ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
VERLOREN VAN THEMAAT
της 26ης Ιουνίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ι. Τα πραγματικά περιστατικά
Πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε η Meggle Milchindustrie GmbH & Co. δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Meggle εκμεταλλεύεται γαλακτοκομείο και επιχείρηση μεταποιήσεως γάλακτος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Μεταξύ άλλων, παράγει τυρίνη και τυρινικά άλατα από αποκορυφωμένο γάλα, τα οποία πωλεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σε άλλα κράτη μέλη και σε χώρες μη μέλη. Οι πωλήσεις αυτών των προϊόντων αντιπροσωπεύουν ποσοστό 10 ο/ο περίπου του κύκλου εργασιών της.
Κατά την άποψη της Meggle, οι διατάξεις περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, σε συνδυασμό με τα νομοθετικού χαρακτήρα μέτρα στο γεωργικό τομέα, οδήγησαν σε διάκριση εις βάρος των παραγωγών τυρίνης και τυρινικών αλάτων στα κράτη μέλη με ισχυρό νόμισμα, ιδίως των γερμανών παραγωγών από τους οποίους η Meggle είναι ο μεγαλύτερος, έναντι των παραγωγών αυτών των προϊόντων σε χώρες με ασθενές νόμισμα, ιδίως των παραγωγών της Γαλλίας. Η Meggle ζήτησε από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές και από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να τροποποιήσουν αυτά τα μέτρα αλλά χωρίς επιτυχία. Στη συνέχεια άσκησε αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η γαλλική κυβέρνηση παρενέβη προς υποστήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
Πριν εξετάσω την αγωγή της Meggle θεωρώ σκόπιμο να διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις όσον αφορά την τυρίνη και τα τυρινικά άλατα και τη θέση τους στο κοινοτικό δίκαιο, πράγμα που θα φωτίσει ορισμένα σημεία της αγωγής.
Ι. 1. Η τυρίνη και τα τυρινικά άΑατα
Η ειδική έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά τις ενισχύσεις για τη μεταποίηση αποκορυφωμένου γάλακτος σε τυρίνη και τυρινικά άλατα ( ΕΕ 1984, C 41 ) περιέχει χρήσιμη επισκόπηση της αγοράς τυρίνης και τυρινικών αλάτων και του συστήματος ενισχύσεων που ισχύει γι' αυτά τα προϊόντα.
Η τυρίνη λαμβάνεται από αποκορυφωμένο γάλα διά πήξεως σε όξινο περιβάλλον ή με προσθήκη χυμοζίνης. Το προϊόν είναι αδιάλυτο, στη συνέχεια δε πλένεται ή ξηραίνεται. Τα τυρινικά άλατα λαμβάνονται από τυρίνη με την προσθήκη αλάτων, το δε τελικό προϊόν είναι αδιάλυτο. Αναλόγως της ποιότητας τους, αυτά τα δύο υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες συμπυκνωμένα προϊόντα χρησιμοποιούνται στον τομέα της διατροφής και για την παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων, ινικής και γλουτίνης.
Στη διεθνή αγορά αυτών των προϊόντων δέσποζε κάποτε η Νέα Ζηλανδία. Ωστόσο, μετά τη θέσπιση συστήματος ενισχύσεων για την παραγωγή αυτών των προϊόντων, η παραγωγή της ΕΟΚ σημείωσε συνεχή αύξηση, το δε 1980 κατέστη η μεγαλύτερη στον κόσμο, αντι-προσωπεύουσα ποσοστό 40 ο/ο της παγκόσμιας παραγωγής.
Ι. 2. Η θέση της τυρίνης και των τυρινικών αλάτων στο κοινοτικό δίκαιο
Όσον αφορά τη θέση της τυρίνης και των τυρι-νικών αλάτων στο κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να σημειωθεί ότι κανένα από τα προϊόντα αυτά δεν αναφέρεται στον πίνακα γεωργικών προϊόντων του παραρτήματος II της Συνθήκης ΕΟΚ. Επομένως, τα δύο αυτά προϊόντα δεν υπάγονται στα άρθρα 38 έως 46 της Συνθήκης που αφορούν τη γεωργία. Καίτοι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3033/80 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1980 περί καθορισμού του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται σε ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/010, σ. 162), εφαρμόζεται στην τυρίνη και στα τυρινικά άλατα, ορίζει στο άρθρο 16 ότι η εφαρμογή του συστήματος που προβλέπει αναβάλλεται μέχρις ότου εκδοθεί νέα απόφαση του Συμβουλίου. Επομένως, οι εισφορές λόγω εισαγωγής που προβλέπει ο κανονισμός για την προστασία της εγχώριας παραγωγής δεν εφαρμόζονται στην τυρίνη και στα τυρινικά άλατα. Το σημείο αυτό είναι σημαντικό διότι λόγω αυτού ακριβώς του αποκλεισμού η τυρίνη και τα τυρινικά άλατα δεν ανήκουν στα προϊόντα για τα οποία ο κανονισμός 974/71 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 190 ) προβλέπει τον καθορισμό νομισματικών εξισωτικών ποσών εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει. Ετσι η τυρίνη και τα τυρινικά άλατα υπάγονται στο κοινό δασμολόγιο ( κλάση 35.01 ). Λόγω των σχετικά χαμηλών δασμών στους οποίους υπόκεινται και οι οποίοι ενοποιούνται υπό την GATT, η τιμή τους εντός της ΕΟΚ καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από την τιμή τους στη διεθνή αγορά.
Δεδομένου ότι είναι μη γεωργικά προϊόντα η τυρίνη και τα τυρινικά άλατα δεν εμπίπτουν στον κανονισμό 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ). Ωστόσο το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεως για τη μεταποίηση αποκορυφωμένου γάλακτος σε τυρίνη και τυρινικά άλατα, ως μέτρο για τη διευκόλυνση της διαθέσεως των αποθεμάτων. Οι κανόνες που διέπουν την ενίσχυση περιέχονται στον κανονισμό 987/68 του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 122) και στον κανονισμό 756/70 της Επιτροπής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 80 ), ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 1331/81 (ΕΕ 1982, L 159, σ. 75). Η ενίσχυση ποικίλλει αναλόγως του εάν το αποκορυφωμένο γάλα μεταποιείται σε τυρίνη ή σε τυρινικά άλατα και αναλόγως της ποιότητας του τελικού προϊόντος. Η ενίσχυση καθορίζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η επιστροφή λόγω αυτής της μεταποιήσεως του γάλακτος είναι η ίδια με την επιστροφή λόγω μεταποιήσεως του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη. Σκοπός της ενίσχυσης είναι να περιέλθει στον παραγωγό αποκορυφωμένου γάλακτος ώστε να δημιουργηθεί εναλλακτική διέξοδος. Είναι σαφές ότι λόγω της ενίσχυσης η κοινοτική παραγωγή τυρίνης και τυρινικών αλάτων αυξήθηκε και βελτιώθηκε σημαντικά.
Ι. 3. Η αγωγή
Από τα ανωτέρω προκύπτει αναμφισβήτητα ότι η τιμή της τυρίνης και των τυρινικών αλάτων συνδέεται στενά με την τιμή παρεμβάσεως του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη. Δεδομένου ότι οι παραγωγοί του αποκορυφωμένου γάλακτος έχουν την εναλλακτική λύση να μεταποιήσουν το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος και να το διαθέσουν στους οργανισμούς παρεμβάσεως, οι παραγωγοί τυρίνης θα πρέπει να αγοράσουν το αποκορυφωμένο γάλα σε τιμή παραπλήσια της τιμής εκείνης, μείον τα έξοδα για την παραγωγή σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος. Ακόμη και αν, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή και το Συμβούλιο, η τωρινή τιμή της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος δεν αντιστοιχεί πάντα με την τιμή παρεμβάσεως, ιδίως σε περιόδους μεγάλων αποθεμάτων, η τάση είναι σαφής προς αυτή την κατεύθυνση. Η τιμή παρεμβάσεως της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος μετατρέπεται σε εθνικό νόμισμα, βάσει των αντιπροσωπευτικών ή «πράσινων» τιμών συναλλάγματος· (τις οποίες γνωρίζει καλά το Δικαστήριο), όπως καθορίστηκαν το 1983 με τον κανονισμό 1223/83 ( ΕΕ L 132, σ. 33 ). Δεδομένου ότι οι τιμές αυτές διαφέρουν των πραγματικών τιμών, η τιμή κόστους της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος στην Ομοσπονδιακή Γερμανία, χώρα με ισχυρό νόμισμα, είναι υψηλότερη από ό, τι στη Γαλλία, χώρα με ασθενές νόμισμα. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αναγνωρίζουν καταρχήν την ύπαρξη αυτών των μειονεκτημάτων. Η Meggle ισχυρίζεται ότι αυτή η δυσμενής από πλευράς ανταγωνισμού διαφορά αποτελεί την αιτία της απότομης αύξησης των γαλλικών εξαγωγών τυρίνης προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ενώ για την ίδια είναι αδύνατο ή πολύ δύσκολο να διεισδύσει στη γαλλική αγορά. Από τα πολυάριθμα στατιστικά στοιχεία που υπέβαλε προκύπτουν^ κατά την άποψη της, τρία συμπεράσματα. Πρώτον, το μερίδιο της παραγωγής ΕΟΚ και των εξαγωγών σε χώρες μη μέλη από χώρες με ασθενές νόμισμα, όπως η Γαλλία και η Ιρλανδία, αυξήθηκαν δυσανάλογα, ενώ οι χώρες με ισχυρό νόμισμα, όπως η Ολλανδία και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, έμειναν πίσω. Δεύτερον, οι εισαγωγές από χώρες μη μέλη μειώθηκαν λόγω της αυξήσεως της παραγωγής των χωρών με ασθενές νόμισμα. Τρίτον, οι γαλλικές εξαγωγές στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αυξήθηκαν λόγω του προαναφερθέντος ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος της γαλλικής βιομηχανίας και της μειώσεως των τιμών που προέκυψε, ενώ οι γερμανικές εξαγωγές προς τη Γαλλία μειώθηκαν. Η Meggle υπολογίζει τις απώλειες της λόγω του ότι μειώθηκαν οι δυνατότητες πωλήσεως τυρίνης και τυρινικών αλάτων στη γαλλική αγορά σε 20 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα περίπου και με αφηρημένη και με συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού. Η Meggle ισχυρίζεται ότι η απώλεια της προκλήθηκε από παράνομη συμπεριφορά της Κοινότητας η οποία δημιούργησε διάκριση μεταξύ των γάλλων και των γερμανών παραγωγών τυρίνης και τυρινικών αλάτων, εφαρμόζοντας τις αντιπροσωπευτικές τιμές στην τιμή παρεμβάσεως της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος χωρίς να θεσπίσει μέτρα που Şa εξουδετέρωναν αυτά τα μειονεκτήματα.
Π. Εκτίμηση της υποθέσεως
Π. 1. Οι ισχύουσες αρχές
Για την εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως είναι δεδομένα δύο νομικώς διαφέροντα στοιχεία. Πρώτον ότι το σύστημα αντιπροσωπευτικών τιμών συναλλάγματος στο γεωργικό τομέα μπορεί να αλλοιώσει τον ανταγωνισμό στην κοινοτική αγορά γεωργικών προϊόντων. Αυτό έχει αναγνωριστεί και από το Δικαστήριο. Σχετικά με την εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων η οποία εκφράζεται σε ECU και μετατρέπεται σε εθνικό νόμισμα βάσει των αντιπροσωπευτικών τιμών, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση στην υπόθεση 138/78, Stölting κατά Hauptzollamt Hambourg-Jonas, Jurispr. 1979, σ. 713, σκέψη 10 ( σ. 723 ), ότι:
« Καίτοι σε ορισμένες συναλλαγές η εφαρμογή αυτών των αντιπροσωπευτικών τιμών ενδέχεται να επισύρει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα τα οποία εμφανίζονται ενδεχομένως ως διάκριση, αποβλέπει γενικώς στη θεραπεία νομισματικών καταστάσεων, η οποία, αν δεν υπήρχε ο κανονισμός 878/78 θα κατέληγε σε σοβαρότερη, προφανή και γενική διάκριση.
Επομένως, η θέσπιση του συστήματος των αποκαλούμενων πράσινων τιμών συναλλάγματος, καίτοι εμφανίζει κάποια μειονεκτήματα, δικαιολογείται από την απαγόρευση των διακρίσεων και τις απαιτήσεις της κοινής γεωργικής πολιτικής ».
Αεύτερον, σχετικά με την τυρίνη και τα τυρι-νικά άλατα η Κοινότητα δεν έχει θεσπίσει μέτρα προκειμένου να αντισταθμίσει πλήρως ή εν μέρει τα αποτελέσματα των ενδεχομένων μειονεκτημάτων της εφαρμογής των αντιπροσωπευτικών τιμών στην τιμή παρεμβάσεως της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος. Εξάλλου, όπως παρατήρησα ήδη, η Κοινότητα δεν μπορούσε να καθιερώσει νομισματικά εξισωτικά ποσά για το εμπόριο τυρίνης και τυρινικών αλάτων, δεδομένου ότι η σχετική νομοθεσία δεν το προβλέπει και ότι αυτό θα αντέβαινε στις υποχρεώσεις της Κοινότητας κατά την GATT. Δυνατή εναλλακτική λύση θα ήταν η θέσπιση εγγυήσεως διαφορετικής αναλόγως του κράτους μέλους. Όπως ορθώς ισχυρίστηκε η Επιτροπή, η θέσπιση διαφοροποιημένης εγγύησης όπως ισχύει στην οργάνωση αγοράς για τα σταφύλια και τον ηλιόσπορο και όπως προτείνει η Meggle δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατ' αναλογία, δεδομένου ότι η τυρίνη και τα τυρινικά άλατα δεν είναι γεωργικά προϊόντα και επομένως δεν υπάρχει σχετική αρμοδιότητα, τουλάχιστον όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 43 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το ζήτημα είναι λοιπόν αν η Κοινότητα όφειλε να λάβει μέτρα κατά την περίοδο που προτείνει η Meggle. Από την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Stölting προκύπτει σαφώς ότι αυτό δεν ισχύει άνευ ετέρου. Η Κοινότητα δεν υποχρεούται να ενεργήσει έστω κι αν προκύπτουν ορισμένα μειονεκτήματα. Τα μειονεκτήματα αυτά αποτελούν δηλαδή μέρος του επιχειρηματικού κινδύνου τον οποίο διατρέχει ο έμπορος σε μια αγορά στην οποία εφαρμόζεται σύστημα πολλαπλών τιμών συναλλάγματος. Ο έμπορος δεν μπορεί να προσδοκά ότι η Κοινότητα θα αντισταθμίσει τα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζει ο ίδιος υπό το σύστημα των αντιπροσωπευτικών τιμών ή τα πλεονεκτήματα τα οποία δεν έχει. Η Κοινότητα υποχρεούται να ενεργήσει μόνον αν τα αποτελέσματα των αντιπροσωπευτικών τιμών είναι τέτοια ώστε να εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της αγοράς ή της οργάνωσης αγορών. Αυτό προκύπτει σαφώς από την οικονομία του κανονισμού (ΕΟΚ) 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων των διακυμάνσεων των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192). Κατά τον κανονισμό αυτό, νομισματικά εξισωτικά ποσά πρέπει να θεσπίζονται για τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εφόσον πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 1, παράγραφος 3, ότι δηλαδή υπάρχει κίνδυνος διαταραχής του εμπορίου των σχετικών προϊόντων. Θα παρατηρήσω ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση της, η διάταξη αυτή είναι επιτακτικού χαρακτήρα. Αν η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει ή έπαυσε να συντρέχει, δεν είναι δυνατό να θεσπιστούν νομισματικά εξισωτικά ποσά ή πρέπει να καταργηθούν τα θεσπισθέντα. Παραπέμπω σχετικώς στην απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 67 και 85/75, Lesieur, Jurispr. 1976, σ. 391, σκέψη 17).
Το γεγονός ότι δεν ήταν δυνατή εν προκειμένω η θέσπιση νομισματικών εξισωτικών ποσών δεν ασκεί επιρροή. Όπως παρατήρησα ήδη αυτό δεν προκύπτει από τον κανονισμό 974/71 αλλά από το ό, τι ο κανονισμός 3033/80 κηρύσσεται προσωρινά ανεφάρμοστος στην τυρίνη και τα τυρινικά άλατα. Το ζήτημα είναι ότι το κοινοτικό δίκαιο θέτει κριτήριο δυνάμει του οποίου απαιτείται από την Επιτροπή να ενεργήσει αν η επίπτωση των αντιπροσωπευτικών τιμών επί του εμπορίου είναι τέτοια ώστε προκύπτει ή απειλείται « διαταραχή ». Μόνο υπό τις συνθήκες αυτές αν η Επιτροπή δεν ενεργήσει είναι παράνομη η εφαρμογή αυτών των τιμών και υπάρχει διάκριση. Υπό αυτό ακριβώς το πνεύμα το Δικαστήριο έκανε λόγο για « μειονεκτήματα » αντί για διάκριση με την απόφαση στην υπόθεση Stölting. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου περί νομισματικών εξισωτικών ποσών διευκρίνισαν το κριτήριο αυτό της διαταραχής κατά διάφορους τρόπους. Η διατύπωση της εν λόγω διάταξης δείχνει σαφώς ότι η Επιτροπή έχει ευρεία διακριτική εξουσία όσον αφορά την κρίση αν υπάρχει ή απειλείται διαταραχή. Αυτό δέχτηκε το Δικαστήριο το 1975 με την απόφαση στην υπόθεση 74/74, CNTA κατά Επιτροπής, Jurispr. 1975, σ. 533, με την οποία έκρινε ότι πρέπει να εξετάζονται οι νομισματικοί παράγοντες αλλά μπορούν να λαμβάνονται επίσης υπόψη και οι συνθήκες της αγοράς. Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 95/80, Société havraise Dervieu-Delahais SA και άλλοι κατά Directeur général des douanes et droits indirects, Συλλογή 1981, σ. 317, προκύπτει σαφώς ότι αυτό σημαίνει εκτίμηση της κοινοτικής αγοράς του προϊόντος για το οποίο πρόκειται. Με την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Lesieur κατά Επιτροπής και με την απόφαση στην υπόθεση 29/77, SA Roquette Frères κατά Γαλλικού Δημοσίου, Jurispr. 1977, σ. 1835, το Δικαστήριο έκρινε ότι το βάρος της αποδείξεως του ότι υπάρχει κίνδυνος διαταράξεως δεν φέρει η Επιτροπή αλλά ο ενάγων (.σκέψεις 28 και 14). Γενικώς από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν μεριμνά πρωτίστως για την προστασία των εμπόρων έναντι των μειονεκτημάτων του ισχύοντος συστήματος τιμών συναλλάγματος, αλλά για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς ή της οργάνωσης αγορών οπότε προστατεύεται εμμέσως ο έμπορος κατά των διακρίσεων που προκαλούνται από τη διατάραξη.
II. 2. Τα ρεύματα της αγοράς
Οι διάδικοι προσκόμισαν πολλά στατιστικά στοιχεία στο Δικαστήριο· από αυτά θεωρώ ενδιαφέροντα τα ακόλουθα.
Από τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή και δεν αμφισβήτησε η Meggle προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία όσον αφορά τα μερίδια στην αγορά των τεσσάρων χωρών με τη μεγαλύτερη παραγωγή τυρίνης και τυρινικών αλάτων:
(σε %)
1973
1978
1983
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
25,2
22,6
17,1
Γαλλία
39,0
34,9
31,0
Ολλανδία
18,0
24,2
19,0
Ιρλανδία
13,0
16,6
19,0
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν πράγματι ότι μειώθηκε το μερίδιο της Γερμανίας στην αγορά, όπως τονίζει η Meggle, δείχνουν όμως επίσης ότι μειώθηκε εξίσου και το μερίδιο της Γαλλίας μεταξύ του 1973 και του 1983. Επομένως η υποτίμηση του νομίσματος αυτής της χώρας δεν προκάλεσε αύξηση του μεριδίου της στην αγορά. Εξάλλου, η Ολλανδία, χώρα με ισχυρό νόμισμα, δεν έχασε έδαφος στην αγορά. Αρα, τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν τη σχέση μεταξύ ασθενούς νομίσματος και ισχυρής ανταγωνιστικής θέσης και μεταξύ ισχυρού νομίσματος και ασθενούς ανταγωνιστικής θέσης, όπως ισχυρίζεται η Meggle.
Βάσει των στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις και τα οποία δεν αμφισβητεί η Meggle, μπορεί επίσης να υπολογιστεί η ποσοστιαία αύξηση της παραγωγής, των εισαγωγών και των εξαγωγών εντός της ΕΟΚ και στο εμπόριο με τρίτες χώρες κατά την περίοδο 1973 έως 1983:
(σε ο/ο)
ΕΟΚ
ΟΑΓ
Γαλλία
Παραγωγή
218
234
232
Εισαγωγές από κράτη μέλη
278
396
218
Εισαγωγές από τρίτες χώρες
146
—44
—52
Εξαγωγές προς κράτη μέλη
202
143
263
Εξαγωγές προς τρίτες χώρες
577
493
137
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν επίσης ότι η αύξηση της γερμανικής παραγωγής δεν υπολείπεται του μέσου όρου της ΕΟΚ ή της Γαλλίας. Οι μεταβολές που επήλθαν είναι η σημαντική αύξηση των γαλλικών εξαγωγών προς άλλα κράτη μέλη, ενώ οι γερμανικές εξαγωγές αυξήθηκαν ιδίως προς τις τρίτες χώρες. Η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση των γερμανικών εξαγωγών προς τρίτες χώρες και η χαμηλότερη των γαλλικών εξαγωγών δεν μπορούν να εξηγηθούν με βάση τις διαφορές μεταξύ ισχυρών και ασθενών νομισμάτων. Κρίσιμο στοιχείο εν προκειμένω είναι μάλλον οι ποιοτικές διαφορές, η δε αύξηση των γερμανικών εξαγωγών στην παγκόσμια αγορά οφείλεται ιδίως στην καλύτερη ποιότητα της τυρίνης και των τυρι-νικών αλάτων που παράγει η χώρα αυτή, στοιχείο στο οποίο αναφέρθηκε εξάλλου και η γαλλική κυβέρνηση με την παρέμβαση της. Η αύξηση του μεριδίου της Γαλλίας εντός της ΕΟΚ εξηγείται κυρίως από το γεγονός ότι η Γαλλία παράγει τυρίνη και τυρινικά άλατα για βιομηχανική μεταποίηση.
Υπήρξαν άραγε διαταράξεις σ' αυτή την αγορά; Δεν νομίζω. Από τα προπαρατεθέντα στοιχεία όσον αφορά τις μεταβολές των μεριδίων στην αγορά και τις ποσοστιαίες αυξήσεις της παραγωγής, των εισαγωγών και των εξαγωγών εντός της ΕΟΚ καθώς και των εισαγωγών και εξαγωγών από και προς τρίτες χώρες δεν προκύπτει ότι επήλθαν δυσανάλογες μεταβολές στην αγορά τυρίνης και τυρινικών αλάτων ή ευρείας κλίμακας ανακατατάξεις. Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για « διατάραξη » της αγοράς.
III. Συμπέρασμα
Δεδομένου ότι δεν αποδείχτηκε ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή ενήργησαν παράνομα κατά το ότι δεν έλαβαν διορθωτικά μέτρα για την τυρίνη και τα τυρινικά άλατα κατά την εφαρμογή του συστήματος των αντιπροσωπευτικών τιμών στον τομέα του γάλακτος, δεν συντρέχει η πρώτη προϋπόθεση της εφαρμογής του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος. Παρέλκει, επομένως, η λεπτομερέστερη εξέταση των δύο λοιπών προϋποθέσεων, δηλαδή της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προσαπτόμενης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας και του υπολογισμού της ζημίας.
Προτείνω συνεπώς, να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικαστεί η ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα εκτός των εξόδων της παρεμβαίνουσας.
( *1 ) ΜΒτάφροση οπό το ολλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy