ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 6ης Μαρτίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Με την παρούσα διαδικασία η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας επί των εισαγομένων αφρωδών οίνων συντελεστή φόρου προστιθέμενης αξίας υψηλότερο εκείνων που εφαρμόζει επί των ιταλικών αφρωδών οίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Μετά την έναρξη ισχύος του νομοθετικού διατάγματος 495 της 4ης Αυγούστου 1982 ( GU, φύλλο 212 της 4.8.1982), ο πιο πάνω φόρος διαμορφώθηκε ως εξής:
—
ο συντελεστής 10 ο/ο εφαρμοζόταν επί των αφρωδών οίνων επί των οποίων δεν υπήρχε ένδειξη ότι είχαν υποστεί φυσική ζύμωση σε φιάλη·
—
οι οίνοι που είχαν υποστεί φυσική ζύμωση σε φιάλη φορολογούνταν με 18 ο/ο, εφόσον η διαδικασία αυτή δεν επιβαλλόταν από τη νομοθεσία της χώρας παραγωγής·
—
οι οίνοι που έφεραν ένδειξη καταγωγής και είχαν υποστεί φυσική ζύμωση σε φιάλη φορολογούνταν με 38 ο/ο, όταν η διαδικασία αυτή επιβαλλόταν από τη νομοθεσία του κράτους παραγωγής.
Στις 21 Σεπτεμβρίου, η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169, έστειλε έγγραφο προς την ιταλική κυβέρνηση, με το οποίο ισχυριζόταν ότι η ιταλική νομοθεσία, όπως ίσχυε τότε, ήταν αντίθετη προς το άρθρο 95. Με το έγγραφο αυτό ζητήθηκε από την ιταλική κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών. Με τηλετύπημα της 17ης Δεκεμβρίου 1982, η τελευταία ζήτησε από την Επιτροπή να παρατείνει την προθεσμία κατά δύο μήνες, χωρίς, όμως, ποτέ να απαντήσει επί της ουσίας του εγγράφου της Επιτροπής. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή διατύπωσε, στις 22 Σεπτεμβρίου 1983, αιτιολογημένη γνώμη, ζητώντας από την ιταλική κυβέρνηση να θέσει τέρμα στη φερόμενη παράβαση εντός μηνός. Δεδομένου ότι η ιταλική κυβέρνηση δεν συμμορφώθηκε προς την πιο πάνω αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή στο Δικαστήριο στις 14 Δεκεμβρίου 1983.
Μετά την ημερομηνία αυτή, η κατάσταση μεταβλήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 232 της 15ης Ιουνίου 1984 (GU, φύλλο 166 της 18.6.1984), το οποίο η ιταλική κυβέρνηση επισύναψε στην ανταπάντηση της. Με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νομοθετήματος αυτού αναμορφώθηκε η δομή του φόρου με αποτέλεσμα να έχει εξαλειφθεί ή να έχει εξαφανιστεί κατ' ουσία κάθε σχετική διάκριση που θα μπορούσε να υφίσταται. Εντούτοις, όταν το νομοθετικό αυτό διάταγμα μετατράπηκε σε νόμο, το άρθρο 2, παράγραφος 2, απαλείφθηκε (νόμος 408 της 28ης Ιουλίου 1984, GU φύλλο 212 της 2.8.1984 ). Αν αντελήφθην καλώς, με το νόμο αυτό επανεισήχθη η δομή του φόρου που προανέφερα με τους τρεις συντελεστές. Επί πλέον, φαίνεται ότι η πρόσφατη σχετική νομοθεσία, δηλαδή το νομοθετικό διάταγμα 853 της 19ης Δεκεμβρίου 1984 ( GU, φύλλο 347 της 19.12.1984), δεν κατήργησε τη βασική διάκριση που φέρεται ως υφιστάμενη.
Ο μειωμένος φορολογικός συντελεστής εφαρμόζεται επί των οίνων που υφίστανται ζύμωση σε κλειστά βαρέλια, όπως το Asti Spumante, το οποίο αντιπροσωπεύει το 50 ο/ο περίπου της ιταλικής παραγωγής αφρωδών οίνων. Ο ενδιάμεσος φορολογικός συντελεστής εφαρμόζεται εφ' όλων των ιταλικών αφρωδών οίνων που δεν υπάγονται στην κατηγορία με το μειωμένο συντελεστή. Εφόσον η ιταλική νομοθεσία δεν επιβάλλει για κανένα αφρώδη οίνο να υφίσταται ζύμωση σε φιάλη, ο αυξημένος φορολογικός συντελεστής ουδέποτε μπορεί να εφαρμοστεί επί οίνου εγχώριας παραγωγής. Αντιθέτως, η σαμπάνια που παρασκευάζεται στην περιοχή της Champagne της Γαλλίας, και για την οποία η νομοθεσία επιβάλλει να υφίσταται ζύμωση σε φιάλη, υπάγεται στην κατηγορία με τον αυξημένο φορολογικό συντελεστή. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της ιταλικής κυβέρνησης δεν μπόρεσε να πει αν υφίστανται άλλοι αφρώδεις οίνοι υπαγόμενοι στην κατηγορία με τον αυξημένο φορολογικό συντελεστή, καίτοι υπέθεσε ότι τέτοιοι οίνοι μάλλον δεν υπάρχουν.
Το επίκεντρο της συζήτησης στην υπόθεση αυτή υπήρξε, κυρίως, η φερόμενη ως εισάγουσα διακρίσεις συνέπεια του αυξημένου φορολογικού συντελεστή. Δεν αποδείχτηκε, ούτε, πράγματι, υποστηρίχτηκε ότι εισάγεται οποιαδήποτε διάκριση από την εφαρμογή του ενδιάμεσου φορολογικού συντελεστή. Κατά τη γνώμη μου, μολονότι η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά γενικό τρόπο, δεν είναι αναγκαίο ούτε επιθυμητό ούτε, πράγματι, δυνατό να εξεταστεί αν δικαιολογείται ο καθορισμός, όσον αφορά τους αφρώδεις οίνους που παράγονται με φυσική ζύμωση σε φιάλη όταν η μέθοδος αυτή δεν επιβάλλεται από τη νομοθεσία, υψηλότερου φορολογικού συντελεστή από αυτόν που ισχύει για τους αφρώδεις οίνους που δεν παρασκευάζονται κατ' αυτό τον τρόπο. Θα ασχοληθώ αποκλειστικά με την εξέταση της φερόμενης ως εισάγουσας διακρίσεις συνέπειας του αυξημένου φορολογικού συντελεστή.
Η ιταλική κυβέρνηση υπεραμύνεται αυτού του αυξημένου συντελεστή βασιζόμενη στο ότι τα προϊόντα πολυτελείας μπορούν να φορολογούνται βαρύτερα δεδομένου ότι καταναλίσκονται από τους έχοντες τη δυνατότητα να πληρώνουν γι' αυτά, οι οποίοι πρέπει να θεωρούνται ότι είναι σε θέση να πληρώνουν γι' αυτά και οι οποίοι πρέπει, για κοινωνικούς λόγους, να καταβάλλουν υψηλότερους φόρους. Εξάλλου, δεδομένου ότι η κατανάλωση προϊόντων πολυτελείας γίνεται σε περιορισμένη έκταση από αυτούς που έχουν τη δυνατότητα πληρωμής, είναι απίθανο να επηρεαστεί από αυξήσεις της φορολογίας. Η υψηλότερη αυτή φορολογία είναι θεμιτή όχι μόνο σύμφωνα με την ιταλική, αλλά, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση 319/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1983, σ. 601, και σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία. 'Ενας τέτοιος φόρος δεν παραβιάζει το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ μόνο στην περίπτωση που θεσπίζεται για να εισαγάγει διάκριση μεταξύ των προϊόντων μάλλον βάσει του τόπου καταγωγής τους παρά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Οι οίνοι που, όπως η γαλλική σαμπάνια, φέρουν ονομασία καταγωγής και έχουν υποστεί ζύμωση σε φιάλη, δεν αγοράζονται απλώς και μόνο διότι είναι χρήσιμοι για να σβήνουν τη δίψα. Προσδίδουν ένα συγκεκριμένο κοινωνικό γόητρο, χρησιμοποιούνται ως σύμβολο κοινωνικής τάξης και, επομένως, πρέπει, σαφώς, να κατατάσσονται στα προϊόντα πολυτελείας. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι στην Ιταλία οι αγοραστές πληρώνουν πολύ περισσότερα για τη γαλλική σαμπάνια παρά για τους λοιπούς αφρώδεις οίνους. Πράγματι, η τιμή τους είναι τόσο υψηλή, ώστε ο αυξημένος φορολογικός συντελεστής δεν επηρεάζει την ανταγωνιστικότητά τους.
Εξάλλου, η Επιτροπή, υπέρ της οποίας παρενέβη η γαλλική κυβέρνηση, ισχυρίζεται ότι πρόκειται σαφώς για φόρο που παραβιάζει το άρθρο 95. Για να χαρακτηριστεί ένα προϊόν ως « ομοειδές » σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 95, αρκεί να αποδεικνύεται ότι έχει, κατά την άποψη του καταναλωτή, παρόμοια χαρακτηριστικά γνωρίσματα και ικανοποιεί τις ίδιες ανάγκες. Το ζήτημα είναι αν το προϊόν αυτό είναι υποκαταστάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αυξημένος συντελεστής εφαρμόζεται μόνο επί εισαγόμενων οίνων. Οι κοινοτικοί κανονισμοί δίνουν τον ορισμό των αφρωδών οίνων και υφίσταται μια ομοιογενής κατηγορία τέτοιων οίνων οι οποίοι ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες. Δεν υπάρχει αντικειμενική διαφορά μεταξύ σαμπάνιας και αφρωδών οίνων, ώστε να είναι δυνατό να δικαιολογηθεί ο διαφοροποιημένος αυτός φόρος. Διάκριση βασιζόμενη στο ότι υφίσταται ονομασία καταγωγής και νομική υποχρέωση παρασκευής του οίνου με φυσική ζύμωση σε φιάλη δεν αποτελεί δικαιολογία, πολύ περισσότερο μάλιστα, αφού η έλλειψη υποχρεώσεως αναγραφής της ονομασίας καταγωγής καθώς και η έλλειψη υποχρεώσεως φυσικής ζυμώσεως στην Ιταλία οφείλεται στην ακολουθούμενη από την ιταλική νομοθεσία πολιτική.
Η Γαλλική Δημοκρατία τονίζει ότι οι αφρώδεις οίνοι αποτελούν ενιαία κατηγορία οίνων και ότι βρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση μεταξύ τους, ανεξάρτητα από το αν υπόκεινται ή όχι σε υποχρέωση αναγραφής της ονομασίας καταγωγής ή σε κανόνες παρασκευής. Αποτέλεσμα του αυξημένου συντελεστή είναι ότι οι εισαγωγές γαλλικής σαμπάνιας στην Ιταλία, από 8,7 εκατομμύρια φιάλες το 1980, μειώθηκαν σε 3,7 εκατομμύρια φιάλες το 1983.
Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο έχει σαφώς αναγνωρίσει ότι τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα να φορολογούν βαρύτερα ορισμένα καταναλωτικά αγαθά, « ιδίως ορισμένα καταναλωτικά αγαθά που θεωρούνται ως προϊόντα πολυτελείας» (υπόθεση 319/81, 14η και 21η σκέψη ). Το δικαίωμα αυτό μπορεί να υφίσταται έστω κι αν τα προϊόντα πολυτελείας εισάγονται καθ' ολοκληρίαν από άλλα κράτη μέλη ( υποθέσεις 140/79, Chemial, και 46/80, Vinal, ( Συλλογή 1981, σσ. 1 και 77).
Πάντως, το δικαίωμα αυτό υπόκειται στην προέχουσα απαίτηση της πλήρους τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 95. Το γεγονός ότι ορισμένα προϊόντα φορολογούνται βαριά λόγω της φοροδοτικής ικανότητας του καταναλωτή ή ότι χαρακτηρίζονται ως προϊόντα πολυτελείας δεν αποτελεί, αυτό καθαυτό, απάντηση στον ισχυρισμό ότι παραβιάστηκε το άρθρο 95.
Κατά τη γνώμη μου, η ιταλική κυβέρνηση δικαιολογημένα ισχυρίζεται ότι η «σαμπάνια» από την ομώνυμη γαλλική περιοχή απολαύει ιδιαίτερης φήμης και περιωπής. Είναι εύκολο να υπερτονίζεται το «ομοιογενές» των αφρωδών οίνων, το οποίο επικαλούνται η Επιτροπή και η γαλλική κυβέρνηση, αν ληφθούν υπόψη οι προσπάθειες που καταβάλλουν οι γάλλοι παραγωγοί, στο πλαίσιο εθνικών διαδικασιών, για την προστασία της χρήσης της λέξης « σαμπάνια ».
Περαιτέρω, νομίζω ότι, βάσει των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, είναι αδύνατο να υποστηριχτεί ότι μεταξύ της γαλλικής σαμπάνιας και όλων των άλλων αφρωδών οίνων που υπέστησαν ζύμωση σε φιάλη, χωρίς η διαδικασία αυτή να επιβάλλεται από την εθνική νομοθεσία της χώρας παρασκευής, υφίσταται τόσο μεγάλη διαφορά ώστε να πρέπει η σαμπάνια να καταταγεί σε χωριστή κατηγορία πολυτελείας, στην οποία να μην υπάγεται κανένας από τους οίνους αυτούς που εμπίπτουν στη μεσαία κατηγορία.
Πρώτον, είμαι διατεθειμένος να δεχτώ ότι η τιμή είναι δυνατό να αποτελεί πρόσφορο στοιχείο για τον καθορισμό ενός προϊόντος ως προϊόντος πολυτελείας. Σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η ιταλική κυβέρνηση, οι τιμές της γαλλικής σαμπάνιας και των ιταλικών αφρωδών οίνων ήταν, αντίστοιχα, 18200 και 8500 λιρέτες, χωρίς ΦΠΑ. Εξάλλου, από τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή αποδεικνύεται ότι η διαφορά τιμής, πριν επιβληθεί ο φόρος, δεν ήταν τόσο μεγάλη. Στη Ρώμη και το Μιλάνο βρέθηκαν φιάλες γαλλικής σαμπάνιας προς 14500 λιρέτες και ιταλική σαμπάνια προς 12300 λιρέτες και 13000 λιρέτες, αντίστοιχα, χωρίς ΦΠΑ. Είναι δυνατό να έχουν βρεθεί φιάλες σε όλες αυτές τις τιμές, αλλά τα αποδεικτικά στοιχεία της Επιτροπής ανατρέπουν τον ισχυρισμό ότι μεταξύ της σαμπάνιας και όλων των λοιπών αφρωδών οίνων υφίσταται παγκοίνως μια τόσο μεγάλη διαφορά όπως αυτή που υποστηρίζει η ιταλική κυβέρνηση.
Δεύτερον, θεωρώ βέβαιον ότι οι υιοθετηθείσες μέθοδοι παρασκευής, για τις κατηγορίες ενδιάμεσης και αυξημένης φορολογίας είναι ή μπορεί να είναι οι ίδιες. Το γεγονός ότι υφίσταται εκ του νόμου υποχρέωση χρησιμοποιήσεως μιας συγκεκριμένης μεθόδου καθώς και η αναγραφή ονομασίας καταγωγής δεν αρκεί κατά τη γνώμη μου, αυτό καθαυτό, για να δικαιολογήσει διάκριση μεταξύ των δύο προϊόντων. Πράγματι, αν τα προϊόντα είναι, κατά τα λοιπά, ομοειδή, μια τέτοια διάκριση σπάνια μπορεί να δικαιολογηθεί εφόσον το επιβάλλον το φόρο κράτος μέλος δεν έχει θεσπίσει νομοθεσία ή συστήματα ονομασίας καταγωγής ισχύοντα και για τα δικά του προϊόντα. Αν αυτά είναι τα κύρια ή τα μοναδικά κριτήρια για τη διάκριση μεταξύ των ενδιάμεσων και αυξημένων φορολογικών συντελεστών, τότε είναι σχεδόν αναπόφευκτη η προστασία των εγχώριων προϊόντων του κράτους μέλους εις βάρος των προϊόντων άλλων κρατών μελών.
Όπως το Δικαστήριο τόνισε στη 17η σκέψη της υπόθεσης 319/81 « παρόμοιο σύστημα έχει ως συνέπεια τον εκ των προτέρων αποκλεισμό των εθνικών προϊόντων από το σύστημα βαρύτερης φορολογίας, εφόσον δεν θα συγκεντρώνουν ποτέ τους όρους της εν λόγω αυξημένης επιβαρύνσεως, ενώ εξαρτάται από τη μόνη βούληση του εθνικού νομοθέτη, με το να μην προβαίνει στην καθιέρωση ενός γενικού συστήματος που να εφαρμόζεται στο σύνολο των αποσταγμάτων, να παρατείνει επ' αόριστο την εν λόγω κατάσταση ». Το πράγμα θα είχε άλλως, μόνον αν υπήρχαν πραγματικές διαφορές στις «προϋποθέσεις παραγωγής, ποιότητας, τιμής και ανταγωνισμού μεταξύ εθνικών και εισαγόμενων από τα άλλα κράτη μέλη προϊόντων ».
Τρίτον, το Δικαστήριο διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις τεχνολογικές εξελίξεις στην παρασκευή του οίνου, σύμφωνα με τα οποία η ποιότητα των οίνων που δεν έχουν υποστεί ζύμωση σε φιάλη βελτιώθηκε και μπορεί να συνεχίσει βελτιούμενη ώστε να μην είναι δυνατό να γίνεται διάκριση ποιότητας απλώς και μόνο βάσει της χρησιμοποιούμενης μεθόδου παρασκευής. Αυτό νομίζω ότι ισχύει, κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση που είναι η ίδια η μέθοδος παρασκευής των υπαγόμενων στην ενδιάμεση και στην αυξημένη φορολογία προϊόντων. Εξάλλου, δεν υφίσταται κανένας αναγκαίος σύνδεσμος μεταξύ της ύπαρξης ονομασίας καταγωγής και της χρησιμοποιούμενης για την παρασκευή σαμπάνιας μεθόδου, δεδομένου ότι οι παρασκευαζόμενοι με την ίδια μέθοδο στην Ιταλία οίνοι δεν φέρουν ονομασία καταγωγής.
Οι αποδείξεις αυτές έρχονται να επιβεβαιώσουν αυτό που θα εθεωρείτο πιθανώς από τους περισσότερους οινοπότες ως κοινοτυπία, ότι δηλαδή, έστω και αν οι αφρώδεις οίνοι δεν αποτελούν μια εντελώς ομοιογενή κατηγορία, υπάρχουν μερικοί οι οποίοι, μολονότι δεν προέρχονται από την Champagne, έχουν σε σημαντικό βαθμό κοινές ιδιότητες και χαρακτηριστικά με αυτή, ώστε να θεωρούνται ως ομοειδείς γενικώς, ως δυνάμει υποκατάστατα και ως εκ τούτου τελούντες σε ανταγωνισμό.
Το γεγονός ότι στη Γαλλία η σαμπάνια, μολονότι υφίσταται εις βάρος της μια μικρή φορολογική διαφοροποίηση όσον αφορά το φόρο κυκλοφορίας (0,32 φράγκα ανά λίτρο), υπόκειται στον ίδιο με τους λοιπούς αφρώδεις οίνους φορολογικό συντελεστή υποδηλώνει, επίσης, ότι το προϊόν δεν θεωρείται υπαγόμενο σε χωριστή κατηγορία πολυτελείας.
Προϊόντα που παρασκευάζονται, γενικά, με την ίδια μέθοδο έχουν τα ίδια ουσιώδη χαρακτηριστικά και προορίζονται για την ίδια χρήση, πρέπει κατά τη γνώμη μου, να θεωρούνται εκ πρώτης όψεως ανταγωνιστικά. Απλώς και μόνο το γεγονός ότι ένα από τα προϊόντα αυτά έχει, από άποψη κοινωνικού γοήτρου, μεγαλύτερη αξία από τα άλλα, δεν το τοποθετεί αυτομάτως σε χωριστή κατηγορία, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η ιταλική κυβέρνηση' το αυτό δε ισχύει για την περίπτωση που υφίσταται σύστημα παρασκευής επιβαλλόμενο μάλλον νομοθετικώς παρά προαιρετικού χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις που ένα προϊόν το οποίο δεν παράγεται σε ένα κράτος μέλος κατατάσσεται από το εν λόγω κράτος, για φορολογικούς σκοπούς, σε κατηγορία ειδών πολυτελείας, πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα ώστε να διασφαλίζεται ότι το προϊόν είναι πράγματι διαφορετικό από άλλα προϊόντα που παρασκευάζονται στο ίδιο κράτος μέλος, διότι είναι πολύ εύκολο να παραβιαστεί το άρθρο 95. Η μέριμνα αυτή είναι ιδιαίτερα αναγκαία, καθόσον ένας από τους σκοπούς της ιδρύσεως της κοινής αγοράς είναι η « κατάργηση των αποκρυσταλλωμένων αυτών καταναλωτικών συνηθειών, εξασφαλίζοντας, στο μέτρο του δυνατού και για το σύνολο των καταναλωτών, να είναι εξίσου προσιτά όλα τα κοινοτικά προϊόντα » ( υπόθεση 319/81, 20ή σκέψη ).
Κατά τη γνώμη μου, στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή απέδειξε ότι η υφιστάμενη όσον αφορά τη σαμπάνια διαφορά φορολογίας προστατεύει εμμέσως άλλα προϊόντα και αποτελεί φορολογία βαρύτερη από την πλήττουσα τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ορθώς η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας με το νομοθετικό διάταγμα 495 της 4ης Αυγούστου 1982 (GU, φύλλο 212 της 4.8.1982) αυξημένο φορολογικό συντελεστή επί των αφρωδών οίνων που έχουν υποστεί φυσική ζύμωση σε φιάλη, όταν οι οίνοι αυτοί φέρουν ονομασία καταγωγής και η μέθοδος φυσικής ζυμώσεως επιβάλλεται από τη νομοθεσία του κράτους παραγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ όσον αφορά τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα.
Νομίζω ότι η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy