ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 22ας Ιανουαρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεόρε,
Κύριοι όικαστές,
Α.
Το άρθρο D 18 του γαλλικού ταχυδρομικού και τηλεπικοινωνιακού κώδικα ( όπως ισχύει κατόπιν της εκδόσεως του décret της 12ης Φεβρουαρίου 1965 ) προβλέπει ότι ειδικό τέλος
τύπου κατώτερο από το τέλος των εντύπων και των αποστελλομένων δειγμάτων, εφαρμόζεται στις εφημερίδες και άλλα περιοδικά, κατά το μέτρο που παρουσιάζουν γενικό ενδιαφέρον από την άποψη της παιδείας, της μόρφωσης, της πληροφόρησης και της ψυχαγωγίας του κοινού.
Το άρθρο D 21 της εν λόγω ρύθμισης διευκρινίζει εξάλλου ότι το τέλος που εφαρμόζεται στα κοινά έντυπα έχει εφαρμογή και στις εφημερίδες και περιοδικά που εκτυπώνονται εν όλω ή εν μέρει στο εξωτερικό. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για τις γαλλικές εκδόσεις που εκτυπώνονται σε κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οι εκδόσεις θεωρούνται γαλλικές όταν ο διευθυντής έχει τη γαλλική ιθαγένεια και κατοικεί στη Γαλλία. Σ' αυτές εφαρμόζεται το προνομιακό τέλος που ισχύει για τις εκδόσεις που εκτυπώνονται στη Γαλλία. Εξάλλου, το άρθρο D 21 διευκρινίζει επίσης ότι η διεύθυνση των ταχυδρομείων μπορεί να χορηγήσει το ευεργέτημα του προνομιακού τέλους των εφημερίδων και περιοδικών στις ξένες εκδόσεις που ταχυδρομούνται στη Γαλλία, όταν η οικεία χώρα δέχεται, αντιστρόφως, να ισχύσει για τις γαλλικές εφημερίδες και περιοδικά που ταχυδρομούνται στο έδαφος της το τέλος που προβλέπει η εσωτερική ρύθμιση « υπέρ των αντικειμένων της ίδιας κατηγορίας » ( πράγμα το οποίο σύμφωνα με τις διευκρινίσεις της γαλλικής κυβέρνησης δεν ισχύει παρά για το Βέλγιο ).
Προβαίνοντας στην εξέταση της εν λόγω ρύθμισης, ταυτόχρονα με την εξέταση των ρυθμίσεων που ισχύουν στα άλλα κράτη μέλη, η Επιτροπή έκρινε ότι οι πιο πάνω όροι εφαρμογής του προνομιακού τέλους δεν συμβιβάζονται με την απαγόρευση μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών που προβλέπει το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ καθώς και με τη σχετική οδηγία της Επιτροπής 70/50 της 22ας Δεκεμβρίου 1969, ιδίως δε με το άρθρο της 2, παράγραφος 3, στοιχεία 1) και ο), που ορίζει:
« συμπεριλαμβάνονται στα προβλεπόμενα μέτρα » ( που πρέπει να καταργηθούν ως ασυμβίβαστα προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ ), « μεταξύ άλλων τα μέτρα τα οποία,
...
1)
αποκλείουν, εν όλω ή μέρει, μόνο τα εισαγόμενα προϊόντα από τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις εθνικές εγκαταστάσεις ή εξοπλισμούς ή επιτρέπουν, εν όλω ή εν μέρει, τη χρησιμοποίηση αυτών των εγκαταστάσεων ή εξοπλισμών για μόνα τα εθνικά προϊόντα,
...
ο)
εξαρτούν την εισαγωγή από την προϋπόθεση ότι παρέχεται αμοιβαιότητα από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη,
... »
Η γαλλική κυβέρνηση ενημερώθηκε με έγγραφα του 1979 και 1980.
Η γαλλική κυβέρνηση θεώρησε — και θεωρεί — ότι η εκτιθέμενη εκτίμηση δεν είναι ορθή. Με έγγραφο του Ιουνίου 1980, θεωρεί, αφενός, ότι οι διατάξεις των οδηγιών που αναφέρθηκαν δεν εφαρμόζονται στο γαλλικό προνομιακό τέλος. Αφετέρου, κατά τη γνώμη της γαλλικής κυβέρνησης, δεν ισχύει για την επικρινόμενη από την Επιτροπή κανονιστική ρύθμιση η απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι η εισαγωγή και πώληση των ξένων εκδόσεων είναι ελεύθερη στη Γαλλία. Τίθεται επίσης το ερώτημα αν αυτή η διάκριση έχει εφαρμογή κατά γενικό τρόπο σε προϊόντα που αποτελούν την ουσιαστική βάση της πολιτικής, κοινωνικής ή πνευματικής πληροφόρησης και που, επομένως, δεν μπορούν να εξομοιωθούν με εμπορεύματα.
Τον Ιούλιο 1981, η Επιτροπή δεδομένου ότι δεν είχε πειστεί για την ορθότητα της εν λόγω επιχειρηματολογίας ζήτησε από τη γαλλική κυβέρνηση να τροποποιήσει την κανονιστική ρύθμιση του άρθρου D 21 του ταχυδρομικού και τηλεπικοινωνιακού κώδικα κατά τρόπον ώστε οι εκδόσεις όλων των κρατών μελών να μπορούν να επωφεληθούν του προνομιακού τέλους.
Δεδομένου ότι η αίτηση αυτή δεν είχε αποτέλεσμα, η Επιτροπή, με έγγραφο της 19ης Ιουλίου 1982, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ και, για να στηρίξει την άποψη της, αναφέρθηκε τότε στο άρθρο 2, παράγραφος 2, και στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο κ), της προαναφερθείσας οδηγίας της, το οποίο ορίζει ότι:
« Περιλαμβάνονται ιδίως τα μέτρα που εξαρτούν την εισαγωγή ή τη διανομή, σε κάθε στάδιο της διαθέσεως στο εμπόριο, εισαγόμενων προϊόντων από όρο εκτός απλής διατυπώσεως — που απαιτείται για μόνα τα εισαγόμενα προϊόντα ή από όρο διαφορετικό ή που πληρούται δυσχερέστερα από τον όρο που απαιτείται για τα εγχώρια προϊόντα. Περιλαμβάνονται, επίσης, τα μέτρα που ευνοούν τα εγχώρια προϊόντα ή τους παρέχουν προτεραιότητα, εκτός ενισχύσεως, την οποία συνοδεύουν ή όχι όροι.
Περιλαμβάνονται στα πιο πάνω αναφερόμενα μέτρα, μεταξύ άλλων, τα μέτρα τα οποία
...
κ)
εμποδίζουν την αγορά από τους ιδιώτες μόνο εισαγόμενων προϊόντων, ενθαρρύνουν την αγορά μόνο εγχώριων προϊόντων ή επιβάλλουν την αγορά αυτή ή της παρέχουν προτεραιότητα.
... »
Στη συνέχεια, επειδή η γαλλική κυβέρνηση δεν έδωσε συνέχεια στην περιλαμβανόμενη στο έγγραφο όχληση — η Επιτροπή διατύπωσε στις 14 Μαρτίου 1983 αιτιολογημένη γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ και — δεδομένου ότι τα απαιτούμενα μέτρα δεν θεσπίστηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας και δεν έγινε καμία σχετική δήλωση — άσκησε στις 9 Δεκεμβρίου 1983 προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, καθορίζοντας, κατ' εφαρμογή του άρθρου D 21 του ταχυδρομικού και τηλεπικοινωνιακού κώδικα, προνομιακά ταχυδρομικά τέλη μόνο για τις γαλλικές εφημερίδες ή τις εφημερίδες και περιοδικά που εκτυπώνονται στη Γαλλία, κατ' αποκλεισμό των ίδιων εκδόσεων των άλλων κρατών μελών που ταχυδρομούνται και διανέμονται στη Γαλλία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Β.
Έχω τη γνώμη ότι επί της εν λόγω αίτησης — την οποία η γαλλική κυβέρνηση θεωρεί αβάσιμη — επιβάλλονται οι εξής παρατηρήσεις:
1.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου η γαλλική κυβέρνηση δεν υποστήριξε πλέον — όπως το είχε πράξει κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία — ότι τα προϊόντα επί των οποίων εφαρμόζεται η κανονιστική ρύθμιση περί τελών δεν πρέπει να θεωρηθούν ως εμπορεύματα διότι αποτελούν την ουσιαστική βάση της πολιτικής, πνευματικής και κοινωνικής πληροφόρησης και δεν είναι, επομένως, δυνατό να έχουν επ' αυτών εφαρμογή οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Πράγματι, η εκτίμηση αυτή — η γαλλική κυβέρνηση το αναγνώρισε ρητώς κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας — δεν μπορεί να υποστηριχτεί. Αρκεί να αναφερθεί η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 7/68 ( 1 ) κατά την οποία οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων επεκτείνονται σε όλα τα προϊόντα που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και μπορούν για το λόγο αυτό να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών. Πρέπει ασφαλώς να γίνει δεκτό ότι αυτό συμβαίνει με τις εφημερίδες και άλλα περιοδικά.
2.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου — μετά την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση 8/74 ( 2 ) — είναι επίσης βέβαιο ότι εφαρμόζεται ευρέως η απαγόρευση του άρθρου 30. Κατά την εν λόγω απόφαση, κάθε εμπορική κανονιστική ρύθμιση των κρατών μελών « που είναι ικανή να παρεμβάλλει εμπόδια αμέσως ή εμμέσως, πραγματικώς ή δυνητικώς » στο ενδοκοινοτικό εμπόριο θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς ( Recueil 1974, σ. 852, σκέψη 5 ). Η ευρεία αυτή άποψη κατέχει σήμερα κεντρική θέση όταν πρόκειται να εκτιμηθούν τα εμπόδια κατά την εισαγωγή ( που δεν περιλαμβάνονται στις κατηγορίες των δασμών και ενισχύσεων).
Τουναντίον — δεδομένου ότι το άρθρο 30 ισχύει άμεσα μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου — η οδηγία της Επιτροπής που αναφέρεται στην αρχή δεν λειτουργεί παρά ως ερμηνευτικός κανόνας. Όπως ορθώς τονίστηκε, η οδηγία αυτή, επομένως, δεν έχει υποχρεωτική ισχύ για το Δικαστήριο και δεν περιέχει ιδίως καμιά εξαντλητική απαρίθμηση όλων των πιθανών εμποδίων κατά την εισαγωγή, έτσι ώστε είναι εσφαλμένη η άποψη ότι μέτρα για τα οποία δεν ισχύουν οι διατάξεις της οδηγίας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών.
Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου καταδεικνύει σαφώς ότι, για το άρθρο 30 δεν είναι το μέγεθος — ή η σπουδαιότητα — της πράξης η οποία θίγει το εμπόριο που έχει σημασία. 'Ετσι στην απόφαση που εκδόθηκε επί των υποθέσεων 177 και 178/82 ( 3 ), το Δικαστήριο σαφώς τόνισε ότι το άρθρο 30 δεν προβαίνει σε διάκριση ανάλογα με το βαθμό που θίγεται το εμπόρευμα' επομένως, το άρθρο 30 ισχύει ακόμα και όταν το εμπόδιο είναι ασήμαντο και υφίστανται άλλες δυνατότητες διαθέσεως των εισαγόμενων προϊόντων.
3.
Γίνεται, επομένως, ευχερώς αντιληπτό ότι η Επιτροπή διατύπωσε δικαίως την αιτίαση της παραβιάσεως της Συνθήκης κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας.
Στην πραγματικότητα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κανονιστική ρύθμιση που αναφέρεται στην αρχή καθιστά δυσχερέστερη την πώληση των εντύπων που εκτυπώνονται σε άλλα κράτη μέλη, στο μέτρο που η πώληση αυτή πραγματοποιείται στο εσωτερικό της Γαλλίας βάσει συστήματος συνδρομών (η πώληση στα περίπτερα στην οποία κανένας διαφορετικός όρος δεν εφαρμόζεται δεν ενδιαφέρει ). Πράγματι, η τιμή των εν λόγω εντύπων υφίσταται, σε σχέση με τις γαλλικές εκδόσεις, αύξηση που αφορά ασφαλώς τους αγοραστές — διότι οι εν λόγω εκδόσεις υφίστανται τα έξοδα μεταφοράς. Σύμφωνα με τις κοινοποιηθείσες τιμές, η εν λόγω αύξηση είναι σημαντική: σύμφωνα με τις ενδείξεις της Επιτροπής, τα μεταφορικά έξοδα στην περίπτωση συνδρομής αντιπροσωπεύουν 35 ο/ο της τιμής πωλήσεως στην επαρχία και 45 ο/ο της τιμής πωλήσεως στο Παρίσι' κατόπιν αιτήσεως σας, η γαλλική κυβέρνηση παρέσχε την πληροφορία ότι το προνομιακό τέλος κυμαίνεται, ανάλογα με το βάρος, μεταξύ 0,194 και 0,853 γαλλικών φράγκων σε σχέση με το σύνηθες τέλος που κυμαίνεται μεταξύ 1,70 και 6,50 γαλλικών φράγκων. Αυτό μπορεί να καταλήξει — για το άρθρο 30, σύμφωνα με την πιο πάνω ερμηνεία μια τέτοια δυνατότητα αρκεί — σε παραίτηση από την αγορά ξένων περιοδικών (όταν η αγορά από το περίπτερο δεν είναι δυνατή)' μπορεί επίσης να υποτεθεί ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, ορισμένη κατηγορία αναγνωστών θα αποφασίσει να αγοράσει γαλλικές εκδόσεις χαμηλότερου κόστους. Πράγματι, παρόλον ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι, όσον αφορά τις διάφορες εκδόσεις, η απόφαση αγοράς τους καθορίζεται λιγότερο από την τιμή και περισσότερο από την κλίση και από ορισμένες πνευματικές ή πολιτικές προτιμήσεις, δεν μπορεί γενικά να αποκλειστεί η υποκατάσταση μεταξύ γαλλικών και ξένων εκδόσεων, ιδίως όταν πρόκειται για αγορά εξειδικευμένων εκδόσεων, ιδίως επιστημονικής φύσεως ή όταν η γλώσσα της εκδόσεως δεν είναι αποφασιστική για τον αγοραστή και η τιμή αγοράς δεν παρουσιάζει αυτή καθαυτή αξιόλογη διαφορά. Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, αν δεν συνέβαινε αυτό, η εκτεθείσα διαφοροποίηση των τελών δεν θα ήταν κατανοητή. Εξάλλου, η ίδια η γαλλική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η κανονιστική ρύθμιση περί τελών αποτελεί έμμεση ενίσχυση ορισμένων εκδόσεων και αποβλέπει στο να συνδεθούν ορισμένοι αναγνώστες με αυτές τις εκδόσεις.
Κατά της εν λόγω απόψεως, δεν είναι εξάλλου δυνατό να αντιπαρατηρηθεί ότι η τιμή των περιοδικών δεν καθορίζεται από το ταχυδρομικό τέλος, ότι η γαλλική αγορά δεν αποτελεί την κύρια αγορά για την πώληση των ξένων εκδόσεων και ότι το αμφισβητούμενο τέλος δεν έχει έτσι σημασία παρά για μικρό μόνο τμήμα του εκδιδόμενου αριθμού εντύπων. Αυτό προδήλως στηρίζεται σε κακή εκτίμηση της έννοιας « τιμή κόστους » την οποία χρησιμοποιεί η Επιτροπή, με την οποία νοείται όχι η τιμή πωλήσεως την οποία επιβάλλει ο διευθυντής της έκδοσης ( σ' αυτήν την περίπτωση, η μερίδα των μεταφορικών εξόδων αληθοφανώς δεν είναι πολύ υψηλή ), αλλά η τιμή την οποία πρέπει να καταβάλει ο αγοραστής κατά την αγορά με τη μεσολάβηση του ταχυδρομείου.
Ομοίως, δεν είναι δυνατό να αντιπαρατηρηθεί στην πιο πάνω άποψη ότι δεν πρόκειται περί ευνοϊκού μέτρου αποκλειστικά υπέρ των γαλλικών εντύπων ότι ξένες εκδόσεις μπορούν και αυτές να επωφεληθούν του ειδικού τέλους όταν — ανταποκρινόμενες στα αναφερθέντα κριτήρια — μπορούν να θεωρηθούν ως γαλλικές εκδόσεις στη χώρα προέλευσης όταν εφαρμόζεται επίσης στις γαλλικές εκδόσεις προνομιακό τέλος. Στην πραγματικότητα, οι αναφερόμενες όλως στην αρχή προϋποθέσεις δεν μπορούν να συγκεντρωθούν συνεπάγονται ειδικά έξοδα και, συνεπώς, αποτελούν δυσχέρειες που δεν έχουν την ίδια σημασία για τα έντυπα που εκτυπώνονται στη Γαλλία. Όσον, όμως, αφορά το πρώτο σημείο, το σημαντικό στοιχείο δεν είναι μόνο ότι η επισημανθείσα περίπτωση δεν τροποποιεί καθόλου το γεγονός ότι, στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, είναι γαλλικά τα περιοδικά που επωφελούνται του τέλους· είναι επίσης — και επί του σημείου αυτού έχει δίκιο η Επιτροπή — το ότι, κατά το κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η εφαρμογή μέτρων ικανών να παραλύσουν τις εισαγωγές από το γεγονός ότι όμοια μέτρα εφαρμόζονται σε άλλα κράτη μέλη.
4.
Αν και οι εκτεθείσες σκέψεις αρκούν μόνες τους για να καταδείξουν το βάσιμο της προσφυγής, μπορεί εξάλλου να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή ορθώς αναφέρθηκε στις σαφέστερες διατάξεις της οδηγίας της της 22ας Δεκεμβρίου 1969.
α)
Αυτό ισχύει για το άρθρο 2, παράγραφος 2, το οποίο — όπως κατέδειξα — αφορά δύο είδη μέτρων: αφενός, τα μέτρα που δεν υποβάλλουν παρά τα εισαγόμενα προϊόντα σε ορισμένους όρους πωλήσεως ή που προβλέπουν προς το σκοπό αυτό προϋποθέσεις που πληρούνται δυσχερέστερα από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τα εγχώρια προϊόντα' αφετέρου, τα μέτρα που ευνοούν τα εγχώρια προϊόντα.
Η κανονιστική ρύθμιση που μας ενδιαφέρει τώρα περιλαμβάνεται στα τελευταία αυτά μέτρα — εν πάση περιπτώσει κατά το μέτρο που πρόκειται περί πωλήσεως εκδόσεων με τη μεσολάβηση του ταχυδρομείου —, διότι αυστηρότερες προϋποθέσεις απαιτούνται για τα εισαγόμενα προϊόντα. Ομοίως, μπορεί να γίνει λόγος περί μέτρου υπέρ των εγχώριων προϊόντων, διότι, στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται μόνο — όπως επεξήγησε η γαλλική κυβέρνηση — για ενθάρρυνση των αγοραστών περιοδικών στη γαλλική αγορά να αγοράζουν με τη μεσολάβηση συνδρομής — αντί να αγοράζουν στο περίπτερο — και το γεγονός ότι ορισμένες ξένες εκδόσεις ( όταν συγκεντρώνουν ορισμένες προϋποθέσεις) απολαύουν ενδεχομένως και εκείνες του ειδικού τέλους δεν μπορεί να συγκαλύψει το γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό ευνοούνται πρωτίστως τα εγχώρια προϊόντα.
β)
Το αυτό συμβαίνει και για το άρθρο 2, παράγραφος 3, γράμμα κ), όπου γίνεται λόγος περί μέτρων που ενθαρρύνουν την αγορά μόνο εγχώριων προϊόντων ή που παρέχουν προτίμηση στα προϊόντα αυτά.
Αυτό μπορεί να λεχθεί διότι το ευεργέτημα από το οποίο επωφελούνται κυρίως οι γαλλικές εκδόσεις είναι πράγματι σημαντικό και διότι — εν πάση περιπτώσει για ορισμένες εκδόσεις — είναι απολύτως δυνατό να γίνει δεκτή δυνατότητα υποκαταστάσεως σε σχέση με τις ξένες εκδόσεις.
γ)
Τέλος όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο ο), στο οποίο γίνεται λόγος περί μέτρων που εξαρτούν την εισαγωγή από τον όρο της αμοιβαιότητας εκ μέρους ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, ασφαλώς, είναι ορθό ότι όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του, δεν εφαρμόζεται ακριβώς στην υπό κρίση υπόθεση, διότι δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή οιαδήποτε προϋπόθεση που να έχει θεσπιστεί για την εισαγωγή.
Είναι απολύτως δυνατό να θεωρηθεί ότι μπορεί να υποστηριχτεί η ανάλογη εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως η περίπτωση που μας ενδιαφέρει σήμερα ή τουλάχιστο να γίνει δεκτό ότι η αναφερθείσα διάταξη περικλείει επίσης διατάξεις όπως οι διατάξεις του άρθρου D 21 του γαλλικού ταχυδρομικού και τηλεπικοινωνιακού κώδικα.
Γ.
Τέλος, πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, καθορίζοντας, κατ' εφαρμογή του άρθρου D 21 του ταχυδρομικού και τηλεπικοινωνιακού κώδικα, προνομιακά ταχυδρομικά τέλη μόνο για τις γαλλικές εφημερίδες και περιοδικά, κατ' αποκλεισμό των ίδιων εκδόσεων των άλλων κρατών μελών που ταχυδρομούνται και διανέμονται στη Γαλλία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επίσης, σύμφωνα με αίτημα της προσφυγής, η Γαλλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από ra γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1968 στην υπόθεση 7/68, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Recueil 1968. σ. 633.
( 2 ) Απόφαση της ΙΙης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74, Εισαγγελική Αρχή κατά Benoît και Guslave Dassonville. Recueil 1974, σ. 837.
( 3 ) Απόφαση της 5ης Απριλίου 1984 στην υπόθεση 177 και 178/82, Ποινική δίκη κατά Jan van de Haar και Kaveka de Meern BV, Συλλογή 1984, σ. 1797.
Full & Egal Universal Law Academy