ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 16ης Σεπτεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
Οι συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 271/83, 15, 36, 113, 158, 203/84 και 13/85 αφορούν προσφυγές 174 μελών του προσωπικού της United Kingdom Atomic Energy Authority ( στο εξής: « UKAEA » ή « φιλοξενούσα οργάνωση » ) που τέθηκαν στη διάθεση της κοινής επιχειρήσεως «Joint European Torus (JET) Joint Undertaking », η οποία δημιουργήθηκε με την απόφαση 78/471 του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 233 και επ.).
Οι παρούσες προσφυγές εξετάστηκαν ήδη ενώπιον του τρίτου τμήματος, και ο γενικός εισαγγελέας Ρ. VerLoren van Themaat ανέπτυξε τις προτάσεις του ενώπιον του τμήματος αυτού στις 12 Δεκεμβρίου 1985.
Εν συνεχεία, οι προσφυγές παραπέμφθηκαν ενώπιον της Ολομέλειας κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας και διεξήχθη νέα συζήτηση κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου στις 19 Ιουνίου 1986.
Κατά τη συνεδρίαση αυτή οι υποθέσεις εμφανίστηκαν υπό νέο πρίσμα όσον αφορά ορισμένα σημεία, ώστε να καθίστανται αναγκαίες συμπληρωματικές προτάσεις.
Αντί να υποβάλω στο Δικαστήριο τις προτάσεις του κ. VerLoren van Themaat, καθώς και συμπληρωματικές προτάσεις, έκρινα προτιμότερο, χάριν μεγαλύτερης σαφήνειας, να αναπτύξω ενιαίες προτάσεις που να ενσωματώνουν συγχρόνως τις παλαιές και τις νέες απόψεις. Επομένως, οι παρούσες προτάσεις στηρίζονται εν μέρει κατά λέξη στις προτάσεις του διαπρεπούς προκατόχου μου. Καίτοι τις αναπτύσσω υπό την. αποκλειστική μου ευθύνη, συνιστούν κατά κάποιο τρόπο συλλογικό έργο.
Προτού εξετάσω τις διάφορες προσφυγές που το Δικαστήριο καλείται να κρίνει, επιτρέψτε μου να υπομνήσω εν συντομία τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία έγινε η πρόσληψη της ομάδας του σχεδίου JET.
Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως ( 1 ) που είναι συνημμένο στην απόφαση της 30ής Μαΐου 1978, τα μέλη θέτουν στη διάθεση της προσωπικό ειδικευμένο στον επιστημονικό, τεχνικό και διοικητικό τομέα καθόλη τη διάρκεια πραγματοποιήσεως του σχεδίου JET
Το προσωπικό που αποτελεί την ομάδα του σχεδίου, περιλαμβάνει δύο σαφώς διακεκριμένες κατηγορίες:
α)
Το προσωπικό που προέρχεται από τη φιλοξενούσα οργάνωση
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, του καταστατικού, «το προσωπικό που διατίθεται από τη φιλοξενούσα οργάνωση θα συνεχίσει να απασχολείται από την οργάνωση αυτή υπό τους όρους απασχολήσεως που προβλέπονται από αυτή και θα διατίθεται από αυτή στην κοινή επιχείρηση ».
β)
το προσωπικό που προέρχεται από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως και το λοιπό προσωπικό
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 5, « εκτός αντιθέτου αποφάσεως, ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, σύμφωνα με τις διαδικασίες διορισμού και διαχειρίσεως του προσωπικού που καθορίζονται από το συμβούλιο της JET, το προσωπικό που διατίθεται από τα μέλη της κοινής επιχειρήσεως, εκτός από τη φιλοξενούσα οργάνωση, καθώς και κάθε άλλο προσωπικό, προσλαμβάνεται από την Επιτροπή σε προσωρινές θέσεις, σύμφωνα με το · καθεστώς που εφαρμόζεται στους λοιπούς υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων· και διατίθεται από την Επιτροπή στην κοινή επιχείρηση ».
Με επιστολές που απέστειλαν μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 1983, και εκ νέου μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 1983, οι προσφεύγοντες στις υπό κρίση υποθέσεις ζήτησαν από το διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως και από την Επιτροπή, βάσει του άρθρου 148, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΕ και/ή του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων:
—
να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων, με απόσπαση στην ομάδα του σχεδίου JET·
—
να αποζημιωθούν για την χρηματική και κάθε άλλη ζημία που υπέστησαν ή θα υποστούν λόγω του ότι δεν προσλήφθηκαν ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων.
Με εγκύκλιο της 1ης Νοεμβρίου 1983, ο διευθυντής της κοινής επιχειρήσεως JET γνωστοποίησε στους προσφεύγοντες ότι δεν ήταν σε θέση να δεχτεί την αίτηση τους λόγω του ότι « το προσωπικό της UKAEA θα συνεχίσει να απασχολείται από αυτή» σύμφωνα με το άρθρο 8 του καταστατικού.
Κατόπιν αυτού οι προσφεύγοντες άσκησαν τις υπό κρίση προσφυγές με τις οποίες ζητούν:
1)
να ακυρωθεί, βάσει του άρθρου 146, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, η προαναφερθείσα απόφαση της 1ης Νοεμβρίου 1983·
2)
επικουρικώς, να αναγνωριστεί η παράλειψη της Επιτροπής, καθόσον δεν απάντησε στις αιτήσεις των προσφευγόντων·
3)
να καταδικαστεί η Κοινότητα να αποζημιώσει τους προσφεύγοντες για τη ζημία που υπέστησαν λόγω των παράνομων διαδικασιών πρόσληψης που θέσπισε το Συμβούλιο και εφάρμοσε η Επιτροπή.
Θα εξετάσω διαδοχικά:
—
το παραδεκτό των προσφυγών,
—
το πρόβλημα της παράβασης του καταστατικού του JET,
—
το πρόβλημα του κύρους του καταστατικού αυτού,
—
το αίτημα αποζημιώσεως.
1. Επί του παραδεκτού
Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου την οποία στηρίζει σε διάφορα επιχειρήματα. Το Συμβούλιο υιοθέτησε τα επιχειρήματα αυτά, καθόσον πρόκειται για την απόφαση του και τη στοιχειοθέτηση ευθύνης του.
Η Επιτροπή διερωτάται πρωτίστως αν το Δικαστήριο είναι πράγματι αρμόδιο, δεδομένου ότι, κατά την άποψη της, η από 1ης Νοεμβρίου 1983 εγκύκλιος του διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 146 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Αντίθετα, πρόκειται για πράξη της κοινής επιχειρήσεως που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 49 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έκρινε ότι πρόκειται για πράξη κατά την έννοια του άρθρου 146, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Θεωρεί ότι η επίδικη απόφαση της 1ης Νοεμβρίου 1983 συνιστά απλώς επιβεβαίωση της πρόσληψης των προσφευγόντων που αποφάσισε ο διευθυντής της κοινής επιχειρήσεως μεταξύ 1978 και 1983. Το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως της απόφασης αυτής επεκτείνεται, κατά την Επιτροπή, και στα άλλα αιτήματα της προσφυγής.
Κατά την άποψη μου όμως, τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
Πρώτον, η επίδικη εγκύκλιος της 1ης Νοεμβρίου 1983 πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη της Επιτροπής. Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν την αίτηση τους προσλήψεως ως εκτάκτων υπαλλήλων της Επιτροπής στο διευθυντή και στην Επιτροπή. Μόνο ο διευθυντής τους απάντησε με την προαναφερόμενη εγκύκλιο. Είχε το δικαίωμα αυτό ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφοι 10 και 11, των συμπληρωματικών διατάξεων του καταστατικού περί τοποθετήσεως και διοικήσεως του προσωπικού της κοινής επιχειρήσεως. Με τις διατάξεις αυτές εξουσιοδοτείται να προσλαμβάνει προσωπικό μέχρι το βαθμό Α 4. Επομένως, η εγκύκλιος πρέπει να θεωρηθεί στην πραγματικότητα ως προερχόμενη από την Επιτροπή.
Δεύτερον, το επιχείρημα ως προς το εκπρόθεσμο της προσφυγής δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Η επίδικη απόφαση της 1ης Νοεμβρίου 1983 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβεβαίωση της προηγούμενης αποφάσεως προσλήψεως. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 8 του καταστατικού, οι ενδιαφερόμενοι δεν προσλήφθηκαν από το διευθυντή, αλλά από τη φιλοξενούσα οργάνωση. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για επιβεβαίωση προηγούμενης πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 146, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή. Επιθυμώ να διευκρινίσω επίσης ότι η αγωγή αποζημιώσεως συνιστά αυτοτελές μέσο παροχής έννομης προστασίας υποκείμενο σε πενταετή παραγραφή ( άρθρα 44 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΚΑΕ και 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ ).
Όσον αφορά την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβλήθηκε έναντι της αποφάσεως 78/471 του Συμβουλίου, παρατηρώ ακόμη ότι το γεγονός ότι η προσφυγή αφορά εν προκειμένω γενική απόφαση και όχι κανονισμό δεν καθιστά απαράδεκτη την προσφυγή αυτή. Το Δικαστήριο ερμήνευσε τα άρθρα 184 ΕΟΚ ή 156 ΕΚΑΕ ευρέως προκειμένου να διασφαλίσει τον έλεγχο της νομιμότητας χάριν των ιδιωτών, υπό την έννοια ότι η ένσταση αυτή μπορεί επίσης να εγερθεί κατά πράξεων των οποίων τα αποτελέσματα είναι ανάλογα με τα αποτελέσματα πράξεων που έχουν τη μορφή κανονισμού ( υπόθεση 92/78, Simmenthai, Rec. 1979, σ. 800). Αυτό επιβεβαιώθηκε επίσης κατά την προφορική διαδικασία από τον εκπρόσωπο του Συμβουλίου.
Αντίθετα, τίθεται το ζήτημα αν οι υπό κρίση προσφυγές, καθόσον στρέφονται κατά της Επιτροπής, είναι παραδεκτές, εφόσον στηρίζονται στα άρθρα 146, παράγραφος 2, 148, παράγραφος 3, 151 και 188 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Πράγματι, στρέφονται κατά αποφάσεως με την οποία η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ο διευθυντής της JET ενεργώντας επ' ονόματι της Επιτροπής) αρνήθηκε να προσλάβει τους προσφεύγοντες ως έκτακτους υπαλλήλους.
Όμως, καίτοι το Δικαστήριο έκρινε ότι υπάλληλοι μπορούν να ασκούν προσφυγές κατά κανονισμών του Συμβουλίου βάσει των άρθρων 173 ΕΟΚ ή 146 ΕΚΑΕ, μια μόνο φορά, από ό,τι γνωρίζω, έκρινε παραδεκτή προσφυγή η οποία ασκήθηκε βάσει ενός από τα άρθρα αυτά κατά αποφάσεως της ΑΔΑ.
Πρόκειται για τη Διάταξη του προέδρου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, της20ής Οκτωβρίου 1959, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 43, 44 και 45/59 ( Rec. 1960, σ. 983 ).
Οι προσφεύγοντες είχαν ασκήσει προσφυγές κατά αποφάσεων της Επιτροπής, με τις οποίες αυτή τους απάλλασσε από τα καθήκοντα τους, και ζητούσαν από το Δικαστήριο να τους χορηγήσει αναστολή εκτελέσεως.
Η καθής είχε εγείρει το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί των διαφορών μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, ενώ ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως που αναφέρει το άρθρο 179 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν είχε ακόμη εκόοΰεί.
Ο πρόεδρος έκρινε ori το ζήτημα auro ήταν οημοσίας τάξεως και αποφάνθηκε ως εξής:
«αντίθετα, από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο αφορά τις προσφυγές ακυρώσεως είναι διατυπωμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε εφαρμόζεται επίσης στους υπαλλήλους και τους παρέχει το δικαίωμα να προσφεύγουν κατά των αποφάσεων που τους αφορούν υπό τις περιστάσεις αυτές, το άρθρο 179 δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι παρέχει εξουσία στους συντάκτες του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως να περιορίζουν ή να επεκτείνουν τα όρια και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται γενικά για τις προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως για παράδειγμα, ο περιορισμός των προθεσμιών, η θέσπιση προσφυγής πλήρους δικαιοδοσίας σε καθορισμένες περιπτώσεις, κλπ. ».
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πρόεδρος του Δικαστηρίου θέλησε προφανώς να μη προσκρούουν οι προσφεύγοντες σε αρνησιδικία.
Έκτοτε, το Δικαστήριο έκρινε σχετικά με τον κανονισμό του Συμβουλίου 2530/72, περί θεσπίσεως ειδικών και προσωρινών μέτρων σχετικά με την πρόσληψη υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω της προσχωρήσεως νέων κρατών μελών, καθώς και την οριστική έξοδο από την υπηρεσία υπαλλήλων των Κοινοτήτων, ότι
« ο κανονισμός 2530/72, καίτοι δεν αποτελεί τυπικά αναπόσπαστο μέρος του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, εντούτοις έχει ως σκοπό και ως αντικείμενο να ρυθμίσει μια ιδιάζουσα όψη των κατά τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως σχέ^ σεων μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και ορισμένων υπαλλήλων τους·επομένως, τα μέσα παροχής έννομης προστασίας που παρέχονται στους ενδιαφερόμενους σε περίπτωση αμφισβητήσεως ως προς την εφαρμογή του κανονισμού είναι τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, περιλαμβανομένης και της διοικητικής ενστάσεως ως προηγούμενης προϋποθέσεως για κάθε προσφυγή» (απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1977, υπόθεση 48/76, Reinarz κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Rec. σσ. 291 και 297).
Με την ίδια απόφαση, όπως και σε προγενέστερη απόφαση (απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1975, 9/75, Meyer-Burckhart, Rec. σ. 1171), το Δικαστήριο έκρινε σχετικά με αγωγή αποζημιώσεως, ότι
« διαφορά μεταξύ υπαλλήλου και του κοινοτικού οργάνου στο οπίιο υπηρετεί ή υπηρετούσε, που αποβλέπει στην αποκατάσταση ζημίας, βρίσκεται, όταν η πραγματική της βάση έγκειται στην εργασιακή σχέση που συνδέει τον ενδιαφερόμενο προς το κοινοτικό όργανο, εντός του πλαισίου του άρθρου 179 της Συνθήκης και των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και εξέρχεται από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης».
Με την απόφαση Meyer-Burckhart το Δικαστήριο δέχτηκε ειδικότερα ότι « επιπλέον, με την υποβολή αιτήσεως και διοικητικής ενστάσεως, (ο προσφεύγων) ακολούθησε ο ίδιος την οδό που χαράσσουν τα άρθρα 90 και 91 » ( σκέψη 8 της απόφασης ).
Υπενθυμίζω ότι η υπό κρίση υπόθεση αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στην επιδίκαση αποζημιώσεως.
Σχετικά με την υπόθεση Reinarz, ο γενικός εισαγγελέας Capotarti είχε υποστηρίξει ότι « οιαδήποτε διαφορά που υποβάλλεται από άτομο που επικαλείται την ιδιότητα του υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου της Κοινότητας, και εγείρει ζήτημα προς επίλυση στο πλαίσιο του καθεστώτος που εφαρμόζεται στους κοινοτικούς υπαλλήλους, πρέπει να ακολουθήσει αποκλειστικώς την οδό που ορίζεται από το άρθρο 179 και τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, όχι μόνο όταν αντικείμενο της προσφυγής είναι η ακύρωση μιας πράξεως, αλλά και όταν ακόμη ζητείται η αποκατάσταση της βλάβης » ( 2 ).
Στις προτάσεις του στην υπόθεση Curtis ( 3 ), ο γενικός εισαγγελέας Capotarti εκφράστηκε ως εξής:
« Στη νομολογία του Δικαστηρίου ο κανόνας αυτός ηρμηνεύθη πάντοτε υπό την έννοια ότι τα μέσα προσφυγής, που παρέχονται στους υπαλλήλους στις σχέσεις τους με τη Διοίκηση, είναι ειδικού και αποκλειστικού χαρακτήρα, δηλαδή ότι οι υπάλληλοι διαθέτουν μόνο τα μέσα προσφυγής που προβλέπονται από το εν λόγω άρθρο και από τους σχετικούς κανόνες παραγώγου δικαίου και, επομένως, δεν δύνανται να επικαλεσθούν κατά της Αωικήσεωςτα άλλα μέσα προστασίας που η Συνθήκη αναγνωρίζει, γενικά, στα άτομα. Αρκεί να υπομνησθεί η απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1977 στην υπόθεση 48/76, Reinarz. »
Καίτοι στο πλαίσιο του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, είναι θεμιτή η υποβολή αιτήσεως στη διοίκηση και, σε περίπτωση απορρίψεως, η προσφυγή στο Δικαστήριο, η οδός αυτή δεν φαίνεται να είναι βατή στο πλαίσιο των άρθρων 173 ΕΟΚ και 146 ΕΚΑΕ, καθόσον στην υπόθεση Maag ( 4 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι ο « προσφεύγων δεν μπορεί να παρακάμψει μονομερώς την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων προκαλώντας απόρριψη του αιτήματος του από την Επιτροπή και χαρακτηρίζοντας, στη συνέχεια, την απόρριψη αυτή ως απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 173 ».
Επομένως, κλίνω προς το συμπέρασμα ότι ούτε η μέθοδος αυτή προσφέρεται σε μόνιμο ή άλλο υπάλληλο ή σε οποιονδήποτε που διεκδικεί τη μια ή την άλλη από τις ιδιότητες αυτές, για να παρακάμψει τις προϋποθέσεις ασκήσεως ενός από τα υφιστάμενα μέσα παροχής έννομης προστασίας ενώπιον του Δικαστηρίου ( 5 ).
Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφυγή των άρθρων 173 ΕΟΚ και 146 ΕΚΑΕ μπορεί να ασκηθεί μόνο κατά των πράξεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής ( και, κατά την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου, υπό ορισμένες ειδικές προϋποθέσεις, κατά των πράξεων του Κοινοβουλίου ).
Στην υπόθεση De Lacroix ( 6 ) που αφορούσε προσφυγή μιας υποψηφίας-υπαλλήλου κατά της διοίκησης του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι « καθόσον στηρίζεται στο άρθρο 173 της Συνθήκης, η προσφυγή είναι, εν πάση περιπτώσει, απαράδεκτη, διότι η διάταξη αυτή δεν προβλέπει τη δυνατότητα προσφυγής ακυρώσεως των πράξεων άλλων κοινοτικών οργάνων πλην του Συμβουλίου και της Επιτροπής ».
Επομένως, αν δεχόταν το Δικαστήριο ότι οι υπάλληλοι μπορούν να ασκήσουν εναλλακτικά τις προσφυγές που προβλέπονται με τα άρθρα 173 ΕΟΚ και 146 ΕΚΑΕ, αφενός, ή 179 EOK και 152 EKAE, αφετέρου, θα δημιουργούσε ανισότητα μεταξύ των υπαλλήλων του Συμβουλίου και της Επιτροπής και των υπαλλήλων των άλλων κοινοτικών οργάνων και υπηρεσιών.
Για όλους αυτούς τους λόγους και προκειμένου να καταστεί σαφές, για το μέλλον, ότι οι υπάλληλοι δεν μπορούν να στηρίξουν τις προσφυγές που ασκούν κατά αποφάσεως της ΑΔΑ στα άρθρα 173, 175, 178 και 215 ΕΟΚ ή 146, 148, 151 και 188 ΕΚΑΕ, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτες τις προσφυγές που στρέφονται κατά της Επιτροπής στις υποθέσεις 271/83, 15, 36, 113, 158 και 203/84 και 13/85, καθόσον στηρίζονται στα εν λόγω άρθρα.
Εξάλλου, όπως αναφέρουν οι προσφεύγοντες σε σημείωση στο τέλος της σελίδας 6 (γαλλικό κείμενο ) των προσφυγών τους, έχουν και οι ίδιοι αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό των προσφυγών τους και, έτσι, άσκησαν επίσης προσφυγές προληπτικά βάσει των άρθρων 152 ΕΚΑΕ και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Πρόκειται για τις υποθέσεις 159 και 267/84 και 12/85 ( αποκαλούμενες στο εξής « Ainsworth 2 » ), στο πλαίσιο των οποίων οι ίδιοι οι προσφεύγοντες — με εξαίρεση τους δεκαπέντε προσφεύγοντες στην υπόθεση 13/85 — διατυπώνουν τα ίδια αιτήματα και αναφέρονται στα ίδια επιχειρήματα.
Σημειωτέον ότι με τις πρώτες ήδη αιτήσεις, που απηύθυναν στο διευθυντή της JET και των οποίων η απόρριψη αποτελεί τη βάση των υποθέσεων Ainsworth 1, οι προσφεύγοντες επικαλέστηκαν επιπλέον του άρθρου 148 ΕΚΑΕ το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ( βλέπε παράρτημα 1 Β στις δικογραφίες των υποθέσεων Ainsworth 1 ). Εν συνεχεία, υπέβαλαν και διοικητικές ενοτάοεις ( που απορρίφθηκαν στη συνέχεια ) δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, αυτό όμως το πληροφορηθήκαμε μόνο από τα στοιχεία των δικογραφιών των υποθέσεων Ainsworth 2.
Τίθεται το ζήτημα αν, παρά το τελευταίο αυτό στοιχείο, το Δικαστήριο, για λόγους οικονομίας της δίκης, δεν θα μπορούσε απλούστατα να εξετάσει τις υποθέσεις Ainsworth 1 βάσει του άρθρου 91, καθόσον αφορούν την Επιτροπή. Η λύση αυτή ενδείκνυται και για έναν άλλο λόγο. Πράγματι, το ζήτημα του παραδεκτού εμφανίζεται κατά διαφορετικό τρόπο, όσον αφορά τα αιτήματα αποζημιώσεως πού προβάλλονται κατά του Συμβουλίου.
Οι προσφεύγοντες δεν διεκδικούν την ιδιότητα εκτάκτων υπαλλήλων του Συμβουλίου και η απόφαση 78/471 του Συμβουλίου η οποία, κατ' αυτούς, τους προκαλεί βλάβη, δεν συνιστά απόφαση της ΑΔΑ δεκτική προσβολής δυνάμει των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Ορθώς, επομένως τα αιτήματα αποζημιώσεως που προβάλλονται έναντι του Συμβουλίου στηρίχτηκαν στα άρθρα 151 και 188 ΕΚΑΕ.
Λόγω του αυτοτελούς χαρακτήρα της αγωγής αποζημιώσεως, που έχει καθιερωθεί κατά πάγια νομολογία (τελευταία υπόθεση 175/84, Krohn κατά Επιτροπής, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, Συλλογή 1986, σ. 753, σκέψεις 26 και 32 ), το παραδεκτό των αιτημάτων αυτών πρέπει να εκτιμάται ενόψει των προϋποθέσεων που διέπουν ειδικώς την εν λόγω αγωγή, θεωρώ δε ότι αυτές συντρέχουν εν προκειμένω.
Συνοψίζοντας, προτείνω επομένως να κριθούν καταρχήν παραδεκτές οι αγωγές αποζημιώσεως που στρέφονται κατά του Συμβουλίου, και να εξεταστούν οι προσφυγές που στρέφονται κατά της Επιτροπής στο πλαίσιο των υποθέσεων Ainsworth 1 βάσει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, καθόσον οι προσφεύγοντες συγκεντρώνουν τις προβλεπόμενες σχετικώς προϋποθέσεις.
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε ότι η λύση αυτή δεν ενδείκνυται, προτείνω
—
οι υποθέσεις 159, 267/84 και 12/85 (Ainsworth 2) να παραπεμφθούν ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου·
—
να ερωτηθούν οι διάδικοι αν είναι πρόθυμοι να παραιτηθούν από την προφορική διαδικασία στις υποθέσεις αυτές·
—
να μου δοθεί η ευκαιρία να αναπτύξω σύντομες προτάσεις σχετικά με τις υποθέσεις αυτές·
—
να συνενωθούν οι δύο κατηγορίες υποθέσεων για την έκδοση ενιαίας αποφάσεως και να κριθούν παραδεκτές οι αγωγές Ainsworth 2 καθώς και προσφυγές Ainsworth 1, καθόσον στρέφονται κατά του Συμβουλίου.
Αν αυτό δεν είναι δυνατό, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση παρά να κηρυχθούν απαράδεκτες οι παρούσες προσφυγές καθόσον στρέφονται κατά της Επιτροπής, να εξεταστούν κατ' ουσία, καθόσον στρέφονται κατά του Συμβουλίου, και να εξεταστούν αργότερα οι υποθέσεις 159 και 267/84 και 12/85.
Μπορώ τώρα να προχωρήσω επί της ουσίας.
2. Επί της ουσίας
Προς στήριξη των προσφυγών τους, οι προσφεύγοντες επικαλούνται διαδοχικά δύο λόγους, ήτοι:
—
παράβαση του καταστατικού της JET·
—
την ακυρότητα του καταστατικού αυτού.
2.1. Το ξήνημα της παράβασης του καταστατικού
Εδώ πρόκειται για το ζήτημα αν όλοι οι υποψήφιοι βρετανικής ιθαγένειας οι οποίοι, κατά τη στιγμή της επιλογής τους από το διευθυντή του σχεδίου JET, δεν απασχολούνταν στην UKAEA, έπρεπε κατ' ανάγκη να προσληφθούν αρχικά από την UKAEA για να ενταχθούν εν συνεχεία στο σχέδιο ή αν έπρεπε να προσληφθούν από την Επιτροπή ως έκτακτοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων υπαγόμενοι στην κατηγορία « άλλο προσωπικό ».
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ασφαλώς την τελευταία αυτή άποψη η οποία, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ελκυστική και συνεπής.
Αλλά ούτε και η ερμηνεία της Επιτροπής, που την υποστηρίζει επί του σημείου αυτού το Συμβούλιο και που βασίζεται στις συμπληρωματικές διατάξεις, περί διορισμού και διοικήσεως του προσωπικού που θεσπίστηκαν από το συμβούλιο του JET δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 9, του καταστατικού, είναι αντίθετη προς το καταστατικό. Πράγματι, μετά από την επιλογή τους από το διευθυντή της κοινής επιχειρήσεως προσφέρθηκε στους εν λόγω προσφεύγοντες σύμβαση εργασίας από τη φιλοξενούσα οργάνωση. Ως εκ τούτου, εντάχθηκαν στο προσωπικό της οργάνωσης αυτής. Εν συνεχεία, η κατάσταση τους ρυθμιζόταν από το άρθρο 8, παράγραφος 4, σχετικά με το προσωπικό που προέρχεται από αυτό το μέλος της κοινής επιχειρήσεως. Το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι η εργασιακή σχέση ήταν μόνο κατ' όνομα δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι το σύστημα επαναπροσλήψεως, το οποίο συνδέεται με την εργασιακή σχέση, έχει αναμφισβήτητα ουσιαστική σημασία.
Για την επίλυση της διαφοράς αυτής πρέπει να βρίσκεται συνεχώς προ οφθαλμών το ότι η επίδικη πρακτική εξελίσσεται κατά μία προκαταρκτική φάση της εφαρμογής του σχεδίου. Το καταστατικό δεν αναφέρει τίποτε για την προκαταρκτική αυτή φάση. Η φάση αυτή διέπεται από τις συμπληρωματικές διατάξεις που επιβεβαιώνουν την καίρια θέση των μελών και την ακολουθηθείσα πρακτική κατά το διορισμό του προσωπικού. Σύμφωνα με τις συμπληρωματικές διατάξεις, οι κενές θέσεις γνωστοποιούνται πρώτον στα μέλη που τις διανέμουν εντός της οργανώσεως τους (άρθρο 5, παράγραφος 2 των συμπληρωματικών διατάξεων). Μετά την οριστική επιλογή από το διευθυντή του σχεδίου, το ενδιαφερόμενο μέλος πληροφορείται σχετικά ( άρθρο 5, παράγραφος 10, των συμπληρωματικών διατάξεων ).
Οι συμπληρωματικές διατάξεις δεν ορίζουν τίποτε, όσον αφορά την κατηγορία «λοιπό προσωπικό ». Μόνο οι « ειδικές περιπτώσεις » που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του καταστατικού είναι αντικείμενο λεπτομερούς ρυθμίσεως, η οποία πάντως δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
Λαμβάνοντας υπόψη τις συμπληρωματικές διατάξεις και την πρακτική που βασίζεται σ' αυτές, θεωρώ ότι ορθώς οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν περιληφθεί στην κατηγορία « λοιπό προσωπικό ».
Πράγματι, δεν μπορεί να απαγορευτεί στην Επιτροπή να μην κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, ώστε όλα τα πρόσωπα που τίθενται στη διάθεση του σχεδίου JET να έχουν εγγύηση επαναπροσλήψεως από μια οργάνωση-μέλος κατά το χρόνο λήξεως του σχεδίου.
Επομένως, δεν είναι δυνατό να συναχθεί ότι η πρακτική για την οποία γίνεται λόγος πιο πάνω συνιστά παράβαση του καταστατικού.
Το ζήτημα όμως αυτό εμφανίζει μια άλλη όψη που παρουσιάστηκε υπό νέο φως κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουνίου 1986.
Κατά τη νέα αυτή προφορική διαδικασία, η Επιτροπή παραδέχτηκε ότι ο διευθυντής του σχεδίου JET είχε πάντοτε θεωρήσει ότι μόνο η « United Kingdom Atomie Energy Authority » ήταν διατεθειμένη να προσλάβει υποψηφίους βρετανικής ιθαγένειας που είχαν επιλεγεί για θέσεις στο πλαίσιο του σχεδίου JET.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα έγγραφα του τμήματος προσωπικού της κοινής επιχειρήσεως, με τα οποία επιβεβαιώνεται η λήψη των υποψηφιοτήτων και γνωστοποιείται η απόφαση επιλογής στους ενδιαφερομένους, και των οποίων αντίγραφα περιλαμβάνονται ενδεικτικά στη δικογραφία, ανέφεραν ότι « ... οι βρετανοί υποψήφιοι που έχουν επιλεγεί για τις θέσεις στο πλαίσιο της JET είναι ή γίνονται μέλη του προσωπικού της UKAEA » και ότι « ο μεταγενέστερος διορισμός τους στην JET ρυθμίζεται από τους όρους και τις προϋποθέσεις της σύμβασης τους με την UKAEA» ( παραρτήματα 11 και 12 της προσφυγής ).
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η πρακτική αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεπήγετο διακρίσεις και ότι η κοινή επιχείρηση θα την μετέβαλλε αμέσως.
Είναι πράγματι αναμφισβήτητο ότι η πρακτική αυτή συνιστά διάκριση λόγω ιθαγένειας και προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί υπ' αυτή την έννοια.
Οι υποψήφιοι βρετανικής ιθαγένειας έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να προταθούν για θέση στο πλαίσιο της JET από άλλες οργανώσεις-μέλη εκτός της UKAEA. Το καταστατικό δεν περιλαμβάνει καμιά διάταξη που να επιβάλλει στο διευθυντή να υιοθετήσει την άποψη που εκτίθεται παραπάνω.
Στην ίδια αλληλουχία, το Δικαστήριο ζήτησε από τους προσφεύγοντες και από τα καθών όργανα να απαντήσουν στις ακόλουθες ερωτήσεις:
1)
Ένας ή περισσότεροι προσφεύγοντες, για τους οποίους υπήρξε δέσμευση επαναπροσλήψεως από άλλη οργάνωση — μέλος εκτός της UKAEA μετά τη λήξη της σύμβασης τους με την JET, υποχρεώθηκαν, λόγω της βρετανικής τους ιθαγένειας, να παραιτηθούν από την κάλυψη αυτή και να δεχθούν αυτή της UKAEA;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στην πρώτη ερώτηση, αναφέρετε τα ονόματα των ενδιαφερομένων και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τους επιβλήθηκε η εν λόγω αλλαγή καλύψεως.
Από τις απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές συνάγεται ότι κανένας από τους προσφεύγοντες δεν μπόρεσε να καταδείξει ότι είχε την κάλυψη ενός άλλου μέλους της κοινής επιχειρήσεως εκτός της UKAEA.
Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να δεχτεί ομοίως ότι η απόδειξη αυτή δεν προσκομίστηκε.
Εφόσον από την εξέταση του πρώτου λόγου των προσφευγόντων κατέστη έτσι δυνατό να εκτιμηθεί η πρακτική που ακολούθησε η Επιτροπή, μπορώ τώρα, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου, να μη λάβω υπόψη τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε το καταστατικό και να συγκεντρώσω την προσοχή μου αποκλειστικά στο ζήτημα αν το εν λόγω καταστατικό περιλαμβάνει ή όχι διατάξεις που συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις.
2.2. Το πρόβλημα της εΑΑείψεως νομιμότητας του καταστατικού
Ο δεύτερος λόγος των προσφευγόντων συνίσταται στην κατ' ένσταση επίκληση της ελλείψεως νομιμότητας του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως, καθόσον αυτό επιτρέπει ένα σύστημα προσλήψεων αντίθετο προς θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου.
Κατά τους προσφεύγοντες, οι κρίσιμες διατάξεις του καταστατικού παραβιάζουν την αρχή της ισότητας και/ή την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας και/ή την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα της απασχόλησης, που εκφράζεται με τα άρθρα 48, 49 και 119 της Συνθήκης.
Η διαφορετική μεταχείριση του προσωπικού, το οποίο η UKAEA διέθεσε στο σχέδιο, αφενός, και του προσωπικού που αποσπάστηκε από τα άλλα μέλη της κοινής επιχειρήσεως, αφετέρου, δεν αμφισβητείται από τα καθών όργανα.
Παραμένει το ζήτημα αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση πρέπει να εξεταστεί υπό το φως της αρχής της ίσης μεταχείρισης ή της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας.
Το άρθρο 8, παράγραφος 4, του καταστατικού ορίζει ότι
« το προσωπικό που διατίθεται από τη φιλοξενούσα οργάνωση θα συνεχίσει να απασχολείται από την οργάνωση αυτή υπό τους όρους απασχολήσεως που προβλέπονται από αυτή και θα διατίθεται από αυτή στην κοινή επιχείρηση ».
Το καταστατικό, επομένως, δεν αναφέρεται στην ιθαγένεια του εν λόγω προσωπικού, αλλά αποκλειστικά στο γεγονός ότι απασχολείται από τη φιλοξενούσα οργάνωση.
Εξάλλου, στην υποσημείωση της σελίδας 5 του δικογράφου της προσφυγής στην υπόθεση 271/83 αναφέρεται ότι ένας από τους προσφεύγοντες έχει διπλή ιθαγένεια, βρετανική και ολλανδική, ένας άλλος είναι νεοζηλανδός υπήκοος, αλλά ζήτησε τη βρετανική ιθαγένεια, ο δε τρίτος είναι Καναδός.,
Όπως δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως ότι η φιλοξενούσα οργάνωση θα προσλάβει στο μέλλον και υπηκόους χωρών που δεν είναι μέλη της Κοινοπολιτείας και ιδίως υπηκόους άλλων κρατών μελών της Κοινότητας, θεωρώ προτιμότερο, σε τελική ανάλυση, να εξετάσω το πρόβλημα υπό το φως της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Τα καθών όργανα προέβαλαν σειρά επιχειρημάτων για να δικαιολογήσουν την εν λόγω διαφορετική μεταχείριση.
Πρώτον το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι η διαφορετική μεταχείριση των δύο κατηγοριών δεν είναι παράνομη λόγω της διαφοράς των καθεστώτων κατά το καταστατικό που έχουν εφαρμογή στις δύο κατηγορίες δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Τελικά, το Συμβούλιο είναι εκείνο που δημιούργησε τη διαφορετική μεταχείριση με την απόφαση του και με το επισυναπτόμενο σ' αυτή καταστατικό. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πανομοιότυπες καταστάσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο και διαφορετικές καταστάσεις κατά διαφορετικό τρόπο. Πάντως, για να γίνει δεκτή διαφορετική μεταχείριση, πρέπει η διαφορά να βασίζεται σε αντικειμενικές περιστάσεις. Εν προκειμένω, το επιχείρημα που προβάλλει το Συμβούλιο ως προς τη διαφορά των καθεστώτων κατά το καταστατικό δεν είναι επαρκές.
Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από τη θέση των μελών στο πλαίσιο του σχεδίου JET, τον προσωρινό του χαρακτήρα και τη συνακόλουθη αναγκαιότητα κανονιστικής ρυθμίσεως ως προς την επαναπρόσληψη του προσωπικού από τις οργανώσεις μέλη μετά το τέλος των εργασιών.
Όμως, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι και στα πρόσωπα που διατέθηκαν στο σχέδιο από τις άλλες οργανώσεις μέλη παρέχεται η εν λόγω εγγύηση επαναπασχολήσεως, καίτοι έχουν προσληφθεί ως έκτακτοι υπάλληλοι της Κοινότητας.
Εξάλλου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή παραδέχονται ότι η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται από εκτιμήσεις οικονομικής φύσεως.
Η Επιτροπή προβάλλει ακόμη ότι, αν επιφυλασσόταν η ίδια μεταχείριση σε όλα τα μέλη του προσωπικού, αυτό θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στην υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των άλλων κοινών επιχειρήσεων και του προσωπικού που συμμετέχει στο « πρόγραμμα συντήξεως » στο πλαίσιο συμφωνιών συνεργασίας που συνήφθησαν μεταξύ Ευρατόμ και εθνικών εργαστηρίων έρευνας.
Επ' αυτού, πρέπει πρώτον να τονιστεί ότι το σχέδιο JET αντιμετωπίστηκε ως κοινοτικό οχέδιο, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης του Συμβουλίου και από το άρθρο 8, παράγραφος 2, του καταστατικού που ορίζει ότι:
« Η σύνθεση της ομάδας του σχεδίου πρέπει να επιτυγχάνει λογική ισορροπία μεταξύ της ανάγκης, αφενός, για την εγγύηση του κοινοτικού χαρακτήρα του σχεδίου, ιδιαίτερα όσον αφορά τις θέσεις για τις οποίες απαιτείται ειδίκευση ορισμένου επιπέδου (φυσικοί, μηχανικοί, διοικητικά στελέχη ισοδυνάμου επιπέδου) και, αφετέρου, της ανάγκης για την παροχή στο διευθυντή του σχεδίου όσον το δυνατόν ευρύτερων εξουσιών στο θέμα επιλογής του προσωπικού προς το συμφέρον αποτελεσματικής διαχειρίσεως. Κατά την εφαρμογή της αρχής αυτής πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των μη κοινοτικών μελών της κοινής επιχειρήσεως. »
Η απαίτηση αυτή δεν υφίσταται ως προς τις άλλες κοινές επιχειρήσεις, οι οποίες διαφέρουν σαφώς από το σχέδιο JET ( βλέπε επ' αυτού, κυρίως, την ανταπάντηση του Συμβουλίου ).
Οι τελευταίες υφίσταντο ως εθνικές επιχειρήσεις προτού καταστούν κοινές επιχειρήσεις. Η JET δημιουργήθηκε από το Συμβούλιο. Το καταστατικό του καταρτίστηκε και θεσπίστηκε από το Συμβούλιο, ενώ το καταστατικό των άλλων κοινών επιχειρήσεων απλώς « εγκρίθηκαν » από αυτό.
Οι άλλες κοινές επιχειρήσεις διαθέτουν δικό τους προσωπικό, του οποίου η υπηρεσιακή κατάσταση καθορίστηκε από τις εθνικές αρχές.
Καίτοι προσωπικό της Ευρατόμ αποσπάστηκε ομοίως σ' αυτές τις άλλες κοινές επιχειρήσεις, όπως και στα εργαστήρια που συνήψαν σύμβαση συνεργασίας με την Ευρατόμ, πρόκειται εντούτοις κάθε φορά για μερικά μόνο πρόσωπα εκάστοτε. Υπενθυμίζω ότι οι γνήσιοι υπάλληλοι της Ευρατόμ που τοποθετήθηκαν στο σχέδιο JET ανέρχονται μόνο σε ένδεκα. Παράλληλα όμως με αυτούς υπάρχουν 162 έκτακτοι υπάλληλοι της Κοινότητας που προσλήφθηκαν ειδικά για το σχέδιο.
Υπενθυμίζω ακόμη ότι κατά την προφορική διαδικασία το Συμβούλιο επιβεβαίωσε ρητώς, απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, την άποψη που είχε εκθέσει προηγουμένως, ότι η κανονιστική ρύθμιση αποβλέπει στην εξασφάλιση ισορροπίας ως προς την ιθαγένεια των μελών του προσωπικού που αποτελεί την ομάδα του σχεδίου. Όμως, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η ισορροπία αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί στην ομάδα των προσωρινών υπαλλήλων της Επιτροπής.
Το κύριο επιχείρημα που συνηγορεί υπέρ της επίδικης διαφορετικής μεταχειρίσεως — και ασφαλώς έχει σημαντική βαρύτητα — συνίσταται στον ισχυρισμό ότι δεν πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ του προσωπικού της UKAEA που εργάζεται στο Culham αναλόγως του αν το προσωπικό αυτό τοποθετήθηκε στο σχέδιο JET ή ασχολείται με την έρευνα στο πλαίσιο του «προγράμματος συντήξεως» βάσει της συμφωνίας συνεργασίας που υπάρχει μεταξύ του βρετανικού εργαστηρίου και της Ευρατόμ.
Επομένως, διαπιστώνω καταρχάς ότι υπάρχει κατ' ανάγκη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δύο κατηγοριών προσώπων. Το ζήτημα είναι απλώς αν η διαχωριστική γραμμή πρέπει να χαραχθεί μεταξύ του προσωπικού που τοποθετήθηκε στην JET ή μεταξύ του προσωπικού που εξαρτάται από την UKAEA.
Νομίζω ότι και αυτό το δίλημμα μπορεί να λυθεί μόνο με εφαρμογή του κριτηρίου των αντικειμενικών περιστάσεων.
Συγκρίνω επομένως την κατάσταση του προσωπικού το οποίο, νομικώς, υπάγεται στην UKAEA και τοποθετήθηκε στο σχέδιο JET:
—
με την κατάσταση του προσωπικού που τοποθετήθηκε στο σχέδιο από τα άλλα μέλη της JET·
—
και με την κατάσταση του προσωπικού της UKAEA που εργάζεται στο πλαίσιο της σύμβασης συνεργασίας.
'Ετσι, καταλήγω στις ακόλουθες διαπιστώσεις:
Μεταξύ του προσωπικού που υπάγεται στην UKAEA και τοποθετήθηκε στην JET και του προσωπικού που τοποθετήθηκε στο ίδιο σχέδιο από τα άλλα μέλη της JET διαπιστώνονται τα τέσσερα ακόλουθα κοινά χαρακτηριστικά:
α)
το προσωπικό αυτό έχει επιλεγεί από το διευθυντή του σχεδίου JET·
β)
εργάζεται υπό την ιεραρχική εξουσία του διευθυντή αυτού·
γ)
εκτελεί την ίδια ακριβώς εργασία·
δ)
αμείβεται από τους πόρους της κοινής επιχειρήσεως.
Οι δύο αυτές κατηγορίες προσώπων διακρίνονται, εξάλλου, ως προς δύο σημεία:
—
υπάγονται σε διαφορετικούς εργοδότες·
—
η μια κατηγορία αναγκάστηκε να εκπατρισθεί, η άλλη όχι.
Εν συνεχεία, αν συγκριθεί η κατάσταση των υπαλλήλων της UKAEA που έχει τοποθετηθεί στην JET με την κατάσταση των υπαλλήλων του ίδιου οργανισμού, οι οποίοι εργάζονται στο πλαίσιο της σύμβασης συνδέσεως, διαπιστώνεται η αντίστροφη ακριβώς κατάσταση: τα χαρακτηριστικά των στοιχείων α ) μέχρι δ ) δεν είναι κοινά, ενώ τα χαρακτηριστικά των δυο άλλων στοιχείων είναι κοινά.
Μπορεί ίσως να αντιταχθεί ότι, όσον αφορά το στοιχείο γ), υπάρχει οπωσδήποτε ομοιότητα ως προς την εκτελούμενη εργασία. Αυτό αληθεύει υπό την έννοια ότι οι δύο αυτές κατηγορίες προσώπων εργάζονται ενόψει του ίδιου στόχου, δηλαδή να καταστήσουν δυνατή την ελεγχόμενη θερμοπυρηνική σύντηξη. Δεν υπάρχει, όμως, μεταξύ αυτών μια παρόμοια διαφορά με εκείνη που υπάρχει μεταξύ του προσωπικού μιας αυτοκινητοβιομηχανίας, αφενός, και του προσωπικού ενός ανεξάρτητου υπεργολάβου, αφετέρου, ο οποίος προμηθεύει στην πρώτη, βάσει συμβάσεως, κιβώτια ταχυτήτων ή άλλα εξαρτήματα αυτοκινήτου;
Αλλά ας επανέλθω στην πρώτη σύγκριση.
Ως προς τα δύο μη κοινά χαρακτηριστικά, αυτό που αναφέρεται στον εκπατρισμό συνιστά αντικειμενική και όχι αμελητέα διαφορά ( 7 ). Πάντως, θα ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό του μισθολογίου.
Αντίθετα, η διαφορά ως προς τον εργοδότη δεν συνιστά πραγματικά περίσταση ουδέτερου χαρακτήρα που να προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων.
Πράγματι, και οι έκτακτοι υπάλληλοι τέθηκαν στη διάθεση του σχεδίου από διαφορετικούς εργοδότες στους οποίους θα επανακάμψουν, πράγμα που δεν εμπόδισε την Επιτροπή να τους προσλάβει προσωρινώς και να τους υπαγάγει στο ίδιο καθεστώς.
Εξάλλου, υπάρχει στην Κοινότητα ( υπό ευρεία έννοια) ένα προηγούμενο, το οποίο μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον στην παρούσα αλληλουχία, ήτοι εκείνο των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
Στα σχολεία αυτά, πρόσωπα υπαγόμενα σε διαφορετικούς εργοδότες λαμβάνουν τις ίδιες αποδοχές.
Πράγματι, τα μέλη του διδακτικού προσωπικού που αποσπάστηκαν στα σχολεία αυτά εξακολουθούν να εξαρτώνται νομικώς από τις εθνικές τους αρχές οι οποίες επιπλέον εξακολουθούν να τους καταβάλλουν το μισθό τους.
Το εν λόγω προσωπικό λαμβάνει από τα Ευρωπαϊκά Σχολεία πρόσθετο μισθό, προκειμένου οι συνολικές του αποδοχές να ανέρχονται στο επίπεδο που ορίζει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως του διδακτικού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Σχολείων.
Εφόσον είναι πολίτες της φιλοξενούσας χώρας, ασκούν μερικές φορές τα καθήκοντα τους σε μικρή απόσταση από τους συναδέλφους τους οι οποίοι υπάγονται στο ίδιο υπουργείο παιδείας και διδάσκουν σε εθνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα.
Ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως του προσωπικού των Ευρωπαϊκών Σχολείων εισάγει, επομένως, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων του ίδιου εργοδότη οι οποίοι εργάζονται σε μικρή απόσταση οι μεν από τους δε, χωρίς αυτό να έχει μέχρι τώρα δώσει λαβή για αμφισβήτηση.
Εξάλλου, ένα Ευρωπαϊκό Σχολείο λειτουργεί στο Culham.
Το σύστημα αυτό καταδεικνύει ότι είναι δυνατό να τηρείται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως προσώπων που ασκούν τα ίδια καθήκοντα ενώ διατηρούν πλήρως τους δεσμούς τους με τις διοικητικές αρχές από τις οποίες προέρχονται.
Ένα πρόσθετο στοιχείο αξίζει να τονιστεί. Ενώ το προσωπικό της JET επιλέγεται από το διευθυντή του σχεδίου, τα μέλη του διδακτικού προσωπικού που αποσπώνται στα Ευρωπαϊκά Σχολεία δεν επιλέγονται από το διευθυντή του σχολείου αλλά από τα διάφορα υπουργεία εθνικής παιδείας.
Για να καταλήξω επί του σημείου αυτού, λέγω, επομένως, ότι, με την εφαρμογή αντικειμενικών κριτηρίων, προκύπτει ότι η κατάσταση του προσωπικού της UKAEA που αποσπάστηκε στο σχέδιο JET έχει περισσότερα κοινά σημεία με την κατάσταση των άλλων προσώπων που υπηρετούν στο σχέδιο αυτό, παρά με εκείνην των μελών της UKAEA που εργάζονται στο πλαίσιο της σύμβασης συνδέσεως.
Από αυτό συνάγω ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση, που περιέχεται στα άρθρα 8, παράγραφοι 4 και 5, του καταστατικού, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Επομένως, η επίδικη απόφαση της Επιτροπής, που βασίζεται στις διατάξεις αυτές, πρέπει να ακυρωθεί.
3. Επί του αιτήματος αποζημιώσεως
Οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το Δικαστήριο να καταδικάσει την Κοινότητα να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστησαν λόγω της παράνομης διαδικασίας προσλήψεων, που θέσπισε το Συμβούλιο και εφάρμοσε η Επιτροπή. Όμως, κατά την ανάπτυξη του αιτήματος τους, ζήτησαν από το Δικαστήριο να διατάξει τους διαδίκους να προσπαθήσουν να καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ποσό της αποζημιώσεως. Θεωρούν, ιδίως, ότι δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί προς το παρόν το ποσό αυτό, εξυπακουομένου ότι πρέπει να καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών τους ως έκτακτων υπαλλήλων της UΚΑΕΑ και των αποδοχών τους ως έκτακτων υπαλλήλων της Επιτροπής. Πράγματι, δεν είναι δυνατό προς το παρόν να προσδιοριστεί ο βαθμός στον οποίο πρέπει να καταταγούν.
Αφού προέβαλαν την ένσταση απαραδέκτου, τα καθών δεν πρόσθεσαν τίποτε πλέον όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως.
Κατά την άποψη μου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων το Δικαστήριο επιδικάζει αποζημίωση. Εν προκειμένω, η παραβίαση της θεμελιώδους αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που προκύπτει από το καταστατικό της JET συνιστά κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Το ίδιο ισχύει και για την παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας για την οποία ευθύνεται η Επιτροπή de facto, όσον αφορά τις προσλήψεις βρετανών υποψηφίων.
Στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει δεκτό το αίτημα των προσφευγόντων παρά μόνο αν διατάξει τους διαδίκους να καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ύψος της αποζημίωσης.
Η αποζημίωση οφείλει να καλύψει την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία οι προσφεύγοντες υπέβαλαν την αίτηση τους στο διευθυντή του σχεδίου JET, αφενός, και της ημερομηνίας προσλήψεως τους ως εκτάκτων υπαλλήλων ή της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος ενός άλλου συστήματος που να διασφαλίζει την ισότητα μεταχειρίσεως όλων των προσώπων που έχουν διατεθεί στο σχέδιο, αφετέρου.
4. Γενικό συμπέρασμα
Καταλήγοντας, προτείνω στο Δικαστήριο, ως προς την ουσία:
1)
να ακυρώσει την επίδικη απόφαση της 1ης Νοεμβρίου 1983, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των προσφευγόντων με την οποία ζητούν να διοριστούν ως έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής, λόγω του ότι στηρίζεται στις διατάξεις του καταστατικού της κοινής επιχειρήσεως που πρέπει να κριθούν ως μη εφαρμοστέες διότι συνιστούν παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως·
2)
να κάνει δεκτό το αίτημα αποζημιώσεως που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που λαμβάνουν οι προσφεύγοντες ως μέλη του προσωπικού της UKAEA και των αποδοχών που δικαιούνται ως έκτακτοι υπάλληλοι της Κοινότητας·
3)
να διατάξει τους διαδίκους να προσπαθήσουν να καταλήξουν σε συμφωνία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί για κάθε ατομική περίπτωση και να υποβάλουν σχετική έκθεση στο Δικαστήριο εντός προθεσμίας έξι μηνών
4)
να διατάξει ότι, ελλείψει συμφωνίας εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας επί του ποσού της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί, οι διάδικοι οφείλουν να γνωστοποιήσουν στο Δικαστήριο το ακριβές ποσό της ζημίας που, κατά την άποψη τους, πρέπει να αποκατασταθεί·
5)
να απορρίψει τα λοιπά αιτήματα των προσφευγόντων.
Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, όλα εξαρτώνται από τη λύση που θα δεχτεί το Δικαστήριο, όσον αφορά το παραδεκτό των προσφυγών:
α)
αν το Δικαστήριο κρίνει τις παρούσες προσφυγές τελείως απαράδεκτες, καθόσον στρέφονται κατά της Επιτροπής, προτείνω εντούτοις στο Δικαστήριο να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα λόγω της νομικής αβεβαιότητας που υπήρχε ως προς τη δυνατότητα, για τους υπαλλήλους, να επιλέξουν το ένα ή το άλλο μέσο παροχής έννομης προστασίας όσον αφορά τις προσφυγές που στρέφονται κατά του Συμβουλίου, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει το Συμβούλιο στο σύνολο των δικαστικών εξόδων ·
β)
αν το Δικαστήριο κρίνει τις παρούσες προσφυγές παραδεκτές βάσει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθόσον στρέφονται κατά της Επιτροπής, και βάσει των άρθρων 151 και 188 ΕΚΑΕ, καθόσον στρέφονται κατά του Συμβουλίου, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα τα κοινοτικά αυτά όργανα·
γ)
αν το Δικαστήριο αποφασίσει να συνενώσει, προς έκδοση ενιαίας αποφάσεως, τις υποθέσεις 271/83, 15, 36, 113, 158 και 203/84 και 13/85, καθόσον στρέφονται κατά του Συμβουλίου, αφενός, και τις υποθέσεις 159, 267/84 και 12/85, που στρέφονται κατά της Επιτροπής, αφετέρου, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχτεί τη λύση α), όσον αφορά την πρώτη σειρά των προσφυγών, και, όσον αφορά τη δεύτερη σειρά, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Δηλαδή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ), η φιλοξενούσα οργάνωση (UKAEA), οι αντίστοιχες με την τελευταία επιχειρήσεις στα άλλα κράτη μέλη της ΕΚΑΕ ή τα Ιδια κράτη μέλη και το National Swedish Board for Energy Source Development.
( 2 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti στην υπόθεση 48/76, Reinarz κατά Επιτροπής, Rec. 1977, σ. 301.
( 3 ) Υπόθεση 167/80, Curtis κατά Επιτροπής και Κοινοβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 1525.
( 4 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, υπόθεση 43/84, Maag κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2581, σκέψη 26.
( 5 ) Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου τα πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα μέλους του προσωπικού της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 152 της Συνθήκης ΕΚΑΕ μπορούν, και αυτά, να προσφύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου ( βλέπε τελευταία τις συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις 87 και 130/77 και 22/83, Salerno και άλλοι, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, Συλλογή 1985, σ.2523).
( 6 ) Απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1977, υπόθεση 91/76, De Lacroix κατά Δικαστηρίου, Rec. σ. 229.
( 7 ) Καίτοι ορισμένοι υπάλληλοι της UKAEA προσλήφθηκαν, ενώ εργάζονταν εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου.
Full & Egal Universal Law Academy