ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
P. VERLOREN VAN THEMAAT
της 15ης Νοεμβρίου 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι ώκαστές,
1. Αντικείμενο της προσφυγής και λόγοι ακυρώσεως
1.1. Αντικείμενο της προσφυγής
Στην τρίτη αυτή υπόθεση Turner η οποία φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως που έλαβε στις 29 Οκτωβρίου 1982 ο C Tugendhat, μέλος της Επιτροπής (υπό την ιδιότητα του δευτεροβάθμιου κριτή) σχετικά με την έκθεση κρίσης της προσφεύγουσας για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1977 μέχρι 30ής Ιουνίου 1979. Κατά τους δεκατρείς πρώτους μήνες αυτής της περιόδου αναφοράς η προσφεύγουσα εργάστηκε υπό τη διεύθυνση του γιατρού Semiller και κατά τους ένδεκα τελευταίους μήνες υπό τη διεύθυνση του γιατρού Siddons. Σε πιο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας υπέβαλε αγωγή αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη. Στη συνέχεια δεν θα ασχοληθώ με την αγωγή αυτή η οποία είναι προφανώς απαράδεκτη.
1.2. Η σημασία της περιόδου αναφοράς
Οι διευκρινίσεις που δόθηκαν όσον αφορά την περίοδο αναφοράς είναι πολύ σημαντικές για την εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως, για δύο λόγους.
Πρώτον, σημειώθηκε σύγκρουση κατά το δεύτερο μέρος αυτής της περιόδου μεταξύ της προσφεύγουσας αφενός και του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως αφετέρου, σχετικά με τη μετάταξη σε μια νέα υπό σύσταση « ιατροκοινωνική υπηρεσία », την οποία της πρότεινε αρχικά και της επέβαλε στη συνέχεια, στις 4 Μαΐου 1979, μετά την αιτιολογημένη της άρνηση. Στις 20 Μάιου 1980 έγινε μετάταξη σε άλλη γενική διεύθυνση που αποφασίστηκε αυτεπαγγέλτως από την Επιτροπή και πάλι παρά τη θέληση της προσφεύγουσας. Με απόφαση της 9ης Ιουλίου 1981 ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 59 και 129/80, Συλλογή 1981, σ. 1883 ) το Δικαστήριο ακύρωσε τις δύο αυτές αποφάσεις λόγω καταχρήσεως εξουσίας. 'Οπως θα δούμε στη συνέχεια οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε κατάχρηση εξουσίας στην πρώτη υπόθεση Turner παρουσιάζουν άμεσο ενδιαφέρον για την εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως.
Δεύτερον, οι διευκρινίσεις που δόθηκαν όσον αφορά την περίοδο κρίσεως είναι σημαντικές για την εκτίμηση των εγγράφων που προσκόμισε, όπως του είχατε ζητήσει, ο ιατρός Semiller κατά τη συζήτηση. Τα έγγραφα αυτά αναφέρονται στη γνωμοδότηση του για την προσφεύγουσα και τον τρόπο με τον οποίο τη γνωστοποίησε. Όπως γνωρίζετε, η Επιτροπή ισχυρίστηκε αρχικά μέχρι και με την απάντηση σε ερώτηση που της υποβάλατε μετά τις αγορεύσεις ότι δεν είχε στην κατοχή της αυτά τα έγγραφα. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η Επιτροπή δεν έκρινε προφανώς σκόπιμο να ζητήσει η ίδια με δική της πρωτοβουλία από τον ιατρό Semiller να προσκομίσει τα εν λόγω έγγραφα ακόμη και μετά τη σχετική ερώτηση που υποβάλατε γραπτώς πριν από τη συζήτηση. Τώρα πάντως χάρη σ' αυτά τα έγγραφα μπορούμε να σχηματίσουμε ακριβή εικόνα της εξέλιξης της διαδικασίας κρίσεως. Λόγω του γεγονότος ότι η Επιτροπή παρέλειψε να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τον ιατρό Semiller κατά την έγγραφη διαδικασία ή τουλάχιστον μετά τα σχετικά ερωτήματα που υποβάλατε γραπτώς είναι φανερό ότι η έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση δεν μπόρεσε να δώσει σαφή εικόνα της εξέλιξης των γεγονότων. Για το λόγο αυτό θα αφιερώσω ένα σχετικά σημαντικό τμήμα των προτάσεων μου, στο σημείο 3, στην ανάλυση αυτής της εξέλιξης των γεγονότων.
1.3. Οι Λόγοι ακυρώσεως που προβάΑΑει η προσφεύγουσα
Η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως για να στηρίξει την προσφυγή της. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε η νόμιμη διαδικασία κρίσεως, ιδίως με τη σημαντική υπέρβαση των σχετικών προθεσμιών. Αν ληφθεί υπόψη η νομολογία σας, η σχετική με τη μη τήρηση των προθεσμιών ( βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις 10 και 47/72, Di Pillo, Jurispr. 1973, σ. 763, σκέψη 5 175/80, Tither, Συλλογή 1981, σ. 2345, σκέψη 13, και κυρίως 98/81, Munk, Συλλογή 1982, σ. 1155, σκέψη 8 ), ο λόγος αυτός δεν επισύρει την ακυρότητα της έκθεσης κρίσης. Δεδομένου ότι η καθυστέρηση κατά τη δευτεροβάθμια κρίση εν προκειμένω μπορούσε να αποβεί μάλλον υπέρ παρά σε βάρος της προσφεύγουσας, δεν είναι δυνατόν, αυτή καθαυτή, να την έβλαψε. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει λόγος εν προκειμένω για αποκατάσταση ζημίας που προκάλεσε η καθυστέρηση όπως έχετε κρίνει ότι απαιτείται υπό ορισμένες συνθήκες με την απόφαση στην υπόθεση Di Pillo. 'Αλλες αιτιάσεις όμως που διατυπώνονται προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως είναι σημαντικότερες. Θα επανέλθω λοιπόν λεπτομερέστερα σε αυτόν το λόγο αφού εξετάσω την εξέλιξη των πραγματικών περιστατικών σε σχέση με τις γενικές διατάξεις περί εφαρμογής του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τις οποίες έχει θεσπίσει η Επιτροπή.
Με το όεντερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα επισημαίνει περιπτώσεις πλάνης περί την εκτίμηση που περιέχει η επίδικη έκθεση κρίσης. Η κύρια αιτίαση στην οποία στηρίζεται αυτός ο λόγος συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν εξετίμησε ορθά τις συνέπειες της προαναφερθείσας αποφάσεως σας της 9ης Ιουλίου 1981 κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε της προσφυγής όσον αφορά την πρωτοβάθμια κρίση για την προσφεύγουσα. Η κύρια αυτή αιτίαση επιρρωνύεται πάντως με άλλες αιτιάσεις που αναφέρονται μεταξύ άλλων στην έλλειψη αντικειμενικότητας και αμεροληψίας κατά τη σχετική διαδικασία — λόγω της αντιθέσεως που προέκυψε κατά την περίοδο αναφοράς —, στο ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη του ιατρού Semiller, στο γεγονός ότι δεν συμβιβάζεται η πολύ δυσμενέστερη κρίση κατά την περίοδο αναφοράς ( σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο ) με την προαγωγή που έλαβε η προσφεύγουσα κατά την ίδια αυτή περίοδο καθώς και σε διάφορα τμήματα της έκθεσης κρίσης.
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί επίσης το ότι οι ιατροί μπορούν να κρίνονται από πρόσωπο που δεν είναι ιατρός. Δεδομένου ότι αυτός ο τρόπος κρίσεως αποτελεί την αναπόφευκτη συνέπεια της οργανώσεως της σχετικής διαδικασίας δεν αποκλείει δε καθεαυτός την αντικειμενικότητα της κρίσης, αποδίδω μόνο δευτερεύουσα σημασία σ' αυτή την αιτίαση. Για μια πληρέστερη σύνοψη των αιτιάσεων που πρόβαλε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως καθώς και των σχετικών επιχειρημάτων της Επιτροπής παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Η σημασία των άλλων αιτιάσεων που διατυπώνονται δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά υπό το φως της εξελίξεως της διαδικασίας κρίσεως καθώς και της αποφάσεως σας της 9ης Ιουλίου 1981. Θα επανέλθω σ' αυτό το θέμα για μια λεπτομερέστερη εξέταση.
Τέλος η προσφυγή περιέχει, ως σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, την αιτίαση της καταχρήοεως εξονοίας για λόγους οι οποίοι, πέραν του ότι σχετίζονται με τις προηγούμενες αιτιάσεις συνδέονται στενά και με εκείνες βάσει των οποίων το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας στην πρώτη υπόθεση Turner. 'Ετσι θα επανέλθω και σ' αυτή τη σημαντική αιτίαση με περισσότερες λεπτομέρειες.
2. Ο οδηγός για τη σύνταξη των περιοδικών εκθέσεων κρίσης
Δυνάμει του άρθρου 3 του οδηγού αυτού που θεσπίστηκε από την Επιτροπή στις 27 Ιουλίου 1979, εις εκτέλεση του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και εφαρμόζεται εν προκειμένω ( σχετικά αποσπάσματα στο παράρτημα 1 του απαντητικού υπομνήματος), ο κριτής ζητεί προηγουμένως τη γνώμη των προϊσταμένων των άλλων υπηρεσιών στις οποίες υπηρετεί ή υπηρέτησε ο υπάλληλος κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Οι ιεραρχικοί προϊστάμενοι υπογράφουν την έκθεση και έχουν το δικαίωμα να διατυπώσουν παρατηρήσεις σε περίπτωση διαφωνίας με τον κριτή.
Δυνάμει του άρθρου 5 του εν λόγω οδηγού, η κρίση καλύπτει αποκλειστικά την περίοδο αναφοράς. Κάθε μεταβολή των επί μέρους κρίσεων σε σχέση με την προηγούμενη κρίση πρέπει να αιτιολογείται.
Δυνάμει του άρθρου 6, ο κριτής συντάσσει την έκθεση κρίσης και την κοινοποιεί στον κρινόμενο υπάλληλο εντός ορισμένης προθεσμίας. Εντός δεκαπέντε ημερών από της κοινοποιήσεως ο κριτής συζητεί με τον κρινόμενο, τροποποιεί ενδεχομένως την έκθεση κρίσης και την κοινοποιεί και πάλι στον τελευταίο ο οποίος οφείλει να την υπογράψει εντός νέας προθεσμίας δεκαπέντε ημερών υποβάλλοντας ενδεχομένως παρατηρήσεις και ζητώντας την παρέμβαση του δευτεροβάθμιου κριτή.
Δυνάμει του άρθρου 7 του οδηγού, ο δευτεροβάθμιος κριτής οφείλει ιδίως να ζητήσει τη γνώμη του πρώτου κριτή και του κρινόμενου υπάλληλου καθώς επίσης και να προβεί σε κάθε άλλη αναγκαία διαβούλευση. Κατά το σημείο Β.9.3.1. του οδηγού, οι προαναφερθείσες υποχρεωτικές διαβουλεύσεις είναι ιδίως οι διαβουλεύσεις με τους άλλους ή τους πρώην ιεραρχικούς προϊσταμένους του κρινόμενου υπαλλήλου (στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 3 ) καθώς και με τα άλλα πρόσωπα, τη γνώμη των οποίων είχε ζητήσει ο πρωτοβάθμιος κριτής. Το υποχρεωτικό αυτών των διαβουλεύσεων υπογραμμίζεται και στο εισαγωγικό σημείωμα στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις που υπογράφει ο Tugendhat, μέλος της Επιτροπής.
3. Οι κύριες φάσεις της διαδικασίας κρίσεως και το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης
Βάσει των εγγράφων που έλειπαν από τη δικογραφία και τα οποία προσκόμισε τελικά κατά τη συζήτηση, συναινούσης και της καθής, ο ιεραρχικός προϊστάμενος της προσφεύγουσας κατά το πρώτο τμήμα της περιόδου αναφοράς (ο ιατρός Semiller), οι σημαντικότερες για την εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως φάσεις της διαδικασίας κρίσεως συνοψίζονται ως εξής:
3.1.
Στις 15 Ιανουαρίου 1981 ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως διαβιβάζει, υπό την ιδιότητα του κριτή, στον πρώην ιεραρχικό προϊστάμενο της προσφεύγουσας την έκθεση κρίσης υπογεγραμμένη από τον ήδη ιεραρχικό προϊστάμενο της αλλά όχι και από τον προαναφερθέντα πρώην ιεραρχικό της προϊστάμενο, ζητώντας του να την υπογράψει. Αντίθετα δηλαδή με το άρθρο 3 του οδηγού οεν ζητείται η γνώμη του πρώην προϊσταμένου (του ιατρού Semiller). Η εν λόγω έκθεση περιέχει στις επί μέρους κρίσεις για την προσφεύγουσα, στο τμήμα « ικανότητα » την κρίση « πολύ καλά » ( για τις « απαραίτητες γνώσεις » ), τρεις κρίσεις « καλά » και δύο « μέτρια » ( για την « κρίση » και το « οργανωτικό πνεύμα » ). Στο τμήμα « απόδοση » η έκθεση περιέχει δύο κρίσεις « καλά » και δύο « μέτρια » ( « ταχύτητα στην εκτέλεση της εργασίας » και « προσαρμογή στις απαιτήσεις της υπηρεσίας » ). Στο τμήμα « συμπεριφορά στην υπηρεσία », η έκθεση περιέχει την κρίση « καλά » ( για τη « συναίσθηση ευθύνης » ), δύο κρίσεις « μέτρια » ( για την « πρωτοβουλία » ) και τις « σχέσεις με τους συναδέλφους » και μια κρίση « ανεπαρκής ». Από τη σύγκριση με την προηγούμενη έκθεση κρίσης (στην οποία η προσφεύγουσα έλαβε, για τα δύο πρώτα τμήματα, τις καλύτερες και πιο επαινετικές κρίσεις και για το τρίτο την κρίση « κανονικά » που αντιστοιχεί στο « καλά » της νέας μορφής ) προκύπτει ότι η κρίση μεταβλήθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου εις βάρος της προσφεύγουσας. Δεν δόθηκε εντούτοις καμία αιτιολογία γι' αυτές τις μεταβολές των επί μέρους κρίσεων, αντίθετα με όσα ορίζει το άρθρο 5 του οδηγού. Στην γενική κρίση αναφέρεται: « Υπάλληλος με καλή ιατρική κατάρτιση και πείρα. Δυστυχώς δεν προσαρμόζεται στην ομαδική εργασία που απαιτεί πνεύμα συνεργασίας με τους συναδέλφους ιατρούς εντός της υπηρεσίας καθώς και εντός του ιατρικού σώματος ούτε στις διοικητικής φύσεως απαιτήσεις που είναι αναπόφευκτες σε μία ιατρική υπηρεσία. Μετά την αναδιάρθρωση της ιατρικής υπηρεσίας δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στα νέα και σημαντικά καθήκοντα που της ανατέθηκαν ».
3.2.
Στις 17 Ιανουαρίου ο ιατρός Semiller απαντά ότι δεν μπορεί να υπογράψει την έκθεση όπως είναι διατυπωμένη, « Weil meines Erachtens nicht nur Widersprüche in der Benotung und der allgemeinen Beurteilung vorhanden sind, sondern die Notation auch in erheblichem Gegensatz zur vorherigen Beurteilung steht » ( 1 ).
3.3.
Αφού απουσίασε με άδεια κατά την ενδιάμεση περίοδο, ο ιατρός Semiller διαβιβάζει στη γραμματέα του κριτή, κατόπιν αιτήσεως του ( « auf ihre Anfrage » ), στις 9 Απριλίου 1981 υπηρεσιακό σημείωμα όπου αιτιολογεί ακριβέστερα την πρώτη του απάντηση. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται λοιπόν ότι έγινε διαβούλευση με τον εν λόγω ιατρό, σύμφωνα με τον οδηγό. Ο τελευταίος διατυπώνει αυτή την ακριβέστερη αιτιολόγηση χρησιμοποιώντας ένα έντυπο στο οποίο συμπληρώνει τις διάφορες επί μέρους κρίσεις και διατυπώνει γενική κρίση για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1977 μέχρι 31ης Ιουλίου 1978 δηλαδή για την περίοδο κατά την οποία υπήρξε ο ιεραρχικός προϊστάμενος της προσφεύγουσας. Ο τρόπος αυτός φαίνεται πράγματι ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για τη διατύπωση της γνώμης που του είχε ζητηθεί. Στις επί μέρους κρίσεις και στο τμήμα « ικανότητα » εκφέρει για την προσφεύγουσα δύο κρίσεις « πολύ καλά », τέσσερις κρίσεις « καλά » και καμία δυσμενέστερη κρίση. Στο τμήμα « απόδοση », μία κρίση «πολύ καλά », τρεις κρίσεις « καλά » και πάλι καμία δυσμενέστερη. Στο τμήμα « συμπεριφορά στην υπηρεσία » διατυπώνει δύο κρίσεις « πολύ καλά », μία κρίση « καλά » και μόνο μία κρίση « μέτρια ». Στην τελική κρίση αναφέρει: « πολύ καλή επαγγελματική πείρα. Εκτελεί πολύ ικανοποιητικά τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί στο πλαίσιο της προληπτικής ιατρικής ».
3.4.
Προφανώς ο πρώτος κριτής αρνήθηκε να λάβει υπόψη τη γνώμη που διατύπωσε κατ' αυτό τον τρόπο ο πρώην ιεραρχικός προϊστάμενος της προσφεύγουσας ενώ εξάλλου δεν έκρινε αναγκαίο να φροντίσει ώστε να περιληφθεί η γνώμη αυτή στον προσωπικό της φάκελο. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι σύμφωνα με την έκθεση κρίσης που υπέγραψε ο κριτής στις 30 Απριλίου 1981 ( δηλαδή τρεις εβδομάδες αργότερα ) δεν ελήφθη καθόλου υπόψη η γνώμη του ιατρού Semiller για το πρώτο τμήμα της περιόδου αναφοράς. Όπως προκύπτει πράγματι, μετά τη γνώμη που διατύπωσε ο ιατρός Semiller κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, δεν έγινε καμιά τροποποίηση της εκθέσεως η οποία του διαβιβάστηκε για υπογραφή στις 15 Ιανουαρίου 1981. Όπως δήλωσε ο ιατρός Semiller κατά τη συζήτηση, πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε, ο κριτής δεν ζήτησε ούτε προφορικά τη γνώμη του. Ο κριτής εξάλλου δεν έλαβε καθόλου υπόψη την παρατήρηση που διατύπωσε ο ιατρός Semiller επί της εκθέσεως δύο ημέρες πριν υπογραφεί από τον κριτή, ότι δηλαδή δεν συμφωνούσε ούτε ως προς τις επί μέρους κρίσεις ούτε ως προς τη γενική κρίση για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1977 μέχρι 31ης Ιουλίου 1978. Ούτε και η Επιτροπή αμφισβήτησε τα στοιχεία που παρέσχε ο ιατρός Semiller με την από 23 Μαρτίου 1984 επιστολή του προς το γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως η οποία προσκομίστηκε κατά τη συζήτηση και επιβεβαιώνει την αναπαράσταση της εξελίξεως των πραγματικών περιστατικών που επιχείρησα πιο πάνω. Στην επιστολή αυτή αναφέρεται ότι σε απάντηση στη γνώμη του επί του πρώτου τμήματος της περιόδου αναφοράς την οποία είχε διαβιβάσει στον κριτή στις 9 Απριλίου 1981, πληροφορήθηκε (εκ μέρους του κριτή ) ότι δεν χωρούσε άλλη κρίση. Ο ίδιος επομένως δεν είχε άλλη δυνατότητα παρά να τονίσει ότι δεν συμφωνεί με το έντυπο. Εξάλλου, μόνο μ' αυτή την αναπαράσταση των περιστατικών της εν λόγω φάσεως εξηγείται το γεγονός ότι η κρίση που διατύπωσε ο ιατρός Semiller για την ενδιαφερόμενη δεν περιελήφθη στον προσωπικό της φάκελο. Προεξοφλώντας κάπως την κρίση μου επί της υποθέσεως παρατηρώ ότι αν ο κριτής πράγματι έλαβε τη γνώμη του ιατρού Semiller, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο τελευταίος με το από 23 Μαρτίου 1984 υπηρεσιακό σημείωμα, νομίζω ότι αυτό αποτελεί προφανή παράβαση του άρθρου 26, στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Κατά την κρίση μου επί της υποθέσεως θα επανέλθω σε ορισμένες εναλλακτικές εξηγήσεις — κατά τη γνώμη μου λιγότερο βάσιμες — σχετικά με την εξαφάνιση της γνώμης για την προσφεύγουσα που διαβίβασε ο ιατρός Semiller στις 9 Απριλίου 1981.
3.5.
Στην προσφυγή και στα παραρτήματα 4 και επόμενα εκτίθενται όλα τα σημαντικά στοιχεία σχετικά με τα επόμενα στάδια της διαδικασίας κρίσεως. Έτσι θα περιοριστώ μόνο στις ακόλουθες παρατηρήσεις επί του σημείου αυτού.
Στις 9 Ιουνίου 1981 η προσφεύγουσα που αμφισβητεί την έκθεση κρίσης ζητεί τη συζήτηση που προβλέπεται στο άρθρο 6 του οδηγού για τη σύνταξη των περιοδικών εκθέσεων κρίσης και, επικουρικά, την παρέμβαση δευτεροβάθμιου κριτή (παράρτημα 4). Αντίθετα με το προαναφερθέν άρθρο 6, επιπλέον δε μετά από μια πρώτη υπόμνηση ( παράρτημα 5 ), μια προσωρινή απόρριψη της αιτήσεως για συζήτηση (παράρτημα 6) και μια δεύτερη καθώς και μια τρίτη υπόμνηση της προσφεύγουσας (παραρτήματα 7 και 8), η συζήτηση αυτή δεν έγινε ποτέ. Η συνάντηση μεταξύ του κριτή και της κρινόμενης υπαλλήλου, το Σεπτέμβριο του 1980 για την οποία ομιλεί η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εφαρμογή του άρθρου 6, αφού, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που παρέθεσα, η έκθεση κρίσης δεν είχε συνταχτεί ακόμη τότε. Στις 14 Δεκεμβρίου 1981, η προσφεύγουσα απευθύνεται η ίδια στον δευτεροβάθμιο κριτή ζητώντας του επίμονα να λάβει θέση πριν από την 23η Δεκεμβρίου 1981 ( παράρτημα 9 ). Στις 15 Φεβρουαρίου 1982 ο δευτεροβάθμιος κριτής κοινοποιεί την απόφαση του στην ενδιαφερόμενη (παράρτημα 11 της προσφυγής). Η δήλωση του ιατρού Semiller κατά τη συζήτηση, ότι δηλαδή, αντίθετα με το άρθρο 7, ο δευτεροβάθμιος κριτής δεν έκρινε σκόπιμο να ζητήσει τη γνώμη του δεν αμφισβητήθηκε. Καίτοι η προαναφερθείσα απόφαση επέφερε ορισμένες τροποποιήσεις ευνοϊκές για την προσφεύγουσα, η τελευταία δεν τις έκρινε αρκετές. Σύμφωνα με το άρθρο 7, τρίτη παράγραφος, του οδηγού για τη σύνταξη των περιοδικών εκθέσεων κρίσης ζήτησε να υποβληθεί η έκθεση κρίσης της καθώς και οι παρατηρήσεις της (παράρτημα 12) στην επιτροπή ίσης εκπροσώπησης για τις εκθέσεις κρίσης. Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο ιατρός Semiller κατά τη συζήτηση και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν ούτε και η εν λόγω επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να τον ακούσει. Η εν λόγω επιτροπή εξέφρασε πάντως ρητά τη δυσαρέσκεια της, με την από 22 Οκτωβρίου 1982 γνώμη της για το ότι ο ιατρός Semiller δεν εξέθεσε τους λόγους της διαφωνίας του (παράρτημα 13). Όπως ανέφερα ήδη ο τελευταίος είχε πράγματι εξηγήσει λεπτομερώς αυτούς τους λόγους, η εν λόγω επιτροπή όμως δεν μπορούσε να το γνωρίζει. Στις 29 Οκτωβρίου 1982 ο δευτεροβάθμιος κριτής γνωστοποιεί στην προσφεύγουσα ότι δεν βρίσκει στην εν λόγω γνώμη — η οποία κατά τα λοιπά περιείχε μόνο πραγματικές διαπιστώσεις και δεν αποτελούσε αιτιολογημένη γνώμη — κανένα λόγο τροποποιήσεως της αποφάσεως του της 15ης Φεβρουαρίου. Προφανώς δεν έκρινε σκόπιμο, ύστερα από την παρατήρηση της προαναφερθείσας επιτροπής σχετικά με το ότι ο ιατρός Semiller δεν είχε δώσει λεπτομερέστερες εξηγήσεις, να ζητήσει τη γνώμη του τελευταίου. Η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση αυτής ακριβώς της οριστικής αποφάσεως του δευτεροβάθμιου κριτή. Στη συνέχεια θα εξετάσω λοιπόν χωριστά το περιεχόμενο αυτής της απόφασης. Το παράρτημα 15 της προσφυγής περιέχει τη βάση του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας η οποία αιτιολογείται κατά τρόπο εμπεριστατωμένο. Οι αιτιάσεις που περιέχει περιέχονται και στην ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή και επομένως δεν χρειάζεται να επεκταθώ επ' αυτού του θέματος. Νομίζω ωστόσο ότι πρέπει να αποδοθεί κάποια σημασία στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα αναφέρει ρητά στην ένσταση ότι δεν είναι ορθό να μη διορθώνεται μία έκθεση κρίσης υπό το φως των παρατυπιών που διέγνωσε το Δικαστήριο, μετά τη σύνταξη της, με την απόφαση της 9ης Ιουλίου 1981. Με προσθήκη στην ένσταση, η προσφεύγουσα δηλώνει ότι συμφωνεί με την ασυνήθιστη πρόταση του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως της 24ης Οκτωβρίου 1983 να μη υπάρξει, κατόπιν της από 9 Ιουλίου 1981 αποφάσεως του Δικαστηρίου, κρίση για την επόμενη περίοδο αναφοράς (από 1ης Ιουλίου 1979 μέχρι 30ής Ιουνίου 1981 ) (παράρτημα 16). Η προσφεύγουσα εξαρτά πάντως τη συμφωνία της από τον όρο ότι η επίδικη έκθεση κρίσης για την περίοδο στην οποία αναφέρεται η ένσταση δεν θα καλύπτει τους μήνες Μάιο και Ιούνιο 1979. Στις 3 Ιουνίου 1979 ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως δέχεται τον όρο αυτό, στηριζόμενος όμως κατά τα λοιπά στην προαναφερθείσα προσθήκη υποθέτει ότι η προσφεύγουσα ανακαλεί την ένσταση της. Με το ίδιο έγγραφο ζητεί να επιβεβαιωθεί η αποδοχή της από 24 Ιανουαρίου προτάσεως του όπως τροποποιήθηκε και η ανάκληση της ενστάσεως (παράρτημα 17). Δεδομένου ότι η προαναφερθείσα υπόθεση δεν βρίσκει έρεισμα στην εν λόγω προσθήκη της προσφεύγουσας, η τελευταία δεν παρέχει, όπως είναι ευνόητο, την επιβεβαίωση που της ζητήθηκε. Στη συνέχεια η Επιτροπή απορρίπτει την ένσταση της στις 25 Αυγούστου 1983 ( παράρτημα 15 α)).
Τα παραρτήματα 15 έως 17 είναι σημαντικά, κατά την άποψη μου, όχι μόνο από πλευράς παραδεκτού της προσφυγής ( πράγμα που δεν αμφισβητείται ). Είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι η απορριπτική της ενστάσεως απόφαση της Επιτροπής δεν δίνει καμιά προσοχή σε δύο σημαντικά νέα περιστατικά, από τα οποία το πρώτο ( η απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 1981 ) συνέβη μετά την πρωτοβάθμια κρίση και το δεύτερο ( οι προτάσεις του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως σύμφωνα με τα παραρτήματα 16 και 17 της προσφυγής) μετά τη δευτεροβάθμια κρίση. Δεδομένου ότι στην ένσταση αναφέρονται αυτά τα δύο νέα περιστατικά από τα οποία μόνο το πρώτο αναφερόταν στις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας προς την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως, η μνεία που περιέχεται στην προτελευταία παράγραφο της απορριπτικής της ενστάσεως αποφάσεως της Επιτροπής δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στην παράγραφο αυτή η Επιτροπή παρατηρεί ότι τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στην ένσταση της προσφεύγουσας δεν περιέχουν κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με τις παρατηρήσεις που είχε υποβάλει η τελευταία στην επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως την 1η Μαρτίου 1982. Το νέο στοιχείο της μειώσεως της περιόδου αναφοράς μετά την 1η Μαρτίου 1982 είναι μάλιστα πολύ σημαντικό κατά τη γνώμη μου. Πράγματι στους δύο αυτούς τελευταίους μήνες που αφαιρέθηκαν από την περίοδο αναφοράς τοποθετείται το πλέον σαφές πραγματικό έρεισμα για τη σχετικά δυσμενή κρίση της προσφεύγουσας ( η απόφαση να της ανατεθούν άλλα καθήκοντα την οποία το Δικαστήριο ακύρωσε με απόφαση της 9ης Ιουλίου 1981, μεταβολή στην οποία η προσαρμογή της προσφεύγουσας κρίθηκε ανεπαρκής από τον κριτή της ).
Πριν από την απόφαση αυτή της 4ης Μαίου 1979 την οποία ακύρωσε το Δικαστήριο είχε μεσολαβήσει περίοδος συγκρούσεως της προσφεύγουσας με το νέο προϊστάμενο της σχετικά με τα νέα της καθήκοντα, η οποία αντιπροσωπεύει τουλάχιστον σημαντικό μέρος της συνολικής περιόδου κατά την οποία εργάστηκε υπό τη διεύθυνση του νέου αυτού ιεραρχικού προϊσταμένου. Σύμφωνα με τα περιστατικά που μόλις εξέθεσα δεν ελήφθη υπόψη κατά την κρίση το μεγαλύτερο τμήμα της περιόδου αναφοράς κατά την οποία η προσφεύγουσα εργάστηκε υπό τη διεύθυνση του ιατρού Semiller. Υπό τις συνθήκες αυτές η Επιτροπή όφειλε, νομίζω, να εξετάσει μήπως η μείωση της περιόδου αναφοράς η οποία έγινε δεκτή και η αιτιολογία που προβλήθηκε σχετικώς ( ιδίως η απόφαση σας της 9ης Ιανουαρίου 1981 ) είχαν ως αποτέλεσμα να θέσουν υπό αμφισβήτηση την κρίση στο σύνολο της. Δεδομένου ότι η απόρριψη της κατά το άρθρο 90 ενστάσεως δεν εμπίπτει στο αντικείμενο της προσφυγής δεν θα με απασχολήσει πλέον στη συνέχεια των προτάσεων μου.
Τέλος, πρέπει να αναφέρω ακόμη στη χρονολογική αυτή επισκόπηση, το έγγραφο του ιατρού Semiller της 23ης Μαρτίου 1984, αντίγραφο του οποίου προσκομίστηκε κατά τη συνεδρίαση και με το οποίο ο ανωτέρω απαντά σε σημείωμα του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως της 6ης Ιανουαρίου 1984 δίνοντας τη χρονολογική σειρά των παρατηρήσεων του κατά την περίοδο κρίσεως. Είναι πολύ παράξενο το ότι εξαφανίστηκε και αυτό το χρήσιμο — σε σχέση με την υπό κρίση προσφυγή — έγγραφο. Αν είχε χαθεί η απάντηση θα μπορούσε να αναμένεται τουλάχιστο κάποια υπόμνηση.
3.6. Το περιεχόμενο της επίδικης απόφαοης. Με την από 29 Οκτωβρίου 1982 επίδικη απόφαση περί αναθεωρήσεως της πρωτοβάθμιας κρίσης την οποία και επικύρωσε, ο δευτεροβάθμιος κριτής αντικατέστησε την κρίση « μέτρια » στο τμήμα « ικανότητα », ένδειξη « κρίση » με την εκτίμηση « καλά ». Εξέφερε επίσης καλύτερη κρίση για την «ταχύτητα στην εκτέλεση εργασίας », στο τμήμα « απόδοση », διατήρησε όμως την κρίση « μέτρια » για το σημαντικό σημείο « προσαρμογή στις απαιτήσεις της υπηρεσίας ». Στο τμήμα « συμπεριφορά στην υπηρεσία », ένδειξη « ικανότητα συνεργασίας » τροποποίησε την κρίση από « ανεπαρκής » σε « μέτρια ». Έτσι η προσφεύγουσα έλαβε και κατά τη δευτεροβάθμια κρίση (αντίθετα με την άποψη του ιατρού Semiller, τον οποίο δεν συμβουλεύτηκε ο δευτεροβάθμιος κριτής όπως ανέφερα ήδη) την κρίση « μέτρια » για πέντε από τις επιμέρους κρίσεις. Εξάλλου ιδιαίτερη σημασία έχει νομίζω η γενική κρίση η οποία τροποποιήθηκε. Από τη γενική αυτή κρίση σε πρώτο βαθμό διατηρήθηκε το ακόλουθο τμήμα: «Υπάλληλος με καλή ιατρική κατάρτιση και πείρα. Δυστυχώς δεν προσαρμόζεται στην ομαδική εργασία που απαιτεί πνεύμα συνεργασίας με τους συναδέλφους ιατρούς εντός της υπηρεσίας και του σώματος των ιατρών ούτε στις διοικητικής φύσεως απαιτήσεις που είναι αναπόφευκτες σε μία ιατρική υπηρεσία». Σχετικώς παρατηρώ ότι η διατήρηση ακεραίου αυτού του τμήματος της κρίσης που εξέφερε ο πρωτοβάθμιος κριτής δεν φαίνεται να συμβιβάζεται με την ευνοϊκότερη κρίση που έλαβε η προσφεύγουσα για την « ικανότητα συνεργασίας ».
Ο δευτεροβάθμιος κριτής διέγραψε το δεύτερο τμήμα της γενικής κρίσης σε πρώτο βαθμό. Το τμήμα αυτό είχε ως εξής: « Μετά την αναδιάρθρωση της ιατρικής υπηρεσίας (η προσφεύγουσα ) δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στα νέα και σημαντικά καθήκοντα που της ανατέθηκαν ». Σχετικά με τη διαγραφή αυτή
παρατηρώ πρώτο ότι θα πρέπει να συσχετιστεί με την απόφαση σας της 9ης Ιουλίου 1981 στην πρώτη υπόθεση Turner, συγκεκριμένα με τις σκέψεις 70 και 71 που αναφέρονται ακριβώς σ' αυτά τα νέα καθήκοντα. Οι σκέψεις αυτές της αποφάσεως του Δικαστηρίου έχουν ως εξής:
« Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι, εν όψει των περιστάσεων, η ενέργεια της Επιτροπής έναντι της προσφεύγουσας δεν ήταν απηλλαγμένη από αυθαιρεσία. Οι διαφορές απόψεων που υπήρχαν μεταξύ της δρ. Turner και των ιεραρχικών ανωτέρων της, και οι οποίες δεν δύνανται να παραβλεφθούν, έπρεπε να έχουν επιλυθεί στο πλαίσιο μιας αντικειμενικής εξετάσεως και όχι με καταχρηστικά μέτρα, που απέβλεπαν στην απομάκρυνση της προσφεύγουσας από τα καθήκοντα της, χωρίς ένδειξη των αληθών λόγων, και χωρίς σεβασμό προς επαγγελματικά συμφέροντα θεμελιωμένα σε μία έντιμη υπηρεσιακή σταδιοδρομία μέσα στην κοινοτική διοίκηση.
Άρα ο λόγος περί καταχρήσεως εξουσίας είναι βάσιμος ως προς το σύνολο των μέτρων που ελήφθησαν έναντι της προσφεύγουσας, δηλαδή τόσο ως προς την απόφαση του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως της 4ης Μαΐου 1979, περί αναθέσεως στην προσφεύγουσα νέων καθηκόντων στο πλαίσιο της ιατρικής υπηρεσίας για το προσωπικό των Βρυξελλών, όσο και ως προς την απόφαση περί μεταθέσεως της 20ής Μαΐου 1980. Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις αυτές πρέπει να ακυρωθούν ».
Σχετικά με την εν λόγω διαγραφή παρατηρώ ότι δεν συμβιβάζεται με τη διατήρηση της κρίσης « μέτρια » για την ικανότητα προσαρμογής, στις επιμέρους κρίσεις. Σημαντικότερη είναι πάντως η διαπίστωση ότι η επίκριση της συμπεριφοράς της Επιτροπής και των υπηρεσιών της στις προαναφερθείσες σκέψεις αφορούσε πράγματι μεγάλο μέρος της περιόδου κατά την οποία η προσφεύγουσα εργάστηκε υπό τη διεύθυνση του νέου ιεραρχικού προϊσταμένου της. Δεδομένου ότι η έκθεση κρίσης δεν έλαβε υπόψη, όπως ανέφερα ήδη, το προηγούμενο και μεγαλύτερο τμήμα της περιόδου αναφοράς κατά το οποίο η προσφεύγουσα εργάστηκε υπό τη διεύθυνση του ιατρού Semiller, ο δευτεροβάθμιος κριτής όφειλε να αντιληφθεί ότι στην πραγματικότητα η απόφαση έθεσε υπό αμφισβήτηση ολόκληρη την έκθεση κρίσης. Παραπέμπω σχετικώς στις σκέψεις 52 ώς 69 της αποφάσεως. Παρατηρώ επίσης ότι η έκθεση κρίσης όπως τροποποιήθηκε από το δευτεροβάθμιο κριτή εξακολουθεί να αφορά ολόκληρη την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1977 μέχρι 30ής Ιουνίου 1979. Η αφαίρεση των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 1979 αυτής της περιόδου έγινε, όπως ανέφερα ήδη, μόλις κατά τη διαδικασία της κατά το άρθρο 90 του κανονισμού διοικητικής ενστάσεως, η δε Επιτροπή δεν συνήγαγε η ίδια τις ακριβείς σχετικές συνέπειες σε εκείνο το στάδιο.
Ο δευτεροβάθμιος κριτής πρόσθεσε τελικά στη γενική κρίση το ακόλουθο χωρίο αντί του διαγραφέντος: « Πάντως η Επιτροπή επέλεξε την ιατρό Turner για προαγωγή στο βαθμό Α/4 εντός του 1978 έχοντας υπόψη το σύνολο της περιόδου που καλύπτει η κρίση, τα προσόντα που είχε επιδείξει παλαιότερα και το επίπεδο της επαγγελματικής της κατάρτισης ». Θα παρατηρήσω ότι το νέο αυτό χωρίο δεν φαίνεται να συμβιβάζεται με το γεγονός ότι οι επιμέρους κρίσεις διατηρήθηκαν σε επίπεδο σαφώς χαμηλότερο της προηγουμένης κρίσεως.
4. Συμπέρασμα
4.1.
Η εικόνα της εξελίξως των περιστατικών κατά τη διαδικασία κρίσεως, όπως προέκυψε βάσει των νέων στοιχείων ( που προσκομίστηκαν κατά τη συνεδρίαση ) καθώς και οι διαπιστωθείσες παρεκκλίσεις από τις γενικές διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 43 του κανονισμού που θέσπισε η Επιτροπή είναι, νομίζω, καθαυτές αρκετά εύγλωττες σε σημείο που διευκολύνουν την εκτίμηση των λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα. Οι προφανείς παρεκκλίσεις από τις εν λόγω γενικές διατάξεις είναι τόσο περισσότερο σοβαρές καθόσον καταλογίζονται, κατά πρώτο λόγο, στο γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως και κατά δεύτερο λόγο στο μέλος της Επιτροπής που υπέγραψε το εισαγωγικό σημείωμα στις διατάξεις εφαρμογής. Το υπηρεσιακό αυτό σημείωμα υπογραμμίζει μεταξύ άλλων το υποχρεωτικό του διαλόγου μεταξύ κριτή και κρινόμενου και την υποχρέωση να ζητείται προηγουμένως ( πριν από την κρίση ) η γνώμη του πρώην ιεραρχικού προϊσταμένου του τελευταίου. Στη δεύτερη σελίδα, τελευταία παράγραφος, του εισαγωγικού σημειώματος (παράρτημα 15 β) της προσφυγής) τονίζεται περαιτέρω ότι πρέπει να τηρούνται σχολαστικά και μεθοδικά το πνεύμα και οι αρχές αυτών των γενικών διατάξεων. Θα μπορούσαμε βεβαίως να περιμένουμε από τους πρωτοβάθμιους και τους δευτεροβάθμιους κριτές, ενόψει της ιδιαίτερης ευθύνης τους για την ορθή εφαρμογή των σχετικών κανόνων, να δώσουν στις άλλες υπηρεσίες ένα παράδειγμα σχολαστικής και μεθοδικής τηρήσεως των εν λόγω διατάξεων. Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, αυτοί οι ίδιοι παραβίασαν, σε σημαντικά σημεία, το γράμμα των διατάξεων που θεσπίστηκαν υπό τη δική τους ιδιαίτερη ευθύνη.'Οσον αφορά τα κριτήρια εκτιμήσεως που δέχεται η νομολογία σας στο θέμα της διαδικασίας κρίσεως παραπέμπω ιδίως στη σκέψη 20 της αποφάσεως στην υπόθεση Grassi ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6 και 97/79, Jurispr. 1980, σ. 2141 ).
4.2.
Σχετικά με τον πρώτο λόγο ακυρώοεως που προβάλλει η προσφεύγουσα ( παράβαση ουσιώδους τύπου ), όπως διευκρινίστηκε εκ των υστέρων βάσει νέων στοιχείων, έχω τη γνώμη, ενόψει των περιστατικών που διαπιστώθηκαν, ότι είναι κατ' ουσία βάσιμες ιδίως οι ακόλουθες αιτιάσεις:
α)
Αντίθετα με το άρθρο 3 του οδηγού, ο συντάκτης της έκθεσης κρίσης σε πρώτο βαθμό και ο ίδιος ο πρωτοβάθμιος κριτής αρνήθηκαν να ζητήσουν εκ των προτέρων τη γνώμη του προσώπου που υπήρξε ο ιεραρχικώς προϊστάμενος της προσφεύγουσας κατά το πρώτο και μεγαλύτερο μέρος της περιόδου αναφοράς. Η λεπτομερής γνώμη σχετικά με την πρώτη αυτή περίοδο που διαβίβασε ωστόσο ο εν λόγω ιεραρχικός προϊστάμενος αγνοήθηκε από τον πρωτοβάθμιο κριτή. Ακόμη και αν ο τελευταίος, πράγμα απίθανο, δεν έλαβε αυτή τη γνώμη, παραμένει το συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα δεν συμβουλεύτηκε τον εν λόγω πρώην ιεραρχικό προϊστάμενο αλλά του έδωσε μόνο τη δυνατότητα να εκφράσει εκ των υστέρων επί της εκθέσεως τη διαφωνία του. Ο ισχυρισμός που προέβαλε η Επιτροπή προς υπεράσπιση της, ότι δηλαδή η γνώμη του εν λόγω πρώην ιεραρχικού προϊσταμένου αφορούσε μέρος μόνο της περιόδου αναφοράς είναι απορριπτέος διότι η έκθεση καλύπτει και αυτό το μέρος. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των δύο αμέσων ιεραρχικών προϊσταμένων της προσφεύγουσας κατά την περίοδο αναφοράς θα μπορούσαμε να περιμένουμε από τον πρωτοβάθμιο κριτή να σχηματίσει ο ίδιος γνώμη για ολόκληρη την περίοδο κατόπιν συζητήσεων με τους δύο ιεραρχικούς προϊσταμένους. Στην πραγματικότητα ο πρωτοβάθμιος κριτής απλώς υιοθέτησε τη γνώμη του ιεραρχικού προϊσταμένου κατά το δεύτερο τμήμα της περιόδου αναφοράς (γνώμη που είχε συνταχθεί χωρίς διαβούλευση με τον ιεραρχικό προϊστάμενο κατά το πρώτο τμήμα της περιόδου αναφοράς ).
β)
Αντίθετα με το άρθρο 5 του οδηγού, εκτός του ότι η κρίση σε πρώτο βαθμό αφορά μόνο το δεύτερο τμήμα της περιόδου αναφοράς, δεν αιτιολογούνται οι πολυάριθμες διαφορές στις επί μέρους κρίσεις σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς ή έστω αιτιολογούνται κατά τρόπο γενικό στη συνοπτική γενική κρίση.
γ)
Αντίθετα με το άρθρο 6 των γενικών διατάξεων εφαρμογής και παρά το σχετικό ρητό αίτημα δεν υπήρξε διάλογος μεταξύ κριτή και κρινομένης μετά τη σύνταξη της έκθεσης κρίσης σε πρώτο βαθμό. Ωστόσο η παράλειψη αυτή θεραπεύτηκε από το δευτεροβάθμιο κριτή έτσι ώστε δεν υπάρχει λόγος να μας απασχολήσει περισσότερο δεδομένου ότι η προσφυγή αναφέρεται μόνο στη δευτεροβάθμια κρίση.
δ)
Αντίθετα με το άρθρο 7 του οδηγού ο δευτεροβάθμιος κριτής παρέλειψε και αυτός να ζητήσει τη γνώμη του ιεραρχικού προϊσταμένου της προσφεύγουσας κατά το πρώτο και μεγαλύτερο τμήμα της περιόδου αναφοράς και μάλιστα παρά την παρατήρηση που είχε διατυπώσει ο εν λόγω προϊστάμενος επί της εκθέσεως κρίσεως. Η παράλειψη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι βαρύτερη εν προκειμένω καθόσο στο εισαγωγικό σημείωμα των γενικών διατάξεων εφαρμογής που υπογράφει ο ίδιος ο δευτεροβάθμιος κριτής (παράρτημα 15 της προσφυγής, πρώτη σελίδα ) τονίζεται ειδικά το υποχρεωτικό αυτής της διαβουλεύσεως, η οποία πρέπει να θεωρηθεί κατά τα λοιπά ως στοιχειώδης εγγύηση για μια αντικειμενική και αμερόληπτη δευτεροβάθμια κρίση. Ο κριτής εξάλλου δεν έκρινε σκόπιμο να προβεί σε αυτή τη διαβούλευση ακόμη και όταν η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως επέστησε την προσοχή του στη σημασία της γνώμης του πρώην ιεραρχικού προϊσταμένου. Ούτε άλλωστε έλαβε γνώση της γνώμης που διατύπωσε γραπτώς ο εν λόγω πρώην ιεραρχικός προϊστάμενος, δεδομένου ότι (αντίθετα με τις σαφείς διατάξεις του άρθρου 26, στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως) η γνώμη αυτή δεν περιελήφθη, όπως ανέφερα ήδη, στον ατομικό φάκελο.
ε)
Σχετικά με την καθυστέρηση των 22 μηνών που σημειώθηκε κατά τη διαδικασία κρίσης και την οποία ορθώς επέκρινε η προσφεόγουσα, διατύπωσα ήδη την άποψη, βάσει της νομολογίας σας ότι δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Παρατήρησα επίσης σχετικά μ' αυτή την εν προκειμένω πολύ μεγάλη καθυστέρηση ότι δεν αντιλαμβάνομαι πώς αυτή η παρατυπία έβλαψε αυτή καθαυτή την προσφεύγουσα.
Το επιχείρημα που προβάλλει η Επιτροπή προς υπεράσπιση της σχετικά με τις προβαλλόμενες διαδικαστικές παρατυπίες, ότι δηλαδή η προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη ζημίας, νομίζω ότι ευσταθεί μόνο ως προς τις αιτιάσεις που εξήτασα στις παραγράφους γ και ε. Οι παρατυπίες που αναφέρονται στις παραγράφους α και β δεν θεραπεύτηκαν από το δευτεροβάθμιο κριτή. Αυτό αποτελεί προφανώς τη συνέπεια, μεταξύ άλλων, της παρατυπίας που ανέφερα στην παράγραφο δ την οποία διέπραξε ο ίδιος. Ευλόγως μπορεί να υποτεθεί ότι εκείνο που επηρέασε κυρίως την έκθεση κρίσης δυσμενώς για την προσφεύγουσα είναι το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε, κατά τη δευτεροβάθμια κρίση, η γνώμη του πρώην ιεραρχικού προϊσταμένου της. Νομίζω τελικά ότι, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των αιτιάσεων που αναφέρονται στις παραγράφους α, β και δ, εξεταζομένων στο σύνολο τους, ο δευτεροβάθμιος κριτής βαρύνεται με παραβάσεις ουσιώδους τύπου που καθιστούν ακυρώσιμη την απόφαση του της 29ης Οκτωβρίου 1982.
4.3.
Ο όεντερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα ( περιπτώσεις πλάνης περί την εκτίμηση που περιέχει η έκθεση κρίσης — ή, κατά την ορολογία της προαναφερθείσας αποφάσεως σας Grassi, περιπτώσεις προφανούς πραγματικής πλάνης — και κατάχρηση εξουσίας ) είναι, νομίζω, και αυτός βάσιμος αν ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των πραγματικών περιστατικών κατά τη διαδικασία κρίσεως, όπως τα εξέθεσα. Λόγω του ότι ο δευτεροβάθμιος κριτής δεν ζήτησε και επομένως δεν έλαβε υπόψη τη γνώμη του ιεραρχικού προϊσταμένου της προσφεύγουσας κατά το πρώτο τμήμα της περιόδου αναφοράς στήριξε και αυτός την κρίση του αποκλειστικά στη γνώμη του ιεραρχικού προϊσταμένου της προσφεύγουσας κατά το δεύτερο, δηλαδή το επίδικο, τμήμα της περιόδου αναφοράς. Η διαβούλευση με τον ιεραρχικό προϊστάμενο κατά το πρώτο και μεγαλύτερο τμήμα της περιόδου αναφοράς θα οδηγούσε προφανώς τουλάχιστον σε κάποια μέση λύση μεταξύ των εκτιμήσεων των δύο ιεραρχικώς προϊσταμένων. Βαρύτερο είναι πάντως κατά τη γνώμη μου το πταίσμα που διέπραξε ο δευτεροβάθμιος κριτής κατά το ότι δεν αντελήφθη ότι συνεπεία των σκέψεων 70 και 71 της αποφάσεως σας της 9ης Ιουλίου 1981 έχασαν κάθε ουσιαστικό έρεισμα οι σχετικά δυσμενείς για την προσφεύγουσα κρίσεις σε πρώτο βαθμό την οποία ο ίδιος υιοθέτησε κατά μεγάλο μέρος. Η απόφαση του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως της 5ης Μαΐου 1979, που κρίνατε ότι συνιστούσε προφανή κατάχρηση εξουσίας, αποτελούσε στην πραγματικότητα το επιστέγασμα προσπαθειών που είχε καταβάλει η διοίκηση πολύ νωρίτερα με σκοπό να αναθέσει στην προσφεύγουσα νέα καθήκοντα που δεν της ταίριαζαν και σχετικά με τα οποία εκφέρατε τελείως αρνητική κρίση στις σκέψεις 52 έως 69 της αποφάσεως. Καταλήγω λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη έκθεση κρίσης που στηρίζεται πράγματι κυρίως στην ίδια αυτί] επίδικη περίοδο επηρεάστηκε αποφασιστικά από την ίδια κατάχρηση εξουσίας όπως εκείνη που διαπιστώσατε στις σκέψεις 70 και 71 της προαναφερθείσας αποφάσεως σας και ότι συνιστά επομένως και αυτή κατάχρηση εξουσίας. Επιπλέον νομίζω ότι οι παρατυπίες που διαπράχθηκαν κατά το στάδιο της δευτεροβάθμιας κρίσης καθώς και οι ανεπάρκειες, πλάνες και αντιφάσεις που επακολούθησαν είχαν τέτοια επιρροή κατά την εκτίμηση των στοιχείων ώστε ο βαθμός αμέλειας που μαρτυρούν συνιστά νομίζω κατάχρηση εξουσίας από το δευτεροβάθμιο κριτή. Θεωρώ επομένως ότι και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος περιλαμβανομένης και της αιτιάσεως για κατάχρηση εξουσίας.
Δεδομένου ότι τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι αρκούντως εύγλωττα δεν νομίζω ότι χρειάζεται να εξετάσω λεπτομερώς τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή εις αντίκρουση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως και που συνοψίζονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Η αντιπαραβολή αυτών των επιχειρημάτων με την πραγματική εξέλιξη της διαδικασίας κρίσης, η εικόνα της οποίας διαγράφηκε τώρα επιτέλους, τα αντικρούει κατά τρόπο ικανοποιητικό. Στην περίπτωση που η Επιτροπή έλαβε υπόψη και αυτή την απόφαση σας της 9ης Ιουλίου 1981 όταν θεώρησε άσχετα ορισμένα περιστατικά μεταγενέστερα της διαδικασίας κρίσης αφήνω στο Δικαστήριο να εκτιμήσει αυτή την αντίληψη λαμβάνοντας υπόψη όσα εξέθεσα πιο πάνω.
4.4.
Τα σχόλια των διαδίκων σχετικά με τα έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά την προφορική διαδικασία δεν περιέχουν αισθητά νέες απόψεις.
Με τις γραπτές της παρατηρήσεις επί των εγγράφων αυτών η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη νομική σημασία του από 15 Ιανουαρίου 1981 υπηρεσιακού σημειώματος του κριτή προς τον πρώην ιεραρχικό προϊστάμενο της προσφεύγουσας και ως προς τις αντιδράσεις του τελευταίου, στις 17 Φεβρουαρίου και στις 9 Απριλίου 1981 που περιλαμβάνουν την κρίση την οποία πρότεινε για την περίοδο κατά την οποία υπήρξε προϊστάμενος της προσφεύγουσας. Η Επιτροπή στηρίζει τις αμφιβολίες αυτές ιδίως στο γεγονός ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν φέρουν αριθμό πρωτοκόλλου καθώς και στο γεγονός ότι ο πρώην ιεραρχικός προϊστάμενος της προσφεύγουσας διατύπωσε τη γνώμη του πριν από την κρίση συμπληρώνοντας τις σχετικές ενδείξεις ενός εντύπου ad hoc. Κατά την άποψη μου το πρώτο επιχείρημα δεν ευσταθεί. Ο οδηγός κρίσεως δεν περιλαμβάνει κανόνες ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να διατυπώνεται η διαφορετική προηγούμενη γνώμη των προηγουμένων ιεραρχικών προϊσταμένων. Για την αποτελεσματική τήρηση αυτής της υποχρεώσεως προηγουμένης διαβουλεύσεως, ακόμη και η προφορική διαβούλευση μπορεί να είναι η πλέον κατάλληλη. Δεδομένου ότι ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως ζήτησε, υπό την ιδιότητα του ως κριτή, την προηγούμενη « γνώμη » απλώς και μόνο με χειρόγραφο υπηρεσιακό σημείωμα, η απάντηση υπό την αυτή μορφή του υπηρεσιακού σημειώματος που δεν πρωτοκολλήθηκε δεν θίγει βεβαίως το κύρος της γνώμης που δόθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο.
Κατά τα λοιπά το τμήμα αυτό των παρατηρήσεων της Επιτροπής επιβεβαιώνει την ακρίβεια της παρατήρησης που έκανα προηγουμένως, ότι δηλαδή, αντίθετα με το άρθρο 3 του οδηγού, στην πραγματικότητα δεν ζητήθηκε εκ των προτέρων η γνώμη του ιατρού Semiller. Η αξία της γνώμης που διαβίβασε παρ' όλ' αυτά ο τελευταίος δεν μειώνεται εξάλλου από το γεγονός ότι η γνώμη διατυπώθηκε λεπτομερώς επί των ενδείξεων που περιέχονται στο έντυπο της έκθεσης κρίσης. Όπως ανέφερα ήδη νομίζω ότι η μορφή που επέλεξε ο ιατρός Semiller είναι ακριβώς ιδιαίτερα αποτελεσματική και ανταποκρίνεται στο σκοπό της διατυπώσεως προηγούμενης γνώμης κατά τρόπο εύλογο. 'Οταν η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο ιατρός Semiller είχε το δικαίωμα ( μετά την κρίση από τον κριτή ) μόνο να διατυπώσει τις δικές του παρατηρήσεις επί της έκθεσης κρίσης, δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το άρθρο 3 των γενικών διατάξεων διακρίνει δύο φάσεις στην επέμβαση των προηγουμένων ιεραρχικών προϊσταμένων του κρινόμενου: η εκ τωνπροτέρων γνώμη του και οι παρατηρήσεις του a posteriori ως προς το αν εΑήφθη επαρκώς υπόψη η γνώμη του κατά την κρίση. Η γνώμη που διατύπωσε ο ιατρός Semiller στις 9 Απριλίου 1981 τοποθετείται προφανώς πριν από την ολοκλήρωση της έκθεσης κρίσης και επομένως ανήκει στη φάση της απαιτούμενης εκ των προτέρων διαβουλεύσεως. Το εν λόγω επιχείρημα της Επιτροπής επιβεβαιώνει επομένως την ορθότητα της υπόθεσης που έκανα προηγουμένως ότι δηλαδή ο κριτής δεν θέλησε στην πραγματικότητα να ζητήσει εκ των προτέρων τη γνώμη του πρώην ιεραρχικού προϊσταμένου και δεν θέλησε να λάβει υπόψη την εκ των προτέρων γνώμη που παρ' όλ' αυτά διατύπωσε ο τελευταίος. Τέλος η άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή στο τέλος των παρατηρήσεων της, ότι δηλαδή ο δευτεροβάθμιος κριτής δεν όφειλε πλέον να ζητήσει τη γνώμη του ιατρού Semiller δεν ευσταθεί ούτε αυτή εν προκειμένω για τους λόγους που υπέδειξα ήδη ανωτέρω. Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η διατύπωση του πρώτου λόγου ακυρώσεως δεν καλύπτει αυτή τη συγκεκριμένη παράβαση ουσιώδους τύπου είναι επίσης απορριπτέος δεδομένου ότι η αιτίαση της παραβάσεως ουσιώδους τύπου διατυπώνεται σε γενικές γραμμές στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως ( με ενδεικτική απαρίθμηση παραδειγμάτων ) και δεδομένου ότι, λόγω ακριβώς της στάσεως της Επιτροπής κατά τη διαδικασία κρίσεως και κατά την έγγραφη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου η συγκεκριμένη αυτή παράβαση διαπιστώθηκε μόλις κατά τη συνεδρίαση. Υπενθυμίζω ότι ο ιατρός Semiller απαντώντας τότε σε ερώτηση που του έθεσα ο ίδιος ανέφερε, χωρίς να αντικρουστεί, ότι ο δευτεροβάθμιος κριτής δεν είχε ζητήσει τη γνώμη του. Βεβαίως η Επιτροπή μπορούσε ακόμα να αμφισβητήσει την ορθότητα αυτής της απάντησης με τις γραπτές της παρατηρήσεις, ζητώντας πληροφορίες από το δευτεροβάθμιο κριτή. Αφού δεν το έπραξε όμως δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί πολύ σημαντικό το επιχείρημα της ότι δηλαδή δεν αποδεικνύεται αυτή η έλλειψη διαβούλευσης. Η Επιτροπή θεωρεί και αυτή, όπως προκύπτει και από τις παρατηρήσεις της, ότι αποφασιστικής σημασίας είναι μόνο ο φερόμενος μη υποχρεωτικός χαρακτήρας αυτής της διαβούλευσης, το επιχείρημα όμως αυτό είναι απορριπτέο όπως ήδη ανέφερα.
4.5.
Εν συμπεράσματι σας προτείνω να κρίνετε βάσιμους κατά τα ανωτέρω τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα και κατά συνέπεια να ακυρώσετε την επίδικη απόφαση του μέλους της Επιτροπής C Tugendhat της 29ης Οκτωβρίου 1982, να καταδικάσετε δε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 1 ) « διότι πρώτον υπάρχουν αντιφάσεις στις επί μέρους κρίσεις και στη γενική κρίση, επιπλέον δε σημαντικές αντιφάσεις σε σχέση με την προηγούμενη έκθεση κρίσης » ( όπως αναφέρεται στο υπηρεσιακό σημείωμα του ιατρού Semiller, της 23ης Μαρτίου 1984).
Full & Egal Universal Law Academy