ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ Κ.
G. FEDERICO MANCINI
της 5ης Δεκεμβρίου 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαανές,
1.
Καλείστε να αποφανθείτε επί προσφυγής που άσκησε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας. Η αιτίαση που της προσάπτεται εμφανίζει αναμφισβήτητα καινοφανείς πτυχές: συνίσταται στο ότι « προέτρεψε » ένα δημόσιο οργανισμό [ το Caisse nationale de crédit agricole (Εθνικό ίδρυμα αγροτικής πίστεως), εφεξής: CNC Α] να καταβάλει επίδομα στους λιγότερο ευνοημένους γεωργούς και ότι, κατά συνέπεια, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, αν ληφθούν υπόψη οι στόχοι της Συνθήκης σε θέματα ανταγωνισμού και ειδικότερα οι στόχοι των άρθρων της 92 και επ.
Τα πραγματικά περιστατικά. Με το από 29 Δεκεμβρίου 1981 έγγραφο της, η Γαλλική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα μέτρα υπέρ της γεωργίας που θέσπισε μετά τη λήξη της γεωργικής συνέλευσης του 1981. Μεταξύ των μέτρων αυτών περιλαμβάνονταν και « επίδομα αλληλεγγύης» ύψους 1,5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Για τη χρηματοδότηση του επρόκειτο να γίνει χρήση των πλεονασμάτων του προϋπολογισμού του που το CNCA είχε συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια πολλών οικονομικών χρήσεων.
Ενόψει των πληροφοριών αυτών, η Επιτροπή έκρινε ότι το εν λόγω επίδομα ήταν ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά και εν προκειμένω προς τη ρύθμιση των κρατικών ενισχύσεων. Με το από 10 Μαρτίου 1982 έγγραφο της κίνησε, επομένως, την προβλεπόμενη από το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης διαδικασία, καλώντας τη Γαλλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.
Με τις απαντήσεις της και ειδικότερα με το έγγραφο της 26ης Μαρτίου 1982, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι το επίδομα αλληλεγγύης δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Και τούτο για δύο λόγους: α) τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού του CNCA ήταν προϊόν τραπεζικής διαχειρίσεως ταμιευτηρίου ιδιωτικού χαρακτήρα και β) την απόφαση τα πλεονάσματα αυτά να δοθούν για τη χρηματοδότηση του επιδόματος θέσπισε το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος, όργανο δηλαδή στο οποίο το δημόσιο μειοψηφεί.
Τα επιχειρήματα αυτά έπεισαν την Επιτροπή να χαρακτηρίσει διαφορετικά τη βοήθεια de quo : όχι πλέον ως υπό στενή έννοια κρατική ενίσχυση, αλλ' ως « μέτρο ισοδύναμου με κρατική ενίσχυση αποτελέσματος ». Υπέρ της εξομοίωσης αυτής — σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή — συνηγορούν κατ' ουσία δύο στοιχεία: 1) στη με τα ίδια της πλεονάσματα χρηματοδότηση του επιδόματος από το CNCA προέτρεψαν προφανώς οι δημόσιες αρχές και 2) το εν λόγω επίδομα μπορεί να εξομοιωθεί με κρατική ενίσχυση λόγω του ότι ot στόχοι του και το αποτέλεσμα του συνίστανται στην εύνοια των γαλλικών επιχειρήσεων και προϊόντων εις βάρος του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. « Προτρέποντας » το C NC Α να χορηγήσει το επίδομα, η Γαλλική Κυβέρνηση παρέβη με τον τρόπο αυτό την προβλεπόμενη από το άρθρο 5 της Συνθήκης υποχρέωση προς συνεργασία, ενόψει των στόχων στους οποίους αποβλέπει το άρθρο αυτό επί θεμάτων ανταγωνισμού και κυρίως ενόψει των στόχων των άρθρων 92 και επομένων.
Αλλά και από δικονομική άποψη ο χαρακτηρισμός του επιδόματος ως « μέτρου αποτελέσματος ισοδύναμου προς ενίσχυση » είχε για την Επιτροπή μια σημαντική συνέπεια: να παύσει τη διαδικασία αμφισβητήσεως δυνάμει του άρθρου 93 και με έγγραφο οχλήσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 1982 να κινήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 διαδικασία λόγω παραβάσεως.
Με την από 15 Οκτωβρίου 1982 απάντηση της, η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε και τη νέα αιτίαση, υποστηρίζοντας ότι: α) η έννοια του « μέτρου αποτελέσματος ισοδύναμου προς κρατική ενίσχυση » είναι άγνωστη στην κοινοτική έννομη τάξη, β) οι γαλλικές αρχές δεν διαδραμάτισαν κανένα ρόλο στην απόφαση του CNCA και γ) ο στόχος του μέτρου ήταν αποκλειστικά κοινωνικός.
Οι εξηγήσεις αυτές δεν έπεισαν την Επιτροπή, η οποία διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη ( 25 Μαίου 1983 ) και παρέσχε στη Γαλλική Κυβέρνηση προθεσμία δύο μηνών για να συμμορφωθεί σχετικά, ζητώντας της παράλληλα να εγγυηθεί ότι στο μέλλον δεν πρόκειται να ασκήσει πιέσεις επί του CNCA για τη χορήγηση ενισχύσεως στους γεωργούς. Επειδή η Γαλλία περιορίστηκε να αναφέρει ότι θα γνωστοποιούσε στο CNCA την κοινοτική άποψη, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169, δεύτερη παράγραφος, στις 23 Δεκεμβρίου 1983 προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου.
2.
Το αξιοσημείωτο στοιχείο της υπόθεσης που συνόψισα είναι αναμφισβήτητα η αλλαγή γνώμης που εξεδήλωσε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της κατά το άρθρο 93 διαδικασίας ως προς τη φύση του γαλλικού επιδόματος. Έχοντας προφανώς κλονιστεί από τις αντιρρήσεις της καθής κυβερνήσεως, αλλά έχοντας την πεποίθηση ότι και η ενίσχυση που της προσάπτεται ότι χορηγεί είναι παράνομη, η Επιτροπή έκρινε ότι θα ξεπερνούσε τη δυσχέρεια, επινοώντας για το εν λόγω επίδομα έναν πρωτότυπο ορισμό: μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου προς κρατική ενίσχυση, ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά. Η συλλογιστική που ακολούθησε η προσφεύγουσα προκειμένου να φτάσει στο συμπέρασμα αυτό είναι σαφής. Expressis verbis τα άρθρα 92 και επόμενα απαγορεύουν μόνο τις κρατικές ενισχύσεις, όπως νομίζω ότι είναι δυνατό να αποδοθούν: πάντως δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι η Συνθήκη επιτρέπει στα κράτη να συμπεριφέρονται κατά τρόπο που τυπικά είναι αδύνατο να εμπίπτει στην έννοια της ενίσχυσης, αλλά παράγουν έννομες συνέπειες που ισοδυναμούν με εκείνες της ενίσχυσης. Η απαγόρευση τους πρέπει κατά συνέπεια να αναζητηθεί μεταξύ των διατάξεων αρχής' ο εντοπισμός τους δεν είναι υπερβολικά δυσχερής. Αρκεί να σταθούμε στο άρθρο 5 που επιβάλλει στα κράτη μέλη να απέχουν από « κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της... Συνθήκης ».
Αναγνωρίζω τη διανοητική παρρησία της Επιτροπής, θεωρώ όμως ότι η άποψη της είναι κάπως ευάλωτη. Καταρχάς, προσκρούει στους λόγους που οδήγησαν τους συντάκτες της Συνθήκης να επινοήσουν τη νομική κατασκευή του « μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος ». Όπως προανέφερα, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και εκτός του πλαισίου των άρθρων 30-34 στο οποίο προβλέπεται ρητά. Στο πλαίσιο όμως αυτό επιτελεί μια λειτουργία — να διασφαλίζει πληρέστερη ελευθερία των ανταλλαγών από αυτή στην οποία καταλήγει η απλή κατάργηση των τυπικών προστατευτικών μέτρων: δασμών και ποσοστώσεων — που δεν έχει λόγο υπάρξεως υπό άλλες περιστάσεις, όπως ειδικότερα στον τομέα των ενισχύσεων. Στην πραγματικότητα, η διατύπωση του άρθρου 92 («εηοχΰσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους... είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά ») είναι πολύ ευρύτερη και περισσότερο εύκαμπτη από εκείνη που απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή. Συνεπώς, δεν ήταν αναγκαίο να συμπληρωθεί με έναν κανόνα « που καλύπτει όλες τις περιπτώσεις », δηλαδή ικανό να πλήττει τα μέτρα που εξακολουθούν να ισχύουν και δεν δικαιολογούνται βάσει άλλων διατάξεων της Συνθήκης και που παρεμποδίζουν τις ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.
Ούτε από το άρθρο 5 είναι δυνατό να συναχθεί ότι υφίσταται παρόμοιος κανόνας που καλύπτει όλες τις περιπτώσεις. Πράγματι, το δίδαγμα που συνάγεται ανέκαθεν από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνίσταται στο ότι το εν λόγω άρθρο προβλέπει μια γενική υποχρέωση για όλα τα κράτη μέλη, το συγκεκριμένο όμως περιεχόμενο της οποίας εξατομικεύεται κατά τομέα από άλλες περισσότερο συγκεκριμένες διατάξεις ( πρβλ. υπό την έννοια αυτή την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1971 στην υπόθεση 78/70, Deutsche Grammophon κατά Metro, Raccolta 1971, σ.487, σκέψη 5). Αν και χρήσιμη για την ερμηνεία της Συνθήκης, η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να ταυτιστεί με πηγή συγκεκριμένων υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη εκτός αν δεν υφίσταται παρόμοια πηγή ή δεν είναι σε θέση να επιβάλει κυρώσεις για πράξεις ή πρακτική αντίθετες προς τους στόχους της Συνθήκης.
3.
Οι παρατηρήσεις που ανέπτυξα μέχρις εδώ οδηγούν λογικά στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή που κατατέθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1983 στερείται βάσεως. Πάντως, διατυπώνω την ακόλουθη υπόθεση: για λόγους οικονομίας της δίκης προτείνω το Δικαστήριο να χαρακτηρίσει εκ νέου την αμφισβητούμενη με την προσφυγή συμπεριφορά, θεωρώντας την ως υπό στενή έννοια ενίσχυση. Θεωρώ ότι αυτό είναι δυνατό: πράγματι, ενώ ο δικαστής απαγορεύεται να δικάσει ultra petita, μπορεί να προσδώσει στο πραγματικό γεγονός ένα nomen iuris διαφορετικό από εκείνο που του αποδίδει ο προσφεύγων. Εν πάση περιπτώσει, αξίζει τον κόπο να διερευνηθούν τα αποτελέσματα στα οποία καταλήγει η υπόθεση αυτή. Είναι, συνεπώς, δυνατό να λεχθεί ότι το de qua επίδομα εμπίπτει στην έννοια της κατά το άρθρο 92 ενίσχυσης; Όπως έχει ήδη προαναφερθεί, η διάταξη δεν αφορά μόνο ενισχύσεις που χορηγούν απευθείας τα κράτη, αλλ' επίσης και ενισχύσεις χρηματοδοτούμενες με « κρατικούς πόρους». Διερωτώμαι αν η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στην κατηγορία αυτή.
Ήδη με την έναρξη της δίκης, η Γαλλική Κυβέρνηση επέμεινε στη διευκρίνιση ότι τα πλεονάσματα του CNCA από τον προϋπολογισμό ήταν προϊόν τραπεζικής διαχειρίσεως ταμιευτηρίου ιδιωτικού χαρακτήρα και ότι σε καμιά περίπτωση δεν προέρχονταν από κεφάλαια του δημοσίου. Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στα πραγματικά περιστατικά που απορρέουν από το έγγραφο που απηύθυνε στις 13 Μαρτίου 1982 η ίδια κυβέρνηση προς την Επιτροπή.
Από το έγγραφο αυτό συνάγεται ότι τα πλεονάσματα δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια έξι ετών και συγκεκριμένα μεταξύ του 1975 και του 1980, ακολουθώντας μια καμπύλη που έφτασε στο ανώτατο σημείο της το 1978 (περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο γαλλικά φράγκα ) για να αρχίσει στη συνέχεια να μειώνεται προοδευτικά. Είναι γεγονός ότι μέχρι το 1978 παρέχονταν στο CNC Α διευκολύνσεις φορολογικού χαρακτήρα και ότι το τελευταίο άρχισε να καταβάλλει φόρους υπό την ιδιότητα του ως εταιρία (άρθρο 23 του φορολογικού νόμου 78-1240 της 29ης Δεκεμβρίου 1978 και άρθρο 4 του φορολογικού νόμου 81-1180 της 31ης Δεκεμβρίου 1981) μόλις από το 1979, σημειώνω δε ότι άρχισε να εφαρμόζεται προοδευτικά. Πώς είναι δυνατό να μην θεωρηθεί το νήμα που συνδέει τα δύο περιστατικά; Άλλωστε, από την ανάγνωση των πρακτικών της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του CNCA, της 7ης Δεκεμβρίου 1981, προκύπτει ότι: τα πλεονάσματα — βεβαιώνεται απερίφραστα — δημιουργήθηκαν « au cours des exercices non fiscalisés ou fiscalisés partiellement » [ κατά τη διάρκεια των χρήσεων για τις οποίες δεν καταβαλλόταν καθόλου φόρος ή καταβαλλόταν μερικώς ].
Κατόπιν αυτών, θεωρώ βέβαιο ότι το επίδομα αλληλεγγύης προέρχεται από « κρατικούς πόρους ». Το πράγμα όμως δεν σταματά εδώ. Η Γαλλική Κυβέρνηση σημειώνει περαιτέρω ότι το CNCA διατηρεί την αυτοτέλεια του σε σχέση με τις δημόσιες αρχές και ότι ειδικότερα το δημόσιο αποτελεί τη μειοψηφία στο διοικητικό του συμβούλιο. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι υπερβολικός, θα έλεγα μάλιστα και ανακριβής. Σύμφωνα με τη διάταξη που ρυθμίζει τη σύνθεση του συλλογικού αυτού οργάνου ( άρθρο 2 του διατάγματος 74-732 της 19ης Αυγούστου 1974), το τελευταίο αποτελείται από ένδεκα μέλη: τέσσερα που προβλέπει ο νόμος ως εκπρόσωπους του δημοσίου και πέντε, εκλεγόμενα από την ολομέλεια της επιτροπής του CNCA μεταξύ των μελών του. Δεδομένου ότι μεταξύ αυτών (συνολικά τριάντα), δώδεκα διορίζονται με διάταγμα, είναι πολύ πιθανό ότι και άλλοι εκπρόσωποι του δημοσίου συμμετέχουν τελικά στη σύνθεση του εκτός από τους πρώτους τέσσερις για τους οποίους έγινε ήδη λόγος: μέχρι τέτοιου σημείου — ποιος μπορεί να το αποκλείσει; — ώστε να αποτελούν μαζί τους την πλειοψηφία.
Προσθέτω ότι το CNCA νομοτεχνικά συνιστά « δημόσιο ίδρυμα βιομηχανικού και εμπορικού χαρακτήρα ». Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 1 του διατάγματος 53-707 της 9ης Αυγούστου 1953, όταν πρόκειται για επιχειρήσεις αυτού του είδους, οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου σχετικά με τη « διάθεση των κερδών » δεν καθίστανται οριστικές παρά μόνο αφού εγκριθούν από κοινού από τον Υπουργό Οικονομικών και τους άλλους συναρμόδιους υπουργούς ( στην περίπτωση του CNCA και από τον Υπουργό Γεωργίας). Τέλος, κατ' εφαρμογή του διατάγματος 60-223 της 7ης Μαρτίου 1960, ο Υπουργός Οικονομικών ανέθεσε τον οικονομικό και χρηματοδοτικό έλεγχο του οργανισμού σε κυβερνητικό επίτροπο, διορισμένο και υπαγόμενο σ' αυτόν, στοιχείο που δεν στερείται ασφαλώς σημασίας.
Τα παραπάνω αρκούν, νομίζω, για να υποστηριχτεί ότι το CNCA δεν απολαύει αυτονομίας, την οποία επικαλείται η καθής κυβέρνηση' ή τουλάχιστον δεν διέθετε αυτονομία στην υπό κρίση υπόθεση. Αντίθετα, στην προκειμένη περίπτωση η λειτουργία που επιτέλεσε ήταν αποκλειστικά εκείνη ενός συνδέσμου του δημοσίου ή αν προτιμάτε ενός μεσάζοντα στον οποίο προσέφυγε το κράτος προκειμένου να παρέμβει προς υποστήριξη της γαλλικής γεωργίας.
4.
Συμπερασματικά, δεν χωρεί αμφιβολία ότι το επίδομα αλληλεγγύης συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92. Είναι δυνατό να συναχθεί υπό την έννοια αυτή ότι μπορεί να προσαφθεί στη Γαλλία η θέσπιση του στο πλαίσιο της υπό κρίση δίκης; Το ερώτημα προϋποθέτει ότι ελέγχεται καταρχάς αν η Επιτροπή, στηρίζοντας την προσφυγή της στο άρθρο 169, τήρησε τους προβλεπόμενους από τη Συνθήκη διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με τις ενισχύσεις και η απάντηση μετά από τέτοιο έλεγχο δεν μπορεί να είναι παρά αρνητική.
Πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο ασχολήθηκε επανειλημμένα με τη σχέση που υφίσταται μεταξύ των άρθρων 92 και επόμενων και της παραβίασης άλλων πρωτογενών ή παραγώγων διατάξεων, αρύοντας από τη σύγκριση αυτή σημαντικές συνέπειες ακόμη και όσον αφορά τα ένδικα μέσα. Ειδικότερα, με την απόφαση του της 22ας Μαρτίου 1977 ( υπόθεση 74/76, Iannelli κατά Meroni, Raccolta 1977, σ. 557 ), διέκρινε δύο περιπτώσεις: η μία συντρέχει όταν μια πτυχή ή ένα στοιχείο της ενίσχυσης, που υποτίθεται ότι αντίκειται σε διαφορετικούς κανόνες από εκείνους των άρθρων 92 και 93, συνδέεται με την ενίσχυση, ή καλύτερα με το αντικείμενο της, τόσο στενά, ώστε να καθιστά αδύνατη την εξέταση του αυτοτελώς. Η άλλη περίπτωση συντρέχει όταν στο πλαίσιο του συστήματος των ενισχύσεων είναι θεμιτό να αποχωρίζονται προϋποθέσεις ή χαρακτηριστικά, τα οποία, αν και αποτελούν τμήμα του ίδιου του συστήματος, δεν φαίνονται να είναι αναγκαία για την υλοποίηση του. Στην πρώτη περίπτωση, η παραβίαση δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά μόνο στο πλαίσιο της στηριζόμενης στο άρθρο 93 διαδικασίας' στη δεύτερη, μπορεί να διαπιστωθεί και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κινείται βάσει του άρθρου 169 (ή ακόμη και προδικαστικά, εφόσον ο κανόνας που παραβιάζεται έχει άμεσο αποτέλεσμα, η άποψη όμως αυτή δεν ενδιαφέρει την περίπτωση μας ).
Με μια σειρά αποφάσεων σας επιμείνατε στην εν λόγω διάκριση. Ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα: κρίνοντας ένα μέτρο που επιβλήθηκε μέσω μιας φορολογικής επιβαρύνσεως που εισήγαγε δυσμενή διάκριση και συγχρόνως ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως ενίσχυση, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι δυνατή η επίκληση του άρθρου 169 όταν προσάπτεται σε κράτος πρακτική που συνιστά παράβαση του άρθρου 95 (απόφαση της 21ης Μαΐου 1980 στην υπόθεση 73/79, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Raccolta 1980, σ. 1533 ).
Ισχύει το ίδιο και στην προκειμένη περίπτωση; Νομίζω ότι είμαι σε θέση να το αποκλείσω. Προφανώς η φύση του de qua επιδόματος είναι πιο σαφής από εκείνη που ορίζεται με την πρώτη περίπτωση στην απόφαση Iannelli, δεδομένου ότι, ανεξάρτητα από τις έρευνες, δεν περιέχει κανένα στοιχείο που φαίνεται να μπορεί να αποχωριστεί και δυνάμενο να θεωρηθεί ότι αντίκειται σε διαφορετικό και συγκεκριμένο κανόνα της Συνθήκης. Αν αυτό που ανέφερα στην παράγραφο. 3 είναι ορθό, το επί-οομα ονηοτά ενίσχυση και τίποτε άλλο. Για να χρησιμοποιήσω τη φρασεολογία της εν λόγω απόφασης, το ζήτημα κατά πόσο το επίδομα συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, πρέπει κατά συνέπεια «να εκτιμηθεί κατ' ανάγκη σύμφωνα με τη στηριζόμενη στο άρθρο 93 διαδικασία » αυτό συνεπάγεται ότι η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 169 πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.
Άλλωστε, υπέρ της προτάσεως αυτής συνηγορεί ένα άλλο στοιχείο που προβάλλεται συχνά με τη νομολογία σας ( βλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 1970 στην υπόθεση 47/69, Γαλλία κατά Επιτροπής, Raccolta 1970, σ. 487, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973 στην υπόθεση 120/73, Lorenz κατά Γερμανίας, Raccolta 1973, σ. 1471, και απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 173/73, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, Raccolta 1974, σ. 709 ). Υπαινίσσομαι την ιδιομορφία του άρθρου 93 σε σχέση με το άρθρο 169. Πράγματι, η πρώτη διάταξη θεσπίζει μια ειδική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας τα κράτη μέλη προστατεύονται πολύ περισσότερο απ' ό,τι στην κοινή διαδικασία που προβλέπει η δεύτερη διάταξη. Με τον τρόπο αυτό, απολαμβάνουν το δικαίωμα να εκτιμούν από οικονομική άποψη το μέτρο αρωγής' έχουν τη δυνατότητα να επιτύχουν από το Συμβούλιο κατ' εξαίρεση παρέκκλιση για τις ενισχύσεις που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 92, παράγραφοι 2 και 3 · μπορούν να προσβάλουν την απόφαση της Επιτροπής, η οποία, ας σημειωθεί, αποτελεί με τη σειρά της προϋπόθεση για την άσκηση της στηριζόμενης στο άρθρο 93 προσφυγής.
Τελικά, η βάσει του άρθρου 169 παροχή του δικαιώματος αμφισβητήσεως εκ μέρους της Επιτροπής ενός μέτρου αντίθετου προς την απαγόρευση του άρθρου 92, θα ισοδυναμούσε, αφενός, με την παροχή εξουσίας επιλογής μεταξύ διαφόρων ενδίκων μέσων που η νομολογία σας αποκλείει, αφετέρου δε, με αποστέρηση των κρατών από τις ουσιαστικές και δικονομικές εγγυήσεις στις οποίες είναι δίκαιο να έχουν εμπιστοσύνη.
5.
Για τους λόγους που ανέπτυξα μέχρι τώρα, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή που άσκησε στις 23 Δεκεμβρίου 1983 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας. Τα έξοδα πρέπει να βαρύνουν την προσφεύγουσα, όπως ισχύει σε περίπτωση ήττας.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy