ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 20ής Μαρτίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η προσφυγή παραβάσεως που έχει ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή κατά της Ιρλανδίας αφορά τις κοινοτικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή για την κυκλοφορία πρώιμης πατάτας που εισάγεται από την Κύπρο στην Κοινότητα.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας συνδέσεως που συνήφθη το 1973 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Κυπριακής Δημοκρατίας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/005, σ. 6 ), καταρχάς χορηγήθηκαν στην Κύπρο ετήσιες ποσοστώσεις για την ατελή εισαγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο πρώιμης πατάτας, για το ετήσιο δε ύψος των ποσοστώσεων αυτών θα λαμβάνονταν υπόψη « οι καθιερωμένες εισαγωγές του Ηνωμένου Βασιλείου από την Κύπρο ». Στη συνέχεια επιτράπηκε οι πατάτες καταγωγής Κύπρου να εισάγονται στην Κοινότητα με μειωμένους δασμούς του Κοινού Δασμολογίου, δυνάμει συμπληρωματικού πρωτοκόλλου περί θεσπίσεως ορισμένων διατάξεων στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Κύπρου (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/009, σσ. 211 και 219).
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι μέχρις ότου άρχισε να ισχύει, την 1η Μαρτίου 1980, το κοινοτικό σύστημα φυτοϋγιεινής, τα αποτελέσματα αυτής της συμφωνίας συνδέσεως δεν είχαν γίνει αισθητά στην αγορά πατάτας της Ιρλανδίας, διότι μέχρι τότε εφαρμογή στον τομέα αυτό είχαν οι εθνικές διατάξεις. Κατά την Ιρλανδική Κυβέρνηση, από το καλοκαίρι 1980 άρχισαν να εισάγονται στην Ιρλανδία σημαντικές ποσότητες πρώιμης πατάτας. Επειδή η εγχώρια αγορά, κατά την κυβέρνηση αυτή, αν δεν διέθετε ελαφρά πλεονάσματα, τουλάχιστον ήταν πάντοτε αυτάρκης, οι εισαγωγές είχαν ως αποτέλεσμα να διαταραχθεί η ισορροπία τιμών και να απειληθεί σοβαρά το εισόδημα των μικρών παραγωγών της χώρας.
Υπό τις συνθήκες αυτές, στις 6 Μαρτίου 1981 ετέθη σε ισχύ στην Ιρλανδία μια απόφαση του Υπουργού Γεωργίας υπό τον τίτλο « Potatoes (Regulation of Import) Order» (στο εξής: υπουργική απόφαση), η οποία θέσπισε σύστημα αδειών για την εισαγωγή πατάτας στην Ιρλανδία και τα άρθρα 3 και 4 της οποίας έχουν την ακόλουθη διατύπωση:
« 3)
Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται στις νωπές πατάτες, μη μεταποιημένες, που παράγονται σε οιαδήποτε χώρα ή έδαφος εκτός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
4)
Απαγορεύεται η εισαγωγή πατάτας επί της οποίας έχει εφαρμογή η παρούσα απόφαση, εκτός αν
α)
εισάγονται κατόπιν χορηγήσεως και σύμφωνα με τους όρους άδειας που εκδίδει ο υπουργός σε εκτέλεση της παρούσας απόφασης, και
β)
η άδεια αυτή παραδοθεί κατά το χρόνο της εισαγωγής στον αρμόδιο τελωνειακό υπάλληλο. »
Μετά από καταγγελία που υπέβαλε τον Απρίλιο 1982 ένας ιρλανδός εισαγωγέας στον οποίο δεν είχε χορηγηθεί άδεια για την εισαγωγή πρώιμης πατάτας καταγωγής Κύπρου, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, για το λόγο ότι η Ιρλανδική Κυβέρνηση εφάρμοζε τη διάταξη αυτή όχι μόνο για τις πατάτες που εισάγονταν απευθείας στην Ιρλανδία από τρίτες χώρες, αλλά επίσης και για τις πατάτες που τελούσαν σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος προτού εισαχθούν στην Ιρλανδία. Την 1η Αυγούστου 1983 η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία καλούσε την Ιρλανδία να παύσει να απαιτεί τη χορήγηση άδειας για την εισαγωγή πατάτας που τελεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος. Στο σκεπτικό της αιτιολογημένης γνώμης η Επιτροπή υπενθύμισε στην Ιρλανδική Κυβέρνηση ότι μπορούσε να ζητήσει από την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 115 της Συνθήκης ΕΟΚ, την άδεια να εξαιρέσει τις πατάτες καταγωγής τρίτων χωρών από την κοινοτική μεταχείριση και ότι η Επιτροπή τότε θα εξέταζε κατά πόσο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας. Με έγγραφο της 25ης Οκτωβρίου 1983, η Ιρλανδική Κυβέρνηση, σε απάντηση της αιτιολογημένης γνώμης, επέμεινε στην άποψη της σύμφωνα με την οποία η υπουργική απόφαση δεν είχε άλλο σκοπό παρά να εφαρμόσει στην Ιρλανδία τις κοινοτικές διατάξεις σύμφωνα με το αληθινό τους πνεύμα. Ζήτησε εξάλλου αναδρομική άδεια δυνάμει του άρθρου 115 για τις πράξεις που της καταλογίζονταν.
2.
Από τα προλεγόμενα προκύπτει μεν ότι η υπουργική απόφαση θεσπίστηκε για να αντιμετωπιστούν τα αρνητικά αποτελέσματα που είχαν στην ιρλανδική αγορά οι εισαγωγές πατάτας από την Κύπρο, επιβάλλεται όμως η υπόθεση να εξεταστεί προπαντός υπό το πρίσμα των αρχών του κοινοτικού δικαίου.
Από την απλή ανάγνωση των άρθρων 3 και 4 της υπουργικής απόφασης φαίνεται καθαρά ότι εξαιρούνται από την υποχρέωση για χορήγηση άδειας μόνο οι πατάτες που παράγονται στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι διατάξεις αυτές μπορούν να εφαρμοστούν σε όλες τις πατάτες που παράγονται σε τρίτη χώρα. Πράγματι, δεν γίνεται καμιά διάκριση μεταξύ των προϊόντων που εισάγονται απευθείας από τρίτη χώρα και των προϊόντων που έχουν ήδη εισαχθεί σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας και για τα οποία έχουν καταβληθεί στο κράτος αυτό οι οφειλόμενοι δασμοί και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος.
Η αγορά πατάτας δεν έχει υπαχθεί ακόμη σε κοινή οργάνωση αγοράς, παρόλον ότι τουλάχιστον από το 1976 συνεχίζονται οι σχετικές εργασίες (βλ. γραπτή ερώτηση 1253/80 του Blaney προς την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και την απάντηση του Gundelach εκ μέρους της Επιτροπής, JO C 335, της 22ας Δεκεμβρίου 1980, σ. 15). Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως το γεωργικό αυτό προϊόν υπάγεται στις γενικές διατάξεις της Συνθήκης περί εμπορίου. Το Δικαστήριο έχει δεχτεί σχετικά ότι
«... Το άρθρο 38 ορίζει στην πρώτη παράγραφο ότι η κοινή αγορά περιλαμβάνει τη γεωργία και το εμπόριο των γεωργικών προϊόντων και, στη δεύτερη παράγραφο, ότι, εκτός αντιθέτων διατάξεων των άρθρων 39 μέχρι και 46, οι κανόνες που προβλέπονται για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς εφαρμόζονται στα γεωργικά προϊόντα ».Επομένως, μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου, δεν μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων των άρθρων 39 μέχρι και 46 για να δικαιολογηθεί η μονομερής παρέκκλιση από τις επιταγές του άρθρου 34 της Συνθήκης, ακόμη και για ένα γεωργικό προϊόν για τo οποίο δεν έχει ακόμη καθιερωθεί κοινή οργάνωση αγοράς·» (υπόθεση 68/76, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, απόφαση της 16ης Μαρτίου 1977, Rec. σ. 515, σκέψεις 20 και 21, σ. 531 ) (η υπογράμμιση δική μου).
Εν προκειμένω εφαρμογή επομένως έχουν οι διατάξεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης. Το άρθρο 9 αναφέρεται στην κατάργηση των τελωνειακών εμποδίων κατά την εισαγωγή και την επανεξαγωγή μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών της Κοινότητας, καθιερώνει τη θέσπιση κοινού δασμολογίου έναντι των τρίτων χωρών και επεκτείνει την εφαρμογή των άρθρων 12 έως 17 και 30 έως 37 της Συνθήκης στα προϊόντα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών.
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, ορίζει ως εξής τα προϊόντα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία:
« Θεωρούνται ότι ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών, για τα οποία έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και εισπραχθεί σ' αυτό το κράτος μέλος οι απαιτούμενοι δασμοί και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, και για τα οποία δεν έχουν επιστραφεί ολικώς ή μερικώς αυτοί οι δασμοί και επιβαρύνσεις.»
Στην απόφαση 41/76 ( Donckerwolcke κατά Procureur de la République, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, Rec. σ. 1921, ειδικότερα σκέψεις 14 έως 18, σ. 1935) το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αναφερθεί ρητά στον ορισμό αυτό.
Οι δασμοί και οι φορολογικές επιβαρύνσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 10 της Συνθήκης είναι όσες είτε προβλέπονται από το Κοινό Δασμολόγιο στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες που δεν έχουν προνομιακές σχέσεις με την Κοινότητα, είτε απορρέουν από συμφωνία περί μειώσεως των δασμών του Κοινού Δασμολογίου, όπως είναι η συμφωνία με την Κύπρο του 1973, με τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις της [ Συμφωνία και συμπληρωματικό πρωτόκολλο του 1978, τα οποία έχουν προαναφερθεί κανονισμός (ΕΟΚ) 3746/81 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1981, περί καθορισμού του καθεστώτος που εφαρμόζεται στις εμπορικές ανταλλαγές με την Κύπρο μετά την 31η Δεκεμβρίου 1981, ΕΕ L 374 της 30ής Δεκεμβρίου 1981, σ. 4' κανονισμός (ΕΟΚ) 671/82 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1982, περί ανοίγματος, κατανομής και τρόπου διαχειρίσεως μιας κοινοτικής ποσοστώσεως πρώιμων γεωμήλων... καταγωγής Κύπρου ( 1982 ), ΕΕ L 79 της 25ης Μαρτίου 1982, σ. 3 κανονισμός (ΕΟΚ) 1226/83 του Συμβουλίου, της 16ης Μαΐου 1983, περί αντικαταστάσεως του κανονισμού 671/82, ΕΕ L 131 της 20ής Μαΐου 1983, σ. 3 ].
Από την οριστική και πλήρη εξομοίωση των προϊόντων καταγωγής κρατών μελών με τα προϊόντα που τελούν υπό το καθεστώς της «ελεύθερης κυκλοφορίας», το Δικαστήριο συνήγαγε τα εξής συμπεράσματα:
« Προκύπτει... ότι οι διατάξεις του άρθρου 30 περί της εξαλείψεως των ποσοτικών περιορισμών και όλων των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος έχουν εφαρμογή αδιακρίτως στα προϊόντα που κατάγονται από την Κοινότητα και στα προϊόντα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός οιουδήποτε από τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από την αρχική καταγωγή των προϊόντων αυτών.
Στα μέτρα αποτελέσματος ισοδύναμου προς ποσοτικούς περιορισμούς, τα οποία απαγορεύονται από τη Συνθήκη, περιλαμβάνεται οιαδήποτε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμβάλει εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά.
Η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει να εφαρμόζεται στις ενδοκοινοτικές σχέσεις μια εθνική νομοθεσία η οποία συνεχίζει να απαιτεί, έστω και τυπικά μόνο, άδειες εισαγωγής ή οιαδήποτε άλλη παρόμοια διαδικασία' » (υπόθεση 41/76, προαναφερθείσα, Donckerwolcke, σκέψεις 18 έως 20' βλ. επίσης υπόθεση 48/74, Charmasson, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1974, Rec. σ. 1383 υπόθεση 68/76, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, προαναφερθείσα' υπόθεση 118/78, Meijer BV κατά Department of Trade, Ministry of Agriculture..., απόφαση της 29ης Μαρτίου 1979, Rec. σ. 1387' υπόθεση 231/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 29ης Μαρτίου 1979, Rec. σ. 1447' υπόθεση 232/78, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1979, Rec. σ. 2729 ).
Εντούτοις στην προαναφερθείσα υπόθεση 41/76 ( σκέψεις 27 και 28, Rec. 1976, σ. 1937 ), το Δικαστήριο ανέφερε ότι
« Η μη ολοκλήρωση της κοινοτικής εμπορικής πολιτικής κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου μπορεί και αυτή, μεταξύ άλλων, να αποτελεί λόγο προκειμένου να εξακολουθήσουν να υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών ανισότητες εμπορικής πολιτικής ικανές να προκαλέσουν εκτροπές του εμπορίου ή να προξενήσουν οικονομικές δυσχέρειες σε ορισμένα κράτη μέλη »,
και ότι
«το άρθρο 115 της Συνθήκης επιτρέπει την αποφυγή δυσχερειών του είδους αυτού... »,
διευκρινίζοντας εντούτοις ότι το άρθρο αυτό παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να παρεμβαίνει για « να επιτρέπει στα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα προστασίας, υπό μορφή ιδίως παρεκκλίσεων από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών τα οποία τελούν σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας σε ένα από τα κράτη μέλη ».
Το Δικαστήριο τόνισε ότι « επειδή όλες οι αρμοδιότητες σε σχέση με την εμπορική πολιτική έχουν μεταβιβαστεί στην Κοινότητα βάσει του άρθρου 113, παράγραφος 1, τα μέτρα εμπορικής πολιτικής εθνικού χαρακτήρα δεν επιτρέπονται μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου παρά μόνο δυνάμει ειδικής άδειας εκ μέρους της Κοινότητας' » ( υπόθεση 41/76, προαναφερθείσα, σκέψη 32 ).
Το Δικαστήριο έκανε δηλαδή σαφώς δεκτό
—
ότι τα προϊόντα που τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία πρέπει να εξομοιωθούν με τα προϊόντα που κατάγονται από τα κράτη μέλη,
—
ότι οι διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης έχουν συνεπώς εφαρμογή επί των προϊόντων αυτών,
—
ότι εντούτοις το άρθρο 115 της Συνθήκης επιτρέπει να επανορθωθούν τα επιζήμια αποτελέσματα της εξομοίωσης αυτής,
—
τέλος, ότι η επανόρθωση αυτή μπορεί να επέλθει μόνο κατόπιν κοινοτικής άδειας, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη θέσπιση εθνικών μέτρων.
Συνεπώς η Ιρλανδία μπορούσε να επιδιώξει να τεθούν περιορισμοί στην ελεύθερη ενδοκοινοτική κυκλοφορία πρώιμης πατάτας μόνο δυνάμει του άρθρου 115 και ακολουθώντας επιπλέον τη διαδικασία που έχει θεσπίσει για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού η απόφαση της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 1979, « σχετικά με τα μέτρα επιτηρήσεως και προστασίας τα οποία τα κράτη μέλη δύνανται να εξουσιοδοτηθούν να λάβουν ως προς την εισαγωγή ορισμένων προϊόντων που κατάγονται από τρίτες χώρες και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία σ' ένα άλλο κράτος μέλος» ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/018, σσ. 8 και επ. ).
Αν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστούν οι αρχές αυτές, αναγκαστικά διαπιστώνεται ότι, ελλείψει ρητής εξαιρέσεως, η υπουργική απόφαση έχει εφαρμογή επίσης στις πρώιμες πατάτες που κατάγονται από τρίτη χώρα και τελούν σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας σε άλλο κράτος μέλος. Κατά συνέπεια και ανεξάρτητα από το πώς ενδεχομένως εφαρμόστηκε, η διάταξη αυτή την οποία θέσπισε μονομερώς η Ιρλανδική Κυβέρνηση χωρίς να τηρήσει την κοινοιτική διαδικασία του άρθρου 115 παραβιάζει την αρχή που θέτει το άρθρο 30.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση βέβαια, όπως επιβεβαιώνεται και από την Επιτροπή, ισχυρίζεται ότι πριν από τη θέσπιση της υπουργικής απόφασης είχε διεξαγάγει άτυπες διαβουλεύσεις με την Επιτροπή, η οποία δεν πρόβαλε πάραυτα αντιρρήσεις, όταν της κοινοποιήθηκε το κείμενο στις 15 Ιουλίου 1981.
Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ακόμα ότι η μη χορήγηση αδειών αφορούσε το 1982 38000 τόνους πατάτας καταγωγής Κύπρου και ότι συνεπώς είναι αρκετά απίθανο το σύνολο της ποσόστωσης αυτής να είχε τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Δεν έχει σημασία. Αυτό που εξετάζεται εν προκειμένω είναι η εφαρμογή μιας αρχής η οποία απαγορεύει να παρεμποδίζεται, έστω και δυνητικά, η ελεύθερη ενδοκοινοτική κυκλοφορία προϊόντων που έχουν εισαχθεί κανονικά σε ένα κράτος μέλος.
Το ότι η Επιτροπή προς στιγμή σιώπησε δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ούτε να αποστερηθεί της δυνατότητας να ασκήσει τα προνόμιά της ούτε να παράσχει στην Ιρλανδία ένα δικαίωμα το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει μόνο δυνάμει κοινοτικής άδειας.
3.
Εφόσον πρόκειται για την εφαρμογή μιας αρχής, θα μπορούσα να τερματίσω στο σημείο αυτό τις παρατηρήσεις μου επί του θέματος. Προτιμώ εντούτοις να μην αφήσω αναπάντητο το επιχείρημα της Ιρλανδίας σύμφωνα με το οποίο η Ιρλανδία είχε δικαίωμα να θεσπίσει την υπουργική απόφαση, επειδή η Δημοκρατία της Κύπρου δεν τήρησε την υποχρέωση που είχε αναλάβει έναντι της Επιτροπής με έγγραφο της 18ης Μαρτίου 1981, δηλαδή ότι
« ... όσον αφορά την ατελή εισαγωγή πρώιμης πατάτας καταγωγής Κύπρου που προβλέπει το πρωτόκολλο το οποίο συνήφθη μεταξύ της Κοινότητας και της Κύπρου, η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας θα διοχετεύει τις εξαγωγές της προς την Κοινότητα στη συνηθισμένη της αγορά, το Ηνωμένο Βασίλειο ».
Μια τέτοια δέσμευση, η οποία μνημονεύει το κράτος μέλος του πρώτου προορισμού, δεν μπορεί να αφαιρέσει από τα εν λόγω προϊόντα την ιδιότητά τους ως προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς « ελεύθερης κυκλοφορίας » και επομένως δεν μπορεί να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής των πιο πάνω αρχών.
Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από το αν τηρήθηκε ή όχι η δέσμευση αυτή, το νομολογιακό προηγούμενο Donckerwolcke διατηρεί όλη του την αξία.
4.
Απομένει επομένως να εξετάσω τον ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο η θέσπιση της υπουργικής απόφασης δικαιολογούνταν από λόγους δημόσιας τάξης.
Επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι « οι διατάξεις των άρθρων 30 έως 34 δεν θίγουν απαγορεύσεις ή περιορισμούς των εισαγωγών που δικαιολογούνται από λόγους δημόσιας τάξης ». Η προστασία όμως της εσωτερικής αγοράς είχε θέσει πρόβλημα δημόσιας τάξης, τόσο λόγω των πολύ σοβαρών διαταραχών που μπορούσε να προξενήσει ο κατακλυσμός της αγοράς από τις εισαγόμενες πατάτες, όσο και λόγω του ότι η Επιτροπή δεν είχε τη βούληση ή τη δυνατότητα να προαγάγει την αρμονική ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων μεταξύ των κρατών μελών, σύμφωνα με τους στόχους της κοινής αγροτικής πολιτικής ( άρθρο 39 της Συνθήκης ) ή γενικότερα με την αποστολή της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (άρθρο 2 της Συνθήκης ).
Κατά την Ιρλανδική Κυβέρνηση, επειδή η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει, στο πλαίσιο της συμφωνίας συνδέσεως με την Κύπρο, τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση αποτελεσματικής προστασίας των αγορών κάθε κράτους μέλους, η υπουργική απόφαση ήταν απολύτως αναγκαία για να επιτευχθούν οι στόχοι που ορίζονται στο άρθρο 39 της Συνθήκης.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν πρέπει να γίνει δεκτός.
Πράγματι, όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή, η οποία παραθέτει σχετικά την απόφαση του Δικαστηρίου 7/61, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1961, Rec. σ. 633, ειδικότερα σ. 657 ), το άρθρο 36
« ... αφορά περιπτώσεις που δεν έχουν οικονομικό χαρακτήρα και δεν είναι σε θέση να επηρεάσουν τις αρχές που καθορίζονται στα άρθρα 30 έως 34, όπως επιβεβαιώνεται και από την τελευταία φράση του άρθρου αυτού ».
Πράγματι, η τελευταία αυτή φράση ορίζει ότι
« οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί », που στηρίζονται μεταξύ άλλων στη δημόσια τάξη, « δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ».
Η Ιρλανδία όμως είχε κυρίως την πρόθεση να προστατεύσει ένα μεγάλο αριθμό αγροτών της, των οποίων τα εισοδήματα εξαρτώνται κατά πολύ από την πώληση πατάτας δικής τους εσοδείας. Πρόκειται επομένως πράγματι για προστασία συμφερόντων οικονομικής φύσεως.
Στα ζητήματα αυτά, όπως έγινε δεκτό με την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως υπόθεση 232/78 προαναφερθείσα, Rec. σ. 2738, σκέψη 8 ), εναπόκειται στα κοινοτικά όργανα να παρεμβαίνουν για να εναρμονίσουν τις εσωτερικές αγορές ή, ελλείψει εναρμονίσεως, να θέσουν σε λειτουργία τους αναγκαίους διορθωτικούς μηχανισμούς. 'Ετσι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρ9ρου 115 της Συνθήκης, η Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει «στα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προστασίας των οποίων καθορίζει τους όρους και τον τρόπο εφαρμογής ».
Ενόψει της ενδεχομένως πραγματικής απειλής διαταράξεως της εσωτερικής αγοράς πατάτας, η Ιρλανδική Κυβέρνηση έπρεπε να υποβάλει στην Επιτροπή αίτηση άδειας δυνάμει του άρθρου 115. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση παρέλειψε να το κάνει νομότυπα και να προβάλει τους σχετικούς λόγους και υποστηρίζει ότι η αίτηση δεν θα είχε αποτέλεσμα λόγω της πολύ μεγάλης καθυστερήσεως που συνεπάγεται μια τέτοια διαδικασία για την πρόληψη επικειμένου κινδύνου.
Δυνάμει όμως του άρθρου 3, παράγραφος 6, της προαναφερθείσας απόφασης για την εφαρμογή του άρθρου 115, η Επιτροπή οφείλει να αποφανθεί επί της αιτήσεως του κράτους μέλους εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της.
Το γεγονός ότι η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν απευθύνθηκε έγκαιρα στην Επιτροπή και δεν της ζήτησε να της επιτρέψει να λάβει τα μέτρα προστασίας τα οποία έκρινε απαραίτητα δεν μπορεί να αποτελέσει για την Ιρλανδία κάποιου είδους τεκμήριο περί καταστάσεως ανάγκης που να δικαιολογεί την αμφισβητούμενη διάταξη.
5.
Κατά συνέπεια, προτείνω
1)
το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, απαιτώντας άδειες για την εισαγωγή νωπής πατάτας καταγωγής τρίτων χωρών που τελεί σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας σε άλλο κράτος μέλος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ,
2)
να καταδικαστεί η Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση οπό τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy