ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 23ης Οκτωβρίου 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαανές,
Το άρθρο 16, σημείο 1, της Σύμβασης για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ορίζει ότι « σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων » αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία. Το άρθρο 19 επιβάλλει στα δικαστήρια οποιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου κράτους, στα οποία υποβάλλεται διαφορά που αφορά κυρίως τα θέματα αυτά, να διαπιστώνουν αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας τους.
Ο Rottwinkel και ο Rosier.κατοικούν και οι δύο στη Γερμανία.
Με σύμβαση της 19ης Ιανουαρίου 1980, ο Rottwinkel εκμίσθωσε στον Rosier, για τρεις εβδομάδες από 12 Ιουλίου 1980, ένα μέρος της εξοχικής κατοικίας του στην Ιταλία, επιπλωμένο μεν αλλά χωρίς κλινοσκεπάσματα. Ο Rosier ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει μίσθωμα 2625 γερμανικών μάρκων ( DM ) για τη διαμονή τεσσάρων ατόμων στο σπίτι αυτό, ενώ συμφωνήθηκε ότι δεν θα επιτρεπόταν η διανυκτέρευση επισκεπτών. Επιπροσθέτως ο Rosier ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει κοινόχρηστα 295 DM και να επιβαρυνθεί τελικά με τα έξοδα καθαρισμού κατά τη λήξη της μισθώσεως και με τα έξοδα φωταερίου, νερού, ηλεκτρικού και θερμάνσεως. Συμφωνήθηκε ότι ο Rosier θα συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις του τουριστικού πράκτορα, ότι θα χρησιμοποιούσε το ακίνητο και τα έπιπλα με προσοχή και ότι θα αποκαθιστούσε με έξοδα του οποιαδήποτε ζημιά. Τα μέρη όρισαν ότι η σύμβαση θα διεπόταν από το γερμανικό δίκαιο, όρισαν δε ως αρμόδια τα δικαστήρια του Bielefeld, τόπου εκτελέσεως της συμβάσεως.
Ο Rottwinkel έμεινε στο σπίτι αυτό για τις διακοπές του την ίδια περίοδο με τον Rosier. Για όσα ισχυρίζεται ότι συνέβησαν, ο Rottwinkel άσκησε αγωγή ενώπιον του Landgericht του Βερολίνου, διατεινόμενος ότι είχαν παραβιαστεί οι όροι της συμβάσεως μισθώσεως, επειδή στο ακίνητο έμειναν περισσότερα από τέσσερα άτομα, τα οποία προξενούσαν πολύ θόρυβο. Αποδείχτηκε επίσης ότι τα άτομα αυτά ήταν υπερβολικά πολλά για το βόθρο, ο οποίος υπερχείλισε, πράγμα ιδιαίτερα δυσάρεστο. Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να χαλάσουν οι διακοπές του ίδιου του Rottwinkel, ο οποίος υποστηρίζει ότι δικαιούται τα ζητήσει τα έξοδα των διακοπών αυτών ως αποζημίωση λόγω παραβάσεως της συμφωνίας. Δεύτερον, ο Rottwinkel ισχυρίζεται ότι ορισμένα αντικείμενα είχαν υποστεί ζημίες ή έλειπαν στο τέλος της περιόδου εκμισθώσεως και, τρίτον, ζητεί, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως μισθώσεως, τα ποσά που οφείλονταν για το φωταέριο, το ηλεκτρικό, το νερό και τον καθαρισμό του ακινήτου.
Το Landgericht έκρινε ότι η αγωγή μπορούσε να ασκηθεί μόνο στην Ιταλία, λόγω των διατάξεων του άρθρου 16 της Σύμβασης∙ το Kammergericht υιοθέτησε την αντίθετη άποψη∙ όταν ασκήθηκε Revision, το Bundesgerichtshof έκλινε υπέρ της απόψεως ότι η αγωγή μπορούσε να ασκηθεί στη Γερμανία, αλλά υπέβαλε δύο ερωτήματα στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία της Σύμβασης από το Δικαστήριο:
«1)
Έχει το άρθρο 16, σημείο 1, της Σύμβασης εφαρμογή, όταν η σύμβαση μισθώσεως που συνήψαν κάτοικοι της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αφορά τη για μικρό μόνο χρονικό διάστημα παραχώρηση της χρήσης εξοχικής κατοικίας που βρίσκεται στην Ιταλία και οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει την εφαρμογή του γερμανικού δικαίου;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Ισχύει το άρθρο 16, σημείο 1, της Σύμβασης και για τις αγωγές που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως λόγω παραβάσεως της συμβάσεως μισθώσεως, ιδίως δε απαιτήσεις αποζημιώσεως για τη στέρηση της απόλαυσης των διακοπών, καθώς και αξιώσεις σχετικά με την καταβολή των εξόδων που βαρύνουν το μισθωτή βάσει της συμβάσεως μισθώσεως; »
Μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται παράδοξο να μην μπορεί η διαφορά αυτή, όπως εμφανίζεται στην παρούσα υπόθεση, να αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας εντούτοις οι διάφοροι λόγοι που προτείνουν οι διάδικοι για να εξηγήσουν γιατί η περίπτωση δεν εμπίπτει στο άρθρο 16, χρησιμεύουν μόνο για να καταδείξουν ότι, με την παρούσα διατύπωση του άρθρου αυτού, το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό.
Η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν τον ενάγοντα της κύριας δίκης, ισχυριζόμενες ότι στο άρθρο 16, σημείο 1, πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι δεν εφαρμόζεται καθόλου σε βραχυχρόνιες μισθώσεις εξοχικής κατοικίας. Για την περίπτωση που προκριθεί η αντίθετη λύση, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, αν το άρθρο 16 καλύπτει όντως τις μισθώσεις αυτές, καλύπτει μόνο τις αγωγές για αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν στο μίσθιο και ότι δεν περιλαμβάνει αγωγές λόγω προσωπικών ενοχλήσεων που πηγάζουν από αθέτηση της σύμβασης, ούτε καλύπτει τις αγωγές για πληρωμή των εξόδων που βαρύνουν το μισθωτή. Η Επιτροπή υποστηρίζει, πάλι σε περίπτωση που προκριθεί η αντίθετη λύση, ότι, αν οι μισθώσεις αυτές όντως εμπίπτουν στο άρθρο 16, σημείο 1, η μόνη διαφορά που πρέπει να υποβληθεί στα δικαστήρια της τοποθεσίας του ακινήτου είναι εκείνη που αφορά άμεσα τις μισθώσεις, όπως για παράδειγμα ζητήματα σχετικά με την ύπαρξη ή τη λήξη της σύμβασης, τα ελαττώματα του μισθίου ή τις ζημίες που προκλήθηκαν σ' αυτό, ενώ δεν περιλαμβάνονται οι αγωγές αποζημιώσεως για τη στέρηση της απόλαυσης διακοπών ή για τα παρεπόμενα έξοδα της μίσθωσης.
Εξάλλου, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρούν ότι δεν είναι δυνατό να διακρίνονται οι μισθώσεις βάσει της διάρκειας ή του σκοπού τους' και υποστηρίζουν ότι το άρθρο 16 έχει την έννοια ότι καλύπτει τις βραχυπρόθεσμες μισθώσεις εξοχικών κατοικιών.
Εντούτοις, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, για να αποφύγει το αποτέλεσμα το οποίο επιδιώκει ο εναγόμενος, υποστηρίζει ότι η σωστή λύση είναι να λαμβάνεται υπόψη όχι το είδος της μίσθωσης αλλά το είδος της αγωγής. Οι μόνες αγωγές που καλύπτονται από το άρθρο 16 είναι οι αγωγές που αφορούν τον καθορισμό, την άσκηση ή την πραγμάτωση του δικαιώματος κατοχής ή την απόσβεση του. Υποστηρίζεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι απαιτήσεις είναι παρόμοιες με τις άλλες απαιτήσεις αποζημιώσεως για παράβαση συμβάσεως ή τις απαιτήσεις για την εξόφληση οφειλής και έχουν μικρή σχέση άμεσα με το μίσθιο. Επομένως για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης δεν απαιτείται να υπάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της τοποθεσίας του ακινήτου.
Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, εφόσον γίνει δεκτό ότι οι βραχυχρόνιες συμβάσεις μισθώσεως εξοχικής κατοικίας εμπίπτουν στο άρθρο αυτό, οι απαιτήσεις καταβολής εξόδων, έστω και παρεπόμενων, τα οποία προβλέπονται από το μισθωτήριο, εμπίπτουν στο άρθρο 16, μολονότι αναγνωρίζεται ότι η απαίτηση αποζημιώσεως για τη στέρηση της απόλαυσης των διακοπών μπορεί να μην καλύπτεται από το άρθρο αυτό.
Μολονότι είναι προφανές ότι το άρθρο 16 αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου ( απόφαση 288/82, Duijnstee κατά Goderbauer, της 15ης Νοεμβρίου 1983, σκέψη 15), το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, εφόσον το άρθρο αυτό στερεί τους διαδίκους από το δικαίωμα επιλογής του δικαστηρίου, δικαίωμα το οποίο αλλιώς θα τους ανήκε, και μπορεί ακόμα και να τους επιβάλει την υποχρέωση να προσφύγουν σε δικαστήριο το οποίο δεν είναι το δικαστήριο της κατοικίας κανενός από αυτούς, οι διατάξεις του « δεν πρέπει να ερμηνεύονται ευρύτερα από όσο απαιτεί ο αντικειμενικός τους σκοπός » ( βλ. υπόθεση 73/77, Sanders κατά van der Putte, ECR 1977, σ. 2383, όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 16, σημείο 1, δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι καλύπτει τη σύμβαση μισθώσεως εμπορικής επιχειρήσεως που στεγάζεται σε ακίνητο το οποίο ο εκμισθωτής έχει μισθώσει από τρίτο ).
Στην έκθεση Jenard για τη Σύμβαση, η θέσπιση κανόνα αποκλειστικής δικαιοδοσίας για τις διαφορές που αφορούν ακίνητα εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι στη Γερμανία και την Ιταλία η αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της τοποθεσίας του ακινήτου θεωρείται θέμα δημόσιας τάξης, και επομένως οι αποφάσεις που θα εκδίδονταν από άλλα δικαστήρια δεν θα αναγνωρίζονταν ή δεν θα εκτελούνταν στα κράτη αυτά, και εν μέρει από το γεγονός ότι θεωρήθηκε ότι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης θα εξυπηρετούνταν καλύτερα με την υιοθέτηση του κανόνα αυτού. Υποστηρίχθηκε ότι το γεγονός ότι μπορεί να πρέπει να διεξαχθεί κάποιος έλεγχος ή πραγματογνωμοσύνη επί τόπου, να γίνουν ορισμένες εγγραφές σε κτηματολόγια ή σε βιβλία μεταγραφών και να εφαρμοστούν ειδικοί εθιμικοί κανόνες, καθιστά πολύ περισσότερο ενδεδειγμένη την υποβολή της υπόθεσης, στο δικαστήριο της τοποθεσίας του ακινήτου. Οι μισθώσεις ακινήτων, ιδίως, « διέπονται συνήθως από ειδική νομοθεσία », η οποία είναι προτιμότερο να εφαρμόζεται μόνο από τα δικαστήρια της χώρας στην οποία ισχύει. Επιπλέον, « πολλά κράτη » προβλέπουν για τις αγωγές αυτές αποκλειστική δωσιδικία. Η επιτροπή των εμπειρογνωμόνων, επομένως, ήθελε το άρθρο 16 να « καλύπτει τις διαφορές μεταξύ εκμισθωτών και μισθωτών ως προς την ύπαρξη ή την ερμηνεία των συμβάσεων μισθώσεως, περί αποκαταστάσεως των ζημιών που προκλήθηκαν από το μισθωτή, περί εξώσεως κλπ. », όχι όμως τις απαιτήσεις καταβολής του μισθώματος για το ακίνητο.
Την εποχή που εξεταζόταν η προσχώρηση της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου στη Σύμβαση, έγινε αντιληπτό ότι ήταν ενδεχόμενο να προκόψουν δυσκολίες σε περιπτώσεις βραχυχρόνιων μισθώσεων ή σε περιπτώσεις αγωγών αποζημιώσεως βασιζόμενων σε υποχρεώσεις που προβλέπονται από τη σύμβαση μισθώσεως. Εντούτοις, φαίνεται ότι η πλειοψηφία των κρατών μελών αντιτάχθηκε σε πρόταση που υπέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με την οποία το άρθρο αυτό έπρεπε να τροποποιηθεί έτσι ώστε η διεθνής δικαιοδοσία να μην είναι αποκλειστική στην περίπτωση διαφορών σχετικά με προσωπικές υποχρεώσεις που προβλέπονται από συμβάσεις μισθώσεως ακινήτων ή στην περίπτωση που παραχωρείται δικαίωμα κατοχής για περιορισμένο χρονικό διάστημα, όπως όταν η μίσθωση αφορά εξοχική κατοικία. Η έκθεση του καθηγητή Schlosser, σχετικά με τα θέματα που προκύπτουν από την προσχώρηση των τριών νέων κρατών μελών, καταδεικνύει ότι η επιτροπή που εξέτασε το θέμα δεν συμμεριζόταν την άποψη της έκθεσης Jenard ως προς το αν οι αγωγές για την καταβολή των μισθωμάτων εμπίπτουν στο άρθρο 16, σημείο 1. Αναφέρει πάντως ότι «η αρχή στην οποία βασίζεται η διάταξη αυτή σαφώς δεν απαιτεί να εφαρμόζεται η τελευταία αυτή στις βραχυπρόθεσμες συμφωνίες παραχώρησης της χρήσης, όπως, για παράδειγμα, συμφωνίες παραχώρησης της χρήσης εξοχικής κατοικίας ».
Φαίνεται ότι σε πολλά κράτη μέλη οι κανόνες κοινωνικής πολιτικής που θεσπίζονται σχετικά με τις μισθώσεις κατοικιών ή τις συμβάσεις παροχής στέγης (όπως περί ευλόγου μισθώματος, προθεσμίας καταγγελίας, ελέγχου από ειδικά δικαστήρια) δεν εφαρμόζονται στις βραχυπρόθεσμες μισθώσεις εξοχικών κατοικιών. Εφόσον είναι δυνατό να μην υπάρχουν ειδικοί κανόνες και δημόσια βιβλία ως προς τις μισθώσεις αυτές και να μη χρειάζονται λεπτομερείς επιτόπιοι έλεγχοι, μπορεί επίσης να λεχθεί ότι για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης δεν απαιτείται αναγκαστικά οι μισθώσεις αυτές να υπάγονται στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της χώρας της τοποθεσίας του ακινήτου.
Εξάλλου, τα συμφέροντα των διαδίκων δεν εξυπηρετούνται κατ' ανάγκη καλύτερα με τη θέσπιση αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της τοποθεσίας του ακινήτου για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις κατοικιών για διακοπές, όταν και οι δύο διάδικοι ζουν σε άλλη χώρα. Από την άποψη αυτή, οι αρχές που οδήγησαν γενικά την επιτροπή των εμπειρογνωμόνων να προτείνει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία για τις διαφορές περί μισθώσεως ακινήτων και περί εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων δεν φαίνεται να εφαρμόζονται στις βραχυχρόνιες μισθώσεις κατοικιών για διακοπές.
Από την άλλη πλευρά, είναι σαφές ότι, κατά την κατάρτιση της Σύμβασης, δεν υπήρχε η πρόθεση να θεσπιστεί αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία για τις διαφορές περί εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων ή μισθώσεων ακινήτων μόνο για τις χώρες εκείνες στις οποίες η αποκλειστική δωσιδικία του ακινήτου αποτελεί θέμα δημόσιας τάξης ή για τις χώρες που έχουν ειδική νομοθεσία για τις μισθώσεις ακινήτων. Ο κανόνας που θεσπίστηκε επρόκειτο να εφαρμόζεται ομοιόμορφα∙ η εφαρμογή του δεν επρόκειτο να εξαρτάται από το αν για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση θα επιβαλλόταν να έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία τα δικαστήρια της τοποθεσίας του ακινήτου. Ούτε επρόκειτο, κατά τη γνώμη μου, να εξαρτάται το ζήτημα, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από το κατά πόσο διευκολύνονται οι διάδικοι ή κατά πόσο θα μπορούσε, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να προκύψει κίνδυνος αδικίας, λόγω της αποστάσεως των διαδίκων από τα δικαστήρια της τοποθεσίας του ακινήτου και των συνεπαγόμενων δυσκολιών και εξόδων της δίκης.
Η Επιτροπή, μολονότι τελικά υποστηρίζει τον ενάγοντα της κύριας δίκης, αναγνωρίζει σαφώς τις δυσκολίες της καθιερώσεως εξαιρέσεων από το τόσο γενικά διατυπωμένο άρθρο αυτό. Εντούτοις, η Επιτροπή θεωρεί ότι, αφού τα κράτη μέλη δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν ως προς το ποιες μισθώσεις και αγωγές καλύπτονται από το άρθρο 16, σημείο 1, η αβεβαιότητα αυτή πρέπει να αρθεί. Προτείνει να ληφθεί ως κατευθυντήρια γραμμή το ότι σκοπός του άρθρου 16 είναι η προστασία ορισμένης κατηγορίας προσώπων, των μισθωτών ακινήτων δηλαδή για τους οποίους τα ακίνητα αυτά αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της ζωής τους, και επομένως ότι η έναντι ανταλλάγματος παραχώρηση καταλύματος, ιδίως επιπλωμένης κατοικίας για διακοπές, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1.
Μου φαίνεται ότι τα επιχειρήματα υπέρ της απόψεως ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις επιπλωμένων κατοικιών για διακοπές δεν πρέπει να εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της τοποθεσίας του ακινήτου είναι πολύ ισχυρά, ιδίως όταν και οι δύο διάδικοι κατοικούν σε άλλη χώρα, σε ορισμένες δε περιπτώσεις έστω και αν μόνο ο ένας από αυτούς κατοικεί σε άλλη χώρα. Το ζήτημα, εντούτοις, δεν αφορά το τι θα μπορούσε να έχουν συμφωνήσει τα κράτη μέλη αλλά το τι πράγματι συμφώνησαν.
Αν το άρθρο 16 εξεταστεί αντικειμενικά, είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι εξαιρούνται ορισμένες μισθώσεις, εν προκειμένω οι βραχυχρόνιες μισθώσεις κατοικιών για διακοπές;
Η έκθεση Jenard αναφέρει ότι στο άρθρο αυτό εμπίπτουν « οι μισθώσεις για κατοικία ή επαγγελματική στέγη, οι εμπορικές μισθώσεις και οι αγρομισθώσεις. »
Δεν νομίζω ότι είναι δυνατό να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ μισθώσεων επιπλωμένων και μισθώσεων ανεπίπλωτων κατοικιών. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται περί ακινήτων και συνήθως προέχει ο ακίνητος χαρακτήρας. Ούτε, νομίζω, μπορεί ο προτεινόμενος έλεγχος, αν δηλαδή η μίσθωση αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ζωής του μισθωτή, να γίνει δεκτός προς το σκοπό καθιερώσεως εξαιρέσεων από το άρθρο 16. Δεν νομίζω ότι δικαιολογείται, βάσει της ερμηνείας του άρθρου, η εξαίρεση των μισθώσεων κατοικιών για διακοπές και μόνο αυτών. Δεν υπάρχει πραγματική διαφορά μεταξύ βραχυχρόνιων μισθώσεων κατοικίας σε άτομα που βρίσκονται σε διακοπές ή σε άτομα που παρακολουθούν συνέδρια ή πραγματοποιούν σπουδές για μικρό χρονικό διάστημα.
Ούτε, νομίζω, το παρόν άρθρο μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι εισάγει διάκριση μεταξύ « βραχυχρόνιων μισθώσεων » και « μακροχρόνιων μισθώσεων », οτιδήποτε και αν σημαίνει εδώ ο όρος « βραχυχρόνιος ».
Αν ήταν δυνατό να γίνει διάκριση μεταξύ μισθώσεως κατά κυριολεξία και συμφωνίας η οποία να παρέχει μόνο άδεια χρήσεως και κατοχής του ακινήτου χωρίς να είναι μίσθωση κατά κυριολεξία, τότε δεν θα ήταν βεβαίως δύσκολο να καταταγούν στην κατηγορία αυτή των συμφωνιών παραχωρήσεως της χρήσης οι συμφωνίες παροχής καταλύματος για διακοπές.
Πάντως, αν, όπως υποστηρίζεται στην έκθεση Schlosser, τα εμπράγματα δικαιώματα πρέπει να καθορίζονται βάσει του δικαίου της τοποθεσίας του ακινήτου, τότε και η έννοια της μίσθωσης θα πρέπει μάλλον να καθορίζεται από το δίκαιο της τοποθεσίας του ακινήτου (παράγραφος 168). Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι το γερμανικό δίκαιο δεν διακρίνει μεταξύ μίσθωσης και της προαναφερθείσας παραχώρησης της χρήσης. Η συμφωνία πρέπει να ατιμετωπιστεί ως μίσθωση, η δε διατύπωση του ερωτήματος προϋποθέτει ότι υπάρχει μίσθωση κατοικίας.
Αντιστρόφως, αν η έννοια της « μισθώσεως » πρέπει να καθοριστεί βάσει του κοινοτικού δικαίου, είναι μάλλον δύσκολο να εισαχθεί, μόνο με ερμηνεία και χωρίς ρητή διάταξη, μια τέτοια διάκριση μεταξύ παραχώρησης της χρήσης (η οποία δεν εμπίπτει στο άρθρο 16) και μίσθωσης, όταν η διάκριση αυτή πιθανόν να μην υπάρχει στο δίκαιο πολλών κρατών μελών.
Επιπλέον είναι σαφώς αδύνατο, κατά την άποψη μου, να καθιερωθεί εξαίρεση, όσον αφορά το άρθρο 16, βασιζόμενη στο γεγονός ότι και οι δύο συμβαλλόμενοι διέμεναν ή κατοικούσαν σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος της τοποθεσίας του ακινήτου, όρισαν ότι αρμόδιο θα είναι το δικαστήριο της δικής τους χώρας ή συμφώνησαν ρητά ότι η σύμβαση θα διέπεται από ιδιαίτερο σύστημα δικαίου. Νομίζω ότι οι λόγοι αυτοί δεν επηρεάζουν κατά κανένα τρόπο το ζήτημα αν τα δικαστήρια της τοποθεσίας του ακινήτου έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία.
Κατά την άποψη μου, το γράμμα του άρθρου σαφώς απαιτεί να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, πρέπει να σημειωθεί ότι αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία απονέμεται « σε υποθέσεις μισθώσεως ακινήτων » ( στα αγγλικά: « tenancies of immovable property», στα γαλλικά: «baux d'immeubles », στα ιταλικά: « contratti di affitto d'immobili », στα γερμανικά: « Miete oder Pacht von unbeweglichen Sachen » ). Από τη διατύπωση του άρθρου στις άλλες γλώσσες φαίνεται ότι το άρθρο 16 καλύπτει τις διαφορές που αφορούν μάλλον τις συμβάσεις μισθώσεως ακινήτων παρά τις διαφορές που αφορούν απλώς το ίδιο το ακίνητο. Αυτό έγινε δεκτό από το Δικαστήριο στην απόφαση Sanders κατά van der Putte, στην οποία έκρινε ότι μερικά παραδείγματα διαφορών που αναφέρονται στην έκθεση Jenard εμπίπτουν στο άρθρο 16 — « ειδικότερα διαφορές μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή ως προς την ύπαρξη ή την ερμηνεία της συμβάσεως μισθώσεως, ως προς την αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν από το μισθωτή και την εκκένωση του μισθίου ». Συνεπώς, νομίζω ότι ο ισχυρισμός του Ηνωμένου Βασιλείου σύμφωνα με τον οποίο το άρθρο 16, σημείο 1, δεν έχει εφαρμογή στις αγωγές αποζημιώσεως λόγω παραβάσεως της συμβάσεως μισθώσεως, αλλά εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που έχουν ως αντικείμενο « τον καθορισμό, την άσκηση ή την πραγμάτωση του δικαιώματος κατοχής ή την απόσβεση του », είναι υπερβολικά περιοριστικός.
Θεωρώ επομένως ότι στο πρώτο μέρος του δεύτερου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι αγωγές λόγω παραβάσεως όρου συμβάσεως μισθώσεως μπορεί να εμπίπτουν στο άρθρο 16.
Το δεύτερο μέρος, πάντως, του δεύτερου ερωτήματος, το οποίο αφορά απαιτήσεις αποζημιώσεως για τη στέρηση της απόλαυσης των διακοπών και απαιτήσεις για τα παρεπόμενα έξοδα που προέβλεπε η σύμβαση μισθώσεως, εγείρει το δυσκολότερο ζήτημα του αν πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των διαφόρων αξιώσεων που προβάλλονται λόγω παραβάσεως της συμβάσεως μισθώσεως ή μεταξύ των απαιτήσεων για την καταβολή χρηματικών ποσών που οφείλονται σύμφωνα με τη σύμβαση μισθώσεως.
Νομίζω ότι είναι σαφές ότι σύμφωνα με τη Διάταξη παραπομπής οι αιτιάσεις περί του υπερβολικού αριθμού των ατόμων, του βόθρου και του θορύβου, τα οποία υποστηρίζεται ότι χάλασαν τις διακοπές του ενάγοντος, αποτελούν αξιώσεις λόγω παραβάσεως της συμβάσεως μισθώσεως και τίποτε άλλο. Αν οι αξιώσεις βασίζονταν απλώς στο γεγονός ότι ο ενάγων ήταν γείτονας που ασκούσε δικαίωμα χρήσεως χωρίς να επικαλείται τους όρους της συμβάσεως μισθώσεως, τότε το ζήτημα σαφώς δεν θα ενέπιπτε στο άρθρο 16, πράγμα όμως το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Νομίζω, αν κατανοώ σωστά τη Διάταξη παραπομπής, ότι τα επιχειρήματα δίνουν υπερβολική σημασία στο είδος της αιτούμενης αποζημιώσεως. Δεν είναι, κατά την άποψη μου, δυνατό να λύσουμε το επίμαχο ζήτημα λέγοντας απλώς ότι το γεγονός ότι ο κύριος του ακινήτου στερήθηκε την απόλαυση των διακοπών του και υποβλήθηκε στη δαπάνη των εξόδων ταξιδιού έχει τόσο μικρή συνάφεια με το ακίνητο, ώστε οι σχετικές αξιώσεις δεν εμπίπτουν στο άρθρο 16. Εκείνο που έχει σημασία, νομίζω, είναι μάλλον η φύση της υποτιθέμενης παραβάσεως της συμβάσεως μισθώσεως παρά οι προκληθείσες ζημίες, ορισμένες από τις οποίες μπορεί εδώ να ήσαν, εν πάση περιπτώσει, πολύ δύσκολο να προβλεφθούν.
Εδώ υποστηρίζεται ότι έχουν γίνει δύο παραβάσεις. Η πρώτη είναι παράβαση ρήτρας ως προς τη φύση του χρήστη του ακινήτου ( ο επιτρεπόμενος αριθμός ατόμων ), η δεύτερη, παράβαση ρήτρας ως προς την επιμέλεια που πρέπει να επιδεικνύεται κατά τη χρήση του ακινήτου στο οποίο αναφέρεται η μίσθωση.
Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι οι αγωγές για παράβαση ρήτρας σε σύμβαση μισθώσεως η οποία προσδιορίζει τον χρήστη ακινήτου δεν εμπίπτουν ποτέ στο άρθρο 16. Όταν ένα οίκημα εκμισθώνεται ως κατοικία, αλλά χρησιμοποιείται ως κατάστημα ή εργοστάσιο, ή όταν ένα αγροτεμάχιο εκμισθώνεται ως βοσκότοπος και χρησιμοποιείται για καλλιέργεια, οι αγωγές με τις οποίες προβάλλεται η παράβαση της ρήτρας της συμβάσεως μισθώσεως περί χρήστη εμπίπτουν, κατά την άποψη μου, στο άρθρο 16, σημείο 1, και αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια της τοποθεσίας του ακινήτου. Διάκριση θα μπορούσε να γίνει μεταξύ αυτών των ποιοτικών παραβάσεων των ρητρών περί χρήστη και των ποσοτικών παραβάσεων που προβάλλονται εδώ, δηλαδή της χρησιμοποίησης του οικήματος για περισσότερα άτομα από όσα είχε συμφωνηθεί. Εγώ προσωπικά δεν θα έκανα τη διάκριση αυτή, πρώτον, διότι δεν νομίζω ότι υπάρχει καταρχήν πραγματική διαφορά και, δεύτερον, διότι δεν νομίζω ότι είναι επιθυμητό να ενθαρρύνεται η νομολογιακή εισαγωγή διακρίσεων μεταξύ διαφόρων παραβάσεων διαφόρων ρητρών σχετικά με τα άτομα που επιτρέπεται να χρησιμοποιούν το ακίνητο.
Αν εδώ η αποζημίωση που ζητείται σχετικά προκύπτει, όπως νομίζω, εξ ολοκλήρου ή κατά κύριο λόγο από την παράβαση της ρήτρας περί του χρήστη του ακινήτου, θεωρώ ότι το αίτημα αυτό της αγωγής εμπίπτει στο άρθρο 16 της Συμβάσεως.
Η δεύτερη κατηγορία ζημιών αφορά απώλειες περιουσιακών αντικειμένων ή ζημίες που προκλήθηκαν σ' αυτά. Αν υποστηρίζεται ότι η ζημία έχει προκληθεί στο ακίνητο, κατά παράβαση ενός όρου της συμβάσεως μισθώσεως, τότε η αγωγή εμπίπτει στο άρθρο 16. Αν τα αντικείμενα που έχουν απολεσθεί ή φθαρεί είναι κινητά που παραχωρήθηκαν, σύμφωνα με τη σύμβαση, μαζί με το ακίνητο, η κατάσταση είναι δυσχερέστερη.
Η μικρή σημασία της υπό κρίση υποθέσεως θα μπορούσε να μας παρασύρει να αποδώσουμε στο άρθρο 16 την ερμηνεία ότι περιορίζεται στις αγωγές αποζημιώσεως για ζημίες που έχουν προκληθεί στο ακίνητο και να δεχτούμε ότι οι αγωγές αποζημιώσεως για ζημίες προκληθείσες στα κινητά μπορούν να εκδικαστούν από άλλο δικαστήριο. Σε περίπτωση καταρτίσεως νέου σχεδίου Συμβάσεως, θα^ ήταν δυνατό να υπάρξουν επιχειρήματα υπέρ της λύσης αυτής. Το αποτέλεσμα αυτό θα ήταν περισσότερο ενδεδειγμένο στην περίπτωση κατά την οποία και οι δύο διάδικοι κατοικούν στο ίδιο κράτος μέλος, το οποίο όμως είναι διαφορετικό από το κράτος της τοποθεσίας του ακινήτου. Πρέπει, εντούτοις, να ληφθεί υπόψη ότι αυτός ο συνδυασμός περιστατικών είναι μάλλον λιγότερο συνήθης από την περίπτωση κατά την οποία ο κύριος κατοικεί στο ίδιο κράτος στο οποίο βρίσκεται το μίσθιο.
Είναι επίσης σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι αγωγές αποζημιώσεως για προκληθείσες ζημίες μπορούν να εγερθούν σε όλα τα είδη μισθώσεως και ότι τα τιθέμενα ζητήματα μπορεί να είναι περισσότερο περίπλοκα από ό,τι στην παρούσα υπόθεση. Μια μίσθωση, όχι μόνο κατοικίας, αλλά και για εμπορικές, επαγγελματικές ή αγροτικές χρήσεις, μπορεί κάλλιστα να περιλαμβάνει την παραχώρηση κινητών αντικειμένων ως προς τα οποία να θεσπίζονται ειδικές υποχρεώσεις στη συμφωνία μισθώσεως. Οι αγωγές για ζημίες που προκαλούνται στον ακριβό κινητό εξοπλισμό που παραχωρείται σε περίπτωση εμπορικής ή αγροτικής μισθώσεως, μπορούν να εκδικάζονται ευχερέστερα από τα δικαστήρια της τοποθεσίας του ακινήτου.
Πιστεύω, τελικά, ότι αν η σύμβαση μισθώσεως ακινήτου προβλέπει την παραχώρηση και τη χρήση κινητών ως μέρος της σύμβασης, η μίσθωση θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ενιαία δικαιοπραξία που εμπίπτει στο άρθρο 16, σημείο 1. Νομίζω ότι είναι σφάλμα να χωρίζονται οι όροι της σύμβασης σε δύο κατηγορίες, σε αυτούς που αφορούν ακίνητα και ot αυτούς που αφορούν κινητά, εφόσον η σύμβαση αφορά μίσθωση ακινήτου. Παραδείγματος χάρη, δεν είναι σωστό να θεωρείται σε υποθέσεις όπως η παρούσα ότι η αγωγή αποζημιώσεως για τη φθορά μιας πόρτας ή μιας μπανιέρας εμπίπτει στο άρθρο 16, σημείο 1, ότι όμως η αγωγή αποζημιώσεως για τη φθορά μιας καρέκλας η οποία είχε παραχωρηθεί για να χρησιμοποιηθεί μέσα στο μίσθιο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού.
Απομένει να εξεταστεί το αίτημα που αφορά τα παρεπόμενα έξοδα. Ο ισχυρισμός ότι τα έξοδα αυτά δεν εμπίπτουν στο άρθρο 16 βασίζεται εν μέρει στην άποψη της Επιτροπής Jenard (όχι όμως και στην άποψη της Επιτροπής Schlosser), σύμφωνα με την οποία η απαίτηση του μισθώματος δεν εμπίπτει στο άρθρο 16, σημείο 1. Το αν ο ισχυρισμός αυτός είναι ή όχι ορθός δεν έχει εξεταστεί επισταμένα και, δεδομένου ότι είναι δυνατό να αποτελέσει αργότερα αντικείμενο αποφάσεως, ίσως δεν θα πρέπει να διατυπώσω κατηγορηματική άποψη στο θέμα αυτό. Νομίζω ότι είναι πολύ δύσκολο να γίνει, βάσει των προταθέντων επιχειρημάτων, δεκτή η άποψη της Επιτροπής Jenard, εν όψει της σημερινής διατυπώσεως του άρθρου 16, σημείο 1. Όπως ακριβώς η πρωταρχική υποχρέωση του κυρίου του ακινήτου είναι να θέσει το ακίνητο στη διάθεση του μισθωτή, έτσι και η πρωταρχική υποχρέωση του μισθωτή είναι συνήθως να καταβάλλει το μίσθωμα. Οι περισσότερες διαφορές περί ακινήτων αφορούν πιθανώς την καταβολή του μισθώματος. Αν οι διαφορές ως προς το μίσθωμα εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, το άρθρο αυτό θα καταστεί, κατά μεγάλο μέρος, κενό περιεχομένου. Νομίζω ότι η συνέπεια αυτή δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτή, αν ληφθεί υπόψη ότι ένας από τους πρωτεύοντες λόγους της θέσπισης του άρθρου 16, σημείο 1, ήταν το γεγονός ότι σε διάφορα κράτη μέλη υπάρχει ειδική νομοθεσία όσον αφορά τη μίσθωση ακινήτων και ότι σημαντικό μέρος της νομοθεσίας αυτής αφορά συνήθως τα μισθώματα. Βάσει των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν εν προκειμένω, νομίζω ότι οι αγωγές που πηγάζουν από διαφορές ως προς την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος ή την ευθύνη λόγω μη καταβολής του μισθώματος που οφείλεται δυνάμει της συμφωνίας αφορούν ουσιαστικά μισθώσεις ακινήτων. Ως προς το θέμα αυτό, θεωρώ πειστικές ορισμένες παρατηρήσεις του Dr. Droz στο « Compétence judiciaire et effets des jugements dans le marché commun » (τόμος XIII, Bibliothèque de droit international privé, σελίδες 101-103 και ιδίως παράγραφος 153).
Βεβαίως, είναι δυνατό να γίνει διάκριση μεταξύ του μισθώματος και των άλλων εξόδων, ιδίως των εξόδων για το φωταέριο, το ηλεκτρικό ρεύμα, τη θέρμανση και την καθαριότητα του μισθίου, με το επιχείρημα ότι τα έξοδα αυτά δεν αποτελούν στοιχεία της μίσθωσης αλλά αφορούν υπηρεσίες που παρέσ-χονται για το μίσθιο ή σε σχέση με αυτό. Αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται ως αναπόσπαστο μέρος της μίσθωσης, και πάλι δεν θα ήθελα να προβώ σε διακρίσεις μεταξύ αυτών. Νομίζω ότι η εισαγωγή λεπτών διακρίσεων ως προς το ποιες αγωγές που αφορούν τους διάφορους όρους της συμβάσεως μισθώσεως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, και ποιες όχι, μάλλον περιπλέκει παρά διευκολύνει την επίλυση των διαφορών. Αν γίνονταν τέτοιες διακρίσεις, οι διαφορές ως προς το συνολικό μίσθωμα επιπλωμένης κατοικίας, σε περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτής παρακρατεί μέρος του μισθώματος προβάλλοντας ανεπάρκεια της επίπλωσης, θα μπορούσαν να προκαλέσουν αμφισβητήσεις ως προς το ποιο μέρος του μισθώματος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1 ∙ οι αγωγές για τα έξοδα καθαρισμού θα γεννούσαν ζητήματα ως προς το κατά πόσο το μη καταβληθέν ποσό αφορά τον καθαρισμό των τοίχων και του δαπέδου ή τον καθαρισμό των ταπήτων και των επίπλων.
Μολονότι γνωρίζω καλά ότι η λύση που προτείνω όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 16, σημείο 1, δεν αρμόζει σε υποθέσεις μικρής σημασίας, πιστεύω, εντούτοις, ότι η λύση αυτή προκύπτει από την ορθή ανάγνωση του άρθρου αυτού, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι τα κράτη μέλη δεν μπόρεσαν, σε μεταγενέστερο στάδιο, να καταλήξουν σε συμφωνία ως προς τη θέσπιση ρητών εξαιρέσεων όσον αφορά τις ενοχικές λεγόμενες υποχρεώσεις ή ορισμένα ιδιαίτερα είδη μισθώσεως. Νομίζω, επίσης, ότι η πρόταση μου οδηγεί συνολικά σε λογικότερο αποτέλεσμα.
Επομένως, πρέπει κατά τη γνώμη μου να θεωρηθεί ότι στο άρθρο 16 εμπίπτουν όλες οι αγωγές που αφορούν μισθώσεις ακινήτων, έστω και αν περιέχουν, άμεσα ή έμμεσα, αιτήματα που αφορούν κινητά, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της συμβάσεως μισθώσεως του ακινήτου, ή έξοδα σχετικά με τη χρήση του ακινήτου αυτού.
Βεβαίως, είναι δυνατό ορισμένες αγωγές αποκαταστάσεως της ζημίας που οφείλεται στη χρήση του μισθίου να μην εμπίπτουν πράγματι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, λόγω του ότι δεν έχουν το έρεισμα τους στη σύμβαση μισθώσεως αυτή καθαυτή, αλλά στο κοινό δίκαιο που διέπει πχ. τις αξιώσεις που απορρέουν από το γειτονικό δίκαιο, από τις αδικοπραξίες εξ αμελείας ή εκ προθέσεως. Στις περιπτώσεις αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού λόγω του ότι δεν αποτελούν μέρος της συμβάσεως μισθώσεως. Δεν έπεται εντούτοις ότι, επειδή οι αγωγές που απορρέουν από τη σύμβαση μισθώσεως είναι ανάλογες με άλλες αγωγές που απορρέουν από το γενικό ενοχικό δίκαιο, οι αγωγές αυτές παύουν αυτομάτως, για το λόγο αυτό, να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1.
Υπενθυμίζεται επίσης ότι, δυνάμει του άρθρου 19 της Σύμβασης, το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτημα που αφορά σύμβαση μισθώσεως δεν υποχρεούται να κρίνει ότι δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία, όταν το αίτημα αυτό δεν αποτελεί το κύριο ζήτημα της διαφοράς, ή, όπως διευκρινίζει η έκθεση Jenard στη σελίδα 39, « όταν το ζήτημα για το οποίο αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία έχει άλλο δικαστήριο εγείρεται ως προδικαστικό ή παρεμπίπτον ». Σε περιπτώσεις πχ. συμβάσεως οργανωμένων διακοπών μέσω πρακτορείου ταξιδιών, οι οποίες περιλαμβάνουν αεροπορική μεταφορά και παροχή καταλύματος σε επιπλωμένο οίκημα, η διαφορά ως προς το κατάλυμα είναι δυνατό να αποτελεί απλώς παρεμπίπτον ζήτημα της διαφοράς. Στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δικαιούται να επικαλεστεί το άρθρο 19 της Σύμβασης.
Τα προβλήματα που αποκάλυψε η παρούσα υπόθεση ίσως οδηγήσουν τα συμβαλλόμενα κράτη μέλη να επανεξετάσουν μήπως θα έπρεπε να προβλεφθούν ρητές εξαιρέσεις από τις διατάξεις του άρθρου 16, σημείο 1, πχ. ως προς τις μισθώσεις κατοικιών για διακοπές ή ως προς άλλες συγκεκριμένες κατηγορίες συμβάσεων. Δεν εναπόκειται, όμως, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το θέμα αυτό.
Νομίζω ότι, όσον αφορά το εν λόγω άρθρο, στα υποβληθέντα ερωτήματα προσήκουν οι ακόλουθες απαντήσεις:
α)
Το άρθρο 16, σημείο 1, της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968 εφαρμόζεται στις συμβάσεις μισθώσεως που συνάπτονται μεταξύ προσώπων που κατοικούν σε ένα κράτος μέλος και αφορούν τη βραχύχρονη μίσθωση εξοχικής κατοικίας που βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, ακόμα και όταν τα πρόσωπα αυτά έχουν συμφωνήσει ότι η σύμβαση μισθώσεως θα διέπεται από το δίκαιο του κράτους της κατοικίας τους.
β)
Το άρθρο 16, σημείο 1, εφαρμόζεται στις αγωγές με τις οποίες ζητείται 1) αποζημίωση λόγω παραβάσεως της συμβάσεως μισθώσεως και 2) η απόδοση των παρεπόμενων εξόδων που προβλέπει η σύμβαση μισθώσεως.
Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων των διαδίκων της κύριας δίκης. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy