ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ MARCO DARMON
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
1.
Από την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση που αφορά τα πραγματικά περιστατικά και τη διαδικασία δεν θα κρατήσω παρά μόνο τα στοιχεία που μου φαίνονται αποφασιστικά για την επίλυση της παρούσας διαφοράς.
Την 1η Οκτωβρίου 1982, το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφάσισε να διενεργήσει εσωτερικό διαγωνισμό για την πλήρωση μιας δέσης κύριου υπαλλήλου διοίκησης της σταδιοδρομίας Α 5/Α 4, επιφορτισμένου, υπό την επίβλεψη ενός ιεραρχικά προϊσταμένου, με την εκτέλεση καθηκόντων εισήγησης και ανάλυσης όσον αφορά την εσωτερική διοικητική υπηρεσία και δέματα προϋπολογισμού.
Οι υποψήφιοι, για να γίνουν δεκτοί στο διαγωνισμό, έπρεπε να συγκεντρώνουν δύο προϋποθέσεις:
Η πρώτη συνίσταται σε δύο εναλλακτικές: σύμφωνα με αυτή πρέπει:
—
είτε να είναι κάτοχοι διπλώματος το οποίο να πιστοποιεί τέσσερα έτη πανεπιστημιακών οπουδών σε ένα ή περισσότερους καθορισμένους επιστημονικούς κλάδους,
—
είτε να αποδεικνύουν ισοδύναμη επαγγελματική πείρα, ενώ διευκρινίζεται ότι ως τέτοια θεωρείται η πείρα που αποκτήθηκε σε εργασία: πλήρους απασχόλησης, για την οποία απαιτείται κανονικά πανεπιστημιακό δίπλωμα,«διάρκειας ίσης τουλάχιστον προς αυτή που απαιτείται για την περάτωση των πλήρων σπουδών που οδηγούν στην απόκτηση του διπλώματος», ελλείψει του οποίου απαιτείται η επαγγελματική πείρα.
Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλεται για όλους τους υποψηφίους. Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν έξι τουλάχιστον έτη επαγγελματική πείρα σε επίπεδο υπευθύνου όσον αφορά δραστηριότητες που έχουν σχέση με τη φύση των καθηκόντων που προσιδιάζουν στην προκηρυσσόμενη θέση.
Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση διευκρινίζεται ότι:
—
«θα ληφθεί υπόψη η επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε μετά τη λήψη του πανεπιστημιακού διπλώματος»
—
«σε περίπτωση που ο υποψήφιος δεν είναι κάτοχος πανεπιστημιακού διπλώματος, η εξαετής πείρα προστίθεται στην επαγγελματική πείρα που απαιτείται ως αντιστάθμισμα της έλλειψης διπλώματος» (επομένως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο υποψήφιος πρέπει να αποδεικνύει, συνολικά, τουλάχιστον δέκα χρόνια επαγγελματικής πείρας).
2.
Στις 7 Δεκεμβρίου, η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού κατάρτισε, κατά σειρά επιτυχίας, τον πίνακα των τριών υποψηφίων που έκρινε κατάλληλους για την προσφερόμενη θέση. Στον πίνακα αυτό, που κοινοποιήθηκε από την επόμενη ημέρα στο προσωπικό, ο Calvin Williams συμπεριλαμβάνεται στη δεύτερη θέση. Επικεφαλής βρίσκεται ο Hartmut Schwiering, τον οποίο το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφάσισε να διορίσει.
Η επιτυχία αυτή και ο διορισμός που την ακολούθησε δεν εκπλήσσουν τον Williams. Πράγματι, ήδη από τις 16 Νοεμβρίου 1982, ο ενδιαφερόμενος είχε καταθέσει σε συμβολαιογράφο του Λουξεμβούργου κατάλογο έξι υποψηφίων σε έξι διαγωνισμούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο Schwiering, για τους οποίους ήταν βέβαιος ότι θα ανακηρύσσονταν επιτυχόντες των εν λόγω δοκιμασιών, τις οποίες ο ίδιος χαρακτηρίζει ως «εικονικές». Οι προβλέψεις του Williams επαληθεύτηκαν.
Μετά την άρνηση του δημοσιονομικού ελεγκτή να θεωρήσει το διορισμό του Schwiering, επειδή ο ενδιαφερόμενος δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις της προκήρυξης του διαγωνισμού περί συμμετοχής στις δοκιμασίες, το Ελεγκτικό Συνέδριο του παρουσιάζει νέα απόφαση, την υπ' αριθ. 2239, της 1ης Φεβρουαρίου 1983, μαζί με συμπληρωματικές δικαιολογίες, η οποία προσκρούει, στις 28 Φεβρουαρίου, σε δεύτερη άρνηση θεώρησης. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, με απόφαση της 24ης Μαρτίου 1983, αποφάσισε να μη λάβει υπόψη του την εν λόγω άρνηση και να επικυρώσει έτσι την απόφαση ... 2239 της 1ης Φεβρουαρίου 1983 περί διορισμού του Schwiering ως δοκίμου υπαλλήλου με βαθμό Α 5.
Στις 5 Μαΐου 1983, ο Williams υπέβαλε ένσταση κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο στις 5 Σεπτεμβρίου 1983.
3.
Υπ' αυτές ακριβώς τις περιστάσεις, ο Williams άσκησε την παρούσα προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Νοεμβρίου 1983 και με την οποία ζητεί:
—
την ακύρωση του διορισμού του Schwiering,
—
την παραπομπή της υπόθεσης στην Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή (ΑΔΑ) του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την εκτέλεση της απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί,
—
να υποχρεωθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο να καταβάλει ως αποζημίωση ποσό μη προσδιοριζόμενο προς αποκατάσταση ηθικής βλάβης, καθώς και 500000 φράγκα Λουξεμβούργου για την υλική ζημία που υπέστη, «του ποσού αυτού μη οφειλόμενου σε περίπτωση διορισμού του προσφεύγοντος στην εν λόγω θέση».
4.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο προβάλλει το απαράδεκτο αυτού του αιτήματος, τόσο λόγω εκπροθέσμου όσο και ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.
Οι δύο αυτές ενστάσεις απαραδέκτου πρέπει να απορριφθούν. Πράγματι, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τον οποίο «ο διορισμός του Schwiering είναι απλώς η αυτόματη συνέπεια της δημοσίευσης του πίνακα επιτυχόντων στις 8 Δεκεμβρίου 1982» και επομένως δεν αποτελεί παρά «μία βεβαιωτική πράξη, η οποία στερείται ίδιων έννομων αποτελεσμάτων και δεν μπορεί να προξενήσει βλάβη».
Κατ' εφαρμογή του πρώτου άρ9ρου του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο είναι αφιερωμένο στη διαδικασία των διαγωνισμών, η ΑΔΑ υποχρεούται να ορίσει, στην προκήρυξη του διαγωνισμού που καταρτίζει,
«...
δ)
τα διπλώματα και άλλους τίτλους ή το επίπεδο πείρας που απαιτείται για την προς πλήρωση θέση ...».
Βέβαια το άρθρο 5 του ίδιου παραρτήματος παρέχει στην εξεταστική επιτροπή αρμοδιότητα για την κατάρτιση «του πίνακα υποψηφίων που ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που έχουν οριστεί με την προκήρυξη του διαγωνισμού».
Δεν είναι όμως δυνατό να ερμηνευτεί η διάταξη αυτή με την έννοια ότι αφαιρεί από την ΑΔΑ την εξουσία, και μάλιστα την υποχρέωση, να ελέγχει αν ο τάδε υποψήφιος, ο οποίος είχε συμπεριληφθεί από την εξεταστική επιτροπή στον πίνακα επιτυχόντων, συγκεντρώνει πράγματι τις προϋποθέσεις ως προς το δίπλωμα ή την πείρα τις οποίες η ίδια έχει ορίσει.
Η ημερομηνία διορισμού αποτελεί, επομένως, το σημείο έναρξης της προθεσμίας των τριών μηνών που ορίζει το άρθρο 90, παράγραφος 2.
Όπως σημειώνεται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο διορισμός του Schwiering αποτέλεσε αντικείμενο τριών αποφάσεων που εκδόθηκαν διαδοχικά στις 17 Δεκεμβρίου 1982, την 1η Φεβρουαρίου και 24 Μαρτίου 1983.
Η πρώτη από αυτές τις αποφάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει έννομα αποτελέσματα. Φαίνεται ότι καταργήθηκε σιωπηρά από την απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1983 (αρ. 2239), η οποία υποβλήθηκε στο δημοσιονομικό ελεγκτή, «συνοδευόμενη από το επεξηγηματικό σημείωμα 2237 και νέα έγγραφα σχετικά με τους τίτλους και την επαγγελματική πείρα του Schwiering» ( ( 2 )) και η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο της από 28 Φεβρουαρίου 1983 δεύτερης άρνησης θεώρησης.
Αυτή ακριβώς τη δεύτερη άρνηση θεώρησης, και όχι την πρώτη, αντιπαρήλθε το Ελεγκτικό Συνέδριο με την απόφαση του της 24ης Μαρτίου 1983 και αυτό με την ακόλουθη διατύπωση.
«Αντιπαρήλθε την άρνηση θεώρησης του δημοσιονομικού ελεγκτή της 28ης Φεβρουαρίου 1983, σχετ. CDV/CPFa — 70/83, όσον αφορά την πρόταση ανάληψης των δαπανών η οποία έγινε με την απόφαση 2239 της ΑΔΑ της 1ης Φεβρουαρίου 1983 περί διορισμού του Schwiering ως δόκιμου υπαλλήλου με βαθμό Α 5.»
Σ' αυτή επίσης την απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1983 αναφέρεται ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην επιστολή του της 5ης Σεπτεμβρίου 1983 προς τον Williams για να του γνωστοποιήσει την απόρριψη της προσφυγής του.
Ακόμα και αν ως σημείο έναρξης θεωρηθεί η 1η Φεβρουαρίου και όχι η 24η Μαρτίου 1983, η ένσταση του Williams δεν μπορεί να θεωρηθεί εκπρόθεσμη, εφόσον ούτε έχει αποδειχτεί ούτε έχει καν υποστηριχτεί ότι ο διαγωνιζόμενος είχε λάβει γνώση της απόφασης διορισμού του Schwiering πριν την 4η Μαΐου 1983.
Ούτε στερείται έννομου συμφέροντος ο Williams, δεδομένου ότι, σε περίπτωση ακύρωσης του διορισμού του Schwiering, θα έχει διακαίωμα να καταλάβει την κενωθείσα κατ' αυτό τον τρόπο θέση.
5.
Συγκέντρωνε ο Schwiering τις προϋποθέσεις για να γίνει δεκτός στο διαγωνισμό;
Το Ελεγκτικό Συνέδριο φρονεί ότι, ως ΑΔΑ, «δεν είναι αρμόδιο για να εκτιμήσει το βάσιμο της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής περί εγκρίσεως της συμμετοχής στο διαγωνισμό ενός επιτυχόντος». Ευθύς ως διατυπώθηκε η εν λόγω επιφύλαξη, της οποίας έχω σημειώσει τα όρια, τα Ελεγκτικό Συνέδριο παρέσχε διαδοχικές δικαιολογίες ως προς το αν δικαιούταν ο Schwiering να μετάσχει στο διαγωνισμό.
Του ζητήσατε λοιπόν να προσδιορίσει πού βασίστηκε, σε τελευταία ανάλυση, όταν έκρινε ότι ο Schwiering μπορούσε να μετάσχει στις δοκιμασίες του διαγωνισμού. «Από σεβασμό στην ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα των μελών της εξεταστικής επιτροπής», το Ελεγκτικό Συνέδριο περιορίστηκε, όσον αφορά το θέμα αυτό, σε ένα σημείωμα που συνέταξε προς τούτο στις 16 Απριλίου 1984 ο Mart, πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής, και στο οποίο σας παρακαλεί να αναφέρεσθε, συμφωνώντας, κατά συνέπεια, με το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου. Το έγγραφο αυτό αναφέρει ότι:
«Α.
Η εξεταστική επιτροπή δεν αναγνώρισε στον Schwiering γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου, διότι ο υποψήφιος δεν μπορούσε να προσκομίσει δίπλωμα το οποίο να πιστοποιεί επιτυχή περάτωση τέτοιων σπουδών.
Β.
Αντίθετα, η εξεταστική επιτροπή αναγνώρισε στον Schwiering επαγγελματική πείρα 48 τουλάχιστον μηνών, ισοδύναμη προς πανεπιστημιακές σπουδές.»
Ξαναδιαβάζοντας το σημείωμα του Mart, θα διαπιστώσετε ότι η εξεταστική επιτροπή θεώρησε ότι στις 15 Οκτωβρίου 1982, τελευταία ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, έπρεπε να έχουν υποβληθεί «οι αιτήσεις συμμετοχής συνοδευόμενες με αντίγραφα διπλωμάτων ή τίτλων καθώς επίσης και πιστοποιητικά βεβαιώνοντα επαγγελματική πείρα», ο Schwiering αποδείκνυε
—
όχι μόνο ότι εργάστηκε ως «ιδιαίτερος» του Leicht, προέδρου τότε της Επιτροπής επί του προϋπολογισμού στο Bundestag, από 1ης Ιανουαρίου 1974 μέχρι 30 Νοεμβρίου 1977, και ότι διέθετε μεταγενέστερη επαγγελματική πείρα στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1982, δηλαδή συνολικής διάρκειας οκτώ ετών, εννέα μηνών και δεκαπέντε ημερών,
—
αλλά και ότι είχε πραγματοποιήσει νομικές σπουδές στο πανεπιστήμιο της Βόννης από τον Οκτώβριο του 1971 μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1974, δηλαδή επί εικοσιεπτά μήνες.
«Η εξεταστική επιτροπή (διευκρινίζει σχετικά ο Mart) εξομοίωσε τις επιτυχείς νομικές σπουδές με μέρος της απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας, με τη δικαιολογία ότι, αν ο Schwiering, αντί να επιδοθεί στις σπουδές, είχε ευθύς εξαρχής αρχίσει να εργάζεται, η διοικητική πρακτική του Δικαστηρίου για την κατάταξη του συνόλου του προσληφθέντος προσωπικού κατά την ημερομηνία εκείνη 9α του είχε αναγνωρίσει την αντιστοιχία χωρίς δυσκολία.»
Επομένως, με την εξομοίωση αυτή και συνυπολογίζοντας το χρόνο σπουδών που είχε συμπληρώσει και το χρόνο των διαφόρων εργασιών του Schwiering, η εξεταστική επιτροπή νόμισε ότι μπορούσε να θεωρήσει ότι ο υποψήφιος αυτός αποδείκνυε την επαγγελματική πείρα δέκα ετών, η οποία απαιτείτο συνολικά σε περίπτωση έλλειψης διπλώματος.
Μια τέτοια εξομοίωση είναι απολύτως αντίθετη προς τις προαναφερθείσες διατάξεις της προκήρυξης του διαγωνισμού. Πράγματι, δεν είναι δυνατό, εξ ορισμού, να θεωρηθεί ως δραστηριότητα «για την οποία απαιτείται κανονικά πανεπιστημιακό δίπλωμα» η δραστηριότητα η οποία, ασκούμενη υπό τη μορφή σπουδών, οδηγεί ακριβώς στην απόκτηση αυτού του διπλώματος.
Κατά συνέπεια, έστω κι αν υποτεθεί ότι είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη η εργασία του ως «ιδιαιτέρου» του Leicht, ο Schwiering δεν μπορούσε να αποδείξει κατά την 15η Οκτωβρίου 1982 επαγγελματική πείρα δέκα ετών που απαιτείται συνολικά για την περίπτωση του, ώστε να μπορέσει να γίνει δεκτός στο διαγωνισμό.
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι πρέπει να ακυρωθούν η απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1983, περί διορισμού ως δοκίμου υπαλλήλου με βαθμό Α 5 καθώς επίσης, στο μέτρο που είναι αναγκαίο, η απόφαση της 24ης Μαρτίου 1983, με την οποία δεν ελήφθη υπόψη η άρνηση θεώρησης του δημοσιονομικού ελεγκτή της 28ης Φεβρουαρίου 1983.
6.
Αν κρίνετε, σύμφωνα με τις προτάσεις μου, ότι η προσφυγή του Williams είναι παραδεκτή και βάσιμη, στο μέτρο που επιδιώκει την ακύρωση του διορισμού του Schwiering στη θέση που είχε προκηρυχτεί με τον επίδικο διαγωνισμό, πρέπει να καταδικάσετε το Ελεγκτικό Συνέδριο στα δικαστικά έξοδα.
Πρέπει να πάει κανείς πιο μακριά; Δεν το νομίζω ... Όπως παρατηρεί το καθού, ακόμα και η εγγραφή επικεφαλής του πίνακα επιτυχόντων δεν παρέχει αυτόματο δικαίωμα διορισμού. Η ΑΔΑ θα μπορούσε είτε να επαναλάβει τη διαδικασία πρόσληψης είτε, με αιτιολογημένη απόφαση, να μη διορίσει τον πρώτο εγγεγραμμένο.
Εφόσον ο Williams δεν μπορεί να αποδείξει πραγματική βλάβη, δεν μπορεί επομένως να απαιτεί νομίμως την καταβολή αποζημιώσεως.
7.
Κατά συνέπεια, προτείνω :
—
να γίνει δεκτή η προσφυγή του Williams,
—
να ακυρωθεί η απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1983 και, στο μέτρο που απαιτείται, η απόφαση της 24ης Μαρτίου 1983 περί διορισμού του Schwiering ως δοκίμου υπαλλήλου με βαθμό Α 5,
—
να κηρυχτεί αβάσιμο το αίτημα του Williams για αποζημίωση,
—
να καταδικαστεί το Ελεγκτικό Συνέδριο στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 2 ) Απόσπασμα από έγγραφο του δημοσιονομικού ελεγκτή της 28. 2. 1983.
Full & Egal Universal Law Academy