Τότε ο προσφεύγων, λόγω της σιγής της διοίκησης και έχοντας, ίσως, πληροφορηθεί τα δυσάρεστα γι' αυτόν τεκταινόμενα, αποφάσισε να μεταβεί στις Βρυξέλλες. Στις 6 Οκτωβρίου, ζήτησε να δει το διευθυντή προσωπικού, πράγμα που έγινε το απόγευμα της ίδιας ημέρας, στο γραφείο του τελευταίου.
Από το σημείο αυτό και μετά, οι απόψεις των διαδίκων διαφέρουν. Στην αφήγηση τους σχετικά με τα όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, οι μνησικακίες και οι εσκεμμένες επικρίσεις θολώνουν ή αλλοιώνουν τα γεγονότα. Ίσως να μη μάθουμε ποτέ την αλήθεια, σχετικά με τις χειρονομίες ή τα λόγια τους. Επομένως, προτιμώ να στηριχτώ στην « αλήθεια » που παρέσχε το πειθαρχικό συμβούλιο στην αιτιολογημένη του γνώμη με την οποία τερματίστηκε η πειθαρχική διαδικασία που ο Επίτροπος Burke είχε κινήσει κατά του F. Ιδού το χωρίο κλειδί:
« Μολονότι τα επιχειρήματα που αναπτύχτηκαν (αντικείμενο των οποίων αποτελούσαν προφανώς τα διοικητικά μέτρα που είχαν ληφθεί μετά την εκλογή του F. ) υπήρξαν σε μερικά σημεία πολύ αλληλοσυγκρουόμενα, η συζήτηση διεξήχθη κατά το μεγαλύτερο ποσοστό σε ήπιο τόνο με κάθε αντικειμενικότητα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε μόνο προς το τέλος, όταν φάνηκε ότι δεν ήταν δυνατή καμιά προσέγγιση απόψεων και ύστερα από την απάντηση του Morel στον F. σχετικά με την πρόθεση που εκδήλωσε ο τελευταίος να φέρει στο Δικαστήριο την περίπτωση του.
Ο F. επιτέθηκε κατά του Morel κατά τρόπο αιφνίδιο και βίαιο. Τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο και τον άρπαξε από το εμπρόσθιο μέρος του υποκαμίσου του, που σχίστηκε. Από τη βιαιότητα της σύγκρουσης ο Morel έπεσε από την πολυθρόνα όπου ήταν καθισμένος και πληγώθηκε στο χέρι στην προσπάθεια να κρατηθεί από την άκρη του χαμηλού γυάλινου τραπεζιού γύρω από το οποίο κάθονταν οι τρεις συνομιλητές... »
Ο διαπληκτισμός δεν τερματίστηκε στο σημείο αυτό. Αλλά ούτε κατόπιν επιτόπιας∙ (επιθεώρησης του γραφείου του διευθυντής το πειθαρχικό συμβούλιο μπόρεσε να διαπιστώσει με βεβαιότητα την πορεία των γεγονότων. Παρ' όλ' αυτά, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: « εν πάση περιπτώσει διαπιστώθηκε ότι ο F...∙; επιτέθηκε βίαια κατά του Morel ... ». Αυτή είναι η μοναδική πράξη που η Επιτροπή προσάπτει στον προσφεύγοντα. Αυτό είναι επίσης και το μόνο γεγονός στο οποίο οι δύο διάδικοι συμφωνούν ανεπιφύλακτα.
Πράγματι, στη δικογραφία ο προσφεύγων και η καθής εξακολουθούν να χρονοτριβούν επί μιας ολόκληρης σειράς γεγονότων και επί των χιλίων δυό συνεπειών, κυρίως ψυχολογικής φύσεως, που προέκυψαν από αυτά. Αυτά, όμως, τα γεγονότα δεν συμβάλλουν με κανένα τρόπο στην πραγματική γνώση του προβλήματος που ανέκυψε με την υπό κρίση προσφυγή και δεν ασκούν καμία επιρροή στην επίλυση του. Ειδικότερα, πρόκειται για μια απαντητική επιστολή — ή μάλλον σχέδιο επιστολής — που θα έπρεπε να είχε αποσταλεί στον F. και της οποίας το περιεχόμενο, το οποίο εξετάστηκε από τις εσωτερικές υπηρεσίες της Επιτροπής (οι οποίες στη συνέχεια υπέβαλαν σχετική αναφορά στο διευθυντή προσωπικού), αφορούσε κυρίως την υπηρεσιακή κατάσταση του F. μετά την εκλογή του στην τοπική Βουλή της Κορσικής. Δεν αμφισβητείται ότι η επιστολή ουδέποτε απεστάλη και, επομένως, το περιεχόμενο της δεν μπόρεσε να επηρεάσει τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά το επεισόδιο της 6ης Οκτωβρίου ήταν κυρίως διοικητικής φύσεως. Δεδομένου ότι ο F. τέθηκε σε αργία στις 20 Οκτωβρίου, η αρμόδια αρχή κίνησε αμέσως εις βάρος του πειθαρχική διαδικασία, σύμφωνα με τους κανόνες του παραρτήματος IX του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ύστερα από ενδελεχή και εξονυχιστική έρευνα, το πειθαρχικό συμβούλιο εξέδωσε, στις 8 Μαρτίου 1983, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία πρότεινε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να επιβάλει στον F. την πειθαρχική ποινή που προβλέπει το άρθρο 86, παράγραφος 2, στοιχείο ε, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δηλαδή υποβιβασμό από το βαθμό Α/5, τέταρτο κλιμάκιο, στο βαθμό Α/6, όγδοο κλιμάκιο. Στις 7 Απριλίου 1983, ο Επίτροπος Burke, μη λαμβάνοντας υπόψη αυτή την πρόταση, επέβαλε στον υπάλληλο την πειθαρχική ποινή της παύσης, χωρίς στέρηση ή μείωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος. Η ποινή αυτή αποτελείς την αιτία της διοικητικής ένστασης και, μετά τη ρητή της απόρριψη από την Επιτροπή, της προσφυγής επί της οποίας καλείστε να αποφανθείτε.
3.
'Ετσι συνοψισμένη, η υπόθεση φαίνεται απλή και η λύση της εύκολη. Δυστυχώς, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το άρθρο 1, πρώτη παράγραφος, του παραρτήματος IX του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ορίζει ότι « γίνεται προσφυγή στο πειθαρχικό συμβούλιο, με αναφορά της αρμοδίας για διορισμούς αρχής, όπου πρέπει να σημειώνονται με σαφήνεια τα προσαπτόμενα και, εφόσον συντρέχει λόγος, οι συνθήκες [περιστάσεις] υπό τις οποίες έχουν συντελεστεί». Κατά συνέπεια, οι πράξεις και περιστάσεις. Μολονότι ήδη ανέφερα τις πρώτες, δεν μίλησα ακόμη για τις δεύτερες, οι οποίες, αντιθέτως, αποτελούν πράγματι το γόρδιο δεσμό του ζητήματος της νομιμότητας της επίμαχης πράξης.
Όσον αφορά τις περιστάσεις, ως συμπληρωματικού στοιχείου του πειθαρχικού παραπτώματος στο κοινοτικό δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο, και ειδικότερα όσον αφορά το σκοπό και τις συνέπειες τους, πολύ λίγα πράγματα γνωρίζουμε από επιστημονική άποψη, έστω κι αν η αιτία είναι το ότι το Δικαστήριο σπάνια είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με αυτό το θέμα. Εντούτοις, χωρίς να θέλω να καλύψω αυτό το κενό, θα περιοριστώ σε δύο παρατηρήσεις γενικής φύσεως που μας αφορούν άμεσα και οι οποίες δεν θα έπρεπε να προκαλέσουν πολλές αμφιβολίες:
α)
ο νομοθέτης δεν προσδιόρισε το περιεχόμενο και το πεδίο εφαρμογής των περιστάσεων και αυτό προφανώς για να εξασφαλίσει στη διοίκηση το μεγαλύτερο δυνατό περιθώριο χειρισμών
β)
αν, σύμφωνα με το άρθρο 1, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή σκοπεύει επίσης να προσδώσει βαρύτητα στις «συνθήκες [ περιστάσεις ], υπό τις οποίες τα προσαπτό-μενα έχουν συντελεστεί», πρέπει, για το λόγο αυτό, οι περιστάσεις να προσδιοριστούν με σαφήνεια.
Επανερχόμενος λοιπόν στην υπό κρίση διαφορά, διαπιστώνω ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η επίθεση κατά του Morel αποτελούν την αιτία της σύγχυσης και διαφωνίας και αυτό όχι μόνο μεταξύ των διαδίκων, αλλά και μεταξύ των ίδιων των οργάνων στα οποία ανατέθηκε η πειθαρχική διαδικασία. Πράγματι:
α)
ο Επίτροπος Burke, στην έκθεση τον προς το πειθαρχικό συμβούλιο, απομακρυνό-μενος από το κείμενο του παραρτήματος IX, το οποίο ομιλεί για τις περιστάσεις υπό τις οποίες έχουν συντελεστεί τα προσαπτό-μενα, προτιμά να προσδιορίσει τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα προσαπτόμενα « συνέβησαν ». Είναι αυτονόητο ότι η διαφορά μεταξύ των δύο εκφράσεων δεν είναι μόνο διαφορά ύφους: αυτό είναι τόσο αληθές ώστε, μεταξύ των περιστάσεων που ελήφθησαν υπόψη στη σελίδα 6 της έκθεσης, αναφέρονται στοιχεία και απόψεις εντελώς ξένα προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες- έγινε η επίθεση. 'Ετσι, αναφέρεται η εκλογή του F. ως νέο γεγονός σε σχέση με την υπηρεσιακή του κατάσταση γίνεται διά μακρών λόγος περί της ελευθερίας των υπαλλήλων να έχουν πολιτικές απόψεις γίνεται νύξη περί ορισμένων κανόνων καλής συμπεριφοράς. Δεν αρνούμαι ότι όλα αυτά είναι σημαντικά στοιχεία και βεβαίως έπαιξαν κάποιο ρόλο όταν συνέβησαν τα γεγονότα είναι εντούτοις αλυσιτελή για την κατανόηση του πώς και γιατί έγινε η εν λόγω βίαιη επίθεση
β)
αντιθέτως, η αιτιολογημένη γνώμη τον πειθαρχικού συμβουλίου αγνοεί παντελώς τις «περιστάσεις» που αναφέρει ο Επίτροπος Burke, ενώ το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται — και προσθέτω ορθώς — στις υποκειμενικές και αντικειμενικές περιστάσεις που αφορούν την παράνομη πράξη. 'Ετσι, διευκρινίζονται με σαφήνεια τόσο « οι περιστάσεις υπό τις οποίες οργανώθηκε η συζήτηση » ( σελίδα 4, άρθρο 2, στοιχείο α ), όσο και « οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η επίθεση »( σελίδα 5, στοιχείο σ ). Περαιτέρω, ορισμένες από τις περιστάσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως ελαφρυντικές (σελίδα 7, τρίτη παράγραφος) και λαμβάνονται υπόψη για τη μείωση της πειθαρχικής ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, η συμπεριφορά του οποίου — όπως το ίδιο το συμβούλιο βεβαιώνει — θα έχρηζε, από τη φύση της, της αυστηρότερης των ποινών ( βλέπε κατωτέοω άρθρο 7)
γ)
τέλος, στην πειθαρχική απόφασ?), ο Επίτροπος Burke δεν αναφέρεται πλέον στις περιστάσεις στις οποίες στηρίχτηκε η έκθεση του. Αντίθετα, κάνει μνεία των περιστάσεων που ελήφθησαν υπόψη στη γνώμη του συμβουλίου, χωρίς όμως και να τις θεωρεί ως ελαφρυντικές.
Οι διάδικοι διατυπώνουν αλληλοσυγκρουόμενες γνώμες, οι οποίες όμως, τουλάχιστον, — και αυτό είναι σημαντικό — αναφέρονται στο ίδιο αντικείμενο: δηλαδή στην ύπαρξη ή στην ανυπαρξία « ελαφρυντικών περιστάσεων » που δέχτηκε το πειθαρχικό συμβούλιο.
Ύστερα από τα παραπάνω, είναι προφανώς αδύνατο, και εν πάση περιπτώσει ανώφελο, να καθοριστεί ποια από όλες τις εκδοχές, που διατυπώθηκαν για την υπό κρίση υπόθεση, προσδιορίζει σαφέστερα και κυρίως ακριβέστερα το περιεχόμενο των περιστάσεων υπό τις οποίες έγινε η επίθεση. Νομίζω ότι αρκεί να γίνει δεκτό ένα γεγονός: σ' όλες τις πράξεις που ασκούν επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης — δηλαδή, εκτός από τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου, την απόφαση του Επιτρόπου Burke και τα αιτήματα των διαδίκων — όλα τα πρόσωπα που προέβησαν ď αυτές συμφωνούν τελικά επί του περιεχομένου των περιστάσεων που θεωρήθηκαν από το πειθαρχικό συμβούλιο ως ελαφρυντικές, μολονότι εκτιμώνται διαφορετικά από νομική άποψη. Ας δούμε λοιπόν τι λέει το συμβούλιο. Στη σελίδα 7 της αιτιολογημένης γνώμης, διαβάζω ότι οι προαναφερθείσες περιστάσεις προκύπτουν:
« —
αφενός από το νευρωτικό χαρακτήρα του F., ο οποίος χαρακτηρίζεται από μειωμένο όριο αντοχής στις απογοητεύσεις∙
—
αφετέρου από το συναίσθημα ανασφάλειας και αγωνίας ανάλογο με τη βαθιά απογοήτευση που δημιουργήθηκε στον F. από το βάρος των ενδεχόμενων ^ συνεπειών των αποφάσεων που ήταν δυνατό να ληφθούν σχετικά μ' αυτόν, από τις περιστάσεις υπό τις οποίες οργανώθηκε η συνομιλία και από την εξέλιξη της∙
—
τέλος, από την πρόδηλη έλλειψη προμελέτης ».
Όπως είναι προφανές, το συμβούλιο ρίχνει το βάρος τόσο στην κατάσταση ή στις ψυχοφυσικές ιδιότητες του ενόχου, όσο και στις σχέσεις μεταξύ του τελευταίου και του προσβληθέντος κατά τη στιγμή της επίθεσης. Το συμβούλιο ακολούθησε αυτή την οδό, κυρίως λόγω μιας ιατρικής γνωμάτευσης που εκδόθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1982 από το διδάκτορα J. De Geyter και από τον καθηγητή Ε. Dumont, που επισκέφθηκαν τον F., στις 13 του ίδιου μήνα, στο Ινστιτούτο Fond Roy, όπου ο προσφεύγων είχε μεταφερθεί από μερικούς συναδέλφους του αμέσως μετά το επεισόδιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η γνωμάτευση αυτή, μολονότι αποτελεί από διαδικαστική άποψη πράξη της καθής, ουδέποτε αμφισβητήθηκε ούτε κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας ούτε κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης. Εξάλλου, αποτελεί ένα από τα ουσιώδη στοιχεία στα οποία στηρίζεται η απόφαση της 7ης Απριλίου. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος τεχνικής πραγματογνωμοσύνης pro veritate. Με τη γνωμάτευση αυτή βεβαιώνονται κυρίως, τα εξής:
« Κατά την έννοια του νόμου, ο F. πρέπει να θεωρηθεί ως ικανός προς καταλογισμό τόσο κατά το χρόνο των πράξεων που του καταλογίζονται όσο και σήμερα. Εντούτοις, πρέπει να ληφθεί υπόψη η νευρωτική του προσωπικότητα που χαρακτηρίζεται, ιδίως, από μείωση του ορίου αντοχής στις απογοητεύσεις. »
4.
Με την υπό κρίση προσφυγή, ο F. ζητά, κυρίως, την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 1983, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση του περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 7ης Απριλίου 1983 (παύση)∙ εξάλλου, ζητά, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την ακύρωση της αιτιολογημένης γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου. Επικουρικώς, ζητά την επιδίκαση αποζημιώσεως ίσης προς τις αποδοχές τριών μηνών, καθώς και κάθε άλλη αποζημίωση που καθιστά δυνατή την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ως υπάλληλος.
Η Επιτροπή ζητά να κηρυχτεί η προσφυγή απαράδεκτη, στο μέτρο που στρέφεται κατά της γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου' και, κατά τα λοιπά, να κηρυχτεί αβάσιμη.
5.
Η Επιτροπή, προς στήριξη της ενστάσεως της απαραδέκτου, ισχυρίζεται ότι, μολονότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί εμμέσως υπέρ του αντιθέτου (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968, υπόθεση 35/67, Van Eick κατά Επιτροπής, Recueil 1968, σ. 432), η γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου αποτελεί αποκλειστικά προπαρασκευαστική πράξη στερούμενη δεσμευτικού χαρακτήρα. Επομένως, είναι αδύνατο να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι, σε περίπτωση που το συμβούλιο την εκδίδει κατά παράβαση των κανόνων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος στερείται προστασίας. Πράγματι, τίποτε δεν τον εμποδίζει να προσβάλει αυτήν ταύτην την απόφαση, επικαλούμενος, στο πλαίσιο της εν λόγω προσφυγής, ενδεχόμενες πλημμέλειες που επηρεάζουν τόσο τη γνώμη όσο και την πειθαρχική διαδικασία.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει την αντίθετη άποψη. Αφού παρατήρησε ότι η γνώμη αποτελεί την κατάληξη μιας « ξεχωριστής ειδικής διαδικασίας», σκοπός της οποίας είναι να καταστεί δυνατό στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να λάβει μια πειθαρχική απόφαση, υποστηρίζει ότι η εν λόγω γνώμη μπορεί να προσβληθεί αυτοτελώς. Κατ' αυτόν, η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, υπόθεση 60/81, IBM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639, αποτελεί σχετικό νομολογιακό προηγούμενο.
Δεν νομίζω ότι η πιο πάνω άποψη είναι βάσιμη. Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει όλες τις διαφορές μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, οι οποίες αφορούν τη νομιμότητα μιας « βλαπτικής » πράξης. Εξάλλου, η προσφυγή είναι παραδεκτή μόνο εφόσον έχει υποβληθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, εντός της προθεσμίας που αυτό τάσσει. Δεν αμφισβητείται ότι, στην προκείμενη περίπτωση, ο προσφεύγων υπέβαλε την εν λόγω ένσταση αποκλειστικά κατά της αποφάσεως του Επιτρόπου Burke. Επιπλέον: ο F. υποστηρίζει μ' αυτήν ότι η παραπάνω απόφαση ήταν παράνομη, διότι, αντίθετα με τη γ-νώμη τον πειθαρχικού συμβουλίου, δεν αναγνώρισε την ύπαρξη ελαφρυντικών περιστάσεων. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων όχι μόνο δεν επέκρινε, όπως κάνει σήμερα, την εν λόγω γνώμη, αλλά την επεκαλείτο κιόλας επιπλέον τη χρησιμοποιούσε ως όπλο για να προσβάλει την απόφαση του Επιτρόπου.
Αρκεί η παραπάνω παρατήρηση για να συναχθεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη; κατά τη γνώμη μου, ναι. Ας δεχτώ όμως ότι το Δικαστήριο δεν τη λαμβάνει υπόψη του∙ δηλαδή ότι κρίνει ότι η ένσταση σχετικά με τη γνώμη περιλαμβάνεται σιωπηρώς σ' αυτήν που στρέφεται κατά της πειθαρχικής αποφάσεως. Πάντως, ο προσφεύγων θα πρέπει να αποδείξει ότι η γνώμη είναι απόφαση, δηλαδή πράξη η οποία παράγει αποτελέσματα δυνάμενα να έχουν επιπτώσεις στη νομική κατάσταση αυτού που την προσβάλλει.
Προς τούτο ακριβώς γίνεται επίκληση της απόφασης IBM —η οποία αφορά τη φύση ορισμένων προπαρασκευαστικών πράξεων στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αντιτράστ. Τα χωρία που κατά τη γνώμη μου ασκούν επιρροή περιλαμβάνονται στις σκέψεις 10 και 11. Το Δικαστήριο καταρχήν δέχτηκε ότι, « όταν πρόκειται για πράξεις ή αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν διαδικασίας η οποία περιλαμβάνει περισσότερα στάδια, ιδίως εφόσον αποτελούν κατάληξη μιας εσωτερικής διαδικασίας, συνιστά πράξη προσβλητή μόνο το μέτρο, το οποίο καθορίζει οριστικώς τη θέση της Επιτροπής ή του Συμβουλίου κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας και όχι τα ενδιάμεσα μέτρα, σκοπός των οποίων είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως. Το πράγμα θα είχε διαφορετικά, μόνο αν οι πράξεις ή οι αποφάσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια προπαρασκευαστικής διαδικασίας... συνιστούν οι ίδιες το πέρας μιας ειδικής διαδικασίας διαφορετικής από εκείνη, η οποία έχει ως προορισμό να επιτρέπει στην Επιτροπή ή στο Συμβούλιο να λαμβάνουν απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως ».
Οπως είναι προφανές, η άποψη του προσφεύγοντος στηρίζεται στο τελευταίο αυτό obiter dictum. Αλλά, έστω κι αν γίνει δεκτό — και χυτό αποτελεί παραχώρηση για την οποία έχω αρκετές αμφιβολίες — ότι η διαδικασία αντιτράστ και η πειθαρχική διαδικασία είναι παρόμοιες και ότι οι κανόνες που ισχύουν για τη μια ισχύουν και για την άλλη, νομίζω ότι είναι δυνατό να αποκλειστεί με βεβαιότητα ότι η γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου:
α)
αποτελεί τον τερματισμό μιας « ειδικής και διαφορετικής διαδικασίας »∙
β)
αποτελεί οριστικό, ή έστω προσωρινό, μέτρο. Γίνομαι σαφέστερος, με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ανά χείρας και με γνώμονα τις αρχές του διοικητικού δικαίου.
Επί τον οημείου α). Το άρθρο 87, δεύτερη παράγραφος, ορίζει ότι ο υποβιβασμός και η παύση « επιβάλλονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μετά το πέρας της πειθαρχικής διαδικασίας». Παρατηρώ ότι η διάταξη εξαρτά την επιβολή των πιο βαρέων ποινών, όχι από τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου — δηλαδή από την έκδοση μιας πράξης — αλλά από τη διεξαγωγή ολόκληρης και πολύπλοκης οιαόικασίας, η οποία διέπεται από ένα σύνολο κανόνων που βρίσκονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και σε ειδικό παράρτημα. Ας εξετάσω λοιπόν αυτούς τους κανόνες που εμφανίζονται ως οι σημαντικότεροι για την επίλυση του προβλήματος που μας απασχολεί. Ειδικότερα, ποιο είναι το όργανο που κινεί και τερματίζει τη διαδικασία; Και με ποιες πράξεις;
Η διαδικασία κινείται « με πρωτοβουλία της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής », ορίζει το ίδιο άρθρο 87, δίνοντας μας έτσι να καταλάβουμε ότι πρόκειται για αρμοδιότητα που έχει παραχωρηθεί αποκλειστικά σ' αυτό το όργανο ( αλλά η αρμοδιότητα αυτή συνοδεύεται από μια υποχρέωση: Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος πρέπει να κληθεί να αναπτύξει προφορικά τις απόψεις του). Κατόπιν, το άρθρο 1 του παραρτήματος IX εξηγεί ότι η διαδικασία αρχίζει με αναφορά της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Επομένως, η παραπάνω διάταξη αποτελεί συνδετικό κρίκο μεταξύ των κανόνων του κανονισμού υπηρεσιακής^ κατάστασης και των κανόνων του παραρτήματος και, και κατ' αυτό μάλιστα τον τρόπο, μας προτρέπει να εκτιμήσουμε εκάτερους σε ένα ενιαίο πλαίσιο. Τέλος, το άρθρο 7, τελευταία παράγραφος, του ίδιου παραρτήματος ορίζει πώς και από ποιον τερματίζεται η διαδικασία,. Ορίζει ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή « λαμβάνει την απόφαση της εντός προθεσμίας ενός μήνα ( υπολογίζοντας από την έκδοση της γνώμης)». Εντούτοις, ακόμα μια φορά, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή υποχρεούται να επιτρέψει στον υπάλληλο να αναπτύξει προφορικά τις απόψεις του.
Ύστερα από όσα ειπώθηκαν, η εικόνα είναι πλήρης και — νομίζω — ότι δεν έχει σκιές. Η πειθαρχική διαδικασία αρχίζει και τερματίζεται από το ίδιο όργανο, με την ίδια πράξη και με την ίδια προϋπόθεση: την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, με απόφαση, αφού ο ενδιαφερόμενος αναπτύξει προφορικά τις απόψεις του. Επομένως, δεν αληθεύει ότι η διαδικασία διαιρείται σε « ειδικές » και διεπόμενες από « τελικές προθεσμίες » φάσεις. Χωρίζεται μεν σε διάφορα τμήματα, αλλά είναι ενιαία, η δε αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι η μόνη αρχή που την κατευθύνει απ' αρχής μέχρι τέλους.
Επί του οημείου β). Προφανείς και ουσιώδεις λόγοι αντιτίθενται στο να θεωρηθεί η γνώμη ως απόφαση, τουλάχιστον κατά την τεχνική έννοια της πράξης που παράγει έννομες συνέπειες δεσμευτικού χαρακτήρα. Βεβαίως πρόκειται για διοικητική πράξη, η οποία, όμως, παρουσιάζει πολλές ιδιομορφίες. Επομένως, όχι μόνο δεν εκφράζει τη θέληση της διοίκησης, αλλά αποτελεί εκαήΑωοη κρίσης (η οποία αφορά «την κύρωση που κατά τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου επισύρουν τα προσαπτόμενα»: άρθρο 7, πρώτη παράγραφος, του παραρτήματος IX) και ενδεχομένως εκδήλωοη της γνώοηςτων πράξεων και των περιστάσεων, ( στο μέτρο που αναφέρεται στην έρευνα που έχει διεξαχθεί: άρθρο 6 του ίδιου παραρτήματος ).
Από την άποψη αυτή, θα όριζα αυτή τη γνώμη ως τυπική πράξη συμβουλευτικού χαρακτήρα, δηλαδή πράξη με την οποία το επιληφθέν όργανο κλήθηκε να εκτιμήσει, σε τεχνικό επίπεδο, μια πράξη που του υποβλήθηκε για εξέταση από το διαθέτον εξουσία λήψεως αποφάσεως όργανο. Πράγματι, η διοικητική εκτίμηση εναπόκειται μόνο στο τελευταίο: αυτό είναι τόσο αληθές, ώστε η γνώμη του, μολονότι είναι υποχρεωτική για την επιβολή των βαρύτερων πειθαρχικών ποινών, δεν δεσμεύει, η δε αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφανθεί διαφορετικά, υπό τον όρο να αιτιολογεί τη διαφωνία της. Τέλος, η γνώμη αποτελεί εσωτερική πράξη προπαρασκευαστικής φύσεως. Δεν είναι δυνατό να προσβληθεί, η δε προσφυγή με την οποία ζητείται ευθέως η ακύρωση της είναι απαράδεκτη.
Καταλήγοντας σ' αυτό το αποτέλεσμα, θεωρώ χρήσιμο να επισημάνω αυτό που έχω ήδη αναφέρει συνοψίζοντας την άποψη του καθού οργάνου: τα ελλαττώματα ή οι πλημμέλειες από τις οποίες είναι δυνατό να πάσχει η αιτιολογημένη γνώμη δεν εξαιρούνται του δικαστικού ελέγχου. Η γνώμη, το είδαμε πριν από λίγο, αποτελεί εσωτερική πράξη: αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να αποκτά εξωτερική σημασία, αν και όταν η διαδικασία της οποίας αποτελεί τμήμα καταλήγει σε απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, τα ελαττώματα της (όπως, γενικότερα, όλα τα ελαττώματα της διαδικασίας) είναι δυνατό να επηρεάσουν τη νομιμότητα και το κύρος της τελικής πράξης και, επομένως, να προσβληθούν επ' ευκαιρία προσφυγής κατά της εν λόγω πράξεως. Φυσικά, δεν θα πρόκειται για μια απεριόριστη δυνατότητα. Πράγματι, η επιρροή που υπαινίσσομαι πρέπει να είναι σνγκεκρψένφ τα ελαττώματα της γνώμης πρέπει να ασκούν πραγματική επιρροή επί του τύπου ή της ουσίας της απόφασης.
Η αντίληψη αυτή διασαφηνίζεται καλύτερα με ένα παράδειγμα που αντλώ ακριβώς από την υπό κρίση υπόθεση. Ένας από τους λόγους με τον οποίο ο προσφεύγων προσβάλλει την απόφαση είναι η παραβίαση ουσιωδών τύπων και, μεταξύ των πολλών αιτιάσεων που έχουν προβληθεί με το λόγο αυτό, η τελευταία συνίσταται στο ότι δεν τηρήθηκε η τρίμηνη προθεσμία που το άρθρο 7, παράγραφος 1, του παραρτήματος IX τάσσει στο πειθαρχικό συμβούλιο για τη σύνταξη της γνώμης του. Η προθεσμία αυτή αφορά μια εσωτερική διαδικασία η οποία, μολονότι πρέπει να εξασφαλίζει ορισμένες εγγυήσεις, δεν είναι ούτε δικαστικού χαρακτήρα ούτε δημόσιας τάξης. Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι αποκλειστικός της σκοπός είναι η χρονική οργάνωση της διεξαγωγής της πειθαρχικής δίωξης, κατά συνέπεια δε, η μη τήρηση της μπορεί, το πολύ πολύ, να συνεπάγεται ευθύνη της διοίκησης (βλ. απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1970, υπόθεση 16/69, Van Eick κατά Επιτροπής, Recueil 1970, σ. 3 ), αλλά βεβαίως δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ακυρώσεως του τελικού μέτρου. Για όλα αυτά, η υπό κρίση υπόθεση παρέχει προφανή απόδειξη. Το γεγονός ότι η γνώμη εκδόθηκε μετά τρεις μήνες ουδαμώς επηρέασε την απόφαση του Επιτρόπου, η οποία τυπικώς ήταν κανονική και εκδόθηκε εμπρόθεσμα.
Κατά συνέπεια, ιδού τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα στην προηγούμενη παράγραφο:
α)
Η αιτιολογημένη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου και οι πράξεις της πειθαρχικής διαδικασίας, που δεν αποτελούν πραγματικές αποφάσεις, είναι πράξεις κατά των οποίων, λόγω της φύσεως τους, δεν είναι δεκτικές προσφυγής κατά την έννοια των άρθρων 90 και 91 του καταστατικού∙
β)
τα ενδεχόμενα ελαττώματα ή πλημμέλειες της πειθαρχικής απόφασης ή γνώμης είναι δυνατό να προβληθούν με την προσφυγή που στρέφεται κατά της οριστικής αποφάσεως στο μέτρο που ασκούν συγκεκριμένη επιρροή στη νομιμότητα ή το κύρος της εν λόγω πράξεως, όσον αφορά τόσο την τήρηση του τύπου όσο και τη νομική εκτίμηση του παραπτώματος.
Τηρώντας τα όρια που καθορίστηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο, θα ασχοληθώ με την εξέταση των αιτιάσεων που διατύπωσε ο προσφεύγων κατά της πειθαρχικής διαδικασίας και της αιτιολογημένης γνώμης.
6.
Με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, ο προσφεύγων προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως, ήτοι:
1)
παράβαση ουσιωδών τύπων
2)
προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
3)
προφανείς πλάνες κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών
4)
νομική πλάνη∙
5)
πεπλανημένη, ατελή και ανεπαρκή αιτιολογία.
Θα πω ευθύς εξαρχής ότι, κατά τη γνώμη μου, οι δύο πρώτοι λόγοι είναι αβάσιμοι, ο τρίτος και ο τέταρτος δεν περιέχουν στοιχεία που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκτιμήσει τον τρόπο κατά τον οποίο η διοίκηση άσκησε τη διακριτική της εξουσία και ο τελευταίος είναι εν μέρει βάσιμος. Ιδού, κατά σειρά, τα επιχειρήματα της άποψης που θέτω στην κρίση σας.
Με τον πρώτο λόγο — παράβαση ουσιωδών τύπων — ο προσφεύγων προσάπτει πέντε ελαττώματα στην προσβαλλόμενη απόφαση:
α)
δεν τηρήθηκε η αρχή της ακροάσεως στην οποία στηρίζεται η πειθαρχική διαδικασία'
β)
οι εκθέσεις εξετάσεως μαρτύρων συντάχτηκαν με καθυστέρηση, δηλαδή όταν είχε ήδη εκδοθεί η αιτιολογημένη γνώμη∙
γ)
οι εκθέσεις αυτές δεν υπογράφηκαν από τους μάρτυρες∙
δ)
δεν του γνωστοποιήθηκαν τα πρακτικά των συνεδριάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου
ε)
το συμβούλιο δεν τήρησε την επιβαλλόμενη για τη διατύπωση της γνώμης (τρίμηνη) προθεσμία.
Έχω ήδη αποδείξει ότι η τελευταία αυτή αιτίαση δεν είναι βάσιμη (άρθρο 5, m fine) και, ως προς τον τρίτο λόγο, διαπιστώνω ότι ο προσφεύγων τον εγκατέλειψε αναγνωρίζοντας το αβάσιμο του ύστερα από το υπόμνημα αντίκρουσης της Επιτροπής. Απομένουν ο δεύτερος, ο τέταρτος και ο πρώτος λόγος∙ αλλά, στην πραγματικότητα, μόνο ο τελευταίος ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι οι λοιποί διευκρινίζουν απλώς δύο ειδικές και, σε τελευταία ανάλυση, περιθωριακές πλευρές.
Επομένως, η αρχή της ακροάσεως. Ακόμα και πριν τεθεί σε ισχύ ο ισχύων κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, το Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει ( βλ. επίσης απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968 στην υπόθεση Van Eick κατά Επιτροπής) ότι το πειθαρχικό συμβούλιο, μολονότι αποτελεί συμβουλευτικό όργανο στη διάθεση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, είναι υποχρεωμένο να τηρεί αυτόν τον κανόνα. Μπορεί όμως να υποστηριχτεί ότι τον παραβίασε στην προκείμενη περίπτωση; Αυτό το αποκλείω. Πρέπει να λεχθεί ότι πρώτος ο προσφεύγων δημιούργησε αμφιβολίες ως προς τους ίδιους του τους ισχυρισμούς. Πράγματι, ο F. δεν αμφισβητεί ότι αυτός — ο οποίος παραπονείται για την καθυστέρηση με την οποία έλαβε τις εκθέσεις ορισμένων εξετάσεων μαρτύρων — ο ίδιος αρνήθηκε να παραστεί στις εν λόγω εξετάσεις ( τις οποίες, εν πάση περιπτώσει, άκουσε ηχογραφημένες)∙ αλλά — αυτό που είναι σπουδαιότερο — πλέκει σχεδόν λυρικό εγκώμιο ως προς τον εξονυχιστικό και ανεπίληπτο τρόπο με τον οποίο το Συμβούλιο διεξήγαγε την έρευνα του ( η γνώμη — διαβάζω στη σελίδα 23 του υπομνήματος απαντήσεως — είναι «πληρέστατη και επιμελώς αιτιολογημένη... και εκδόθηκε κατόπιν διαδικασίας που στηρίζεται σε πολλές μαρτυρίες, πολλές καταθέσεις και σε αγορεύσεις πολλών δικηγόρων »!).
Εντούτοις, δεν βρίσκεται εδώ το σημαντικότερο επιχείρημα μου. Διερωτώμαι, ποιο περιεχόμενο πρέπει να δοθεί στην αρχή της ακροάσεως όσον αφορά την κοινοτική πειθαρχική διαδικασία. Ελλείψει αποφάσεων του Δικαστηρίου, θεωρώ προφανές ότι η απάντηση μου υπαγορεύεται από τη λογική και την πείρα: τόσο η μία όσο και η άλλη μου υποδεικνύουν ότι, όταν αναζητείται η αλήθεια σχετικά με πράξεις που είναι δυνατό να αποτελέσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο αντικείμενο διώξεως, το αποτελεσματικότερο και σαφέστερο μέσο για τη διάκριση του πραγματικού από το φανταστικό, του ουσιώδους από το περιττό, του εκούσιου από το ακούσιο, είναι η άμεση αννιπαρά-οταοη των διαδίκων. Χωρίς να θέλω να επικαλεστώ το λαμπρότερο δείγμα αυτής της μεθόδου, που είναι η Cross Examination της βρετανικής ποινικής δίκης, οι διενεργούντες την ανάκριση δικαστές στο σύστημα δικαίου της ηπειρωτικής Ευρώπης γνωρίζουν καλά, κι αυτοί επίσης, ότι η μαρτυρική κατάθεση που λαμβάνεται απόντος του κατηγορουμένου έχει μικρότερη αξία από την κατάθεση που λαμβάνεται ενώπιον του.
Από τις πιο πάνω παρατηρήσεις συνάγεται ότι ο κανόνας της ακροάσεως τηρείται όταν οι πράξεις και οι περιστάσεις, που λογίζονται κατά ή υπέρ του υπαλλήλου, καταγράφονται από το πειθαρχικό όργανο παρουσία τον υπαλλήλου. Όμως ο F. ζητά πολύ περισσότερα από αυτό. Έτσι, όταν απαιτεί να παραδώσει το συμβούλιο στους δικηγόρους του τις εκθέσεις εξετάσεως μαρτύρων, στις οποίες παρέστη, δεν του ζητά να τηρήσει την αρχή της ακροάσεως, αλλά προσπαθεί να μετατρέψει μια κατ' ουσίαν προφορική διαδικασία, και επιπλέον συμπληρωματική ενόψει της αναφοράς της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, σε δίκη που στηρίζεται σε χαρτιά. Έτσι, όταν επικαλείται κάθε στιγμή το άρθρο 9 του παραρτήματος IX — σύμφωνα με το οποίο πρέπει να συντάσσονται πρακτικά για τις συνεδριάσεις του συμβουλίου και τις εξετάσεις των μαρτύρων — ανεβάζει μια απλή απαίτηση τεκμηριώσεως στο επίπεδο δικονομικού κανόνα, ο οποίος δεν έχει λόγο υπάρξεως στην υπό κρίση υπόθεση.
Προφανώς, όλα αυτά ισχύουν επίσης για το δικαίωμα άμυνας που αποτελεί άλλωστε το υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αρχή της ακροάσεως. Ο F. παραπονείται ότι δεν μπόρεσε να αμυνθεί καταλλήλως κατά τη διάρκεια της τελευταίας συζήτησης που είχε με την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, διότι δεν είχε στην κατοχή τον εκθέσεις ορισμένων καταθέσεων καθώς και πρακτικά συνεδριάσεων του συμβουλίου. Αλλά, εφόσον αποδεικνύεται, πράγμα που ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί, αλλ' αντιθέτως αναγνωρίζει, ότι ο ίδιος καθώς και οι δικηγόροι του είχαν τη δυνατότητα:
α)
να αναπτύξουν τα δικά τους μέσα άμυνας τόσο με την υποβολή γραπτών και προφορικών παρατηρήσεων, όσο και με την πρόταση πολλών μαρτύρων όπως προβλέπει το άρθρο 4, δεύτερη παράγραφος, του παραρτήματος IX
β)
να παραστούν στις εξετάσεις όλων των μαρτύρων και να λάβουν εγκαίρως γνώση των γραπτών και προφορικών τους καταθέσεων (όπως απαιτεί το άρθρο 6, πρώτη παράγραφος, του ίδιου παραρτήματος), νομίζω ότι είναι προφανές ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει επίσης να θεωρηθεί αβάσιμος.
7.
Με τον τρίτο και τέταρτο λόγο, ο F. προσβάλλει την εις βάρος του απόφαση για προφανή πλάνη κατά την εκτίμηση πολλών στοιχείων καθώς και για νομική πλάνη. Κατά τη γνώμη του, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή παρέλειψε πράγματι να λάβει υπόψη της πολλές από τις περιστάσεις που το πειθαρχικό συμβούλιο ανέφερε στη γνώμη του και καθώς δεν τους προσέδωσε τον ελαφρυντικό χαρακτήρα που τους αναγνώρισε το συμβουλευτικό όργανο, του επέβαλε ποινή δυσανάλογη προς τη βαρύτητα των πράξεων που του προσάπτονται.
Επί του πρώτου σημείου, δεν έχω να πω πολλά πράγματα. Όπως διευκρίνισα στο τμήμα υπ' αριθ. 3, ο Επίτροπος Burke, στην έκθεση της 20ής Οκτωβρίου, εξέτασε πράγματι περιστάσεις που δεν είχαν καμία σχέση με την επίθεση του F όμως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, τουλάχιστον για να αμφισβητήσει τον ελαφρυντικό τους χαρακτήρα, αναφέρθηκε, με την απόφαση, μόνο στις περιστάσεις με τις οποίες ασχολήθηκε το συμβούλιο. Προσθέτω ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, διατυπώνοντας την τελική της απόφαση, δεν θεώρησε ότι έπρεπε να απαριθμήσει εκ νέου όλες τις πλευρές της υπόθεσης που είχε υποβληθεί στην κρίση της. Με άλλα λόγια, μπορεί να τις εκθέσει και να τις εκτιμήσει per re/ationem, δηλαδή αναφερόμενη στο κείμενο της αιτιολογημένης γνώμης. Αν αυτό είναι αληθές, τίποτε απ' όσα ισχυρίζεται ο προσφεύγων δεν επιτρέπει να αποκλειστεί ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εξέτασε πλήρως και εκτίμησε ορθώς κάθε πράξη και κάθε περί∙ στάση σχετικά με το επεισόδιο της 6ης Οκτωβρίου. Επομένως, η αιτίαση περί προφανούς πλάνης πρέπει να απορριφθεί.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι πιο περίπλοκο, διότι αφορά τη νομική εκτίμηση της πράξης σε σχέση με τον κανόνα που τη διέπει ως προς το είδος της επιβλητέας ποινής. Στο σημείο αυτό εισέρχομαι στο πεδίο της « διακριτικής εξουσίας εκτιμήσεως » της διοίκησης που έχει αναγνωριστεί στην πειθαρχική αρχή∙ και, επομένως, σε ένα πεδίο όπου ο έλεγχος της νομιμότητας από το Δικαστήριο είναι, ορθώς, πολύ περιορισμένος. Δείτε σχετικά τις αποφάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 1970, υπόθεση 13/69, Van Eick κατά Επιτροπής, που προαναφέρθηκε, και της 30ης Μαΐου 1973, υπόθεση 46/72, De Greef κατά Επιτροπής, Recueil 1973, σ. 543. Όταν οι πράξεις αποδεικνύονται — έχετε δεχτεί — «η εκτίμηση της βαρύτητας των παραπτωμάτων που διαπιστώθηκαν κατ' αυτό τον τρόπο από το πειθαρχικό συμβούλιο και η επιλογή της πειθαρχικής ποινής... που φαίνεται πιο ενδεδειγμένη εμπίπτουν στην εξουσία εκτιμήσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ». Το Δικαστήριο — προσθέτει η απόφαση — « δεν είναι δυνατό να υποκαταστήσει την εκτίμηση αυτής της αρχής με τη δική του εκτίμηση, παρά μόνο σε περίπτωση προφανούς υπερβάσεως ή καταχρήσεως εξουσίας ».
Νομίζω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πάσχει από κανένα από τα δύο αυτά ελαττώματα. Ας αρχίσω από την επίθεση αυτή καθαυτή, δηλαδή θεωρούμενη ανεξάρτητα από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε. Εν προκειμένω, είναι αποφασιστικής σημασίας το γεγονός ότι και το πειθαρχικό συμβούλιο και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή — δηλαδή το όργανο τεχνικής εκτίμησης και το όργανο πειθαρχικής εκτίμησης — κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα. Το συμπέρασμα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής είναι γνωστό' όσον αφορά τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το συμβούλιο, αυτή δεν είναι λιγότερο σαφής. Η ιατρική γνωμάτευση — αναφέρει η αιτιολογημένη γνώμη — δείχνει ότι η πράξη του F. ήταν απολύτως εκούσια, από αυτό συνάγεται ότι πρέπει «να κριθεί (ιδιαζόντως) αυστηρά, προπαντός δε διότι προήλθε από υπάλληλο της κατηγορίας των κύριων υπαλλήλων διοικήσεως ». Και επιπλέον: « στον υπάλληλο που επιδεικνύει την περιγραφείσα συμπεριφορά... θα πρέπει να επιβάλλεται η αυστηρότερη των ποινών ».
Μπροστά σε μια τέτοια σύμπτωση κρίσεων, είναι προφανώς αδύνατη η προβολή της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ της προσαπτόμενης πράξης και της επιβληθείσας ποινής. Πρέπει λοιπόν να διερωτηθώ μήπως ο Επίτροπος Burke, γνωρίζοντας τον ελαφρυντικό χαρακτήρα των περιστάσεων υπό τις οποίες έγινε η επίθεση, υπέπεσε σε τόσο προφανή πλάνη, ώστε να τίθεται υπό αμφισβήτηση η νομιμότητα της πράξης του. Αλλά και αυτή η υπόθεση πρέπει επίσης να αποκλειστεί.
Πράγματι, επισημαίνω ότι, κατά το άρθρο 86 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η εξουσία επιβολής ποινής στηρίζεται στη διαπίστωση δύο στοιχείων: ενός ανηκειμενικον, που είναι η διάπραξη μιας παράνομης πράξης και η βαρύτητα της, και ενός υποκειμενικού, που είναι η υπαιτιότητα του υπαλλήλου. Επομένως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού ελέγξει την ευθύνη του δράστη και εκτιμήσει τη βαρύτητα της συμπεριφοράς του, επιβάλλει απλώς την ποινή' κατά τη λογική διαδικασία που οδηγεί στον καθορισμό της τελευταίας, δεν είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει υπόψη παράγοντες όπως είναι η ένταση του δόλου ή του πταίσματος, ο βαθμός της πρόθεσης που προσάπτονται στον υπάλληλο ή η συνδρομή ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών περιστάσεων (όπως, για παράδειγμα, η υποτροπή). Αν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή θεωρεί ότι πρέπει να προσδώσει βάρος στα πιο πάνω στοιχεία, ο διακριτικός χαρακτήρας που της αναγνωρίζεται περιορίζεται μόνο — και θα έλεγα φυσικά — από τα όρια της λογικής. Με άλλα λόγια, η εκτίμηση αυτών των στοιχείων δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη.
Ύστερα από την παραπάνω διασαφήνιση του περιεχομένου του προβλήματος, η απόφαση της 7ης Απριλίου παρουσιάζεται απηλλαγμένη από προφανείς πλάνες. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού δέχτηκε ότι ο προσφεύγων είναι ικανός προς καταλογισμό και ότι οι περιστάσεις που επικαλείται δεν έχουν ελαφρυντικό χαρακτήρα σε σχέση με τη βαρύτητα του παραπτώματος του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, « υπό τις περιστάσεις αυτές, η ποινή που προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο δεν είναι η ενδεδειγμένη σε σχέση με το παράπτωμα που διαπράχτηκε ». Αυτός ο τρόπος ενέργειας δεν έχει τίποτα το παράλογο ή το αυθαίρετο. Αντιθέτως, έχει συνέπεια και είναι σύμφωνος με τα κριτήρια της χρηστής από πειθαρχικής πλευράς διοίκησης. Επομένως, ο τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
8.
Από τα τρία ελαττώματα που ο προσφεύγων προβάλλει με τον τελευταίο λόγο, δηλαδή την πεπλανημένη, ατελή και ανεπαρκή αιτιολογία, θα ασχοληθώ μόνο με το τελευταίο. Πράγματι, το ελάττωμα αυτό είναι βάσιμο.
Δεν σκοπεύω να διυλίσω τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν σχετικά οι διάδικοι. Ο F. υποστηρίζει ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, όταν δεν λαμβάνει υπόψη της την πρόταση του συμβουλίου και επιβάλλει αυστηρότερη ποινή, οφείλει να δίδει « ακριβέστερη » και « εξαντλητικότερη » αιτιολογία το καθού όργανο αναγνωρίζει αυτή την απαίτηση, αλλά αρνείται ότι, για την τήρηση της, πρέπει επίσης η αιτιολογία να είναι « άφθονη ». Εξάλλου, και η μία και η άλλη άποψη είναι δογματικές και εν πάση περιπτώσει στερούνται νομικού ερείσματος. Οι λόγοι που με οδηγούν να θεωρήσω ανεπαρκή την αιτιολογία της απόφασης του Επιτρόπου Burke βρίσκονται αλλού και αφορούν αποκλειστικά τη διαφωνία της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ως προς τον ελαφρυντικό χαρακτήρα των περιστάσεων υπό τις οποίες διαπράχτηκε η επίθεση.
Έχω ήδη μιλήσει στο μέρος 3 των προτάσεων μου για τις εν λόγω περιστάσεις: ο νευρωτικός χαρακτήρας του προσφεύγοντος, η κατάσταση ανασφάλειας και αγωνίας στην οποία βρισκόταν κατά το χρόνο της συνομιλίας με το διευθυντή, η προφανής έλλειψη προμελέτης. Ο ελαφρυντικός χαρακτήρας των στοιχείων αυτών ή άλλων παρόμοιων αποτελεί κάτι το κεκτημένο στη νομική μας κληρονομιά, υπό την έννοια ότι όλες οι ποινικές νομοθεσίες και οι πειθαρχικοί κώδικες των διοικητικών συστημάτων των χωρών μας τον αναγνωρίζουν ανεπιφύλακτα. Επομένως, νομίζω ότι όταν έγραψε « υπό το φως των προηγούμενων... οι περιστάσεις που επικαλείται το πειθαρχικό συμβούλιο δεν έχουν τον ελαφρυντικό χαρακτήρα που το τελευταίο τους αποδίδει και δεν μπορούν να μειώσουν τη βαρύτητα της συμπεριφοράς του F., ούτε να μετριάσουν την ευθύνη του »∙ νομίζω — ας το επαναλάβω — ότι ο Επίτροπος Burke, συντάσσοντας την παραπάνω φράση ( βλέπε τελευταία σκέψη της απόφασης), δεν θέλησε να αρνηθεί, καταρχήν, αυτόν το χαρακτήρα, αλλά απλώς να βεβαιώσει ότι στην προκείμενη περίπτωση οι περιστάσεις που δέχτηκε το συμβούλιο δεν αρκούσαν y m να ασκήσουν επιρροή στο μέγεθος της ποινής.
Είναι όμως δυνατό να λεχθεί ότι, όπως είναι αναδιατυπωμένη, η απόφαση της 7ης Απριλίου εξηγεί το γιατί δεν αρκούσαν οι παραπάνω περιστάσεις; Ιδού περί τίνος πρόκειται: πράγματι, κατά τη γνώμη μου, πάντοτε, αλλά κυρίως όταν πρόκειται να αιτιολογηθεί μια διαφωνία σε σχέση με τη γνώμη ενός συμβουλευτικού οργάνου, απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη όλες οι δυνατές λύσεις — αυτό δε να γίνεται επιμελώς. Το Δικαστήριο, με πρόσφατη απόφαση του της 21ης Ιουνίου 1984, υπόθεση 69/83, Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποφάνθηκε ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να συσχετιστεί τόσο με τα « όρια διακριτικής εξουσίας που διαθέτει σχετικά η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή » όσο και με τη « φύση... που ενδέχεται να παρουσιάζει αυτό το είδος μέτρου για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο ». Είναι δύσκολο να μη γίνει δεκτό ότι για τον F. η αποδοχή ή η απόρριψη από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ελαφρυντικών περιστάσεων υπήρξε στοιχείο μεγάλης σπουδαιότητας. Δεν λέω ότι κάθε απόφαση, συμπεριλαμβανομένης και της πλέον δυσμενούς για τον ενδιαφερόμενο, μπορεί να αιτιολογείται συνοπτικώς. Βεβαίως, αυτό μπορεί να γίνεται∙ αλλά μόνον — όπως δεχθήκατε στην υπόθεση Picciolo κατά Κοινοβουλίου (30 Μαΐου 1984, υπόθεση 111/83) — εφόσον « οι διευκρινίσεις που παρέσχε ( η διοίκηση)... επέτρεψαν στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο του επί της νομιμότητας και να εξακριβώσει την ακρίβεια της αιτιολογίας ».
«Διευκρινίσεις», ιδού η λέξη κλειδί. Μήπως μας τη δίνει η πράξη με την οποία επιβλήθηκε η ποινή; Σχετικά, η ίδια η Επιτροπή πρέπει να έχει ορισμένες αμφιβολίες. Πράγματι, επιμένει να τονίζει ότι η προαναφερθείσα έκφραση « υπό το φως των προηγούμενων » πρέπει να νοηθεί όχι ως « αυτό που προηγείται αμέσως », αλλά ως « όλα αυτά που προηγήθηκαν» (σ. 26 του υπομνήματος αντικρούσεως ). Ας δεχτώ ότι η ερμηνεία αυτή είναι η ορθή και ας αναζητήσω στο σύνολο της πράξης μια φράση που να εξηγεί γιατί ο Burke δεν ήταν σύμφωνος. Η μόνη που θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι συνάδει προς τούτο βρίσκεται στη σελίδα 2 και έχει ως εξής: « όποιες κι αν μπορούσαν να είναι οι εντυπώσεις του F., κατά τη συνομιλία με το γενικό διευθυντή... και το συναίσθημα υποκειμενικής απογοήτευσης που θα μπορούσε να έχει, είναι εξίσου αληθές ότι ένας υπάλληλος μπορεί να συναντήσει κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του μεταβολές της υπηρεσιακής κατάστασης και εν πάση περιπτώσει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και η διοικητική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουν πολλές δυνατότητες προσφυγής σε διάφορα επίπεδα ».
Νομίζω ότι οι σκέψεις αυτές είναι ορθές, έστω κι αν είναι, ίσως, κάπως υπερβολικά σχολαστικές. Εν πάση περιπτώσει, αμφιβάλλω αν εξυπηρετούν το σκοπό που επιδιώκει το καθού όργανο. Πράγματι, είναι δυνατό οι παραπάνω σκέψεις να βρεθούν κατά λέξη στη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου, όπου μάλιστα απαντώνται ακόμα σκληρότερες, όπως οι εξής: « οι ευρωπαίοι υπάλληλοι, στους οποίους παρέχονται πλεονεκτήματα και προνόμια που συνδέονται με την αποστολή και τα καθήκοντα τους, πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό πειθαρχίας, ακόμα και σε καταστάσεις όπου θεωρούν ότι έχουν αδικηθεί. Διαφορετικά, διοίκηση αποτελούμενη από υπαλλήλους διαφόρων ιθαγενειών και διαφορετικών ιδιοσυγκρασιών δεν θα μπορούσε πλέον να λειτουργεί σωστά». Το συμβούλιο, αφού συνήγαγε από την υπόθεση αυτό το αυστηρό ηθικό συμπέρασμα, θερώρησε ότι οι εν λόγω ελαφρυντικές περιστάσεις δικαιολογούσαν μείωση της ποινής.
Φυσικά, τίποτα δεν εμπόδιζε τον Επίτροπο Burke να θεωρήσει αυτό το συμπέρασμα ως εσφαλμένο. Υπό την έννοια αυτή, παραδείγματος χάρη, θα μπορούσε να παρατηρηθεί ότι το συμπέρασμα είναι τουλάχιστον μεροληπτικό, διότι, παράλληλα με τις ελαφρυντικές, δεν λαμβάνει υπόψη και τις επιβαρυντικές περιστάσεις' και όμως, υπάρχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, αν αληθεύει — και δεν δίνω παρά ένα παράδειγμα — ότι ο F. ενήργησε εν γνώσει ότι δεν είχε τηρήσει, πριν και μετά τις εκλογές της Κορσικής, τις υποχρεώσεις που του επέβαλε το άρθρο 15 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Αλλά είναι γεγονός ότι:
α)
η απόφαση της 7ης Απριλίου δεν αποκαλύπτει τέτοια στοιχεία (όπως επίσης, αντιθέτως, δεν αναφέρει την έλλειψη προμελέτης η οποία είναι μια έννοια πολύ διαφορετική από αυθορμήτως αποφασισθείσα πράξη)∙
β)
βεβαίως τα αντίστοιχα κενά δεν πληρώθηκαν από την άμυνα της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας.
Συμπερασματικά, αυτό που υποβλήθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου είναι η απόφαση όπως έχει γραφεί∙ και, σ' αυτήν την περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, έστω και ως προς ένα μόνο σημείο — στο ότι δεν επέδρασαν ελαφρυντικές περιστάσεις — η απόφαση στερείται νομιμότητας λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.
Αν τα πράγματα δεν είχαν έτσι, αν θεωρούσατε ότι το μέτρο του Επιτρόπου Burke είναι ανεπίληπτο, ακόμα και από αυτή την άποψη, δεν θα απέμενε στο νομικό παρά να αναρωτηθεί για ποιο σκοπό οι συντάκτες του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης υποχρεωοαν την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να λαμβάνει τη γνώμη ενός ειδικού οργάνου, το έργο του οποίου συνίσταται στο να προτείνει στην αρχή που είναι επιφορτισμένη με την έκδοση της απόφασης «την κύρωση που “κατά τη γνώμη του ” (στα ιταλικά: “a suo giudizio” στα γερμανικά: “seiner Auffassung nach”) επισύρουν τα προσαπτόμενα ». Θα επρόκειτο — πιστεύω — για ερώτημα το οποίο έμελλε να μείνει αναπάντητο.
9.
Τέλος, θεωρώ προδήλως αβάσιμο το αίτημα περί καταβολής αποζημιώσεως που υπέβαλε επικουρικά ο προσφεύγων. Πράγματι, η πειθαρχική ευθύνη του F. έχει πλήρως αποδειχτεί και αναγνωριστεί από τον ίδιο και το ελάττωμα που επισήμανα στην απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε η προσφυγή δεν την καθιστά λιγότερο σωστή ή ακριβέστερα — τολμώ να πω — λιγότερο δίκαιη. Επομένως, είναι προφανές ότι το ελάττωμα αυτό δεν συνεπάγεται καμία ευθύνη της διοίκησης. « Το δίκαιο — σύμφωνα με όσα είπε ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi στην προαναφερθείσα υπόθεση 46/72 — δεν πρέπει να αποτελεί μόνο μέσο διορθώσεως των τύπων που προσβάλλει την ουσία μιας διανεμητικής δικαιοσύνης ».
Επομένως, το αίτημα πρέπει να απορριφθεί.
10.
Βάσει όλων των σκέψεων που ανέπτυξα μέχρι τώρα, προτείνω στο Δικαστήριο, αφού κάνει εν μέρει δεκτή την προσφυγή που ασκήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1983 από τον F. κατά της Επιτροπής, να ακυρώσει την απόφαση της 7ης Απριλίου 1983 για το λόγο ότι, προκειμένου να καθορίσει την ποινή, δεν αιτιολόγησε τη διαφωνία της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ως προς το ελαφρυντικό χαρακτήρα των περιστάσεων που αναφέρονται στην αιτιολογημένη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Όλα τα άλλα αιτήματα του προσφεύγοντος πρέπει να απορριφθούν.
Ως προς τα δικαστικά έξοδα, προτείνω να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο του 70 του κανονισμού διαδικασίας.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy