ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 5 ΙΟΥΛΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
1. Εισαγωγή
1.1. Νέα σειρά ερωτημάτων
Στην υπό κρίση υπόθεση τίθεται μια τελείως νέα σειρά ερωτημάτων που αφορούν την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 περί της ατελούς, από τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, εισαγωγής επιστημονικών οργάνων ή συσκευών. Αυτή η σειρά ερωτημάτων βασίζεται σε διαφορετικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί αφενός για τα επιστημονικά όργανα ή συσκευές (άρθρο 3, παράγραφος 1) και αφετέρου για τα «μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα που είναι αναγκαία για τη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων ή συσκευών που εισάγονται επίσης ατελώς» (άρθρο 3, παράγραφος 2).
1.2. Το περιεχόμενο της νέας σειράς ερωτημάτων
Συνοπτικά, η νέα αυτή σειρά ερωτημάτων περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα ερωτήματα.
α)
Πώς πρέπει να καθοριστούν τα επιστημονικά όργανα και οι συσκευές σε σχέση με τα «συστατικά τους μέρη» κλπ., σε περίπτωση πολύπλοκων επιστημονικών εγκαταστάσεων που αποτελούνται από διάφορες επί μέρους συσκευές;
Το ερώτημα αυτό φαίνεται ότι είναι ενδιαφέρον κυρίως στην πράξη, όταν οι επιστημονικές αυτές εγκαταστάσεις είναι αναγκαίες στο σύνολό τους για συγκεκριμένη, καθαρά επιστημονική έρευνα, αλλά όμως αποτελούνται από συστατικά μέρη που επιτελούν αυτόνομες επί μέρους λειτουργίες στο πλαίσιο της εν λόγω έρευνας. Όταν ορισμένα από τα συστατικά αυτά μέρη έχονν κατασκευαστεί στην Κοινότητα ενώ άλλα δεν έχουν κατασκευαστεί, έχει σημασία στην πράξη το ερώτημα αν όλη η εγκατάσταση πρέπει να θεωρηθεί ως μία και μοναδική συσκευή ή αν ορισμένα συστατικά μέρη, και ιδίως ορισμένα απ' αυτά που δεν έχουν κατασκευαστεί στην Κοινότητα, μπορούν αυτοτελώς να θεωρηθούν ως επιστημονικά όργανα ή συσκευές. Σε τέτοιες περιπτώσεις, έχει συνεπώς σημασία να διευκρινιστεί αφενός τι είναι συσκευή και αφετέρου τι είναι απλώς συστατικό μέρος μιας τέτοιας συσκευής. Για την απάντηση που θα δοθεί στα ερωτήματα αυτά, σημασία έχει προφανώς να ευρεθούν σχετικά απλά κριτήρια καθορισμού, που μπορούν να έχουν πρακτική εφαρμογή από τις τελωνειακές υπηρεσίες κατά τον εκτελωνισμό.
6)
Η αναφερθείσα διάκριση μπορεί επίσης να παρουσιάζει πρακτικό ενδιαφέρον όταν, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για τέτοιου είδους πολύπλοκες εγκαταστάσεις, αλλά για μία και μοναδική συσκευή που αποτελείται από διάφορα συστατικά μέρη. Τότε όμως, τίθεται το ερώτημα αν μπορεί ακόμη να γίνεται λόγος για επιστημονική συσκευή (κατασκευασμένη στην Κοινότητα), όταν ορισμένα συστατικά μέρη της συσκευής αυτής, που είναι αναγκαία για τη σχετική έρευνα, ακριβώς όεν κατασκευάζονται στην Κοινότητα.
γ)
Στη συνέχεια, τίθεται ολόκληρη σειρά ερωτημάτων ως προς το τελωνειακό καθεστώς, από το χρονικό σημείο που διαπιστώνεται ότι ορισμένο αντικείμενο δεν αποτελεί, αυτό καθ' εαυτό, επιστημονικό όργανο ή συσκευή, αλλ' απλώς ένα συστατικό μέρος κλπ., κατά την έννοια που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού. Εκτός των θεμάτων ερμηνείας που ανακύπτουν σχετικά με το άρθρο 3, παράγραφος 2, τίθενται επίσης ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 4.
1.3. Η υπό κρίση νπόθεση
Η διαφορά στην κύρια δίκη, από την οποία ανακύπτουν τα ερωτήματα που τέθηκαν στην προκειμένη περίπτωση, αφορά το ζήτημα αν ισχύει η ατέλεια από τους δασμούς του κοινού δασμολογίου δυνάμει του αναφερθέντος κανονισμού για τους «ρότορες» και την «ενότητα πολλαπλής σύνδεσης» που εισάχθηκαν από το προσφεύγον στην κύρια δίκη για να ενσωματωθούν σε μια υπερφυγόκεντρο (για να ερευνηθεί η κατανομή του μοριακού βάρους στα συνθετικά και φυσικά πολυμερή) και για τα οποία έγιναν διασαφήσεις με σκοπό να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στις 23 Σεπτεμβρίου 1977.
Τόσο η υπερφυγόκεντρος όσο και τα αναφερθέντα συστατικά της μέρη περιγράφτηκαν λεπτομερώς στη διάταξη περί παραπομπής (σελίδες 4 μέχρι 7). Διαπιστώθηκε ότι μέχρι την ημέρα της εισαγωγής δεν κατασκευάζονταν στην Κοινότητα ούτε πλήρεις υπερφυγόκεντροι, όπως η υπερφυγόκεντρος για την οποία πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, ούτε ρότορες ή ενότητες πολλαπλής σύνδεσης ανάλογης ποιότητας — από άποψη κατασκευής ή δυνατοτήτων σχετικά με τη χρησιμοποίηση τους για επιστημονικούς σκοπούς — με την υπερφυγόκεντρο, μοντέλο Ε της επιχείρησης Beckmann ή αντίστοιχα με τους εισαγόμενους ρότορες ή τις ενότητες πολλαπλής σύνδεσης (σελίδα 7, όλη η πρώτη παράγραφος της διάταξης περί παραπομπής). Σχετικά, πρέπει να εξεταστεί εδώ το μέρος β της σειράς των ερωτημάτων που ανέφερα προ ολίγου.
Αν τα συστατικά μέρη της επίδικης υπερφυ-γοκέντρου δεν μπορούν αυτοτελώς να θεωρηθούν ως επιστημονικά όργανα ή συσκευές, τίθεται ταυτόχρονα πάντως το ερώτημα αν τα συστατικά αυτά μέρη συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για να μπορεί να χορηγηθεί για αυτά η προβλεπόμενη (από το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού) ατέλεια υπέρ των μερών, κλπ., ενός επιστημονικού οργάνου ή μιας επιστημονικής συσκευής. Σχετικά, πρέπει συνεπώς να εξεταστεί επίσης το μέρος γ της σειράς ερωτημάτων που αναφέρθηκαν προηγουμένως.
1.4. Τα υποβληθέωταερωτήματα
Στο μέρος β της σειράς ερωτημάτων που έθεσα γενικότερα, το οποίο αναφέρεται συγκεκριμένα στην υπό κρίση υπόθεση, αντιστοιχεί η σειρά ερωτημάτων υπό Ι της διάταξης περί παραπομπής και στο μέρος γ της σειράς ερωτημάτων που έθεσα, αντιστοιχεί η σειρά ερωτημάτων υπό II της διάταξης. Η σειρά ερωτημάτων υπό Ι όμως έχει διατυπωθεί με τόσο γενικό τρόπο στη διάταξη ώστε μπορεί επίσης να περιλάβει κατ' αρχήν το μέρος α της σειράς ερωτημάτων που ανέφερα συνοπτικά.
Τα ερωτήματα που υπέβαλε το Finanzgericht του Μονάχου με διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 1983 έχουν την εξής διατύπωση:
Ι.
Πώς πρέπει να ερμηνευτεί ο όρος «επιστημονικά όργανα και συσκευές» που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 της 10ης Ιουλίου 1975 (υπό την αρχική του διατύπωση),
1.
Είναι δυνατό να περιλαμβάνονται στον όρο αυτό και αντικείμενα, τα οποία αποτελούν μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα συνθέτου οργάνου;
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 1 :
2.
Στον όρο «όργανα και συσκευές» εμπίπτουν εμπορεύματα κάθε είδους ή μόνο αντικείμενα, που ο σχεδιασμός τους επιτρέπει να εκτελούνται ορισμένες εργασίες ή να επιτυγχάνονται ορισμένα αποτελέσματα επί άλλων αντικειμένων; Ποια άλλα κριτήρια είναι, ενδεχόμενα, αποφασιστικά για τον καθορισμό των εννοιών αυτών;
3.
Για τα αντικείμενα τα οποία αποτελούν μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα συνθέτου οργάνου, εξαρτάται ο χαρακτηρισμός τους ως οργάνων ή συσκευών από το γεγονός ότι όσον αφορά το σύνθετο αυτό όργανο ή τα υπόλοιπα μέρη του
α)
είναι αυτοτελή από απόψεως δομής (πχ. έχουν ιδιαίτερο κάλυμμα, ιδιαίτερη βάση ή κάτι παρόμοιο) και/ή
β)
επιτελούν αυτοτελή λειτουργία;
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα 3α και καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 36:
γ)
Όσον αφορά ένα μέρος, ανταλλακτικό ή εξάρτημα, το οποίο στο πλαίσιο συνθέτου οργάνου επιτελεί αυτοτελή λειτουργία, έχει σημασία το γεγονός ότι το αντικείμενο αυτό μπορεί να λειτουργεί και μόνο του και κατά συνέπεια να περιέχει επίσης ειδικά, εκτός από το μέρος που λειτουργεί αυτοτελώς, και το μηχανισμό για την κίνηση του;
4.
Για τον επιστημονικό χαρακτήρα των οργάνων και συσκευών, που αποτελούν αναπόσπαστα μέρη ενός και του αυτού σύνθετου οργάνου, έχει σημασία αν τα εν λόγω όργανα και συσκευές, εξεταζόμενα αυτοτελώς, χρησιμοποιούνται για επιστημονικούς σκοπούς, ιδίως λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που τους προσδίδουν την ιδιότητά τους και της (μερικής) λειτουργίας που επιτελούν αυτοτελώς, ή ο επιστημονικός χαρακτήρας πρέπει να τους αποδοθεί, όταν το σύνθετο όργανο, του οποίου αποτελούν μέρος, έχει επιστημονικό χαρακτήρα και τα αντικείμενα αυτά λόγω του ότι αποτελούν ειδικά μέρη του σύνθετου αυτού οργάνου είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν μόνο μαζί με αυτό και συνεπώς, όπως και το εν λόγω σύνθετο όργανο, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ή κύρια για επιστημονική δραστηριότητα;
II.
Πώς πρέπει να ερμηνευτεί το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75;
1.
Ο όρος «που είναι αναγκαία για τη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων και συσκευών» σημαίνει ότι
α)
τα όργανα και οι συσκευές δεν είναι δυνατό να λειτουργούν χωρίς το σχετικό μέρος, ανταλλακτικό ή εξάρτημα, ή έχει σημασία το γεγονός ότι
β)
τα μέρη, τα ανταλλακτικά, και τα εξαρτήματα έχουν σχεδιαστεί ή έχουν προσαρμοστεί ειδικά για τα ανάλογα όργανα και συσκευές και συνεπώς πρόκειται για ιδιαίτερα αναπόσπαστα μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα των συγκεκριμένων αυτών οργάνων και συσκευών;
2.
Ο όρος «που εισάγονται επίσης ατελώς» σημαίνει ότι τα όργανα και οι συσκευές, για τη λειτουργία των οποίων είναι αναγκαία τα μέρη, τα ανταλλακτικά ή τα εξαρτήματα,
α)
εισάγονται ή έχουν εισαχθεί χωριστά ή αρκεί το γεγονός ότι
β)
συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις, οι οποίες έχουν τεθεί για την ατέλεια από τους δασμούς του κοινού δασμολογίου, ώστε οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 εφαρμόζονται και όταν μερικά από τα αναπόσπαστα μέρη των οργάνων και συσκευών έχουν εισαχθεί από τρίτη χώρα και μερικά έχουν κατασκευαστεί στην Κοινότητα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν κατασκευάζονται στην Κοινότητα όργανα και συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας, όπως τα όργανα και οι συσκευές που αποτελούνται από τα εν λόγω μέρη;
1.5. Προβλήματα ουσίας και διαδικασίας που ανακύπτουν από την απάντηση που θα δοθεί στα ερωτήματα
Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν, σημασία έχει να εξεταστούν, εκτός από την καθαρά νομική πλευρά των ερωτημάτων αυτών, προβλήματα που συνδέονται με την τεχνολογία και την πολιτική της έρευνας, καθώς και με τη βιομηχανική και την εμπορική πολιτική. Η καθαρά νομική πλευρά μπορεί δύσκολα να εξεταστεί τελείως χωριστά, δηλαδή χωρίς να ληφθούν υπόψη οι άλλες πλευρές που αναφέρθηκαν. Αυτό συνάγεται τόσο από τη λεπτομερή αιτιολογία της διάταξης περί παραπομπής, όσο και από τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που υπέβαλε η Επιτροπή.
Από το σχετικό σκεπτικό της διάταξης περί παραπομπής και από το πολύπλοκο των υποβληθέντων ερωτημάτων που διαφαίνεται από την αιτιολογία αυτή, γίνεται αισθητή η έλλειψη κατ' αντιδικία εξέτασης της διαφοράς.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, και η Επιτροπή κατήγγειλε επίσης αυτή την έλλειψη κατ' αντιδικία εξέτασης. Η έλλειψη επεξηγήσεων εκ μέρους εμπειρογνωμόνων στον τομέα της τεχνολογίας της έρευνας δημιουργεί, παραδείγματος χάρη, αβεβαιότητα ως προς το βάσιμο της άποψης της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία τα υποβληθέντα ερωτήματα στην πράξη δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το 90 % των συγκεκριμένων περιπτώσεων. Η Επιτροπή βασίζει την άποψη αυτή στην υπόθεση ότι στη μεγαλύτερη πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού επιτρέπουν να αποδειχθεί με απλό τρόπο, αν για αντικείμενα που ανήκουν σε μια σύνθετη συσκευή, η οποία περιλαμβάνει πολλά τέτοια αντικείμενα, μπορεί να χορηγηθεί δασμολογική ατέλεια. Ίσως βάσει ιδίως αυτής της υπόθεσης η Επιτροπή δεν εξέτασε λεπτομερώς την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο παραπέμπων δικαστής στο σκεπτικό της απόφασης του και η οποία έχει τελείως διαφορετική δομή και καταλήγει σε άλλα συμπεράσματα. Η Επιτροπή συνεπώς δεν εκμεταλλεύτηκε πλήρως τη δυνατότητα μιας κατ' αντιδικίαν εξέτασης που πρόσφερε το κείμενο της διάταξης περί παραπομπής. Αυτό είναι λυπηρό όχι μόνο βάσει της αρχής του εποικοδομητικού διαλόγου με τον παραπέμποντα δικαστή που το Δικαστήριο επιδιώκει στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά είναι επίσης λυπηρό, επειδή η Επιτροπή αναγνώρισε ρητά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι ορισμένες βασικές αρχές της επιχειρηματολογίας της είναι αμφισβητήσιμες, πράγμα που σημαίνει ότι είναι απολύτως δυνατό, ως προς το σημείο αυτό, να υποστηριχθούν διαφορετικές επίσης απόψεις. Θα επανέλθω επί του θέματος αυτού.
Παρά τις ουσιαστικές και δικονομικής φύσεως δυσχέρειες που αναφέρθηκαν, οι οποίες εμποδίζουν την καλύτερη δυνατή εξέταση των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν, θα εξετάσω τώρα διαδοχικά την πρώτη και τη δεύτερη σειρά ερωτημάτων που διατυπώνονται στη διάταξη περί παραπομπής.
2. Η σειρά ερωτημάτων υπό Ι στη διάταξη περί παραπομπής
2.1. Το ερώτημα Ι. 1
Με το ερώτημα του Ι.1, ο παραπέμπων δικαστής ζητεί να πληροφορηθεί αν ο όρος «επιστημονικά όργανα και συσκευές», που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του σχετικού κανονισμού, καλύπτει επίσης αντικείμενα που αποτελούν μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα της ίδιας σύνθετης συσκευής («Teile» κλπ., «eine apparative Einheit bilden»). Με τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή θεωρεί ως δεδομένη την ανάγκη, που απορρέει από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3, να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ αφενός των οργάνων και συσκευών και αφετέρου των μερών κλπ. που προορίζονται για τα όργανα και τις συσκευές. Διαπιστώνει όμως στη συνέχεια ότι η διάκριση αυτή δεν έχει σχεδόν σημασία για το δικαίωμα να τύχουν δασμολογικής ατέλειας, όταν τα «μέρη» κλπ., προορίζονται για όργανα ή συσκευές για τις οποίες επίσης έχει χορηγηθεί ατέλεια. Το ερώτημα συνεπώς δεν έχει σημασία, παρά μόνο όταν για το όργανο ή τη συσκευή στην οποία πρόκειται να ενσωματωθούν τα σχετικά αντικείμενα ως συστατικά μέρη, δεν χορηγείται ατέλεια, επειδή κατασκευάζονται στην Κοινότητα παρόμοια επιστημονικά όργανα ή συσκευές. Για να καθοριστεί στις περιπτώσεις αυτές — που είναι σπάνιες κατά την Επιτροπή — ένα κριτήριο που θα εφαρμόζεται εύκολα από τις τελωνειακές υπηρεσίες, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο ερώτημα Ι.1η εξής απάντηση, ενόψει της συγκεκριμένης περίπτωσης για την οποία πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση ( 2 ):
«Τα αντικείμενα που προορίζονται να αποτελέσουν μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα ενός επιστημονικού οργάνου ή μιας επιστημονικής συσκευής δεν πρέπει να έχουν τη μεταχείριση που έχουν τα επιστημονικά όργανα και οι επιστημονικές συσκευές κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1798/75.»
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αναγνώρισε, απαντώντας σε ένα ερώτημα που της έδεσε το ίδιο το Δικαστήριο, ότι το αδύνατο σημείο της επιχειρηματολογίας της, ως προς το ζήτημα αυτό, είναι το γεγονός ότι θεωρεί δεδομένο πως η ίδια η εν λόγω συσκευή πρέπει, παρά την έλλειψη σημαντικών συστατικών μερών για την έρευνα (και που δεν κατασκευάζονται στην Κοινότητα), να θεωρηθεί εντούτοις ως συσκευή κατά την έννοια του άρθρου 3. Δεδομένης της οικονομίας του κανονισμού, θεωρώ την υπόθεση αυτή πολύ αμφισβητήσιμη.
Σύμφωνα με την οικονομία αυτή, μπορεί κατά κανόνα να χορηγηθεί ατέλεια για τα συστατικά μέρη των εν λόγω συσκευών, για τις οποίες επίσης χορηγείται ατέλεια. Για την πλήρη συσκευή που αποτελεί το επίδικο αντικείμενο της διαφοράς στην κύρια δίκη (συμπεριλαμβανομένων συνεπώς και των δύο επίδικων συστατικών μερών) μπορεί ασφαλώς να χορηγηθεί δασμολογική ατέλεια. Στην πραγματικότητα όμως σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, δεν κατασκευάζεται στην Κοινότητα. Η Επιτροπή το παραδέχτηκε ρητά στην επ' ακροατηρίου συζήτηση. Από άποψη πολιτικής της έρευνας και βιομηχανικής και εμπορικής πολιτικής, δεν φαίνεται πολύ λογική η άρνηση χορήγησης της ατέλειας για την εισαγωγή συστατικών μερών τα οποία, μαζί με τα συστατικά μέρη που κατασκευάζονται στην Κοινότητα, αποτελούν την πλήρη συσκευή που είναι αναγκαία για τη σχετική έρευνα. 'Ετσι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις χορηγείται ακόμη και πριμοδότηση για την εισαγωγή της πλήρους συσκευής, παρ' ότι ορισμένα από τα συστατικά της μέρη κατασκευάζονται επίσης στην Κοινότητα. Στη σελίδα 23 της διάταξης του, ο παραπέμπων δικαστής υπογραμμίζει και αυτός το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο πρέπει να τοποθετηθούν τα υποβληθέντα ερωτήματα. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι το ευρύτερο αυτό πλαίσιο μπορεί επίσης να δικαιολογήσει διαφορετική απάντηση απ' αυτή που πρότεινε.
Και από θεωρητική άποψη όμως, η απάντηση που η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο ερώτημα Ι.1 μου φαίνεται αμφισβητήσιμη. Αν για την πλήρη συσκευή χρησιμοποιηθεί το σημείο Χ και για τα ουσιώδη επίδικα συστατικά μέρη αντίστοιχα τα σημεία Υ και Ζ, μου φαίνεται ότι είναι προφανές ότι Χ πλην Υ, πλην Ζ (που αντιπροσωπεύουν το τμήμα της συσκευής που κατασκευάζεται στην Κοινότητα) δεν μπορεί να θεωρηθεί ίσο προς Χ.
Τέλος, ήδη ανέφερα ότι το ερώτημα αφορά επίσης τα συστατικά μέρη μιας επιστημονικής «εγκατάστασης» («apparative Einheit») η οποία αποτελείται από έναν μεγάλο αριθμό συστατικών μερών, που η μεταξύ τους δομική σχέση είναι λιγότερο ή περισσότερο σαφής. Τα συστατικά αυτά μέρη μπορούν εξάλλου να επιτελούν ή όχι αυτοτελή επιστημονική λειτουργία (ή αυτοτελή μηχανική λειτουργία). Υπάρχει, προφανώς, αυτοτελής επισνημονική λειτουργία, μεταξύ άλλων, όταν τα συστατικά αυτά μέρη μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για την επιστημονική έρευνα είτε σε σχέση με εγκαταστάσεις που το αντικείμενο της επιστημονικής τους έρευνας είναι τελείως διαφορετικό είτε χωρίς να υπάρχει δομική σχέση με την εν λόγω εγκατάσταση. Για τα συστατικά μέρη που επιτελούν αυτόνομη μηχανικήλει-τουργία, και μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους εκτός από την επιστημονική έρευνα, δεν θα χορηγηθεί ποτέ, λόγω της φύσης τους, δασμολογική ατέλεια, η οποία χορηγείται στα επιστημονικά όργανα ή συσκευές, επειδή δεν πληρούν την πρώτη βασική προϋπόθεση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού. Αντίθετα, για τα συστατικά μέρη που επιτελούν αυτόνομη επιστημονική λειτουργία, το υποβληθέν ερώτημα όντως παρουσιάζει πραγματικό πρακτικό ενδιαφέρον.
Βασιζόμενος στις προηγούμενες αναλύσεις μου, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στο ερώτημα 1.1 του παραπέμποντος δικαστή:
«Το γεγονός και μόνο ότι ορισμένα αντικείμενα είναι μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα μιας εγκατάστασης ή μιας πολύπλοκης σύνθετης συσκευής για την επιστημονική έρευνα, αυτό καθ' εαυτό δεν αποκλείει να μπορούν να θεωρηθούν αυτοτελώς τα αντικείμενα αυτά ως επιστημονικά όργανα ή συσκευές κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 της 10ης Ιουλίου 1975 (υπό την αρχική του διατύπωση).»
2.2. Επί των ερωτημάτων 1.2, 3 και 4
Βασιζόμενη στην απάντησή της στο ερώτημα 1.1η Επιτροπή θεωρεί ότι τα άλλα σκέλη της σειράς ερωτημάτων που αναφέρονται υπό Ι στη διάταξη περί παραπομπής είναι χωρίς αντικείμενο. Αντίθετα, η απάντηση στο ερώτημα 1.1 που προτείνω συνεπάγεται προφανώς ότι θα εξετάσω επίσης τα άλλα αυτά σκέλη.
Βάσει των προηγούμενων αποφάσεών σας και των προηγούμενων προτάσεών μου στις υποθέσεις 300/82 (Gesamthochschule Essen, απόφαση της 10. 11. 1983, Συλλογή, σ. 3643 και επ.) και 45/83 (Ludwig-Maximilians-Universität München, απόφαση της 26. 1. 1984, Συλλογή 1984, σ. 267), παρατηρώ κατ' αρχάς ως προς το σημείο αυτό ότι το γεγονός πως «ο σχεδιασμός» των εν λόγω αντικειμένων «επιτρέπει να εκτελούνται ορισμένες εργασίες ή να επιτυγχάνονται ορισμένα αποτελέσματα επί άλλων αντικειμένων» δεν μπορεί να είναι αποφασιστικό. Συνεπώς, κακώς υποστηρίζεται στο ερώτημα 1.2 και στο σχετικό απόσπασμα του σκεπτικού στις σελίδες 12 μέχρι 15 της διάταξης περί παραπομπής, ότι το κριτήριο αυτό είναι αποφασιστικό.
Παρόμοια, θεωρώ ότι δεν είναι αποφασιστικό ούτε το γεγονός πως τα εν λόγω αντικείμενα είναι δομικά ανεξάρτητα ή επιτελούν αυτόνομη λειτουργία υπό την έννοια ότι, εκτός από την έρευνα αυτή καθεαυτή, περιλαμβάνουν επίσης μηχανισμούς προπαρασκευής της εν λόγω έρευνας. Συνεπώς, θεωρώ ότι κακώς τα κριτήρια αυτά θεωρούνται, στο ερώτημα 1.3 και στο αντίστοιχο απόσπασμα του σκεπτικού (σελίδες 16 μέχρι 18) ως πιθανά αποφασιστικά κριτήρια. Στο παρόν στάδιο της τεχνολογίας, θεωρώ προφανές ότι η δομική αυτοτέλεια, όπως αναφέρεται στο ερώτημα Ι.3, υπό στοιχείο α, εξαρτάται από σκέψεις που αφορούν την ορθολογική κατασκευή και την εξοικονόμηση εξόδων. Όσον αφορά την αυτοτέλεια ενός αντικειμένου, νομίζω ότι έχει μεγάλη σημασία αν είναι κατάλληλο για διαφορετικές έρευνες (ή για άλλους σκοπούς) και αν μπορεί να παραδοθεί χωριστά για διαφορετικές εγκαταστάσεις. Όταν ένα συστατικό μέρος μιας πλήρους σύνθετης συσκευής κινείται από τον ίδιο μηχανισμό που κινούνται και τα άλλα συστατικά μέρη της εν λόγω σύνθετης συσκευής (ερώτημα Ι.3, γ), πρόκειται κυρίως, και στην περίπτωση αυτή, για ένα θέμα ορθολογικής κατασκευής και εξοικονόμησης εξόδων. Αν το κριτήριο αυτό έπρεπε να θεωρηθεί ως αποφασιστικό για την αυτοτέλεια μιας συσκευής, θα έπρεπε επίσης να θεωρηθούν όλες οι συσκευές που λειτουργούν με τη 6οήθεια της ίδιας πηγής ενέργειας σαν μία, ενιαία συσκευή. Συμφωνώντας με όσα δέχθηκε ο παρα-πέμπων δικαστής στο σκεπτικό της διάταξης του, και εγώ θεωρώ συνεπώς ότι για να εκτιμηθεί η αυτοτέλεια ενός αντικειμένου, σημασία έχει να εξεταστεί αποκλειστικά η αυτόνομη λειτουργία του σχετικού συστατικού μέρους της σύνθετης συσκευής για την επιστημονική έρευνα.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, η απάντηση που πρέπει να δο9εί στο ερώτημα 1.4 μου φαίνεται ότι είναι επίσης αυτονόητη. Δεν μπορεί να γίνει λόγος για ένα επιστημονικό όργανο ή μια επιστημονική συσκευή, παρά μόνο αν το σχετικό συστατικό μέρος της σύνθετης επιστημονικής συσκευής επιτελεί αυτόνομη επιστημονική λειτουργία στο πλαίσιο της σχετικής επιστημονικής έρευνας.
Οι γυάλινοι σωλήνες που είχαν κατασκευαστεί ειδικά για την καλλιέργεια και τη διατήρηση των καρκινογόνων κυττάρων, και αποτελούσαν το επίδικο αντικείμενο στην υπόθεση 45/83, δεν κατέστη επιστημονικό όργανο από μόνο το γεγονός ότι από απόψεως κατασκευής αποτελούσε συστατικό μέρος μιας σύνθετης επιστημονικής συσκευής. Όσον αφορά την ενότητα πολλαπλής σύνδεσης, για την οποία υπάρχει διαφορά στην υπό κρίση υπόθεση, το Finanzgericht καταλήγει σε παρόμοιο συμπέρασμα στη σελίδα 19 του σκεπτικού του.
Τελικά, από το σκεπτικό του παραπέ-μποντος δικαστού συνάγεται ότι σκοπός των ερωτημάτων 1.2, 1.3 και η δεύτερη περίπτωση που αναφέρεται στο ερώτημα 1.4 της διάταξης περί παραπομπής είναι να δοθεί η πλήρης απαρίθμηση όλων των λύσεων που είναι δυνατόν να δοθούν θεωρητικά. Απ' αυτό το «ερωτηματολόγιο πολλαπλής επιλογής» (που θα αποτελούσε μια καλή πανεπιστημιακή άσκηση) συνάγεται ότι μετά από απόρριψη των λιγότερο επιτυχών λύσεων, τελικά δεν απομένει, όπως δέχεται και το Finanzgericht, παρά μόνο μία λύση που θα πρέπει τελικά να ληφθεί υπόψη. Η απλή αυτή απάντηση στο πολύπλοκο ερώτημα, συνεπάγεται αναγκαστικά ότι το αποφασιστικό κριτήριο είναι η αυτοτελής επιστημονική λειτουργία ενός συστατικού μέρους που ανήκει σε μια σύνθετη επιστημονική συσκευή.
Το γεγονός ότι μπορεί να γίνεται λόγος για αυτοτελή επιστημονική λειτουργία ενός συστατικού μέρους που ανήκει σε μια σύνθετη συσκευή, μπορεί ιδίως να διαπιστωθεί με ένα σχετικά απλό τρόπο, αν το συστατικό αυτό μέρος μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί τελείως αυτόνομα για την επιστημονική έρευνα ή σε σχέση με επιστημονική έρευνα ή επιστημονική συσκευή που δεν αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση υπόθεσης, δηλαδή συγκεκριμένα στην περίπτωση που, σύμφωνα με την Επιτροπή, η διάκριση μεταξύ των οργάνων ή συσκευών αφενός και των μερών, κλπ., αφετέρου, έχει πρακτική σημασία, επειδή δεν συγκεντρώνονται πάντοτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2.
Βάσει της ανάλυσης που προηγήθηκε, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει κοινή απάντηση στα ερωτήματα 1.2, 3 και 4, η οποία θα είναι η εξής:
«Αντικείμενα που αποτελούν μέρος, ανταλλακτικό ή εξάρτημα μιας σύνθετης επιστημονικής συσκευής (“apparative Einheit”) πρέπει ιδίως να θεωρηθούν αυτοτελώς ως επιστημονικά όργανα ή συσκευές, όταν μπορούν να επιτελούν αυτόνομη (μερική) επιστημονική λειτουργία στο πλαίσιο συγκεκριμένης, καθαρά επιστημονικής έρευνας, είτε αυτοτελώς είτε επίσης σε σχέση με άλλη επιστημονική έρευνα η ακόμη σε σχέση με μια τεχνική ή επιστημονική σύνθετη συσκευή οιαφορετικη απ' αυτήν που αναφέρεται στην υπό κρίση υπόθεση.»
3. Η σειρά ερωτημάτων υπό II της διάταξης περί παραπομπής.
3.1. Το κείμενο της σχετικής διάταξης
Όλα τα σκέλη του συνόλου των ερωτημάτων που αναφέρονται υπό II στη διάταξη περί παραπομπής αφορούν το κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75. Η διάταξη αυτή έχει την εξής διατύπωση:
«Με την επιφύλαξη της προσκομίσεως των αναγκαίων δικαιολογητικών, η ατέλεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται για τα μέρη, ανταλλακτικά και εξαρτήματα που είναι αναγκαία για τη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων και συσκευών που εισάγονται επίσης ατελώς.»
3.2. Διαφορά μεταξύ τον γερμανικού, αγγλικού, γαλλικού και ολλανδικού κειμένου
Όπως συνάγεται από τη διάταξη περί παραπομπής, το τελευταίο τμήμα της φράσης της διάταξης αυτής διατυπωμένο στα γερμανικά είναι περισσότερο περιοριστικό απ' ό,τι το ολλανδικό κείμενο. Αντίθετα, το αγγλικό και γαλλικό κείμενο είναι διατυπωμένα όπως και το ολλανδικό. Συνεπώς δεν έχει σημασία αν (όπως απαιτεί το γερμανικό κείμενο) τα εν λόγω όργανα ή συσκευές πράγματι έχουν εισαχθεί ατελώς, αλλά αν επιτρέπεται αυτή η ατελής εισαγωγή.
Κατά την Επιτροπή (γραπτές παρατηρήσεις, σελίδα 9), ο μεταγενέστερος κανονισμός (ΕΟΚ) 1027/79 μεταξύ των διατυπωμένων σε όλες τις γλώσσες κειμένων επέλεξε σαφώς τη σημασία του περισσότερου περιοριστικού γερμανικού κειμένου του κανονισμού που εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση. Ο νέος κανονισμός του 1979 βασίζεται εντούτοις σε τροποποίηση της σύμβασης της Unesco που κυρώθηκε το 1976. Θεωρώ ότι είναι αντίθετο στις βασικές αρχές της ερμηνείας να χρησιμοποιηθεί μεταγενέστερη, περιοριστική τροποποίηση μιας διάταξης εφαρμοστέας στην προκειμένη περίπτωση, για να ερμηνευτεί η διάταξη αυτή αυστηρότερα από τη διάταξη που είναι διατυπωμένη σε διάφορες γλώσσες και με τη μορφή αυτή ισχύει στα περισσότερα κράτη μέλη. 'Οπως ορθά παρατηρεί ο παραπέμπων δικαστής στη σελίδα 23 του σκεπτικού του σχετικά με τα υποβληθέντα ερωτήματα, ο σκοπός και το σύστημα του εφαρμοστέου κανονισμού συνηγορούν κατά τα λοιπά υπέρ μιας ερμηνείας σύμφωνης με το αγγλικό και γαλλικό κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 2. Στα κείμενα αυτά χρησιμοποιούνται αντίστοιχα οι φράσεις (όργανα ή συσκευές) «which qualify for duty-free admission» και «admissibles eux-mêmes en franchise». Όπως ήδη παρατήρησα, το ολλανδικό κείμενο έχει την ίδια σημασία.
Επιπλέον, προσθέτω ακόμη ότι κατ' εμέ ούτε στο νέο κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρέπει αναγκαία να δοθεί διαφορετική ερμηνεία.
Σύμφωνα με την εφαρμοστέα παράγραφο α) του νέου κειμένου, η ατέλεια εφαρμόζεται στα «ανταλλακτικά, στοιχεία ή ειδικά εξαρτήματα, τα οποία προσαρμόζονται στα επιστημονικά όργανα ή στις επιστημονικές συσκευές, εφ' όσον τα ανταλλακτικά αυτά, τα στοιχεία ή τα εξαρτήματα εισάγονται ταυτοχρόνως με τα όργανα αυτά ή τις συσκευές ή, αν εισάγονται μεταγενεστέρως, εφόσον αυτά αναγνωρίζονται ότι προορίζονται για όργανα ή συσκευές, που είχαν εισαχθεί προηγουμένως ατελώς ή πον ήταν δυνατό να τύχουν ατέλειας». Το απόσπασμα που υπογράμμισα στο νέο αυτό κείμενο νομίζω ότι επιτρέπει πλήρως, και βάσει του νέου κανονισμού, την ίδια ερμηνεία που υποστήριξα και για το πρωταρχικό κείμενο. Εκτός από τα σχετικά με τη βιομηχανική και εμπορική πολιτική επιχειρήματα που αναφέρονται στη διάταξη περί παραπομπής και σττ γραπτή ερώτηση που απευθύνεται στην Επιτροπή, υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορούν επίσης οι ιδιομορφίες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Όπως ήδη ανέφερα, πράγματι είναι βέβαιο (και το παραδέχθηκε και η Επιτροπή) ότι για την πλήρη σύνθετη συσκευή για την οποία προορίζονται τα επίδικα συστατικά μέρη, πράγματι μπορεί να χορηγηθεί ατέλεια, αλλά ότι η πλήρης αυτή συσκευή στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει εισαχθεί ατελώς. Εξάλλου, ήδη ανέφερα ότι τα συστατικά μέρη μιας συσκευής που είναι ουσιώδη για την έρευνα, δύσκολα μπορούν, εννοιολογικά, να θεωρηθούν ως συστατικά μέρη μιας μη πλήρους συσκευής από την οποία λείπουν ακόμη τα εν λόγω μέρη και η οποία χωρίς αυτά δεν μπορεί να εισαχθεί ατελώς, επειδή (και αν ακόμη υποτεθεί ότι αυτή η μη πλήρης συσκευή μπορεί εντούτοις να θεωρηθεί ως συσκευή) κατασκευάζεται στην Κοινότητα ένα προϊόν ισοδύναμο με τη μη πλήρη συσκευή. Η ερμηνεία του νέου κανονισμού που προτείνει η Επιτροπή, δεν δίνει ιδίως λύση για τις πολύπλοκες, σύνθετες επιστημονικές συσκευές που αποτελούνται από πολλά συστατικά μέρη, των οποίων ορισμένα απαραίτητα συστατικά μέρη (που αυτά καθ' αυτά δεν αποτελούν επιστημονική συσκευή) κατασκευάζονται στην Κοινότητα και των οποίων άλλα αναγκαία στοιχεία (που ούτε αυτά αποτελούν επιστημονική συσκευή) πρέπει να εισαχθούν. Θεωρώ ότι είναι προφανές πως ο σκοπός, ο οποίος συνίσταται στην ενθάρρυνση της επιστημονικής έρευνας υψηλού επιπέδου σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις της διεθνούς τεχνολογίας της έρευνας, απαιτεί επίσης δυνατότητα ατέλειας ως προς τους δασμούς για παρόμοια συστατικά μέρη μιας σύνθετης συσκευής. Το κείμενο του νέου κανονισμού δεν νομίζω ότι αποκλείει, όπως ήδη ανέφερα, τη χορήγηση ατέλειας για τα συστατικά αυτά μέρη. Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, δεν είναι εντούτοις αναγκαίο με την απάντηση σας να ασχοληθείτε επίσης με το τελευταίο αυτό στοιχείο, αν κρίνετε ότι στην προκειμένη περίπτωση αποφασιστική είναι μόνο η εφαρμοστέα διάταξη.
3.3. Επί τον δεύτερον ζητήματος ερμηνείας
Αντίθετα, το αναφερθέν κείμενο του νέου κανονισμού μπορεί, ενδεχόμενα, σύμφωνα με τις γενικές αρχές ερμηνείας, να παίξει κάποιο ρόλο ως ευνοϊκότερος κανόνας για τους ενδιαφερομένους κατά την απάντηση που θα δοθεί σε ένα άλλο ερώτημα που υπέβαλε ο παραπέμπων δικαστής. Το ερώτημα αυτό (υπό 11.1) αφορά την ερμηνεία της φράσης «που είναι αναγκαία για τη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων και συσκευών», η οποία αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, όπως εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση. Η Επιτροπή προτείνει να ερμηνευτεί το κείμενο αυτό υπό το φως του νέου κανονισμού με την έννοια ότι «υπάρχει “αναγκαιότητα” όπως αναφέρθηκε, όταν τα εν λόγω αντικείμενα κατασκευάστηκαν ειδικά για να χρησιμοποιηθούν μαζί με την (πλήρη) συσκευή ή για να προσαρμοστούν σ' αυτήν». Θεωρώ ότι η ερμηνεία αυτή μπορεί εντούτοις, υπό ορισμένες συνθήκες, να είναι ακριβώς περισσότερο στενή από όσο απαιτεί το κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 2, στην αρχική του μορφή. Από τεχνολογική και γλωσσική άποψη, θεωρώ ότι είναι ορθότερο να ερμηνευτεί η προϋπόθεση της αναγκαιότητας υπό την έννοια ότι τα σχετικά αντικείμενα είναι αναγκαία για μια όσο δυνατόν καλύτερη λειτουργία της εν λόγω πλήρους, σύνθετης συσκευής (για τη σχετική έρευνα), πράγμα που συμβαίνει ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, όταν τα συστατικά αυτά μέρη έχουν κατασκευαστεί ειδικά για την πλήρη αυτή σύνθετη συσκευή ή για να προσαρμοστούν σ' αυτή. Επίσης, όταν τα συστατικά αυτά μέρη ταυτόχρονα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε έρευνα ή σε συσκευές που διαφέρουν απ' αυτές για τις οποίες πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί καταρχήν ότι τα συστατικά αυτά μέρη είναι επίσης αναγκαία στην όσο το δυνατόν καλύτερη λειτουργία της πλήρους σύνθετης συσκευής. Μια συμπληρωματική ένδειξη της αναγκαιότητας αυτής μπορεί τότε να συναχθεί από το γεγονός ότι δεν κατασκευάζονται στην Κοινότητα συστατικά μέρη ισοδύναμης αξίας. Μια τέτοια διαπίστωση όμως δεν τίθεται ως συμπληρωματική προϋπόθεση από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού.
3.4. Η απάντηση στο ερώτημα ΙΙ.1
Τα ερωτήματα που υπέβαλε ο παραπέμπων δικαστής σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 αφορούν μόνο τις ασάφειες για τις οποίες μίλησα στα σημεία 3.2 και, 3.3 των προτάσεών μου. Δεδομένων των απαντήσεων που πρότεινα για το σύνολο των ερωτημάτων που αναφέρονται υπό Ι, η απάντηση σας στο σύνολο των ερωτημάτων που αναφέρονται υπό II είναι ενδεχόμενα σημαντική στην προκειμένη περίπτωση ιδίως για τις «ενότητες πολλαπλής σύνδεσης» που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς.
Υπό το φως των συλλογισμών που εξέθεσα στο σημείο 3.3, στο ερώτημα 11.1 της διάταξης περί παραπομπής μπορεί να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Η φράση “που είναι αναγκαία για τη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων και συσκευών” σημαίνει ότι τα σχετικά μέρη, ανταλλακτικά ή εξαρτήματα είναι αναγκαία για τη λειτουργία των εν λόγων πλήρων οργάνων ή συσκευών, σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις της τεχνολογίας της έρευνας σε διεθνές επίπεδο πράγμα που συμβαίνει ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, όταν τα σχετικά αντικείμενα κατασκευάστηκαν ή προσαρμόστηκαν ειδικά για τα εν λόγω πλήρη όργανα ή τις πλήρεις συσκευές.»
Στην ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να αντιταχθεί ούτε η αρχή της αμοιβαιότητας την οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή με τη γραπτή απάντηση της 12ης Απριλίου 1984 που έδωσε στο γραπτό ερώτημά σας. Η Κοινότητα είναι η μόνη υπεύθυνη για την πολιτική της στον επιστημονικό τομέα και για τη βιομηχανική και εμπορική πολιτική της. Όταν ο σκοπός της καθαρά επιστημονικής έρευνας υψηλού επιπέδου το απαιτεί και όταν λόγοι που αφορούν τη βιομηχανική και εμπορική πολιτική δεν την οδηγούν στα αντίθετα συμπεράσματα, η Επιτροπή έχει το πλήρες δικαίωμα να χορηγήσει σημαντικότερες ατέλειες απ' αυτές που προβλέπονται επιτακτικά στην εν λόγω σύμβαση της UNESCO. Συνεπώς, αποφασιστικό είναι όλο το κείμενο ενός κανονισμού, όπως θεσπίστηκε από τα αρμόδια κοινοτικά όργανα μετά από εκτίμηση των πολιτικής φύσεως δεδομένων που αναφέρθηκαν.
Θεωρώ ότι η ερμηνεία που πρότεινα να δοθεί στη σχετική διάταξη είναι ορθή, δεδομένου ότι ανταποκρίνεται στις μεθόδους ερμηνείας που συνήθως χρησιμοποιεί το Δικαστήριο.
3.5. Επί τον ερωτήματος II.2
Υπό το φως των προηγούμενων συλλογισμών που ανέφερα υπό σημείο 3.2, στο ερώτημα ΙΙ.2 της διάταξης περί παραπομπής προσήκει η ακόλουθη απάντηση:
«Η φράση “που εισάγονται επίσης ατελώς” σημαίνει ότι τα σχετικά πλήρη όργανα ή πλήρεις συσκευές είτε έχουν εισαχθεί ατελώς είτε συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για να χορηγηθεί η εν λόγω ατέλεια, ώστε το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1798/75 εφαρμόζεται επίσης όταν τα συστατικά μέρη που αποτελούν τα πλήρη όργανα ή τις πλήρεις συσκευές έχουν εν μέρει εισαχθεί από μια τρίτη χώρα και εν μέρει έχουν κατασκευαστεί στην Κοινότητα, υπό τον όρο ότι δεν κατασκευάζονται στην Κοινότητα όργανα ή συσκευές ισοδύναμης επιστημονικής αξίας με τα όργανα ή τις συσκευές που αποτελούνται από τα εν λόγω συστατικά μέρη.»
Στην ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να αντιταχθεί ούτε ένας μεταγενέστερος κανονισμός, ενδεχόμενα περισσότερο αυστηρός, ούτε η αρχή της αμοιβαιότητας. Η τελευταία πρόταση ισχύει ειδικότερα για το συγκεκριμένο ερώτημα, δεδομένου ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις και από το κείμενο του κανονισμού που εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση, δεν συνάγεται κανένα στοιχείο σχετικά με ενδεχόμενη πρόθεση να μην εφαρμοστεί ο κανονισμός παρά μόνο όταν τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη χορηγούν επίσης ατέλεια σε παρόμοιες περιπτώσεις. Αντίθετα, από την πρώτη αιτιολογική σκέψη συνάγεται ότι κύριος λόγος για τη θέσπιση του κανονισμού ήταν ο σκοπός, εκ μέρους της Κοινότητας, να ενθαρρυνθεί η επιστημονική έρευνα. Εξάλλου, το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από την τρίτη αιτιολογική σκέψη είναι ο περιορισμός της έκτασης της ατέλειας για τα (πλήρη) όργανα και τις (πλήρεις) συσκευές. Αντίθετα, ούτε από την αναφερθείσα αιτιολογική σκέψη ούτε από οποιαδήποτε άλλη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, ούτε από το ίδιο κείμενο του κανονισμού αυτού επιτρέπεται να συναχθεί ότι υπάρχει πρόθεση να εξαρτηθεί επίσης η χορήγηση της ατέλειας για συστατικά μέρη που είναι αναγκαία για παρόμοια όργανα ή συσκευές, από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν στην Κοινότητα συστατικά μέρη ισοδύναμης αξίας ή από την πλήρωση προϋποθέσεων άλλων απ' αυτές που αναφέρονται ρητά στο άρθρο 3, παράγραφος 2.
Τέλος, δεν εντυπωσιάστηκα ούτε από τα επιχειρήματα που η Επιτροπή βασίζει στην ανάγκη — που αναγνώρισα ότι υπάρχει — να καθοριστούν κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 2, τα οποία να είναι σχετικά απλά και εύχρηστα στην πράξη. Κατά κανόνα, η διαπίστωση ότι τα σχετικά συστατικά μέρη προορίζονται για μια πολύπλοκη συσκευή που χρησιμοποιείται για την πανεπιστημιακή έρευνα ή η οποία έχει παραδοθεί με την εντολή να χρησιμοποιηθεί προς το σκοπό αυτό, αρκεί για την εξέταση των κριτηρίων ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 2, που προτείνω εδώ. Αντίθετα, δεν πρέπει να προσκομιστεί επιπλέον συμπληρωματική απόδειξη ότι η ίδια η συσκευή αυτή έχει εισαχθεί ατελώς. Συνεπώς, τα κριτήρια που προτείνω είναι περισσότερο εύχρηστα από τα κριτήρια που προτείνει η Επιτροπή.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν λαμβάνει _ συνεπώς υπόψη τη σειρά ερωτημάτων υπό στοιχείο α την οποία αναφέρω στην παράγραφο 1.2 των προκειμένων προτάσεων και η οποία όμως περιλαμβάνεται επίσης στο ερώτημα Ι.1 του παραπέμποντος δικαστή. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μπορεί να απαντήσει μόνο για κάβε συγκεκριμένη περίπτωση σ' αυτή τη γενικότερη απάντηση. Παραδέχεται όμως με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι σε άλλες περιπτώσεις επίσης μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ως προς το αν (και συνεπώς πρέπει να εξεταστεί κάθε συγκεκριμένη περίπτωση) ένα αντικείμενο πράγματι προορίζεται να ενσωματωθεί σε ορισμένη επιστημονική συσκευή.
Full & Egal Universal Law Academy