ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΝΝΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 29ης Νοεμβρίου 1984 ( *1 )
Κύριε ιτρόεόρε,
Κύριοι δικαονες,
1.
Τα περιστατικά των δύο αυτών προδικαστικών υποθέσεων είναι απλά: υπήκοοι κράτους μέλους της Κοινότητας, οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη ζήτησαν να τους χορηγηθεί το επίδομα διαβιώσεως, αποκαλούμενο « κατώτατο όριο διαβιώσεως », που θεσπίστηκε με το βελγικό νόμο της 7ης Αυγούστου 1974 ( 1 ).
Ο αρμόδιος φορέας — το Centre public d'aide sociale ( στο εξής: CPAS ) της κατοικίας τους — τους αρνήθηκε το δικαίωμα αυτό για το λόγο ότι δεν πληρούσαν την ειδική προϋπόθεση διάρκειας της κατοικίας που επιβάλλει μόνο στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών το βασιλικό διάταγμα της 8ης Ιανουαρίου 1976, με το οποίο οι διατάξεις του νόμου του 1974 ( 2 ) επεκτάθηκαν κυρίως στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών.
Πράγματι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, εδάφιο 2, του εν λόγω διατάγματος, οι τελευταίοι οφείλουν να αποδείξουν ότι
« διέμειναν πράγματι στο Βέλγιο κατά τα 5 τελευταία έτη πρό της ημερομηνίας χορηγήσεως του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως ».
2.
Το Tribunal du travail της Αμβέρσας, ενώπιον του οποίου η Vera Hoeckx προσέβαλε την αρνητική αυτή απόφαση, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Το δικαίωμα επί επιδόματος κατωτάτου ορίου διαβιώσεως που προβλέπει ο νόμος της 7ης Αυγούστου 1974 αποτελεί θέμα καλυπτόμενο από τον κανονισμό 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 ( άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2 ) ή συνιστά “ κοινωνική πρόνοια ” υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4;
2)
Κατά το μέτρο που ορίζει ότι, για να δικαιούνται του επιδόματος κατωτάτου ορίου διαβιώσεως, υπήκοοι χωρών της ΕΟΚ πρέπει να έχουν πράγματι κατοικήσει στο Βέλγιο τουλάχιστον επί τα τελευταία πέντε έτη προ της ημερομηνίας κατά την οποία χορηγείται το επίδομα κατωτάτου ορίου διαβιώσεως, πράγμα που δεν απαιτείται για τους βέλγους υπηκόους, το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιανουαρίου 1976 περί κατωτάτου ορίου διαβιώσεως αντιβαίνει προς τη Συνθήκη και τον κανονισμό 1408/71 (και ειδικότερα προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού περί ίσης μεταχειρίσεως );
3)
Το κατώτατο όριο διαβιώσεως που προβλέπεται από το νόμο της 7ης Αυγούστου 1974 συνιστά “κοινωνικό πλεονέκτημα” υπό την έννοια του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 1968 περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας;
4)
Επικουρικώς, συμβιβάζεται προς τις προαναφερθείσες διατάξεις το ότι, όσον αφορά την προϋπόθεση κατοικίας που πρέπει οι υπήκοοι των χωρών της ΕΟΚ να συγκεντρώνουν ώστε να δικαιούνται του επιδόματος κατωτάτου ορίου διαβιώσεως, μόνον περίοδοι κατοικίας στο Βέλγιο λαμβάνονται υπόψη, ή πρέπει οι περίοδοι κατοικίας σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να λαμβάνονται υπόψη κατά τον ίδιο τρόπο ως περίοδοι κατοικίας στο Βέλγιο; »
To Tribunal du travail του Nivelles, στο οποίο προσέφυγαν οι σύζυγοι Serivner, αφού αναφέρθηκε στα προδικαστικά αυτά ερωτήματα, ερωτά επίσης το Δικαστήριο αν το κατώτατο όριο διαβιώσεως συνιστά « κοινωνικό πλεονέκτημα » κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68 και, επικουρικώς, αν η επίδικη προϋπόθεση κατοικίας αντιβαίνει προς τη Συνθήκη και τους κοινοτικούς κανονισμούς.
3.
'Ετσι, από το σύνολο των διατυπωθέντων ερωτημάτων προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια διερωτώνται ως προς τους εφαρμοστέους εν προκειμένω κοινοτικούς κανόνες για να θεμελιώσουν, ενδεχομένως, το δικαίωμα επί του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως των υπηκόων άλλων κρατών μελών. Προκειμένου να τους δοθεί μια χρήσιμη απάντηση, πρέπει να εξεταστούν τα ουσιαστικά στοιχεία της βελγικής νομοθεσίας που προβλέπει το δικαίωμα αυτό.
Ο νόμος προβλέπει τη χορήγηση του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως σε όλους τους ενήλικες ημεδαπούς ή κοινοτικούς υπηκόους, οι οποίοι κατοικούν πράγματι, δηλαδή συνήθως, στο Βέλγιο ( 3 )
Οι πραγματικές προϋποθέσεις χορηγήσεως του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως καθορίζονται κατά τρόπο γενικό. Το δικαίωμα επί του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως αναγνωρίζεται σε εκείνον του οποίου οι πόροι είναι ανεπαρκείς και ο οποίος δεν μπορεί « να τους εξασφαλίσει είτε με τις προσωπικές τους προσπάθειες είτε με άλλα μέσα » ( άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου). Πάντως, οφείλει να αποδείξει « ότι είναι διατεθειμένος να εργαστεί », εκτός αν συντρέχει αδυναμία οφειλόμενη στην κατάσταση της υγείας του ή σε αποχρώντες κοινωνικούς λόγους επιπλέον, υποχρεούται να διεκδικήσει τα δικαιώματα του προς κοινωνικές παροχές, και δη των δικαιωμάτων του διατροφής, αν το CPAS το κρίνει αναγκαίο ( άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2 ).
Για τον καθορισμό του ύψους του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως που μπορεί να αξιώσει ο αιτών, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των πόρων που διαθέτει, εκτός εξαιρέσεων που ορίζονται από το νόμο ( άρθρα 2 μέχρι 5 και 8, παράγραφος 1 ). Προς τούτο, ο νομοθέτης προέβλεψε έρευνα για τους πόρους, η οποία ενδεχομένως συμπληρώνεται με έρευνα στη φορολογική αρχή, καθώς και με ιατρική ή κοινωνική έρευνα, αν χρειάζεται (άρθρο 5, παράγραφος 1, εδάφιο 2, και άρθρο 8, παράγραφος 1 ).
Εφόσον του υποβληθεί αίτηση, το CPAS οφείλει να αποφανθεί εντός των 30ημερών από την υποβολή της, με αιτιολογημένη απόφαση, δυνάμενη να προσβληθεί ενώπιον του αρμόδιου Tribunal du travail ( άρθρα 9 και 10). Η πληρωμή γίνεται ανά μήνα, ανά δεκαπενθήμερο ή ανά εβδομάδα ( άρθρο 11, παράγραφος 1 ). Το δικαίωμα επί του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως είναι αντικείμενο ετήσιας εξετάσεως που αφορά τις προϋποθέσεις χορηγήσεως (άρθρο 7, παράγραφος 2). To CPAS μπορεί να αναζητήσει τα ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως και υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δικαιούχου, κυρίως έναντι των υπόχρεων διατροφής ( άρθρα 12 μέχρι 14).
4.
Οι ιδιομορφίες της βελγικής νομοθεσίας, οι οποίες αναφέρθηκαν εν συντομία, εξηγούν τους δισταγμούς των παραπεμπόντων δικαστηρίων όσον αφορά το χαρακτηρισμό « ratione matériáé » του δικαιώματος επί του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη συγκεντρώνουν τις αναγκαίες προσωπικές προϋποθέσεις για να επικαλεστούν το πλεονέκτημα της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης.
Αντίθετα, για να διασαφηνιστεί αν η ίση μεταχείριση που διεκδικούν οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971 ( 4 ) ή στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ( 5 ), επιβάλλεται να εξεταστεί το ζήτημα αυτό σε δύο διαδοχικά στάδια:
—
πρώτον, πρέπει να εξεταστεί αν το κατώτατο εισόδημα εμπίπτει στους « κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως » και στα συστήματα για τα οποία ισχύει ο κανονισμός 1408/71 (άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2) ή αν, ως παροχή κοινωνικής πρόνοιας, αποκλείεται από αυτά (άρθρο 4, παράγραφος 4)·
—
με το τελευταίο αυτό ενδεχόμενο, παραμένει να προσδιοριστεί, δεύτερον, αν το κατώτατο όριο διαβιώσεως αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68.
Η απάντηση στο εναλλακτικό αυτό ερώτημα δεν είναι χωρίς σημασία: όπως ανέφερε η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, αν το κατώτατο όριο διαβιώσεως περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, τίθεται το πρόβλημα της « δυνατότητας καταβολής στο εξωτερικό » της εν λόγω παροχής.
5.
Πριν από την εξέταση του πρώτου σκέλους του εναλλακτικού ερωτήματος, δηλαδή του χαρακτηρισμού του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως ενόψει του άρθρου 4 του κανονισμού 1408/71, πρέπει να υπομνηστεί το ουσιώδες των παρατηρήσεων που υπέβαλαν οι διάδικοι στην κύρια δίκη στην υπόθεση 122/84 και το Ηνωμένο Βασίλειο στην υπόθεση 249/83. Πράγματι, ούτε η προσφεύγουσα ούτε το καθού της κύριας δίκης υπέβαλαν παρατηρήσεις στην τελευταία αυτή υπόθεση.
Για τους συζύγους Scrivner, το κατώτατο όριο διαβιώσεως, καίτοι στηρίζεται στην κατάσταση ένδειας — χαρακτηριστικό της πρόνοιας — πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως και οι παρόμοιες παροχές, όπως για παράδειγμα τα επιδόματα προς ηλικιωμένα άτομα ή αναπήρους, τις οποίες το Δικαστήριο χαρακτήρισε ήδη ως παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Αντίθετα, το καθού της κύριας δίκης δεν δέχεται την εξομοίωση αυτί], διότι μόνο οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που συνδέονται με την απασχόληση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71· όμως, η σχέση προς την εργασία δεν έχει σημασία για τη χορήγηση του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως. Επομένως, το κατώτατο όριο διαβιώσεως υπάγεται στην πρόνοια.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επέμεινε ιδιαίτερα στα κριτήρια που καθιέρωσε το Δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστωθεί ο διπλός χαρακτήρας της παροχής. Κατ' αυτήν, εφόσον μια νομοθεσία εξαρτά τη χορήγηση ενός ελαχίστου εισοδήματος ουσιαστικά από την εκτίμηση κάθε ατομικής περιπτώσεως, εμπίπτει στην κοινωνική πρόνοια. Σχετικά, η διενέργεια έρευνας ως προς τις ανάγκες και τους πόρους καθώς και η χορήγηση εισοδήματος που πρέπει να είναι ανάλογο προς τις ανάγκες συνιστούν καθοριστικές ενδείξεις.
6.
Συμμεριζόμενος την άποψη που ακολούθησε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, πιστεύω χρήσιμο να υπενθυμίσω τα κυριότερα στοιχεία της νομολογίας του Δικαστηρίου στον τομέα αυτό, πριν συναγάγω τις συνέπειες για το χαρακτηρισμό του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως.
Είναι του λοιπού αποδεδειγμένο ότι οι παροχές που προκύπτουν από νομοθεσία η οποία αφορά συγχρόνως στην κοινωνική πρόνοια και στην κοινωνική ασφάλιση μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών κανονισμών περί της κοινωνικής ασφαλίσεως.
Προκειμένου να τονίσει το μικτό αυτό χαρακτήρα, το Δικαστήριο επέμεινε στα «συστατικά στοιχεία κάθε παροχής, ιδίως στους σκοπούς της και στις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της » ( 6 ). Πρώτον, προς το σκοπό αυτόν το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η οικεία νομοθεσία
« καίτοι προσομοιάζει προς την κοινωνική πρόνοια —ιδίως όταν δέχεται την ένδεια ως ουσιαστικό κριτήριο εφαρμογής και δεν θέτει καμιά προϋπόθεση σγετικά με περιόδους επαγγελματικής δραστηριότητας, υπαγωγής σε ασφαλιστικό φορέα ή εισφορών — πλησιάζει εντούτοις προς την κοινωνική ασφάλιση λόγω του ότι, επειδή δεν προβλέπει την κατά περίπτωση εκτίμηση, χαρακτηριστικό της κοινωνικής πρόνοιας, εντάσσει τους δικαιούχους σε κατάσταση καθοριζόμενη από το νόμο... » ( 7 ).
Δεύτερον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι,
« αν ληφθεί υπόψη ο ευρύς ορισμός του κύκλου των δικαιούχων, η νομοθετική αυτή ρύθμιση επιτελεί στην πραγματικότητα διπλή λειτουργία, δηλαδή αφενός μεν εξασφαλίζει ένα κατώτατο όριο μέσων διαβιώσεως στα πρόσωπα που δεν καλύπτονται καθόλου από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αφετέρου δε εξασφαλίζει ένα συμπλήρωμα των εισοδημάτων των δικαιούχων ανεπαρκών παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως » ( 8 ).
Όπως εξηγεί η Επιτροπή, η προσέγγιση του Δικαστηρίου μπορεί να συστηματοποιηθεί κατά τον ακόλουθο τρόπο:
—
διαπίστωση του « διπλού χαρακτήρα » της επίδικης παροχής ενόψει των κατηγοριών αναφοράς: η παροχή μετέχει συγχρόνως της κοινωνικής ασφαλίσεως και της κοινωνικής πρόνοιας
—
ένταξη στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 όταν καλύπτει, συμπληρωματικά ενδεχομένως, έναν από τους κινδύνους στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
7.
Τι συμβαίνει εν προκειμένω; Από την οικεία νομοθεσία προκύπτει ότι οι τρόποι χορηγήσεως του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως είναι ουσιαστικά αντικειμενικοί, διότι εντάσσουν τον δικαιούχο σε κατάσταση καθοριζόμενη από το νόμο. Ιδίως, η κατάσταση ένδειας του αιτούντος προκύπτει από την απλή διαπίστωση ότι δεν ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα και ότι οι πόροι του είναι κατώτεροι από το ελάχιστο ετήσιο εισόδημα που προβλέπει ο νόμος. Εξάλλου, το δικαίωμα επί του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως προστατεύεται δικαστικώς κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως.
Καίτοι τα στοιχεία αυτά προσεγγίζουν το κατώτατο όριο διαβιώσεως προς την κοινωνική ασφάλιση, εντούτοις υπάρχουν άλλα στοιχεία τα οποία με ωθούν να το κρατήσω στη σφαίρα της κοινωνικής πρόνοιας: η κατάσταση ένδειας, η οποία δικαιολογεί το δικαίωμα ελαχίστου εξασφαλιζομένου εισοδήματος, και η έλλειψη κάθε προϋποθέσεως σχετικής με περιόδους επαγγελματικής δραστηριότητας, υπαγωγής σε ασφαλιστικό φορέα ή εισφορών.
Θεωρώ επομένως, όπως και η Επιτροπή, ότι η βελγική νομοθεσία, η οποία καθιερώνει δικαίωμα κατωτάτου ορίου διαβιώσεως του οποίου οι προϋποθέσεις χορηγήσεως, ιδίως οι πόροι του αιτούντος, είναι αντικειμενικοί, εντάσσοντας έτσι τον δικαιούχο σε κατάσταση καθοριζόμενη από το νόμο, εμπίπτει στη « μικτή » νομοθεσία που περιγράφει η νομολογία του Δικαστηρίου.
Πάντως, μόνη η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί για την οριστική προσέλκυση της προς χαρακτηρισμό μικτής παροχής στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής που ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Πρέπει ακόμη η παροχή αυτή να μπορεί να συνδέεται σαφώς με έναν από τους κινδύνους που απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη αυτή.
8.
Πρέπει σχετικά να αναγνωριστεί ότι μέχρι τώρα το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της προϋποθέσεως αυτής. Στις προηγούμενες υποθέσεις, το Δικαστήριο αντιμετώπισε μικτές νομοθεσίες, των οποίων οι παροχές που έπρεπε να χαρακτηριστούν μπορούσαν χωρίς αμφιβολία να συνδεθούν με έναν από τους κινδύνους που εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών κανονισμών, εν προκειμένω το γήρας ( 9 ) ή η αναπηρία ( 10 ). Η σύνδεση αυτή διευκολυνόταν από την ευρεία ερμηνεία της έννοιας της παροχής, όπως αυτή ορίζεται από την οικεία κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ( 11 ).
Πάντως, το Δικαστήριο προέβαινε πάντοτε στη διαπίστωση αυτή, αφού αναφερόταν σε έναν από τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως για τους οποίους ισχύει ο κανονισμός ( 12 ). Σε ορισμένες υποθέσεις, το Δικαστήριο επισήμανε μάλιστα την αναλογία που υπήρχε μεταξύ της προς χαρακτηρισμό παροχής και ενός από τους κινδύνους που καλύπτουν οι κοινοτικοί κανονισμοί ( 13 ). Περισσότερο ακόμη, στην υπόθεση Biason, προκειμένου για πρόσθετο επίδομα που κατέβαλε το Fonds national de solidarité στη Γαλλία, το Δικαστήριο επέμεινε στο συνδετικό στοιχείο μεταξύ του επιδόματος αυτού και των παροχών αναπηρίας, των οποίων αποτελούσε « αυτοδικαίως παρεπόμενη παροχή » ( 14 ).
Όμως, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, όταν μια νομοθεσία θεσπίζει δικαίωμα κατωτάτου ορίου διαβιώσεως, το δικαίωμα αυτό, ακόμη κι αν μπορεί να καλύπτει την ανεπάρκεια ή την ανυπαρξία κοινωνικών παροχών, δεν μπορεί καθαυτό να συνδεθεί με κανέναν από τους κινδύνους που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, οι οποίοι πρέπει να καλύπτονται από τις εθνικές νομοθεσίες για τις οποίες ισχύει ο εν λόγω κανονισμός. Έτσι, το στοιχείο που μπορεί να προκαλέσει τη χορήγηση του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως δεν είναι η επέλευση ενός από τους κινδύνους που αναφέρει η διάταξη αυτή, αλλά η κατάσταση ένδειας του αιτούντος, η οποία προσδιορίζεται από το επίπεδο των πόρων του. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν η νομοθεσία που το θεσπίζει έπρεπε να θεωρηθεί ως μικτή, το δικαίωμα κατωτάτου ορίου διαβιώσεως δεν φαίνεται, υπό τους ισχύοντες κοινοτικούς κανόνες που θέσπισε το Συμβούλιο στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού, δεν τίθεται πλέον: στο ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού προσήκει επομένως αρνητική απάντηση.
9.
Όπως ζητεί το παραπέμπον δικαστήριο, παραμένει ακόμη να προσδιοριστεί αν το κατώτατο όριο διαβιώσεως, όπως υποστηρίζουν οι σύζυγοι Scrivner και η Επιτροπή, μπορεί να εξομοιωθεί με ένα από τα κοινωνικά αυτά πλεονεκτήματα τα οποία, όπως διευκρινίζει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, πρέπει να απολαύουν τόσο οι ημεδαποί όσο και οι διακινούμενοι εργαζόμενοι.
Στην υπόθεση 122/84, το CPAS δεν δέχτηκε τέτοια εξομοίωση, θεωρώντας ότι ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε το κατώτατο όριο διαβιώσεως — καταπολέμηση της φτώχειας — δεν έχει σχέση με τον ίδιο το σκοπό του κανονισμού 1612/68, που αφορά την οικονομική κινητικότητα και την ίση μεταχείριση των εργαζομένων. Αντίθετα από το βελγικό φορέα, δεν νομίζω ότι δεν υπάρχει καμιά σχέση μεταξύ των αντίστοιχων στόχων της επίδικης νομοθεσίας και του κανονισμού 1612/68: εξάλλου, το Δικαστήριο ερμήνευσε ιδιαιτέρως ευρέως την έννοια του κοινωνικού πλεονεκτήματος του άρθρου 7, παράγραφος 2. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρόκειται για όλα τα πλεονεκτήματα τα οποία,
« ανεξαρτήτως του αν συνδέονται προς ορισμένη σύμβαση εργασίας ή όχι, χορηγούνται εν γένει στους ημεδαπούς εργαζομένους κυρίως λόγω της αντικειμενικής ιδιότητας τους ως εργαζομένων ή απλώς και μόνο λόγω της κατοικίας τους εντός της εθνικής επικράτειας και των οποίων η επέκταση στους εργαζομένους που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών φαίνεται για το λόγο αυτό ικανή να διευκολύνει την ευχέρεια διακινήσεως τους εντός της Κοινότητας » ( 15 ).
Επομένως, η έννοια του κοινωνικού πλεονεκτήματος εφαρμόζεται σε όλες τις κοινωνικές παροχές, ακόμη και αν εμπίπτουν αποκλειστικά στην κοινωνική πρόνοια εφόσον η έννοια αυτή
« δεν περιλαμβάνει μόνο ωφελήματα που χορηγούνται κατά νόμο, αλλά και αυτά που χορηγούνται κατά διακριτική ευχέρεια » ( 16 ).
Η αντίληψη αυτή επιτρέπει να περιληφθεί το δικαίωμα επί του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως μεταξύ των κοινωνικών πλεονεκτημάτων του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, που μπορεί να διεκδικήσει « ο εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους », ιδίως αν, όπως στις δύο υπό κρίση υποθέσεις, « έχει καταστεί άνεργος» (άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 ).
10.
Αλλά, όπως απέδειξε η Επιτροπή, η υποχρέωση που επιβάλλεται αποκλειστικά στους άλλους υπηκόους της Κοινότητας, να κατοικούν πράγματι στο Βέλγιο κατά τα τελευταία 5 έτη πριν από τη χορήγηση του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως, συνιστά δυσμενή διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 και προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, όπως η αρχή αυτή απορρέει από το άρθρο 7 της ίδιας της Συνθήκης ΕΟΚ.
Πράγματι, η προϋπόθεση αυτή συμβάλλει στην παρεμβολή εμποδίων στην κινητικότητα όλων των κοινοτικών υπηκόων που αναζητούν εργασία ή είναι άνεργοι, κατά το μέτρο που η τήρηση της συνεπάγεται τη μόνιμη διαμονή. Επίσης, ισοδυναμεί με στέρηση δικαιώματος — αναγνωριζόμενου στους βέλγους εργαζομένους — διακινουμένων εργαζομένων που κατοικούν στο Βέλγιο, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να εργαστούν περιστασιακά και για σύντομη περίοδο σε άλλες χώρες της Κοινότητας, ενώ δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά απλώς επωφελούνται από την ευχέρεια διακινήσεως που εξασφαλίζουν στους εργαζομένους της Κοινότητας τα άρθρα 48 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ.
Πρέπει επίσης να τονίσω, μαζί με την Επιτροπή, ότι η εφαρμογή της ίδιας προϋποθέσεως στους ημεδαπούς δεν εξαλείφει πάντως τη διάκριση: πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αντιτίθεται όχι μόνο σε κάθε άμεση και εμφανή δυσμενή διάκριση, όπως εν προκειμένω, αλλά και στις έμμεσες και συγκεκαλυμμένες διακρίσεις. Μια τέτοια προϋπόθεση κατοικίας είναι οπωσδήποτε δυσκολότερο να συντρέχει για τον διακινούμενο παρά για τον ημεδαπό εργαζόμενο ( 17 ).
Το δικαίωμα επί του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως που προβλέπεται από τη νομοθεσία κράτους μέλους συνιστά επομένως κοινωνικό πλεονέκτημα το οποίο μπορούν να διεκδικήσουν, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, οι υπήκοοι άλλου κράτους μέλους.
Συνεπώς, δεν χρειάζεται να απαντήσω στο τελευταίο ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal du travail της Αμβέρσας. Πάντως, επιβάλλεται μια τελευταία παρατήρηση: μήπως μια τέτοια λύση μπορεί να ευνοήσει την εκ μέρους των κοινοτικών υπηκόων « υστερόβουλη » κινητικότητα; Το ερώτημα αυτό θέτει το πρόβλημα των πραγματικών προθέσεων του αιτούντος, και επομένως του κινδύνου καταστρατηγήσεως του νόμου. Κατά την άποψη μου, εναπόκειται στους οργανισμούς που καταβάλλουν τις παροχές να εκτιμούν αν πράγματι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος και να χορηγούν, με πλήρη γνώση, το κατώτατο όριο διαβιώσεως που εξασφαλίζει η εθνική νομοθεσία, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1612/68, όπως αυτό έχει προσδιοριστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
11.
Ως συμπέρασμα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι
—
στο παρόν στάδιο του κοινοτικού δικαίου, το δικαίωμα επί του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, αλλά συνιστά κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68
—
η ύπαρξη ελαχίστης χρονικής περιόδου κατοικίας, που επιβάλλεται στους υπηκόους άλλου κράτους μέλους για τη χορήγηση του δικαιώματος κατωτάτου ορίου διαβιώσεως, είναι αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Moniteur belge της 18ης Σεπτεμβρίου 1974, σ. 11363.
( 2 ) Moniteur belge της 13ης Ιανουαρίου 1976, σ. 311.
( 3 ) Αρθρο Ι του νόμου του 1974 και του βασιλικού διατάγματος του 1976. που προαναφέρθηκαν, και άρθρο 26 του εκτελεστικού βασιλικού διατάγματος της 30ής Οκτωβρίου 1974 ( Monileur belge της 19ης Νοεμβρίου 1974, σ. 13829).
( 4 ) ΕΕ L 230 της 22.8.1983, σ. 8.
( 5 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 34.
( 6 ) Υπόθεση 9/78, Gillard (Rec. 1978, σ. 1661), σκέψη 12· υπόθεση 139/82, Plscitello (Συλλογή 1983, σ. 1427), σκέψη 10.
( 7 ) Υπόθεση 1/72, Frilli ( Rec. 1972, σ. 457), σκέψη 14· ρλ. επίσης υπόθεση 139/82, που προαναφέρθηκε, σκέψη II.
( 8 ) Υπόθεση 1/72, που προαναφέρθηκε, σκέψη 15' |ίλ. επίσης υπόΙΙεση 139/82, που προαναφέρθηκε, σκέψη 12.
( 9 ) Υπόθεση 1/72, Frilli, και υπόθεση 139/82, Piscitello, που προαναφέρθηκαν.
( 10 ) Υπόθεση 187/73, Callemeyn (Rec. 1974, σ. 553)· υπόθεση 24/74, Biason (Rec. 1974, σ. 999)· υπόθεση 39/74, Costa (Rec. 1974, σ. 1251)· υπόθεση 7/75, Epoux F. (Rec. 1975, σ. 679).
( 11 ) Υπόθεση 1/72, που προαναφέρθηκε, σκέψη 17.
( 12 ) Υπόθεση 1/72, που προαναφέρθηκε, σκέψη 16.
( 13 ) Υπόθεση 1/72, που προαναφέρθηκε, σκέψη 14, και υπόθεση 139/82, που προαναφέρθηκε, σκέψη 11.
( 14 ) Υπόθεση 24/74, ßiason. που προαναφέρθηκε, σκέψη 12.
( 15 ) Υπόθεση 65/81, Reina (Συλλογή 1982, σ. 33), σκέψη 12, και τελευταία, υπόθεση 261/83, Castelli, της 12ης Ιουλίου 1984, σκέψη 11.
( 16 ) Υπόθεση 65/81, που προαναφέρθηκε, σκέψη 17.
( 17 ) Υπόθεση 152/76, Sotgiu (Rec. 1974, σ. 153), σκέψη 11, και υπόθεση 237/78, Toia, ( Rec. 1979, σ. 2645 ), σκέψεις U και 13.
Full & Egal Universal Law Academy