ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 29ης Νοεμβρίου 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικαονες,
Στις 3 Δεκεμβρίου 1981, η Σαμαρά προσλήφθηκε από το Συμβούλιο ως δόκιμος υπάλληλος των Κοινοτήτων με βαθμό C5 κλιμάκιο 3 στη θέση δακτυλογράφου. Υπό την ιδιότητα αυτή μετατάχτηκε εν συνεχεία στην Επιτροπή και την 1η Ιουνίου 1982 μονιμοποιήθηκε. Εν συνεχεία, έλαβε μέρος στο γενικό διαγωνισμό COM/C/365 μετά την ανακοίνωση κενής θέσης COM/1268/81. Η προκήρυξη ανέφερε ότι ο διαγωνισμός είχε ως αντικείμενο τη σύσταση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις γραμματέων-στενο-δακτυλογράφων της σταδιοδρομίας C3/C2. Η προσφεύγουσα πρώτευσε στο διαγωνισμό αυτό.
Με απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 1982, η Επιτροπή « έχοντας υπόψη τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και ειδικότερα τα άρθρα του 1, 2, 29 και 30, διόρισε» τη Σαμαρά σε θέση γραμματέα-στενοδακτυλογράφου με βαθμό C3 κλιμάκιο 1, η δε απόφαση ίσχυσε από 1ης Ιανουαρίου 1983.
Η προσφεύγουσα διαπίστωσε τότε ότι οι δύο υποψήφιες στο διαγωνισμό που κατετάγησαν στη δεύτερη και τρίτη θέση και οι οποίες κατά το χρόνο του διαγωνισμού δεν ήταν υπάλληλοι των Κοινοτήτων και, επομένως, είχαν λιγότερη πείρα από αυτή, διορίστηκαν στο βαθμό C3 κλιμάκιο 2 και C3 κλιμάκιο 3 αντιστοίχως.
Δεν προκαλεί έκπληξη το ότι η προσφεύγουσα σχημάτισε τη γνώμη ότι η κατάταξη της στο κλιμάκιο 1 ήταν εσφαλμένη και ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα 17 έτη πείρας και τα αποτελέσματα του διαγωνισμού, έπρεπε να διοριστεί στο βαθμό C3 κλιμάκιο 3. Ζήτησε να επανεξεταστεί η κατάταξη της, αλλά η Επιτροπή, με το από 16 Φεβρουαρίου 1983 έγγραφο της, απάντησε ότι η κατάταξη της προσφεύγουσας δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εφόσον ήταν ήδη μόνιμη υπάλληλος. Οι άλλες δύο επιτυχούσες υποψήφιες μπορούσαν να καταταγούν βάσει του άρθρου 32 επειδή προσελαμβάνοντο για πρώτη φορά στις Κοινότητες.
Επειδή η βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης διοικητική ένσταση που υπέβαλε κατά της απόφασης αυτής στις 26 Απριλίου 1983 απορρίφθηκε με απόφαση της 5ης Αυγούστου 1983, η Σαμαρά άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 28 Νοεμβρίου 1983.
Με την προσφυγή της ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική της ένσταση, να κρίνει ότι η προσφεύγουσα πρέπει να θεωρηθεί ως προσληφθείσα βάσει των άρθρων 29-32 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ότι το άρθρο 46 δεν έχει εφαρμογή. Ζητεί επίσης να αναπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής προς εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου.
Οι λόγοι που επικαλείται η προσφεύγουσα διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Πρώτον, διορίστηκε στη νέα της θέση κατόπιν « προσλήψεως » και όχι κατόπιν « προαγωγής », ώστε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορούσε, « προκειμένου να λάβει υπόψη την κατάρτιση και την ειδική επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου », να της αναγνωρίσει αρχαιότητα στο βαθμό που να μη υπερβαίνει τους 48 μήνες. Αυτό σημαίνει ότι, εν όψει όλων αυτών των περιστάσεων, έπρεπε να είχαν χορηγηθεί στην προσφεύγουσα δύο κλιμάκια και να καταταγεί στο κλιμάκιο 3. Δεύτερον, το γεγονός ότι δεν κατετάγη στο κλιμάκιο 3 παραβιάζει τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της χρηστής διοικήσεως και της απαγόρευσης των διακρίσεων, αρχές οι οποίες πρέπει να εφαρμοστούν. Επίσης, αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που ορίζει ότι « οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο υπόκεινται αντίστοιχα στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας ».
Το πρώτο προβαλλόμενο επιχείρημα εμφανίζει δυσχέρειες και, είναι ίσως περίεργο, εν όψει του χρόνου που παρήλθε από τη θέσπιση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ειδικά επ' αυτού. Το επιχείρημα συνεπάγεται εξέταση αφενός του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 27 μέχρι 32 και αφετέρου των άρθρων 45 και 46.
Ο τίτλος III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, με τον τίτλο « Σταδιοδρομία του υπαλλήλου », περιέχει δύο σχετικά κεφάλαια, το « κεφάλαιο 1 : Πρόσληψη » και το « κεφάλαιο 3: Κρίση του προσωπικού, προαγωγή κατά κλιμάκιο και προαγωγή κατά βαθμό ».
Το άρθρο 27, στο κεφάλαιο 1, ορίζει ότι η πρόσληψη « πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας και επιλέγονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών των Κοινοτήτων ». Οι υπάλληλοι πρέπει να « επιλέγονται» χωρίς διάκριση φυλής, θρησκείας ή φύλου. Κανονικά, ως υπάλληλος μπορεί « να διοριστεί » μόνο πρόσωπο που έχει επιτύχει σε διαγωνισμό, και η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή πρέπει, πριν από την πλήρωση κενής θέσεως, να εξετάσει, πρώτον, « τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου », δεύτερον, « τις δυνατότητες οργανώσεως εσωτερικών διαγωνισμών στο όργανο », τρίτον, « τις αιτήσεις μετατάξεως » υπαλλήλων άλλων οργάνων των Κοινοτήτων. Μόνο τότε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κινεί τη διαδικασία διαγωνισμών του είδους που διεξήχθη εν προκειμένω.
Στο κεφάλαιο 3 ( άρθρο 44 ) « η προαγωγή κατά κλιμάκιο » ορίζεται ως η αυτόματη προαγωγή του υπαλλήλου που έχει συμπληρώσει διετία σε κλιμάκιο του βαθμού του στο επόμενο κλιμάκιο του βαθμού αυτού. Κατά το άρθρο 45 « η προαγωγή »« ... συνεπάγεται την κατάληψη από τον υπάλληλο του αμέσως ανωτέρου βαθμού της κατηγορίας ή του κλάδου, στον οποίο ανήκει. Η προαγωγή γίνεται αποκλειστικά με επιλογή μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει ένα ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς ». Πάντως, στην παράγραφο 2 ορίζεται ότι « η μετάβαση υπαλλήλου από κλάδο ή κατηγορία σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία δύναται να γίνει μόνο μετά από διαγωνισμό ».
Κατά το άρθρο 46 « ο υπάλληλος που διορίζεται σε βαθμό ανώτερο απολαύει στο νέο του βαθμό της αρχαιότητας που αντιστοιχεί σε πλασματικό κλιμάκιο ίσο με ή αμέσως ανώτερο από εκείνο που κατείχε στον παλαιό του βαθμό, επαυξημένο κατά το ποσό της διετούς ανόδου κατά κλιμάκιο του βαθμού αυτού... Ο υπάλληλος που διορίζεται σε βαθμό ανώτερο κατατάσσεται τουλάχιστον στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού αυτού ».
Επομένως, « προαγωγή » κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 1, δεν είναι η αυτόματη κατά κλιμάκιο προαγωγή λόγω αρχαιότητας στην υπηρεσία· απαιτείται απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής όχι όμως επιτυχία σε διαγωνισμό. Προαγωγή κατά το άρθρο 45, παράγραφος 1, είναι η κατάληψη από τον υπάλληλο « του αμέσως ανωτέρου βαθμού » της κατηγορίας ή του κλάδου, στον οποίο ανήκει· οι προακτέοι υπάλληλοι, των οποίων η περίπτωση πρέπει να εξεταστεί όταν πρόκειται για προαγωγή, είναι, κατά την άποψη μου, εκείνοι οι υπάλληλοι που έχουν συμπληρώσει έναν ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στον αμέσως κατώτερο βαθμό από αυτόν στον οποίο θα γίνει η προαγωγή.
Το άρθρο 45, παράγραφος 2, αναφέρεται σε διαφορετικού είδους προαγωγή — την προαγωγή από μια κατηγορία σε άλλη. Κατ' αντίθεση προς τη βαθμολογική προαγωγή, η προαγωγή αυτή μπορεί να γίνει μόνο μετά από διαγωνισμό. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι στη γαλλική διατύπωση του άρθρου 45, παράγραφος 1, ο όρος « προαγωγή » μεταβάλλεται σε « μετάβαση σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία » όταν πρόκειται για αλλαγή κατηγορίας.
Το άρθρο 46 ρυθμίζει το ζήτημα της αρχαιότητας « υπαλλήλου που διορίζεται [προάγεται] σε ανώτερο βαθμό ». Κατά την άποψη μου, το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνευτεί σε συνδυασμό με το άρθρο 45, παράγραφος 1 · « ο ανώτερος βαθμός» του άρθρου 46 σημαίνει ειδικά, για οποιονδήποτε υπάλληλο, « τον αμέσως ανώτερο βαθμό » στον οποίο προήχθη και το μόνο βαθμό στον οποίο μπορεί να προαχθεί βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 1. Έτσι, το άρθρο 45, παράγραφος 1, καθορίζει τις προϋποθέσεις προαγωγής και την έκταση προαγωγής κατά βαθμό εντός μιας κατηγορίας. Το άρθρο 46 δεν επεκτείνει τον ορισμό αυτό σε σχέση με τους βαθμούς· ορίζει απλώς τις συνέπειες της προαγωγής σε σχέση με την αρχαιότητα στο κλιμάκιο. Εφαρμόζεται μόνο όταν γίνεται προαγωγή στον αμέσως επόμενο βαθμό βάσει του άρθρου 45. Δεν εφαρμόζεται όταν γίνεται « προαγωγή » ή « μετάβαση » από μια κατηγορία σε άλλη μετά από διαγωνισμό. Κατά το μέτρο που αναφέρεται στον ανώτερο βαθμό, θεωρώ ότι η γαλλική διατύπωση των άρθρων 45 και 46 έχει την ίδια έννοια και αντιλαμβάνομαι ότι το ίδιο ισχύει και για τη γερμανική διατύπωση.
Στα σχετικά άρθρα περί προαγωγής δεν υπάρχει επομένως καμιά ρητή διάταξη που να ρυθμίζει την παρούσα κατάσταση — κατάσταση στην οποία υπάλληλος α) λαμβάνει μέρος σε γενικό διαγωνισμό β) « διορίζεται » (για να χρησιμοποιήσω ουδέτερο όρο) σε βαθμό ανώτερο από τον αμέσως ανώτερο βαθμό στον οποίο υπηρετούσε προηγουμένως.
Επανερχόμενος στο κεφάλαιο 1, φαίνεται ότι κατά τη συνήθη έννοια του όρου, « πρόσληψη » νοείται η πρόσληψη για πρώτη φορά νέων υπαλλήλων. Το άρθρο 27, με την αναφορά του ιδίως στη γεωγραφική βάση, το άρθρο 28, το άρθρο 29, το οποίο διακρίνει μεταξύ προαγωγής, μετάταξης, διορισμού μετά από εσωτερικό διαγωνισμό και διορισμού μετά από γενικό διαγωνισμό, καθώς και η υποχρέωση του υποψηφίου να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση και να διανύσει περίοδο δοκιμασίας, όπως ορίζουν τα άρθρα 33 και 34, φαίνεται ότι συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας αυτής.
Εξάλλου, μπορεί να λεχθεί ότι στους γενικούς διαγωνισμούς μπορούν να μετέχουν οι ήδη υπάλληλοι. Οι υποχρεώσεις για τον υπό διορισμό υπάλληλο να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση και να διανύσει περίοδο δοκιμασίας έχουν ήδη εκπληρωθεί κατά την αρχική πρόσληψη ή πρέπει να επαναληφθούν. Είναι σαφές ότι μπορεί να υποστηριχτεί ότι καμιά διάταξη στο κεφάλαιο αυτό δεν εμποδίζει να δοθεί στον όρο « πρόσληψη » ευρύτερη έννοια από τη συνήθη, ώστε να περιλάβει κάθε διορισμό σε κενή θέση σε κοινοτικό όργανο, ανεξαρτήτως του αν ο επιτυχών υποψήφιος περιλαμβανόταν ήδη ή όχι στο προσωπικό του οικείου κοινοτικού οργάνου.
Η τελευταία αυτή άποψη ενισχύεται σαφώς από την άποψη του γενικού εισαγγελέα Reischl στην υπόθεση 176/73, Van Belle κατά Συμβουλίου ( ECR 1974, σ. 1361, ιδίως σ. 1375), όπου αυτός υποστήριξε: «η ανάλυση του γενικού συστήματος του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης δείχνει ότι η έννοια της · πρόσληψης · δεν πρέπει να λαμβάνεται υπό τη στενή έννοια του διορισμού στην υπηρεσία, δηλαδή υπό την έννοια του διορισμού μετά από εξωτερικό διαγωνισμό. Είναι μάλλον γενική έννοια η οποία, ορθώς νοούμενη, περιλαμβάνει όλες τις δυνατές μορφές διορισμού ».
Εξάλλου, στην υπόθεση 15/63, Lassalle κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ( EC R 1964, σ. 31 ), ο γενικός εισαγγελέας Lagrange υποστήριξε μια κάπως στενότερη άποψη. Η πρόσληψη δεν καλύπτει κάθε μορφή διορισμού. Πάντως δεν περιορίζεται στην αρχική ένταξη στο προσωπικό των Κοινοτήτων. Καλύπτει επίσης τη μεταγενέστερη ένταξη σε νέα κατηγορία ή σε νέα υπηρεσία. Οπωσδήποτε, η προαγωγή εντός της ίδιας κατηγορίας δεν πρέπει να θεωρείται ως πρόσληψη. Φαίνεται ότι ο γενικός εισαγγελέας Darmon με τις προτάσεις του στις συνεκ-δικασθείσες υποθέσεις 20 και 21/83, Βλάχος κατά Δικαστηρίου (Συλλογή 1984, σ. 4168) δέχεται την άποψη αυτή.
Σε ορισμένες περιπτώσεις όπως στην υπόθεση 88/71, Brasseur κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ECR 1972, σ. 499) και στις υποθέσεις 112, 144 και 145/73, Campogrande και λοιποί κατά Επιτροπής ( EC R 1974, σ. 957 ), το Δικαστήριο, αναφερόμενο στους εσωτερικούςδιαγωνισμούς, τους θεωρεί ως μέσο προσλήψεως. Εξάλλου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διάκριση μεταξύ προσλήψεως και προαγωγής δεν συζητήθηκε στις υποθέσεις αυτές.
Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση 17/83, Αγγελίδης κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 2907 ), ο προσφεύγων ζήτησε, όπως εν προκειμένω, να του χορηγηθεί ανώτερο κλιμάκιο και όχι βαθμός, πράγματι δε είχε γίνει γενικός διαγωνισμός. Πάντως, πριν από το διορισμό του στη νέα θέση, ο προσφεύγων ήταν έκτακτος υπάλληλος και ο πρώτος του διορισμός ως υπαλλήλου της Επιτροπής θεωρήθηκε ως αποτέλεσμα της διαδικασίας προσλήψεως, ώστε μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 32. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις περί προαγωγής, στις οποίες περιλαμβάνεται το άρθρο 46, δεν είχαν εφαρμογή, διότι « τόσο κατά το γράμμα τους όσο και με τα συμφραζόμενα τους, σκοπό έχουν να ρυθμίσουν την άνοδο στην αντίστοιχη κατηγορία ή κλάδο τους των υπαλλήλων της Κοινότητας, οι οποίοι, κατά το χρόνο της προαγωγής, έχουν ήδη την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου ».
Στο νομολογιακό αυτό πλαίσιο, θεωρώ ότι το σημείο αφετηρίας στην παρούσα υπόθεση είναι ότι το άρθρο 45 αφορά μόνο τις προαγωγές στον αμέσως ανώτερο βαθμό και οι προαγωγές αυτές μπορούν να γίνουν χωρίς διαγωνισμό. Κατάσταση όπως η παρούσα, στην οποία η προσφεύγουσα μετέχει σε γενικό διαγωνισμό για θέση ανώτερη κατά δύο βαθμούς και διορίζεται σε θέση ανώτερη κατά δύο βαθμούς ενώ, λόγω αρχαιότητας, σε καμιά περίπτωση δεν ήταν προακτέα στον αμέσως ανώτερο βαθμό, δεν καλύπτεται ούτε από το άρθρο 45 ούτε από το άρθρο 46. Κανένας διορισμός του είδους που έγινε εν προκειμένω δεν μπορεί να ερείδεται νομίμως στο άρθρο 45.
Όσον αφορά την πρόσληψη, οι διαφορές μεταξύ του γλωσσικού κλάδου και των γενικών υπηρεσιών είναι τέτοιες, ώστε να φαίνεται λογικό όσο και δίκαιο ο διορισμός σε μια υπηρεσία υπαλλήλου που υπηρετούσε σε άλλη υπηρεσία να θεωρείται ως « πρόσληψη » κατά την έννοια του άρθρου 32. Είναι επίσης σαφές ότι μπορεί να προβληθεί το επιχείρημα ότι η διάκριση μεταξύ καθηκόντων και απαιτήσεων σχετικών με την κατάρτιση για τις διάφορες κατηγορίες ( όπως ορίζονται στο άρθρο 5 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης) είναι τέτοια ώστε η μετάβαση από τη μια κατηγορία στην άλλη, μετά από διαγωνισμό, πρέπει να θεωρείται ως πρόσληψη ή νέος διορισμός. Σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, η προαγωγή εντός της ίδιας κατηγορίας δεν συνιστά πρόσληψη.
Αν αυτό είναι ορθό, αυτό που συνέβη στην προκειμένη περίπτωση δεν εμπίπτει σε καμιά από τις δύο κατηγορίες. Τούτο δεν μου φαίνεται ολέθριο. Αντίθετα, από άποψη ορολογίας και πραγματικότητας, αυτό που θεωρώ ότι συνέβη εν προκειμένω, είναι ότι η προσφεύγουσα « προήχθη » μετά από διαγωνισμό, κατά τρόπο που δεν προβλέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Το άρθρο 45 δεν εμπόδιζε την Επιτροπή, όσον αφορά το δικαίωμα προαγωγής της προσφεύγουσας, ούτε την περιόριζε να της χορηγήσει βαθμολογική προαγωγή ενός μόνο βαθμού βάσει του άρθρου αυτού. Ομοίως, η αρχαιότητα της προσφεύγουσας δεν ήταν η προβλεπόμενη από το άρθρο 46, που στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει ότι η προσφεύγουσα έπρεπε να διοριστεί στο πρώτο κλιμάκιο.
Προβαίνοντας στο διορισμό, μετά το διαγωνισμό, σε θέση που ήταν ανώτερη κατά δύο βαθμούς από εκείνη στην οποία η προσφεύγουσα υπηρετούσε προηγουμένως, η Επιτροπή είχε διακριτική εξουσία όσον αφορά το κλιμάκιο που έπρεπε να κατατάξει την προσφεύγουσα. Πάντως, σχετικό με την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας είναι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα έλαβε μέρος σε γενικό διαγωνισμό και ότι στους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται από υποψηφίους εκτός Κοινότητας μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη την κατάρτιση και την ειδική επαγγελματική τους πείρα, να αναγνωριστεί αρχαιότητα μέχρι 4 έτη, πράγμα που τους επιτρέπει να πρωτο-ενταχτούν στο τρίτο κλιμάκιο.
Κατά την άποψη μου, οι αρχές της δικαιοσύνης, της χρηστής διοικήσεως και της απαγόρευσης των διακρίσεων, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού' υπηρεσιακής κατάστασης επιβάλλουν ότι οι επιτυγχάνοντες σε διαγωνισμό και διοριζόμενοι πρέπει να κρίνονται σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια, ανεξαρτήτως του αν είναι ήδη ή όχι υπάλληλοι της Κοινότητας. Στην υπόθεση 9/81, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1982, σ. 3301 και ιδίως σ. 3315), το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας ή του ίδιου κλάδου, έχει θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της ευρωπαϊκής δημοσίας υπηρεσίας». Επίσης, ο γενικός εισαγγελέας Reischl τόνισε τη σημασία της εξασφάλισης της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, που πρέπει να υπερισχύει της αυστηρής εφαρμογής του κανονισμού (Συλλογή, σ. 3324).
Δεν δέχομαι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι αρχές αυτές, και ειδικότερα το άρθρο 5, παράγραφος 3, επιβάλλουν μόνο ότι η προσφεύγουσα πρέπει να τύχει ίσης ή πανομοιότυπης μεταχειρίσεως όπως οι άλλοι υπάλληλοι του ίδιου βαθμού. Οι υπάλληλοι οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στο διαγωνισμό δεν ενδιαφέρουν οι υπάλληλοι που έλαβαν μέρος και διορίστηκαν μετά την επιτυχία τους σε διαγωνισμό δικαιούνται, κατά την άποψη μου, να τύχουν της ίδιας μεταχειρίσεως όπως οι έξωθεν υποψήφιοι, όταν πρόκειται να καθοριστεί το κλιμάκιο στο οποίο θα αρχίσουν στη νέα τους θέση. Κατά την άποψη μου, δεν αποτελεί απάντηση το ότι η Σαμαρά είναι μόνιμος υπάλληλος, ενώ οι υποψήφιοι που διορίστηκαν για πρώτη φορά πρέπει να διανύσουν περίοδο δοκιμασίας και ότι η διαφορά αυτή δικαιολογεί διάφορη μεταχείριση. Υποθέτοντας ότι η περίοδος δοκιμασίας θα τερματιστεί ικανοποιητικά, όλοι οι υποψήφιοι θα μονιμοποιηθούν, ενώ οι νεοπροσληφθέντες θα εξακολουθούν να προπορεύονται σε αρχαιότητα από τη Σαμαρά κατά δύο κλιμάκια και πιθανόν αυτή να μη κατορθώσει ποτέ να καλύψει τη διαφορά, εκτός αν υπάρξει προαγωγή βάσει του άρθρου 45 ή άλλη μεταβολή μετά από διαγωνισμό.
Κατά την άποψη μου επομένως, η Σαμαρά δικαιούται να καταταγεί σε κλιμάκιο καθοριζόμενο σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια με εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάταξη των άλλων επιτυχόντων υποψηφίων.
Αν, παρά την άποψη μου ως προς την πραγματική εν προκειμένω κατάσταση, τα περιστατικά χαρακτηριστούν είτε ως προαγωγή κατά την έννοια του άρθρου 45 είτε ως πρόσληψη κατά την έννοια του άρθρου 32, θεωρώ ότι το κυρίαρχο στοιχείο είναι ότι η κατάσταση αυτή δεν ανταποκρίνεται στο γράμμα του άρθρου 45 ή 46, αποτέλεσμα το οποίο θεωρώ σύμφωνο με τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Lenz στην υπόθεση Αγγελίδη. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα περιστατικά αυτά εμπίπτουν στο άρθρο 32, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται ότι η εν λόγω άποψη βαίνει πέρα από ό,τι υποστήριξε ο γενικός εισαγγελέας Lagrange. Δεν νομίζω ότι είχε υπόψη του κατάσταση όπως η παρούσα' εν πάση περιπτώσει, η διάκριση μεταξύ αλλαγής κατηγορίας και αλλαγής βαθμού, ιδίως όταν ο υπάλληλος μετά από διαγωνισμό ανέρχεται περισσότερους από ένα βαθμούς, μπορεί να μεγαλοποιηθεί.
Η ίδια η απόφαση της Επιτροπής περί διορισμού της συγκεκριμένης υπαλλήλου αναφέρεται στα άρθρα του κεφαλαίου περί προσλήψεως και όχι στα σχετικά άρθρα περί προαγωγής. Είναι σαφές ότι η Επιτροπή δεν έκρινε και δεν επιχείρησε να προβάλει επιχειρήματα ότι αυτό που συνέβη εν προκειμένω ενέπιπτε στις ρητές διατάξεις των άρθρων 45 και 46. Πράγματι, μόνο με « lato sensu » εφαρμογή των άρθρων αυτών μπορεί η Επιτροπή να ισχυριστεί ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στα εν λόγω άρθρα.
Επομένως, με οποιαδήποτε από τις δύο αναλύσεις, και προτιμώ την πρώτη, θεωρώ ότι η Επιτροπή εσφαλμένως έκρινε ότι η κατάταξη της Σαμαρά σε κλιμάκιο μπορούσε να γίνει μόνο σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Όσον αφορά τα προσόντα της προσφεύγουσας, δεν προβλήθηκε εν προκειμένω κανένας λόγος που να εμποδίζει να της αναγνωριστεί αρχαιότητα όπως στους άλλους υποψηφίους. Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο είναι δύσκολο να κατανοηθεί γιατί η προσφεύγουσα έτυχε διαφορετικής μεταχειρίσεως σε σχέση με υποψήφιο που κατατάχτηκε στο βαθμό C5 κλιμάκιο 3. Πάντως, αυτό είναι ζήτημα που εμπίπτει στην εκτίμηση της Επιτροπής.
Εν όψει των αιτημάτων της προσφεύγουσας, θεωρώ ότι πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση της 5ης Αυγούστου 1983, με την οποία η Επιτροπή απέρριψε τη διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας για το κλιμάκιο που της δόθηκε, η δε Επιτροπή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy