ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 27ης Νοεμβρίου 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι άκαστές,
Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, στην οποία σήμερα παίρνω θέση, αφορά την ερμηνεία της οδηγίας του Συμβουλίου 75/129/ΕΟΚ της 17ης Φεβρουαρίου 1975 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 44 — στο εξής: οδηγία περί ομαδικών απολύσεων ).
Α.
Τα πραγματικά περιστατικά, ως προς τις λεπτομέρειες των οποίων παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, συνοψίζονται ως εξής:
Τέλη Φεβρουαρίου του 1980, η διεύθυνση της εταιρίας Η. Nielsen & Søn, Maskinfabrik A/S, εναγομένης και στις δύο κύριες δίκες, ανακοίνωσε στους εκπροσώπους των εργαζομένων της επιχειρήσεως ότι η εταιρία αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες. Στις 14 Μαρτίου του ίδιου έτους, η εταιρία προέβη σε δήλωση παύσεως των πληρωμών στο πτωχευτικό δικαστήριο. Κατόπιν αυτού, έγιναν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο εργατικών συνδικάτων, του Dansk Metalarbejderforbund και του Specialarbejderforbundet i Danmark, εναγόντων στην κύρια δίκη, και της διευθύνσεως της επιχειρήσεως σχετικά με τη χορήγηση εγγυήσεως για τη συνέχιση της καταβολής των μισθών. Αφού δεν κατέστη δυνατή η χορήγηση τραπεζικής εγγυήσεως, τα δύο συνδικάτα κάλεσαν τα μέλη τους, στις 19 Μαρτίου, να εγκαταλείψουν την επιχείρηση. Στις 21 Μαρτίου η εταιρία ενημέρωσε την αρμόδια δανική επιτροπή απασχολήσεως για την πρόθεση της να απολύσει όλους τους εργαζόμενους. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 25 Μαρτίου, άρχισε η πτωχευτική διαδικασία και την επομένη ημέρα απολύθηκαν όλοι οι εργαζόμενοι. Κατόπιν αυτού, οι εργαζόμενοι επανήλθαν στην εργασία τους προκειμένου να ολοκληρώσουν την τρέχουσα παραγωγή.
Τα ενάγοντα στην κύρια δίκη, ενεργούντα για λογαριασμό μερικών από τα μέλη τους, προέβαλαν στη συνέχεια αξίωση αποζημιώσεως στηριζόμενα στο άρθρο 102α, παράγραφος 2, του δανικού νόμου περί ανευρέσεως εργασίας και ασφάλειας κατά της ανεργίας ( νόμος αριθ. 38 της 26ης Ιανουαρίου 1977, νέα δημοσίευση αριθ. 444 της 28ης Ιουλίου 1982 ). Η διάταξη αυτή, που εκδόθηκε ενόψει της εφαρμογής της οδηγίας περί ομαδικών απολύσεων, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση που εργοδότης δεν αναγγέλλει, όπως ορίζεται στην οδηγία, στην αρμόδια αρχή τουλάχιστον πριν από 30ημέρες ομαδική απόλυση, στην οποία προτίθεται να προβεί, οφείλει να καταβάλει στους εργαζομένους αποζημίωση ίση με το μισθό τους αυτής της περιόδου.
Μετά την απόρριψη της αγωγής από το αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο, τα δύο συνδικάτα προσέφυγαν στο Højesteret, το οποίο ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως με απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1983 και υπέβαλε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως τα εξής ερωτήματα:
« 1)
Η καταγγελία συμβάσεως εργασίας από εργαζομένους, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ο εργοδότης ανήγγειλε την παύση των πληρωμών του στο πτωχευτικό δικαστήριο, είναι δυνατό να εξομοιωθεί με απόλυση εκ μέρους του εργοδότη, η οποία συνεπάγεται ότι η κατάσταση αυτή, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας του Συμβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 1975 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις; Για την απάντηση σ' αυτό το ερώτημα παρακαλείται το Δικαστήριο να λάβει ως δεδομένο ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τους εργαζομένους δικαιολογείται κατά το δανικό δίκαιο.
2)
Η οδηγία του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις καλύπτει αποκλειστικά την περίπτωση, κατά την οποία ο εργοδότης είχε πράγματι την πρόθεση να προβεί σε απολύσεις ευρείας κλίμακας ή επίσης και την περίπτωση, κατά την οποία ο εργοδότης θα έπρεπε να προβεί σε απολύσεις ευρείας κλίμακας και να κινήσει τη διαδικασία διαβουλεύσεων ( Varslingsproceduren ), πράγμα όμως που δεν έκανε; »
Β.
Εν προκειμένω, η γνώμη μου έχει ως εξής:
Ι. Επί του πρώτου ερωτήματος
1.
Το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί με το ερώτημα αυτό να διευκρινιστεί αν η καταγγελία της σχέσεως εργασίας, στην οποία προέβησαν οι εργαζόμενοι στις 19 Μαρτίου 1980, εμπίπτει στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί ομαδικών απολύσεων. Πρώτη προϋπόθεση γι' αυτό είναι, όπως ορθώς παρατηρεί το παραπέμπον δικαστήριο, η συμπεριφορά των εργαζομένων κατά την ημέρα αυτή να θεωρηθεί σύμφωνα με το δανικό δίκαιο ως νομικάέγκνρηλύστ] της σχέσεως εργασίας. Αν, αντιθέτως, η αποχή των εργαζομένων από την εργασία τους πρέπει να θεωρηθεί απλώς ως διακοπή της σχέσεως εργασίας, όπως πιστεύει το παρεμβαίνον, με τις παρατηρήσεις του οποίου συμφωνεί η εναγομένη στην κύρια δίκη, η οριστική λύση της σχέσεως εργασίας θα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Παρόμοιες περιπτώσεις, όμως, εξαιρούνται ρητά από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ), δεδομένου ότι σ' αυτό ορίζεται ότι επί των εργαζομένων που θίγονται από τη διακοπή της δραστηριότητας επιχειρήσεως, η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, δεν εφαρμόζεται η οδηγία.
Αντιθέτως, από αυτή τη διάταξη προκύπτει ότι η οριστική λήξη σχέσεως εργασίας, η οποία προηγείται της διακοπής της δραστηριότητας επιχειρήσεως, η οποία επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, μπορεί βασικά να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Εφόσον βάσει της διατάξεως περί παραπομπής πρέπει να θεωρηθεί ότι η λήξη της σχέσεως εργασίας επήλθε, επειδή ο εργοδότης ανακοίνωσε στο πτωχευτικό δικαστήριο την παύση των πληρωμών και επειδή παρόμοια ανακοίνωση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με διακοπή της δραστηριότητας επιχειρήσεως που επέρχεται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, απομένει επομένως να εξεταστεί αν η εν λόγω λήξη της σχέσεως εργασίας μπορεί να θεωρηθεί ως ομαδική απόλυση κατά την έννοια της οδηγίας.
2.
Όλοι οι διάδικοι ορθά θεωρούν εν προκειμένω ότι η οδηγία, σύμφωνα με τη οιατνπωση του ορισμού των ομαδικών απολύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α), εφαρμόζεται μόνο σε τέτοιου είδους «απολύσεις »,«που πραγματοποιούνται από ένα εργοοότη » —« Entlassungen die ein Arbeitgeber vornimmt, afskedigelser som foretages af. en Arbejdsgiver, licenciements effectués par un employeur, ogni licenziamento effettuato da un datore di lavoro, het ontslag door een werkgever, dismissals effected by an employer»—. Συνεπώς, η οδηγία περιέχει πρωτίστως και υποχρεώσεις του εργοδότη. Σύμφωνα με το άρθρο 2, προτού ο εργοδότης προβεί σε ομαδικές απολύσεις, υποχρεούται να προβεί σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, σύμφωνα με το άρθρο 3, υποχρεούται να κοινοποιεί εγγράφως στην αρμόδια αρχή κάθε σχεδιαζόμενη ομαδική απόλυση.
Η επίδικη οδηγία δεν περιέχει πέραν αυτού κανενός είδους ρητές διατάξεις που να προβλέπουν ότι η λύση της σχέσεως εργασίας εκ μέρους των εργαζομένων εξομοιώνεται σε ορισμένες περιπτώσεις με απόλυση εκ μέρους του εργοδότη.
'Ετσι, απομένει περαιτέρω να εξεταστεί αν το πνεύμα και ο σκοπός της επίδικης οδηγίας, όπως πιστεύει η δανική ένωση των ειδικευμένων εργατών, επιβάλλουν, αντίθετα με το γράμμα της, την εξομοίωση της λύσης της σχέσης εργασίας, την οποία προκάλεσαν οι εργαζόμενοι υπό τις παρούσες συγκεκριμένες συνθήκες, με απόλυση, στην οποία προέβη ο εργοδότης. Σύμφωνα με την άποψη του συνδικάτου, ο σαφής στόχος της οδηγίας να ενισχυθεί η προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, δεν θα επιτυγχάνετο αν, σε περίπτωση όπως η προκειμένη, κατά την οποία δεν εξασφαλίζεται πλέον η συνέχιση της πληρωμής των μισθών λόγω παύσεως των πληρωμών, η καταγγελία της σχέσης εργασίας εκ μέρους των εργαζομένων δεν εξομοιώνεται με απόλυση, στην οποία προβαίνει ο εργοδότης.
Αυτή η τελολογική ερμηνεία στηρίζεται εντούτοις, κατά την άποψη μου, σε ratio που δεν αποτελεί βάση της οδηγίας υπό αυτή τη μορφή. Η οδηγία δεν έχει δηλαδή ως στόχο να εξασφαλίσει την κοινωνική ασφάλεια των εργαζομένων σε περίπτωση ταμιακών δυσχερειών μιας επιχειρήσεως, αλλά θέλει απλώς, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις, να ενισχύσει την προστασία των εργαζομένων στην περίπτωση ομαδικών απολύσεων από μονομερείς ενέργειες των εργοδοτών. Όπως προκύπτει από το άρθρο 2 της οδηγίας, προηγούμενες διαβουλευθείς με τους εκπροσώπους των εργαζομένων οφείλουν να συμβάλλουν στην αποφυγή ή τον περιορισμό ομαδικών απολύσεων, καθώς και στην άμβλυνση των συνεπειών τους. Η υποχρέωση προς κοινοποίηση σχεδιαζόμενων ομαδικών απολύσεων, που προβλέπεται στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας, επιτρέπει στην αρμόδια αρχή να αναζητήσει εγκαίρως λύσεις για τα προβλήματα που προκύπτουν από τις ομαδικές απολύσεις.
Η επίτευξη αυτού του στόχου όμως, όπως τονίζουν επίσης το παρεμβαίνον στην κύρια δίκη και η Επιτροπή, θα γινόταν τουλάχιστον δυσχερής αν όχι αδύνατη σε περίπτωση εξομοιώσεως μονομερούς λύσεως της σχέσεως εργασίας εκ μέρους των εργαζομένων, η οποία επέρχεται λόγω δηλώσεως του εργοδότη περί παύσεως των πληρωμών στο πτωχευτικό δικαστήριο, με απόλυση, στην οποία προβαίνει ο εργοδότης. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν πράγματι να προκαλέσουν ομαδική απόλυση ακόμη και αντίθετα προς την πρόθεση του εργοδότη, χωρίς ο εργοδότης να είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την υποχρέωση για διαβουλεύσεις και ανακοινώσεις που του επιβάλλει η οδηγία. Η επιδίωξη της οδηγίας να αποφευχθούν ή να περιοριστούν οι ομαδικές απολύσεις με έγκαιρες διαβουλεύσεις και παρεμβάσεις των αρμόδιων αρχών θα κατέληγε ακριβώς στο αντίθετο. Αν η οδηγία περί ομαδικών απολύσεων εφαρμοζόταν και σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, τελικά, οι εργαζόμενοι θα ήταν οι μόνοι που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις προκειμένου να υπάρξει αξίωση αποζημιώσεως προβλεπόμενης από την εθνική νομοθεσία.
Δεν είναι λιγότερο σημαντικό το ότι η εφαρμογή της οδηγίας περί ομαδικών απολύσεων σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη μπορεί να έχει επίσης ως συνέπεια να διακυβευθεί ο σκοπός που επιδιώκεται με τη δήλωση περί παύσεως των πληρωμών στο πτωχευτικό δικαστήριο. Παρόμοια διαδικασία οφείλει προφανώς να εμποδίσει, όσο είναι δυνατό, τις συνέπειες που συνδέονται με την πτώχευση. Η εφαρμογή των σχετικών με την ομαδική απόλυση κανόνων σε παρόμοια περίπτωση ενδείκνυται εντούτοις προκειμένου να επιταχυνθεί η εκκαθάριση της επιχείρησης.
Επομένως, πρέπει να γίνει τελικά δεκτό ότι και η ratio της οδηγίας περί ομαδικών απολύσεων δεν επιτάσσει την εφαρμογή της αντίθετα προς την ανεπίδεκτη παρερμηνείας και σαφή της διατύπωση στην περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας εκ μέρους των εργαζομένων υπό τις αναφερθείσες συνθήκες. Αν στο ερώτημα πρέπει να δοθεί ενδεχομένως άλλη απάντηση, όπως πιστεύει η Επιτροπή, σε περίπτωση που ο εργοδότης, χωρίς να καταβάλει σοβαρή προσπάθεια για την εξακολούθηση της δραστηριότητας της επιχείρησης, υποχρεώνει τους εργαζομένους να προβούν αυτοί οι ίδιοι σε καταγγελία προκειμένου αυτός να αποφύγει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία, δεν χρειάζεται εν προκειμένω να εξεταστεί, αφού η Διάταξη περί παραπομπής δεν προσφέρει κανενός είδους στοιχείο για μια τέτοια υπόθεση.
II. Επί του δευτέρου ερωτήματος
1.
Παρόλο που η επίδικη δανική διάταξη προβλέπει σαφώς νομικές συνέπειες μόνο για την περίπτωση που δεν τηρείται το άρθρο 3 της οδηγίας/το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί να μάθει σχετικά με το άρθρο 2, παράγραφος 1, αν η οδηγία καλύπτει επίσης τέτοιου είδους ομαδικές απολύσεις, οι οποίες λόγω της οικονομικής καταστάσεως μιας επιχειρήσεως έπρεπε να έχουν προβλεφθεί, αλλ' εντούτοις δεν προβλέφθηκαν και, επομένως, στην περίπτωση τους δεν τηρήθηκε η διαδικασία διαβουλεύσεως που προβλέπεται στην οδηγία.
2.
Σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 2, σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις εκτός από τη γερμανική, οι διαβουλεύσεις που προηγούνται της καθεαυτής διαδικασίας ομαδικών απολύσεων πρέπει να διεξάγονται όταν ένας εργοδότης προτίθεται να προβεί — erwägt — (påtænker at foretage, envisage d'effectuer, prevede di effettuare, overweegt, is contemplating) σε ομαδική απόλυση. Σύμφωνα με το άρθρο 3, ο εργοδότης πρέπει αντιθέτως να ενημερώνει την αρμόδια αρχή σχετικά με την ομαδική απόλυση, μόνο εφόσον συντάξει το σχέδιο ομαοικής απολύσεως — Plan einer Massenentlassung — μετά από διαβουλεύσεις των εκπροσώπων των εργαζομένων (enhver plan om kollektive afskedigelser, tout projet de licenciement collectif, ogni progetto di licenziamento, elk plan voor collectief ontslag, any projected collective redundancies). Από αυτή τη γλωσσική διαφορά μπορεί να συναχθεί ότι ο εργοδότης πρέπει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή, μόνο εφόσον πραγματικά και συγκεκριμένα προτίθεται να προβεί σε ομαδική απόλυση, ενώ οι διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων πρέπει να διεξάγονται σε προηγούμενο ήδη στάδιο.
3.
Εντούτοις, η έλλειψη διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους των εργαζομένων θα μπορούσε να έχει οπωσδήποτε νομικές συνέπειες, αν από την ίδια την οδηγία προέκυπτε υποχρέωση προς ενέργεια συνιστάμενη στην πρόβλεψη ομαδικής απολύσεως υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Έχοντας την ίδια άποψη με την Επιτροπή και το παρεμβαίνον στην κύρια δίκη, νομίζω ότι παρόμοια υποχρέωση, εντούτοις, για σχεδιασμό ομαδικής απολύσεως σε περίπτωση οικονομικών δυσχερειών δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την οδηγία ούτε από άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Αντιθέτως, η οδηγία δεν περιέχει κανενός είδους διατάξεις σχετικά με το πότε ο εργοδότης πρέπει να σχεδιάζει ομαδικές απολύσεις και επίσης δεν περιορίζει την ελευθερία του εκτιμήσεως να καθορίζει ο ίδιος αν και, ενδεχομένως, πότε πρέπει να σκέπτεται ή να σχεδιάζει παρόμοια μέτρα.
Όπως ήδη έχει λεχθεί, παρόμοια υποχρέωση θα μπορούσε, και αυτό δεν είναι το λιγότερο σημαντικό, ακόμη και να αντιστρατευθεί το σαφή στόχο της οδηγίας που συνίσταται στην κατά το δυνατό διατήρηση θέσεων απασχολήσεως, όταν ο εργοδότης υποχρεώνεται να σχεδιάσει ομαδικές απολύσεις ενώ προσπαθεί να ξεπεράσει τις ταμιακές δυσχέρειες.
4.
Η ερμηνεία, την οποία προτείνει το ενάγον στην κύρια δίκη, θα είχε περαιτέρω ως συνέπεια, όπως ορθά παρατήρησε η Επιτροπή, κάθε επιχείρηση, που μετά από κήρυξη σε κατάσταση πτωχεύσεως πρέπει να αναστείλει τις δραστηριότητες της και που δεν έχει εγκαίρως σχεδιάσει ομαδική απόλυση και διαβουλευθεί με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, να υπόκειται στις κυρώσεις που ενδεχομένως προβλέπει η εθνική νομοθεσία κατ' εφαρμογή της οδηγίας (quod non). Όπως όμως επισημαίνεται στη διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ), ακριβώς οι ομαδικές απολύσεις που γίνονται σε σχέση με την πτωχευτική διαδικασία εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
Γ.
Τελειώνοντας, προτείνω, επομένως, το Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα δύο ερωτήματα:
1)
Η λύση σχέσεως εργασίας εκ μέρους των εργαζομένων, η οποία επέρχεται επειδή ο εργοδότης προέβη σε δήλωση παύσεως των πληρωμών στο πτωχευτικό δικαστήριο, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με απόλυση εκ μέρους του εργοδότη κατά την έννοια της οδηγίας του Συμβουλίου 75/129/ΕΟΚ, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις.
2)
Η αναφερθείσα οδηγία δεν προβλέπει ότι οι εργοδότες πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας πρέπει να έχουν σχεδιάσει ομαδικές απολύσεις και επομένως να έχουν προβεί σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
( 1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy