ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 27ης Μαρτίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Με την υπό κρίση προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ιταλία παρέβη το άρθρο 95 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει την επιβολή εσωτερικών φόρων στα προϊόντα άλλων κρατών μελών ανωτέρων από εκείνους που επιβαρύνουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα, ή η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων.
Η υπόθεση αφορά vins de liqueur, και ειδικότερα τον οίνο « Marsala » που παρασκευάζεται στην Ιταλία. Η ιταλική νομοθεσία επιβάλλει φόρο παρασκευής στην αλκοόλη οίνου εγχώριας παραγωγής και επιβάλλει φόρο εισαγωγής στην εισαγόμενη αλκοόλη οίνου. Βασικά, οι δύο φόροι είναι του ίδιου ύψους. Υπάρχει, ωστόσο, μια εξαίρεση που περιέχεται στο άρθρο 29 του decreto legge 1200 της 6ης Οκτωβρίου 1948, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο 891 της 22ας Δεκεμβρίου 1980 (Gazzetta ufficiale, τεύχος 233 της 6ης Οκτωβρίου 1948 και τεύχος 355 της 30ής Δεκεμβρίου 1980) υπέρ της αλκοόλης οίνου που χρησιμοποιείται στην παραγωγή του vin de liqueur « Marsala ». Ο φόρος της αλκοόλης οίνου που χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό μειώνεται κατά 60 ο/ο του βασικού ύψους.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η νομοθεσία αυτή εισάγει διάκριση κατά των εισαγομένων vins de liqueur υπέρ του « Marsala », του οποίου οι ιδιότητες και οι χρήσεις είναι αρκετά παρεμφερείς με εισαγόμενα vins de liqueur, ώστε να θεωρείται ομοειδής προς αυτά. Επίπλέον, υποστηρίζεται ότι η νομοθεσία παρέχει προστασία στο « Marsala » έναντι άλλων προϊόντων ανταγωνιστικών προς αυτό.
Με έγγραφο της 21ης Σεπτεμβρίου 1982, η Επιτροπή κάλεσε την ιταλική κυβέρνηση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της σχετικά με την άποψη που είχε διαμορφώσει η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης. Αφού εξέτασε την απάντηση της κυβέρνησης, η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη επί του ζητήματος στις 22 Σεπτεμβρίου 1983. Ανταπαντώντας η κυβέρνηση ζήτησε να της χορηγηθεί παράταση της προθεσμίας ενός μηνός, προκειμένου να θεσπιστούν τα αναγκαία μέτρα. Δεδομένου ότι δεν γνωστοποιήθηκε κανένα νεώτερο προς την Επιτροπή, κινήθηκε η παρούσα διαδικασία στις 14 Δεκεμβρίου 1983.
Όταν η υπόθεση ήλθε για πρώτη φορά προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ελέχθη ότι το ιταλικό κοινοβούλιο είχε ψηφίσει το νόμο 408 της 28ης Ιουλίου 1984, ο οποίος όριζε στο άρθρο 4, στοιχείο α): «η μείωση του φόρου παρασκευής οινοπνευματωδών, που προβλέπεται για την παρασκευή οίνου “Marsala ” από το άρθρο 29 του decreto legge του 1948, επεκτείνεται σε όλα τα vins de liqueur και σε όλους τους αρωματικούς οίνους, περιλαμβανομένων και εκείνων που παράγονται σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και εισάγονται στην Ιταλία ».
Ήταν, ωστόσο, αναγκαίο, να τεθεί σε ενέργεια ο νόμος αυτός με τη θέσπιση διαταγμάτων εκδιδόμενων από τους αρμόδιους υπουργούς. Η επ' ακροατηρίου συζήτηση αναβλήθηκε, προκειμένου να μπορέσει η κυβέρνηση να προσκομίσει νεώτερα και ακριβέστερα στοιχεία επί της καταστάσεως.
Ελέχθη σήμερα στο Δικαστήριο ότι έχουν δοθεί οδηγίες για τη θέση σε ισχύ των διαταγμάτων και ότι έχουν καταρτιστεί εν μέρει. Υπολογίζεται ότι θα τεθούν σε ισχύ κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους καιπάντως πριν από τις 31 Δεκεμβρίου.
Δεν υπάρχει λόγος αμφιβολίας περί του ότι αυτό θα γίνει, νομίζω όμως ότι είναι σκόπιμο να εκδοθεί τώρα απόφαση επί της προσφυγής της Επιτροπής. Πράγματι, η ιταλική κυβέρνηση ανέπτυξε σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τις απόψεις της επί των ζητημάτων αρχής.
Έρχομαι λοιπόν στα ζητήματα αρχής. Η κυβέρνηση ζητεί την απόρριψη της προσφυγής για διάφορους λόγους. Πρώτον, υποστηρίζεται ότι τα εισαγόμενα vins de liqueur τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης με όλα τα άλλα ιταλικά vins de liqueur, πλην του « Marsala ». Δεν μπορεί να προβάλλεται αξίωση να τυγχάνουν τα εισαγόμενα προϊόντα της ευμενέστερης φορολογικής μεταχείρισης. Αρκεί να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης με άλλα ιταλικά vins de liqueur.
Το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν διαφορετικούς φόρους επί ορισμένων προϊόντων, αρκεί να μη συνιστούν διάκριση ή να μην είναι προστατευτικού χαρακτήρα. Υποστηρίζεται ότι ο επίδικος φόρος ούτε εισάγει διάκριση, ούτε έχει προστατευτικό χαρακτήρα. Υπάρχουν — υποστηρίζεται — βάσιμοι λόγοι για την ιδιαίτερη μεταχείριση του οίνου « Marsala ». Υπόκειται σε ειδικούς κανόνες που δεν περιέχονται μόνο στο σχετικό με το φόρο decreto legge, αλλά και σε άλλα νομοθετήματα, που θέτουν αυστηρούς κανόνες ως προς τα αμπέλια που μπορούν να χρησιμοποιούνται, ως προς το πού μπορούν να καλλιεργούνται και ως προς το πού και πώς πρέπει πράγματι να παρασκευάζεται ο οίνος, συγκεκριμένα στο δυτικό τμήμα της Σικελίας ( νόμος 1069 της 4ης Νοεμβρίου 1950 προεδρικά διατάγματα της 20ής Οκτωβρίου 1961 και της 2ας Απριλίου 1969). Επί πλέον, η ιταλική κυβέρνηση αποδίδει μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι το κόστος της συμμόρφωσης προς τους κανόνες αυτούς και της εξασφάλισης της τήρησης τους βαρύνει τους ίδιους τους οινοπαραγωγούς. Η συγκεκριμένη περιοχή, όπου παράγεται το « Marsala », είναι μια οικονομικά καθυστερημένη περιοχή και υποστηρίζεται ότι η παροχή υποστήριξης στην περιοχή με την επίδικη διαφορά φόρου είναι απολύτως δικαιολογημένη, αν εξεταστεί από τη σκοπιά των διατάξεων του άρθρου 92 της Συνθήκης που διαλαμβάνει περί των κρατικών ενισχύσεων. Καταδεικνύει επίσης ότι η εν λόγω διαφορά δεν συνιστά διάκριση.
Υποστηρίζεται, έπειτα, ότι εν λόγω οίνος παρασκευάζεται με ειδική διαδικασία, εφόσον οι σταφυλές υποβάλλονται σε απευθείας θέρμανση, ενώ οι άλλοι οίνοι γίνονται με διαφορετική διαδικασία, και επομένως πρέπει να αναγνωριστεί ότι το « Marsala » διακρίνεται από τα λοιπά vins de liqueur.
Το αποτέλεσμα της διαφοράς φόρου υποστηρίζεται ότι είναι, εν πάση περιπτώσει, ασήμαντο, εφόσον τελικά η διαφορά ανέρχεται μόλις σε 122 λιρέτες ανά λίτρο οίνου « Marsala ».
Τα επιχειρήματα αυτά, μολονότι εξηγούν ίσως τη μείωση του φόρου, δεν την δικαιολογούν, κατά τη γνώμη μου, στο πλαίσιο του άρθρου 95 της Συνθήκης.
Είναι σαφές, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, ότι το « Marsala » εντάσσεται σε ένα φάσμα vins de liqueur που μπορούν να θεωρηθούν σε γενικές γραμμές ως ομοειδή και ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Είναι επίσης σαφές ότι, σε σύγκριση με το « Marsala », ο φόρος επί των εισαγομένων προϊόντων είναι υψηλότερος, έστω και αν ο ίδιος φόρος επιβαρύνει επίσης και άλλα vins de liqueur εγχώριας παραγωγής.
Νομίζω ότι το γεγονός ότι τα εισαγόμενα προϊόντα δεν βρίσκονται σε δυσμενή θέση σε σύγκριση με άλλα vins de liqueur δεν εμποδίζει να βρίσκονται σε δυσμενή θέση σε σύγκριση με το « Marsala », πολύ περισσότερο μάλιστα αν αληθεύει ο ισχυρισμός της Επιτροπής — και οι αποδείξεις που προσκόμισε δεν αντικρούστηκαν — ότι το « Marsala » αντιπροσωπεύει πάνω από 90 ο/ο της εγχώριας παραγωγής ιταλικών vins de liqueur με προσδιοριζόμενη ονομασία προελεύσεως. Δεν νομίζω ότι
τα στοιχεία που προβλήθηκαν για να εξηγήσουν τη φορολογική μείωση την εμποδίζουν να συνιστά διάκριση· ούτε και ισοδυναμούν με τέτοια αντικειμενικά κριτήρια, που το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι δικαιολογούν διαφορά φόρου. Συνδέονται χαρακτηριστικά με την ανάγκη ενθάρρυνσης και προστασίας των παραγωγών του οίνου «Marsala» (βλέπε υποθέσεις 142 και 143/80, Essevi, Συλλογή 1981, σ. 1413).
Επίπλέον, έστω και αν έχουν χαρακτήρα ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει να συνιστούν παράβαση του άρθρου 95, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση 73/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας, [1980] ECR, σ. 1533 και συγκεκριμένα στη σ. 1547. Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το γεγονός ότι μια ενίσχυση μπορεί να εμπίπτει στο άρθρο 92 δεν εμποδίζει το ίδιο μέτρο να αποτελεί φόρο που συνιστά διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 95.
Τέλος, το γεγονός ότι η φορολογική μείωση έχει ως αποτέλεσμα ο οίνος να είναι φτηνότερος μόνο κατά 122 λιρέτες δεν σημαίνει ότι αυτή δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 95. Δεν παύει να είναι ικανή να έχει προστατευτικό αποτέλεσμα.
Συνεπώς, η άποψή μου είναι ότι ορθώς η Επιτροπή έλαβε τη στάση που έλαβε κατά την έναρξη της διαδικασίας και την οποία εξακολουθεί να τηρεί σήμερα. Δικαιούται επομένως να γίνει δεκτό το αίτημά της να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας στην αλκοόλη οίνου, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή του vin de liqueur « Marsala », φόρο παρασκευής χαμηλότερο από το φόρο που επιβάλλεται στην αλκοόλη οίνου που χρησιμοποιείται στην παραγωγή vins de liqueur που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Η Επιτροπή δικαιούται επίσης να της επιδικαστούν τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στην παρούσα δίκη.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy