ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 29ης Νοεμβρίου 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτες,
Το βασικό ζήτημα που τίθεται στην προκειμένη υπαλληλική υπόθεση είναι αν η αρχαιότητα υπαλλήλου, ο οποίος μετά από επιτυχή συμμετοχή σε γενικό διαγωνισμό μεταπηδά από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α, πρέπει να καθοριστεί σύμφωνα με τους κανόνες του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τη βαθμολογική προαγωγή ή με αυτούς που αφορούν την πρόσληψη.
1. Τα πραγματικά περιστατικά συνοψίζονται ως εξής:
Ο προσφεύγων Bernard Michel, που γεννήθηκε το 1945, είναι από το 1975 υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Καταρχάς ήταν αναπληρωτής βοηθού διοικήσεως με βαθμό Β 4 και το 1979 προήχθη σε βοηθό διοικήσεως με βαθμό Β 3. Παράλληλα με την εργασία του ο προσφεύγων παρακολούθησε σπουδές στο Institut d'enseignement supérieur Lucien Cooremans στις Βρυξέλλες, τις οποίες ολοκλήρωσε το 1977 με την απόκτηση του πτυχίου licence en sciences commerciales et consulaires (πτυχίο εμπορικών επιστημών) και του πτυχίου του agrégé de l'enseignement secondaire supérieur pour les sciences commerciales ( πτυχίο διδακτικής ικανότητας στο δεύτερο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στον τομέα των εμπορικών επιστημών ).
Μετά από επιτυχή συμμετοχή στο γενικό διαγωνισμό COM/A/325 της Επιτροπής βάσει τίτλων και εξετάσεων για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα προσλήψεως υπαλλήλων διοικήσεως στους βαθμούς 7/6 της κατηγορίας Α (ΕΕ C 233, 1981, σ. 21), ο προσφεύγων, ο οποίος την εποχή εκείνη βρισκόταν στο τέταρτο κλιμάκιο του βαθμού Β 3, διορίστηκε με απόφαση της Επιτροπής της 11ης Μάιου 1983, με ισχύ από την 1η του ίδιου μήνα, ως υπάλληλος διοικήσεως με βαθμό Α 7, κλιμάκιο 1. Η απόφαση στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στα άρθρα 1, 2, 29 και 30 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και στην απόφαση της Επιτροπής της 10ης Μαρτίου 1971 σχετικά με τα κριτήρια κατατάξεως σε βαθμό και κλιμάκιο σε περίπτωση διορισμού που συνεπάγεται αλλαγή κατηγορίας, όπως τροποποιήθηκε απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 1976 (κρπήΡ101 κατατάξεως/αλλαγή κατηγορίας).
Σύμφωνα με αυτές τις αποφάσεις, κάθε υπάλληλος που τοποθετείται σε θέση σταδιοδρομίας ανώτερης κατηγορίας πρέπει να κατατάσσεται στον εισαγωγικό βαθμό της εν λόγω σταδιοδρομίας. Σύμφωνα με το κείμενο του άρθρου 46, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, προβλέπεται περαιτέρω ότι ο εν λόγω υπάλληλος στο βαθμό αυτό λαμβάνει το κλιμάκιο, το οποίο είναι ίσο ή αμέσως ανώτερο από το κλιμάκιο που κατείχε στον παλιό του βαθμό.
Ο προσφεύγων υπέβαλε νομοτύπως και εμπροθέσμως ένσταση, με την οποία στράφηκε κατά της κατατάξεως του στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού Α 7 που έγινε σύμφωνα με αυτά τα κριτήρια. Ουσιαστικά υποστήριξε ότι έχοντας συμμετάσχει σε «εξωτερικό» διαγωνισμό πρέπει να του αναγνωριστούν τα ίδια δικαιώματα και προνόμια, τα οποία αναγνωρίζονται στους υποψηφίους, οι οποίοι μέχρι τότε δεν ήταν υπάλληλοι της Κοινότητας. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 5 της απόφασης της Επιτροπής σχετικά με τα κριτήρια κατατάξεως σε βαθμό και κλιμάκιο κατά την πρόσληψη, του Ιουνίου 1973 (κριτήρια κατατάξεως/πρόσληψη), γι' αυτούς προβλέπεται, σε περίπτωση επαγγελματικής πείρας ορισμένης διάρκειας, η κατάταξη σε ανώτερο κλιμάκιο. Σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, ο προσφεύγων πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη την επαγγελματική του πείρα και μετά την απόκτηση του πτυχίου το 1977, να καταταχθεί στο κλιμάκιο 4 του βαθμού Α 7.
Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της Επιτροπής της 20ής Σεπτεμβρίου 1983 ουσιαστικά με την αιτιολογία ότι ο διορισμός του προσφεύγοντος πρέπει να θεωρηθεί ως μετάβαση υπαλλήλου από μια κατηγορία σε άλλη και όχι ως νέα πρόσληψη.
Κατ' αυτής της απορριπτικής αποφάσεως ο προσφεύγων άσκησε στις 14 Δεκεμβρίου 1983 προσφυγή, με την οποία ουσιαστικά ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση και να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι, σύμφωνα με τα κριτήρια κατατάξεως που εφαρμόζει η Επιτροπή κατά την πρόσληψη, ο προσφεύγων δικαιούται εξίσου όπως και οι νεοπροσλαμβανόμενοι υποψήφιοι να καταταχθεί σε ανώτερο κλιμάκιο. Ο προσφεύγων ζητεί ακόμη να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του αναγνωρίσει την επαγγελματική του πείρα από τότε που απέκτησε το πτυχίο Kat, επικουρικώς, να υποχρεωθεί η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να τον κατατάξει εκ νέου αφού λάβει υπόψη τις προαναφερθείσες απόψεις.
2. Η άποψη μου επ' αυτών των αιτημάτων είναι η εξής:
2.1. Επί τον αιτήματος της ακύρωσης της κατάταξης στο πρώτο κλιμάκιο τον βαθμού Α 7, η οποία έγινε σύμφωνα με τα κριτήρια κατατάξεως πον εφαρμόζονται · στην περίπτωση αλλαγής κατηγορίας
2.1.1.
Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, η κατάταξη στο πρώτο κλιμάκιο, που έγινε σύμφωνα με τα κριτήρια κατατάξεως που εφαρμόζονται στην περίπτωση αλλαγής κατηγορίας, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, η κατάταξη όλων των συμμετεχόντων σε γενικό διαγωνισμό πρέπει να γίνεται βάσει των ίδιων κριτηρίων. Ενώ όμως στην περίπτωση προσλαμβανόμενων υποψηφίων, που δεν εργάζονται ήδη στην Κοινότητα, η ειδική επαγγελματική πείρα συνεπάγεται την κατάταξη σε ανώτερο κλιμάκιο σύμφωνα με τα κριτήρια κατατάξεως, τα οποία εξάλλου στηρίζονται στο άρθρο 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση των υπαλλήλων, οι οποίοι ήδη βρίσκονται στην υπηρεσία της Κοινότητας και οι οποίοι διέπονται από τα κριτήρια κατατάξεως που εφαρμόζονται στην περίπτωση αλλαγής κατηγορίας. Δεδομένου ότι τα κριτήρια κατατάξεως που εφαρμόζονται στην περίπτωση αλλαγής κατηγορίας δεν μπορούν να καταστήσουν ανίσχυρους τους δεσμευτικούς κανόνες του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, η κατάταξη του στο κλιμάκιο πρέπει να γίνει σύμφωνα με τα κριτήρια κατατάξεως που εφαρμόζονται στην περίπτωση προσλήψεως.
α)
Ως προς αυτή την επιχειρηματολογία πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι αναμφισβήτητα τα κριτήρια κατατάξεως που εφαρμόζονται σε περίπτωση προσλήψεως βασίζονται στις σχετικές διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ενώ τα κριτήρια κατατάξεως που εφαρμόζονται σε περίπτωση αλλαγής κατηγορίας λαμβάνουν υπόψη τους τα άρθρα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων περί βαθμολογικής προαγωγής, ιδίως το άρθρο 46. Συνεπώς, αυτοί οι τελευταίοι κανόνες συμπεριφοράς εφαρμόστηκαν κακώς στην περίπτωση του προσφεύγοντος, μόνο εφόσον ο διορισμός του ως υπαλλήλου διοικήσεως με βαθμό Α 7 δεν έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 45 και 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως περί της βαθμολογικής προαγωγής, αλλά σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο « Πρόσληψη ».
β)
Επομένως, αντίθετα προς την άποψη του προσφεύγοντος, ο παράνομος χαρακτήρας της μεταβάσεως του από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α, που έγινε σύμφωνα με τους κανόνες περί βαθμολογικής προαγωγής, δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι η καθής στην προκήρυξη του διαγωνισμού, καθώς και σε άλλα τυποποιημένα έγγραφα που έχουν συνταχθεί ακριβώς για τους γενικούς διαγωνισμούς που αποτελούν τον κανόνα, δημιούργησε την εντύπωση, όπως ισχυρίζεται ο προσφεύγων, ότι πρόκειται για «πρόσληψη». Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση της 11ης Μαΐου 1983 öw είναι επίσης ελαττωματική, επειδή, μεταξύ άλλων, στηρίζεται στα άρθρα 29 και 30 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Οι διατάξεις αυτές αναφέρονται μόνο στη διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί ενόψει της πληρώσεως κενών θέσεων, αλλά δεν δίνουν απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, σύμφωνα με ποιους κανόνες δηλαδή πρέπει να γίνεται η κατάταξη στο κλιμάκιο σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη.
γ)
Η απάντηση επ' αυτού μπορεί εντούτοις να δοθεί μόνο μέσω οριοθετήσεως του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 32 και 45 επ. του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Μια τέτοια οριοθέτηση έκανε ήδη το Δικαστήριο στην υπόθεση Αγγελίδη (υπόθεση 17/83 ( 1 )), στην οποία επρόκειτο για την κατάταξη σε κλιμάκιο υπαλλήλου, ο οποίος καταρχάς ήταν έκτακτος υπάλληλος \μ, βαθμό Α 7 και στη συνέχεια διορίστηκε υπάλληλος ņ& βαθμό Α 5. Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο σε αυτή την απόφαση, οι κανόνες σχετικά με τη βαθμολογική προαγωγή αποσκοπούν στη ρύθμιση της προωθήσεως κοινοτικών υπαλλήλων στις αντίστοιχες σταδιοδρομίες τους οι οποίοι, κατά τη βαθμολογική προαγωγή τους, είναι ήδη υπάλληλοι της Κοινότητας. Αντιθέτως, ο σκοπός του άρθρου 32 συνίσταται στον καθορισμό της υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, που για πρώτη φορά, μετά από διαδικασία προσλήψεως, εισέρχονται στο σώμα των κοινοτικών υπαλλήλων.
Παρόλο που η απόφαση αυτή δεν αναφέρει ρητώς πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η περίπτωση μόνιμου υπαλλήλου που μεταπηδά στην επόμενη ανώτερη κατηγορία, μετά από συμμετοχή σε γενικό διαγωνισμό, μπορεί εντούτοις να συναχθεί από αυτήν ότι ήδη από το γράμμα του άρθρου 32, στο οποίο γίνεται
λόγος για προσληφθέντες υπαλλήλους, δεν εφαρμόζεται άμεσα στην προκειμένη περίπτωση.
δ)
Ομοίως, όπως σωστά φρονεί ο προσφεύγων, η εν προκειμένω υπό κρίση μετάβαση του προσφεύγοντος από το βαθμό Β 3 στο βαθμό Α 7 μετά από συμμετοχή σε γενικό διαγωνισμό, δεν συνιστά βαθμολογική προαγωγή κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Παρόμοια βαθμολογική προαγωγή, πράγματι, συνεπάγεται, όπως αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, ότι ο υπάλληλος μεταπηδά στον επόμενο ανώτερο βαθμό της κατηγορίας, στην οποία βρίσκεται. Για παρόμοια περίπτωση επρόκειτο και στην υπόθεση Μούση ( 227/83 ) ( 2 ). Στην υπόθεση αυτή τάχθηκα υπέρ της απόψεως ότι η συμμετοχή υπαλλήλου σε γενικό διαγωνισμό δεν μπορεί να διακόψει τη συνέχεια της σταδιοδρομίας του υπό την έννοια ότι η επαγγελματική του πείρα, που έχει ήδη ληφθεί υπόψη κατά την πρώτη κατάταξη, μπορεί ξανά, εκ νέου, να ληφθεί υπόψη.
ε)
Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται άμεσα το άρθρο 45, παράγραφος 2, σύμφωνα με το οποίο «η μετάβαση υπαλλήλου από... κατηγορία σε... ανώτερη κατηγορία δύναται να γίνει μόνο μετά από διαγωνισμό ». Δεδομένου όμως ότι αυτή η διάταξη, εκτός από το απαιτούμενο κριτήριο του διαγωνισμού, δεν προβλέπει καμιά έννομη συνέπεια, μπορεί είτε, σύμφωνα με την άποψη του προσφεύγοντος, να εκληφθεί ως διάταξη που παραπέμπει στα άρθρα 29 επ., τα οποία μεταξύ άλλων προβλέπουν διαγωνισμό, συμπεριλαμβανομένων των άρθρων 31 και 32, είτε, σύμφωνα με την άποψη της Επιτροπής, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κατά παρέκκλιση από το άρθρο 45, παράγραφος 1, προβλέπει διαγωνισμό για τις εν λόγω περιπτώσεις, χωρίς όμως να παρεκκλίνει από την κατάταξη σε κλιμάκιο που ρυθμίζεται στο άρθρο 46.
αα)
Πάντως, η θέση την οποία κατέχει αυτή η διάταξη στο σύστημα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς και το γράμμα των κανόνων σχετικά με τη βαθμολογική προαγωγή νομίζω ότι συνηγορούν μάλλον υπέρ της απόψεως της Επιτροπής. Έτσι, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι η εν λόγω διάταξη αποτελεί μέρος του άρθρου 45, το οποίο ρυθμίζει τις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα βαθμολογικής προαγωγής και του οποίου έπεται αμέσως το άρθρο 46, το οποίο προβλέπει τις έννομες συνέπειες παρόμοιας προωθήσεως. Αν ο νομοθέτης ήθελε να αποφύγει αυτές τις έννομες συνέπειες στις περιπτώσεις που ρυθμίζονται από το άρθρο 45, παράγραφος 2, μπορούσε και έπρεπε να το διατυπώσει αυτό επιλέγοντας τις κατάλληλες λέξεις προς το συμφέρον της σαφήνειας του νόμου.
Τέλος, και από το γράμμα αυτών των άρθρων σε όλες τις δεσμευτικές γλωσσικές αποδόσεις καταφαίνεται ότι το άρθρο 46 εφαρμόζεται τόσο στις περιπτώσεις του άρθρου 45, παράγραφος 1, όσο και στις περιπτώσεις του άρθρου 45, παράγραφος 2. Ενώ στο άρθρο 45, παράγραφος 1, γίνεται λόγος για το ότι η βαθμολογική προαγωγή συνεπάγεται τη μετάβαση στον επόμενο ανώτερο βαθμό μιας κατηγορίας, η παράγραφος 2 αυτής της διατάξεως αναφέρεται στη μετάβαση υπαλλήλου σε ανώτερη κατηγορία. Σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 46 επιζητείται προφανώς να συμπεριληφθούν και οι δύο περιπτώσεις, εφόσον σ' αυτό αναφέρεται ότι ο υπάλληλος που όιορίξεται σε ανώτερο βαθμό κατατάσσεται στο κλιμάκιο που καθορίζεται από αυτή τη διάταξη.
ββ)
Τέλος, και το άρθρο 15 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποδεικνύει ότι αυτές οι προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις δεν οφείλονται σε σύμπτωση ή σε συντακτικό λάθος. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 αυτής της διάταξης, η αρχική κατάταξη έκτακτου υπαλλήλου καθορίζεται βάσει του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Αντιθέτως, αν έκτακτος υπάλληλος με πρόσθετη σύμβαση στη σύμβαση προσλήψεως χρησιμοποιηθεί σε θέση ανώτερου βαθμού από αυτόν στον οποίο προσλήφθηκε, σύμφωνα με την παράγραφο 2 αυτής της διάταξης « κατατάσσεται βάσει του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ».
Αν ο νομοθέτης ήθελε η επαγγελματική πείρα υπαλλήλου των Κοινοτήτων να λαμβάνεται εκ νέου υπόψη σε περίπτωση που αυτός χρησιμοποιείται σε θέση ανώτερου βαθμού, η αναφορά, στην περίπτωση των έκτακτων υπαλλήλων, στον κανόνα βαθμολογικής προαγωγής του άρθρου 46 θα ήταν εντελώς ανεξήγητη λόγω της δυνατότητας τροποποιήσεως της σύμβασης.
Κατά την άποψη μου, προκύπτει σαφώς από αυτή τη διάταξη ότι ο νομοθέτης επιθυμεί, προς το συμφέρον της ίσης μεταχείριθ7]ς όλων των υπαλλήλων των Κοινοτήτων, να εκτιμάται η επαγγελματική τους πείρα βασικά μόνο μία φορά, κατά την είσοδο τους στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 32 που παρέχει ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως. Αντιθέτως, η χρησιμοποίηση υπαλλήλου σε ανώτερη θέση, που συμφωνήθηκε συμβατικώς, πρέπει να γίνει σύμφωνα με τον τρόπο υπολογισμού του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Αυτή η σκέψη όμως πρέπει πολύ περισσότερο να ισχύσει επίσης για την κατάταξη σε ανώτερο βαθμό υπαλλήλων, στους οποίους ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, σε αντίθεση προς το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων, διανοίγει υπηρεσιακή σταδιοδρομία για την οποία σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πρέπει κάθε φορά, βασικά, να ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις. Η κατ' επανάληψη εκτίμηση της επαγγελματικής πείρας, ιδίως εφόσον εν μέρει αποκτήθηκε κατά την υπηρεσία στις Κοινότητες, σε περίπτωση συμμετοχής σε γενικό διαγωνισμό δεν θα ανταποκρινόταν γενικά στο στόχο του άρθρου 5, παράγραφος 3. Συνεπώς, η κατάταξη του προσφεύγοντος, η οποία έγινε σύμφωνα με τα κριτήρια κατατάξεως, τα οποία εφαρμόζονται στην περίπτωση αλλαγής κατηγορίας και τα οποία στηρίζονται ουσιαστικά στους κανόνες του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως σχετικά με τη βαθμολογική προαγωγή, δεν μπορεί βασικά να αμφισβητηθεί.
Διαφορετική εκτίμηση εν πάση περιπτώσει θα ήταν δυνατή σε περίπτωση που ορισμένη επαγγελματική πείρα, η οποία δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε σχέση με δεδομένο είδος δραστηριότητας ( πχ. μεταφραστική υπηρεσία), είναι απόλυτα σχετική με άλλου είδους δραστηριότητα (πχ. η διοικητική υπηρεσία ) και επομένως μπορεί να ληφθεί υπόψη. Εντούτοις, εν προκειμένω δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για κάτι τέτοιο.
2.1.2.
Μετά από το συμπέρασμα αυτό, όμως, πρέπει να εξεταστεί ακόμη αν, όπως νομίζει ο προσφεύγων, η εφαρμογή αυτών των διατάξεων πρέπει να αποκλειστεί λόγω παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σε περίπτωση που έχει ως αποτέλεσμα χειροτέρευση της κατάστασης των υπαλλήλων έναντι των «εξωτερικών» υποψηφίων, που συμμετείχαν στον ίδιο διαγωνισμό και των οποίων η επαγγελματική πείρα εκτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 2, δηλαδή σύμφωνα με τα κριτήρια κατατάξεως που εφαρμόζονται σε περίπτωση προσλήψεως.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, από αυτή την αρχή μπορεί μόνο να συναχθεί αφενός μεν ότι όλοι οι συμμετέχοντες σε γενικό διαγωνισμό υπόκεινται στις ίδιες προϋποθέσεις εξετάσεως, αφετέρου δε ότι οι υποψήφιοι που συγκεντρώνουν τις ίδιες προϋποθέσεις κατατάσσονται στον ίδιο βαθμό και στο ίδιο κλιμάκιο. Επειδή όμως η κατάσταση υπαλλήλου διαφέρει από την κατάσταση εξωτερικού υποψηφίου σε σημαντικό βαθμό, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν παραβιάζεται σε περίπτωση διαφορετικής κατάταξης.
α)
Ως προς την επιχειρηματολογία, ας παρατηρηθεί βασικά ότι η εφαρμογή των κανόνων σχετικά με τη βαθμολογική προαγωγή σε υποψηφίους διαγωνισμού, που είναι ήδη υπάλληλοι της Κοινότητας, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα χειροτέρευση της θέσης τους έναντι εξωτερικών υποψηφίων που κατατάσσονται σύμφωνα με τους κανόνες περί προσλήψεως, αλλά αυτό δεν είναι υποχρεωτικό να συμβεί. Εξίσου καλά μπορούν να υπάρξουν περιπτώσεις κατά τις οποίες, αν δεν κάνω λάθος, η εφαρμογή του άρθρου 46 σε υπαλλήλους που κατέχουν ήδη υψηλό βαθμό ή υψηλό κλιμάκιο μπορεί να τους ευνοήσει έναντι εξωτερικών υποψηφίων, οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν μπορούν να καταταχθούν σε ανώτερο από το τρίτο κλιμάκιο.
β)
Η διαφορετική αντιμετώπιση όμως, όπως ακριβώς δείχνει η διαφορετική διαμόρφωση των κανόνων για την πρόσληψη και των διατάξεων για τη βαθμολογική προαγωγή, είναι απόλυτα ηθελημένη από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης υπαλλήλων της ίδιας σταδιοδρομίας, επειδή η κατάσταση των συμμετεχόντων σε διαγωνισμό που είναι ήδη υπάλληλοι διαφέρει από πολλές απόψεις από την κατάσταση των υποψηφίων που εισέρχονται για πρώτη φορά στην υπηρεσία των Κοινοτήτων.
Ήδη, το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως λαμβάνει υπόψη του αυτή τη διαφορά προβλέποντας ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατά την πλήρωση κενών θέσεων πρέπει πριν από την προκήρυξη γενικού διαγωνισμού να εξετάσει καταρχάς τη δυνατότητα βαθμολογικής προαγωγής ή μεταθέσεως εντός του οργάνου, τη δυνατότητα της διεξαγωγής εσωτερικού διαγωνισμού εντός του οργάνου καθώς και τις αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων κοινοτικών οργάνων. Στην περίπτωση υπαλλήλων του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που ήδη βρίσκονται στην υπηρεσία της Κοινότητας μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ζ, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως — αντίθετα απ' ό,τι ισχύει για τους υπολοίπους υποψηφίους — να αυξηθεί το όριο ηλικίας.
Τέλος, και αυτή δεν είναι η λιγότερο σημαντική διαφορά εξαιρέσει των υπαλλήλων με βαθμό Α 1 και Α 2, κάθε εξωτερικός υποψήφιος υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 34 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πριν από το διορισμό του ως μονίμου υπαλλήλου να διανύσει περίοδο δοκιμαστικής υπηρεσίας. Αυτή η περίοδος δοκιμαστικής υπηρεσίας όμως, αντίθετα από την άποψη του προσφεύγοντος, μπορεί να μην απαιτηθεί από υπαλλήλους που έχουν ήδη διοριστεί ως μόνιμοι υπάλληλοι.
Αυτό το πλεονέκτημα που ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως παρέχει στους υπαλλήλους δικαιολογεί κατά την άποψη μου το ότι οι εν λόγω υπάλληλοι πρέπει βασικά να αποδέχονται τη χειροτέρευση της κατάστασης τους που ενδεχομένως μπορεί να συνεπάγεται η εφαρμογή των κανόνων περί βαθμολογικής προαγωγής, η οποία σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να σημαίνει απώλεια δύο κλιμακίων.
γ)
Η κατάσταση του προσφεύγοντος, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, διαφέρει επίσης από αυτή την άποψη από την κατάσταση του προσφεύγοντος στην υπόθεση Williams (υπόθεση 9/81 ( 3 )). Στην υπόθεση εκείνη, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, επρόκειτο για προσλήψεις προσωπικού υπό διαφορετικούς όρους σε κοινοτικό όργανο που μόλις είχε δημιουργηθεί. Οι νέοι υπάλληλοι που δεν εργάζονταν πριν στην Κοινότητα προσελήφθησαν βάσει εσωτερικών κανόνων κατατάξεως, οι οποίοι δεν ίσχυαν υπό αυτή τη μορφή σε άλλα κοινοτικά όργανα. Ο προσφεύγων που μετατάχθηκε από άλλο κοινοτικό όργανο στο βαθμό που κατείχε και που αργότερα προήχθη βαθμολογικά, κατατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Επειδή, κατόπιν αυτού, οι προσληφθέντες υπάλληλοι εισήλθαν υπό διαφορετικούς όρους στην υπηρεσία της Κοινότητας, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η καθής αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κακώς στηρίχθηκε στο άρθρο 46 για να δικαιολογήσει τη διάκριση σε βάρος του προσφεύγοντος, το οποίο συμβιβάζεται με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, μόνο εφόσον οι σταδιοδρομίες διαμορφώνονται ομοιόμορφα από την αρχή. Από αυτή την απόφαση, επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί ότι το άρθρο 46 δεν μπορεί για λόγους ίσης μεταχειρίσεως να εφαρμοστεί σε υπαλλήλους που μετά τη συμμετοχή τους σε διαγωνισμό διορίστηκαν σε βαθμό ανώτερης κατηγορίας.
2.2. Επί των αιτήοεων που αναφέρονται στη Αήψη υπόψη της επαγγελματικής πείρας του προσφεύγοντος
Δεδομένου ότι, κατά την άποψη μου, η κατάταξη του προσφεύγοντος στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού Α 7, που έγινε σύμφωνα με τα κριτήρια κατατάξεως που εφαρμόζονται σε περίπτωση αλλαγής κατηγορίας, είναι σύννομη, τα υπόλοιπα αιτήματα σχετικά με την επανεξέταση της επαγγελματικής πείρας του προσφεύγοντος θα εξεταστούν μόνο επικουρικώς και με κάθε συντομία. Σχετικώς, ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι πρέπει να ληφθεί πλήρως υπόψη η επαγγελματική του πείρα από τότε που απέκτησε το δίπλωμα του ανωτάτης σχολής και, επικουρικώς, να καταδικαστεί η καθής να προβεί σε νέα κατάταξη βασιζόμενη σε αυτή τη νομική αντίληψη.
Όπως το Δικαστήριο υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Blomefield ( 190/82 ( 4 )), πρέπει να αναγνωρίζεται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στο πλαίσιο του άρθρου 32, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ευρεία διακριτική εξουσία ως προς όλα τα θέματα που μπορεί να έχουν σημασία για την αναγνώριση προηγούμενης επαγγελματικής πείρας του προσληφθέντος υπαλλήλου όσον αφορά τόσο το είδος και τη διάρκεια όσο και τη λιγότερο ή περισσότερο στενή συνάρτηση που μπορεί να έχει με τις απαιτήσεις της θέσης που πρόκειται να πληρωθεί. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, καθόσον αφορά την άσκηση διακριτικής ευχέρειας, δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να υποκαταστήσει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Αν το Δικαστήριο συμφωνούσε με την άποψη του προσφεύγοντος ότι ο καθορισμός του κλιμακίου του έπρεπε να γίνει λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, θα έπρεπε κατόπιν αυτού να ακυρωθεί η κατάταξη, να απορριφθεί η προσφυγή ως προς τα υπόλοιπα και η αρμόδια αρχή να εκτιμήσει εκ νέου την επαγγελματική πείρα του προσφεύγοντος.
3.
Τελειώνοντας προτείνω, εντούτοις, να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη και, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, και το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, να καταδικαστεί κάθε διάδικος στα δικαστικά του έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 17/83, Άγγελος Αγγελίδης κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1984, σ. 2907.
( 2 ) Προτάσεις της 21ης Ιουνίου 1984 στην υπόθεση 227/83, Σοφία Μούση κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1984, σσ. 3133,3147.
( 3 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 9/81, Calvin Ε. Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1982, σ. 3301.
( 4 ) Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1983 στην υπόθεση 190/82, Adam P.H. Blomefield κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1983, σ. 3981.
Full & Egal Universal Law Academy