ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 11ης Ιουνίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
Α.
Με απόφαση της Ελληνικής Νομισματικής Επιτροπής της 19ης Φεβρουαρίου 1977 (608 ΓΚ) ορίστηκε ότι επιτρέπεται η επί πιστώσει πώληση καινουργών επιβατηγών αυτοκινήτων οχημάτων ιδιωτικής χρήσεως στους καταναλωτές, μόνο εφόσον η κατασκευή ή η ολοκλήρωση της κατασκευής τους πραγματοποιείται στην Ελλάδα και εφόσον η εγχώρια προστιθέμενη αξία αντιστοιχεί σε ποσοστό τουλάχιστον 30 % του συνολικού κόστους κατασκευής. Συνεπώς, για εισαγόμενα οχήματα αποκλείεται αυτός ο τρόπος κτήσεως.
Η Επιτροπή θεωρεί αυτό ασυμβίβαστο με το — σύμφωνα με το άρθρο 35 της Πράξης περί των όρων προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των συνθηκών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 19. 11. 1979 σσ. 17 και επ. ) — άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο από την 1η Ιανουαρίου 1981 ισχύει ανεπιφυλάκτως στην Ελλάδα και σύμφωνα με το οποίο, ως γνωστό, οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται.
Όταν η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των ελληνικών αρχών στο θέμα αυτό, η άποψη της — αυτό δε προφανώς συνέβη τον Ιούνιο 1981 — αναγνωρίστηκε ως ορθή και δόθηκε υπόσχεση ότι θα καταργηθεί η διαφορετική αυτή μεταχείριση.
Επειδή αυτό δεν πραγματοποιήθηκε ( όπως επίσης — παρά τη δήλωση του αντιπροσώπου της ελληνικής κυβέρνησης κατά την προφορική διαδικασία της 21ης Νοεμβρίου 1984 — δεν επήλθε μέχρι σήμερα καμία μεταβολή στην ελληνική έννομη κατάσταση) κίνησε η Επιτροπή με έγγραφο της 24ης Μαρτίου 1982 τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Εν προκειμένω, η Επιτροπή προέβαλε — αναφορικά με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ — ότι η αμφισβητούμενη απόφαση ευνοεί την πώληση αυτοκινήτων που κατασκευάζονται στην Ελλάδα, καθιστά την εισαγωγή επιβατηγών αυτοκινήτων οχημάτων δυσκολότερη και ακριβότερη από την πώληση εχγω-ρίων προϊόντων και εξαρτά την είσοδο αλλοδαπών οχημάτων στην ελληνική αγορά υπό προϋπόθεση, η οποία δεν ισχύει για εθνικά προϊόντα. Επισήμανε επίσης ότι ο καθορισμός όρων πληρωμής μόνο για εισαγόμενα προϊόντα δεν συνάδει με την οδηγία της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1969, περί της καταργήσεως μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών (ABl. 1970, L 13, σ. 29).
Στη συνέχεια — επειδή η ελληνική κυβέρνηση δεν απάντησε στο προαναφερόμενο έγγραφο — η Επιτροπή διατύπωσε εν προκειμένω ρητώς τη θέση της στις 3 Ιουνίου 1983, με την οποία, μεταξύ άλλων, ζήτησε να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα εντός μηνός από την κοινοποίηση.
Η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 1983. Στο έγγραφο αυτό τονιζόταν πρώτον ότι η αμφισβητούμενη απόφαση συνιστά — επειδή πρόκειται για μέτρα εξασφαλίσεως της πληρωμής τοις μετρητοίς — πράξη που εκδόθηκε χάριν της εξισορροπήσεως του ελλειμματικού ελληνικού ισοζυγίου πληρωμών. Περαιτέρω, στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι με την απόφαση επιδιώκεται επίσης ο στόχος της προώθησης της νεοπαγούς ελληνικής βιομηχανίας στον εν λόγω τομέα. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνο ότι η εγχώρια βιομηχανία δεν αντιπροσωπεύει μεγάλο μέρος της προσφοράς στην ελληνική αγορά και ότι, συνεπώς, οι εισαγωγές δεν επηρεάζονται σημαντικά από το εν λόγω μέτρο. Σημαντικό είναι, ιδίως, ότι οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας έχουν αναγνωριστεί ρητά στο πρωτόκολλο 7 « περί της οικονομικής και βιομηχανικής αναπτύξεως της Ελλάδος » ( ΕΕ ειδ. έκδ. 1979, σ. 177), το οποίο έχει προσαρτηθεί στην Πράξη Προσχωρήσεως, στην απάντηση της Επιτροπής στο μνημόνιο της ελληνικής κυβέρνησης της 22ας Μαρτίου 1982, καθώς και στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που συνήλθε στη Στουτγάρδη. Τέλος, υποστηρίχτηκε ακόμα ότι η αμφισβητούμενη ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί ως ένα είδος ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, για την οποία όμως πρέπει να λεχθεί ότι δεν αντιβαίνει — αν εξεταστεί υπό το φως του άρθρου 2 της Συνθήκης ΕΟΚ — στο κοινό συμφέρον.
Η Επιτροπή δεν πείστηκε για την ορθότητα αυτής της επιχειρηματολογίας και, στις 19 Δεκεμβρίου 1983, προσέφυγε στο Δικαστήριο ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και από το άρθρο 35 της Πράξης Προσχωρήσεως της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, απαγορεύοντας την επί πιστώσει πώληση ορισμένων εισαγόμενων επιβατηγών οχημάτων ιδιωτικής χρήσεως (όχι δημόσιας χρήσεως ).
Β.
Επί της προσφυγής αυτής, την οποία η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ως αβάσιμη, η γνώμη μου έχει ως εξής:
1.
Δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι το αμφισβητούμενο μέτρο πρέπει να θεωρηθεί καταρχήν ως εμπόδιο στις εισαγωγές κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Λόγω της εκτεθείσας διαφοροποίησης καθίστανται πράγματι οι εισαγωγές επιβατηγών οχημάτων ιδιωτικής χρήσεως δυσκολότερες και ακριβότερες από ό, τι η πώληση εγχωρίων προϊόντων. Επίσης, μπορεί να λεχθεί ότι ευνοείται η πώληση των εγχωρίων προϊόντων, επειδή οι αγοραστές, που δεν μπορούν να πληρώσουν τοις μετρητοίς, αποφασίζουν να αγοράσουν ελληνικά αυτοκίνητα και, έτσι, δεν διενεργούνται εισαγωγές που θα γίνονταν αν δεν υπήρχε η ρύθμιση αυτή. Αυτό εμπίπτει χωρίς άλλο στη νομολογία η οποία έχει διαμορφωθεί ως προς το άρθρο 30, κατά την οποία « κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών, η οποία μπορεί να παρεμποδίσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά » πρέπει να θεωρείται ως μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου προς ποσοτικό περιορισμό (υπόθεση 8/74 ATT: ( 1 ) Sig. 1974, σ. 852, σκέψη 5). Επιπλέον, μπορεί σχετικώς να αναφερθεί η ήδη μνημονευθείσα οδηγία της Επιτροπής, η οποία ορίζει στο άρθρο 2, παράγραφος 2, ως μέτρα αποτελέσματος ισοδύναμου προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών τα μέτρα, κατά τα οποία η πώληση εισαγόμενων εμπορευμάτων εξαρτάται από όρο, που απαιτείται μόνο για εισαγόμενα εμπορεύματα και η οποία οδηγία στο άρθρο 2, παράγραφος 3 Η και Κ, αναφέρεται στους όρους πληρωμής που απαιτούνται μόνο για εισαγόμενα εμπορεύματα, καθώς και στην ευνοϊκή μεταχείριση που επιφυλάσσεται σε εγχώρια προϊόντα.
Εξάλλου, είναι επίσης σαφές σύμφωνα με τη νομολογία ( πρβλ. την απόφαση στις συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις 177 και 178/82 ( 2 ) ) ότι εν προκειμένω δεν έχει σημασία η έκταση της παρακώλυσης, ότι δηλαδή δεν ενδιαφέρει αν « γίνεται αισθητή » η παρακώλυση των εισαγωγών. Για το λόγο αυτό δεν έχει ασφαλώς σημασία η επιχειρηματολογία της ελληνικής κυβέρνησης — με παράθεση στοιχείων ως προς τις εισαγωγές και τις εξαγωγές στην Ελλάδα — ότι το αμφισβητούμενο μέτρο δεν έχει ως συνέπεια σοβαρές διαταραχές στην κοινή αγορά, επειδή η ελληνική βιομηχανία δεν καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της ελληνικής αγοράς. Επιπλέον, δικαίως μπορεί να διερωτηθεί κανείς, όπως και η Επιτροπή, αν το μέρος που κατέχει η ελληνική βιομηχανία, η οποία παράγει μόνο λίγους τύπους, στην ελληνική αγορά ύψους 10 ο/ο μπορεί πράγματι να θεωρηθεί έναντι του μέρους της αγοράς που κατέχουν άλλες κοινοτικές χώρες ως ασήμαντο, αφού το υπόλοιπο 90 % αντιπροσωπεύει οχήματα ποικίλης καταγωγής, τόσο από την Κοινότητα όσο και από τρίτες χώρες.
Αλυσιτελής είναι ομοίως και ο ισχυρισμός της καθής κυβέρνησης ότι δεν δημιουργείται κατά τον τρόπο αυτό κανένα μεγάλο πλεονέκτημα για την ελληνική βιομηχανία έναντι της βιομηχανίας αυτοκινήτων στις άλλες χώρες μέλη, στις οποίες τα επιτόκια κεφαλαίου κινήσεως είναι πολύ χαμηλότερα και στις οποίες — διαφορετικά απ' ό,τι στην Ελλάδα — ισχύουν συμφωνίες αυτοπεριορισμού, όσον αφορά τις εισαγωγές ιαπωνικών αυτοκινήτων. Σ' αυτό η Επιτροπή αντέταξε πράγματι ορθώς ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν χωρίς άλλο να ληφθούν υπόψη χωρίς να παραβιαστεί η Συνθήκη, δηλαδή — όσον αφορά τις εισαγωγές ιαπωνικών αυτοκινήτων — εφαρμόζοντας παρόμοια μέτρα, όπως στις άλλες χώρες μέλη και — όσον αφορά τα επιτόκια κεφαλαίου κινήσεως — ενδεχομένως μέσω ενισχύσεων που θα εγκρίνονται από την Κοινότητα.
2.
Η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε κυρίως να δικαιολογηθεί έναντι της αιτιάσεως της παραβάσεως του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ προβάλλοντας το ελλειμματικό της ισοζύγιο πληρωμών, επικαλούμενη το πρωτόκολλο 7 « περί της οικονομικής και βιομηχανικής αναπτύξεως της Ελλάδος », το οποίο έχει προσαρτηθεί στην Πράξη Προσχωρήσεως, καθώς και το μνημόνιο της της 22ας Μαρτίου 1982 με τον τίτλο « θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης για τις σχέσεις της Ελλάδας με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες » και τη θέση που υιοθέτησε η Επιτροπή επί του μνημονίου στις 29 Μαρτίου 1983 (ενώ κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έγινε πλέον λόγος — όπως φρονώ, ευλόγως — για τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Στουτγάρδης ).
Σχετικά εύκολα, όμως, καταφαίνεται ότι ούτε έτσι μπορεί να αντικρουστεί αποτελεσματικά το αναγνωριστικό αίτημα της Επιτροπής.
α )
Είναι απολύτως προφανές ότι αυτό ισχύει ως προς την αναφορά στα ελληνικά προβλήματα ισοζυγίου πληρωμών.
Ως προς αυτό πρέπει να λεχθεί ότι ευθύς εξαρχής φαίνεται απίθανο ότι αποτελούν τον κύριο λόγο για τη λήψη μέτρων, τα οποία αφορούν μόνο έναν οικονομικό τομέα. Κατά τη διαδικασία, η ελληνική κυβέρνηση άφησε επίσης επαρκώς σαφώς να διαφανεί ότι στην πραγματικότητα ο κύριος λόγος για τη θέσπιση της αμφισβητούμενης ρύθμισης είναι η προστασία της σχετικώς νεοπαγούς, ακόμη αναπτυσσόμενης ελληνικής βιομηχανίας αυτοκινήτων. Επιπλέον πρέπει σ' αυτή την αλληλουχία να σημειωθεί ότι οι δυσκολίες που συνδέονται με το ισοζύγιο πληρωμών δεν επιτρέπουν φυσικά χωρίς άλλο παρεκκλίσεις από τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης. Η Συνθήκη προβλέπει σχετικώς ιδιαίτερες διατάξεις στο άρθρο 108 (συστάσεις της Επιτροπής· αμοιβαία συνδρομή' άδεια για τη λήψη μέτρων διασφαλίσεως )· η καθής κυβέρνηση όμως δεν κίνησε προφανώς τη διαδικασία που προβλέπεται εν προκειμένω.
β )
Στο πρωτόκολλο αριθμός 7, το οποίο επικαλείται προ πάντων η ελληνική κυβέρνηση και το οποίο θεσπίστηκε για να ρυθμιστούν « ορισμένα ειδικά προβλήματα που ενδιαφέρουν την Ελλάδα », αναφέρονται αρχικά οι βασικοί στόχοι της Κοινότητας και οι στόχοι που επιδιώκει η ελληνική κυβέρνηση για την πραγμάτωση μιας πολιτικής εκβιομηχανοποιή-σεως και οικονομικής αναπτύξεως. Αναγνωρίζεται ότι η επίτευξη των στόχων αυτής της πολιτικής είναι προς το κοινό συμφέρον. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν « να συστήσουν προς το σκοπό αυτό στα όργανα της Κοινότητος την χρησιμοποίηση όλων των μέσων και διαδικασιών που προβλέπονται από τη Συνθήκη ΕΟΚ, προσφεύγοντας ιδίως σε μια κατάλληλη χρήση των κοινοτικών πόρων που προορίζονται για την πραγματοποίηση των ανωτέρω αναφερομένων στόχων της Κοινότητος· »· τέλος αναγνωρίζεται ιδιαίτερα « ότι κατά την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι στόχοι οικονομικής επεκτάσεως και της ανυψώσεως του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού ».
Σύμφωνα με την οικονομία αυτού του πρωτοκόλλου και ιδίως σύμφωνα με το γράμμα των δύο τελευταίων παραγράφων, ως προς τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, είναι για μένα σαφές ότι εδώ δεν πρόκειται για το αν επιτρέπεται γενική παρέκκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης και τους κανόνες της Πράξης Προσχωρήσεως (πράγμα που οπωσδήποτε θα προκαλούσε έκπληξη ενόψει του άρθρου 35 της Πράξης Προσχωρήσεως έναντι των ιδιαιτέρων παρεκκλίσεων από την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών και εξαγωγών που προβλέπονται στο άρθρο 36 επ. ). Αντιθέτως καθίσταται φανερό ότι τα ιδιαίτερα ελληνικά αιτήματα πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης, ιδίως κατά τη χρησιμοποίηση των μέσων που διαθέτει η Κοινότητα και κατά την ανάπτυξη τομέων της κοινοτικής πολιτικής ( πράγμα που — όπως κατέδειξε η Επιτροπή με παραδείγματα — έχει ήδη γίνει και θα συνεχίσει να γίνεται και στο μέλλον ).
Είναι συνεπώς, χωρίς αμφιβολία, εσφαλμένο να συνάγονται από την αναφορά των κοινοτικών στόχων στην πρώτη παράγραφο του πρωτοκόλλου (που αντιστοιχούν στους στόχους του άρθρου 2 της Συνθήκης ΕΟΚ) σε αντίθεση με την προτελευταία παράγραφο του πρωτοκόλλου ότι επιτρέπονται μέτρα (όπως ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών) που δεν προβλέπονται στη Συνθήκη. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί ασφαλώς να, συναχθεί ούτε με τελολογική ερμηνεία — όπως προτείνει η καθής κυβέρνηση. Το ότι όμως η τελευταία παράγραφος του πρωτοκόλλου δεν έχει σχέση με την προκειμένη υπόθεση συνάγεται απλώς από το ότι το υπό κρίση μέτρο — καθόσον απουσιάζει η χρησιμοποίηση κρατικών οικονομικών μέσων — δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία των ενισχύσεων. Και η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να το αντιλαμβάνεται τώρα κατ' αυτό τον τρόπο — αν κατανόησα σωστά τις γραπτές της παρατηρήσεις.
γ )
Ως προς το επίσης αναφερόμενο ελληνικό μνημόνιο (που έχει δημοσιευτεί στο Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 1982, αριθ. 3, σσ. 100 και επ. ), πρέπει ασφαλώς να γίνει δεκτό ότι σ' αυτό γίνεται, μεταξύ άλλων, λόγος και για παρεκκλίσεις από ορισμένους κοινοτικούς κανόνες ( πρβλ. ψηφίο 9 ). Η διεξοδική θέση της Επιτροπής σ' αυτό το μνημόνιο καθιστά όμως φανερό τι μπορεί μόνο να ληφθεί υπόψη από την Κοινότητα αναφορικά με τα ελληνικά προβλήματα (πχ. μέτρα, τα οποία συμβάλλουν στο πενταετές πρόγραμμα, διάθεση κοινοτικών μέσων για την ελληνική βιομηχανία ή έγκριση εθνικών ενισχύσεων). Πουθενά, αντιθέτως, δεν ανευρίσκεται εδώ υπόσχεση ανοχής μέτρων αντίθετων προς τη Συνθήκη ( για την οποία η Κοινότητα δεν είχε απολύτως καμία εξουσία), ενώ απεναντίας, στο ψηφίο 14, στο οποίο αναφέρεται ότι η Κοινότητα μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά την εφαρμογή της πολιτικής της, αποκλείονται ρητώς παρεκκλίοεις από τις Συνθήκες. Έτσι, ακόμη και με επίκληση αυτών των κειμένων δεν μπορεί ασφαλώς να δικαιολογηθεί η μη συμμόρφωση με την απαγόρευση που περιέχεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Γ.
Συνεπώς, δεν απομένει παρά να γίνει δεκτό ότι η κρίση της Επιτροπής για τα ελληνικά μέτρα που αναφέρονται στην αρχή είναι ορθή και ότι επομένως πρέπει να γίνει δεκτό, σύμφωνα με τα αιτήματα της προσφυγής, ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 35 της Πράξης Προσχωρήσεως, απαγορεύοντας την επί πιστώσει πώληση εισαγόμενων επιβατηγών οχημάτων ιδιωτικής χρήσεως ( όχι δημοσίας χρήσεως ). Συνεπώς η καθής πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74, Εισαγγελική αρχή κατά Benoit και Gustave Dassonville, Sig. 1974, σ. 837.
( 2 ) Απόφαση της 5ης Απριλίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 177 και 178/82, Ποινική δίκη κατά Jan van de Haar και Kaveka de MeernN BV, Συλλογή 1984, σ. 1797.
Full & Egal Universal Law Academy