Στην υπόθεση 5/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Pretore του Lodi προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά
Η. G. RiENKS,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία δύο οδηγιών του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1978, της οδηγίας 78/1026 περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων κτηνιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ., 06/002, σ. 46) και της οδηγίας 78/1027 περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του κτηνιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ., 06/002, σ. 52),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Η διάταξη περί παραπομπής, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη Rienks, ολλανδός υπήκοος, έλαβε πτυχίο κτηνιάτρου του κρατικού πανεπιστημίου της Ουτρέχτης στις 11 Σεπτεμβρίου 1970, το οποίο του επιτρέπει να ασκεί το επάγγελμα του κτηνιάτρου στις Κάτω Χώρες. Διαμένοντας στην Ιταλία και επιθυμώντας να ασκήσει εκεί το επάγγελμα του, ο Rienks υπέβαλε στις 12 Μαίου 1981 αίτηση εγγραφής στον κτηνιατρικό σύλλογο της πόλεως Varese. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από τον κτηνιατρικό σύλλογο για το μόνο λόγο ότι το ιταλικό κράτος δεν είχε ακόμη προβεί στην εκτέλεση των οδηγιών 78/1026 και 78/1027 του Συμβουλίου, που αναφέρονται στο επάγγελμα του κτηνιάτρου.
Την 1η Δεκεμβρίου 1981, ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη χορήγησε ιατρική συνταγή η οποία, σύμφωνα με το ιταλικό δίκαιο, μπορεί να χορηγηθεί μόνο από κτηνίατρο που έχει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στην Ιταλία, δηλαδή από κτηνίατρο εγγεγραμμένο στον κτηνιατρικό σύλλογο της περιοχής όπου ασκεί το επάγγελμα του. Ελλείψει τέτοιας εγγραφής, η χορήγηση συνταγής όπως στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί παράβαση του άρθρου 348 του ιταλικού ποινικού κώδικα που αφορά την καταχρηστική άσκηση επαγγέλματος.
Κατά την άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη διέπραξε την ανωτέρω παράβαση μόνο διότι το ιταλικό κράτος δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας 78/1026η οποία αφορά την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων κτηνιάτρου. Διότι αν η εν λόγω οδηγία είχε εμπρόθεσμα τεθεί σε εφαρμογή, τίποτε δεν θα αποτελούσε εμπόδιο για την εγγραφή του Rienks στον κτηνιατρικό σύλλογο της Varese. Το παρα-πέμπον δικαστήριο συνεχίζει εκτιμώντας ότι η παράλειψη της εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών αποτελεί παράβαση του κοινοτικού δικαίου, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή, με έγγραφο της 19ης Οκτωβρίου 1981, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της συνθήκης έναντι της Ιταλίας.
Για το λόγο αυτό, το παραπέμπον δικαστήριο θεωρεί ότι είναι σκόπιμο να εξετασθεί αν ενδεχομένως μπορούν οι ιδιώτες, έστω και αν οι οδηγίες δεν τέθηκαν σε εφαρμογή από τα κράτη μέλη, να κάνουν απευθείας επίκληση των διατάξεων τους. Κατά συνέπεια, αποφάσισε να υποβάλει τα δύο ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Το κράτος μέλος (υποδοχής) που δεν εξετέλεσε τις οδηγίες 78/1026/ΕΟΚ και 78/1028/ΕΟΚ περί του επαγγέλματος του κτηνιάτρου, μπορεί να επιβάλει ποινική κύρωση εις οάρος (κοινοτικού) υπηκόου άλλου κράτους μέλους ο οποίος έχει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του στη χώρα του αλλά δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο κτηνιάτρων του κράτους μέλους υποδοχής, για το λόγο ότι προέβη σε ενέργεια (χορήγηση ιατρικής συνταγής) που χαρακτηρίζεται από το νόμο ως αδίκημα ακόμη και όταν τελείται από υπήκοο της χώρας υποδοχής μη εγγεγραμμένο σε επαγγελματικό μητρώο της χώρας αυτής, όταν η μη εγγραφή του κοινοτικού υπηκόου στο εν λόγω μητρώο οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι το κράτος μέλος υποδοχής δεν εξετέλεσε εμπρόθεσμα τις οδηγίες ΕΟΚ;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα, βάσει των διατάξεων των οδηγιών 78/1026/ΕΟΚ και 78/1027/ΕΟΚ περί του επαγγέλματος του κτηνιάτρου και βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά την ισχύ των οδηγιών ΕΟΚ, κοινοτικός υπήκοος που έχει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του στη χώρα του έχει το δικαίωμα να εγγραφεί στο μητρώο κτηνιάτρων (που τηρείται κατά περιοχές του κράτους μέλους υποδοχής) έστω και αν η χώρα αυτή δεν εξετέλεσε τις ανωτέρω οδηγίες και συνεπώς δεν εξεπλήρωσε κοινοτικές υποχρεώσεις της; Στην περίπτωση αυτή, ο κοινοτικός υπήκοος μπορεί, εφόσον συνεχίζεται η εν λόγω μη εκπλήρωση υποχρεώσεως, να επιτύχει των εγγραφή του προσφεύγοντας εν ανάγκη στην αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής;»
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Ιανουαρίου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Η. G. Rienks, εκπροσωπούμενος από τους Ubertazzi και Capelli, δικηγόρους Μιλάνου, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον P. G. Ferri, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Berardis, μέλος της νομικής υπηρεσίας της.
Διαπιστώνοντας ότι κανένα κράτος μέλος ή κοινοτικό όργανο που είναι διάδικος δεν ζήτησε να εκδικασθεί η υπόθεση από την ολομέλεια, το Δικαστήριο, με διάταξη της 22ας Ιουνίου 1983, ανέθεσε την εκδίκαση της στο δεύτερο τμήμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ
1. Παρατηρήσεις τον Rienks, κατηγορούμενου στην κύρια όίκη
Αφού υπενθύμισε τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, ο κατηγορούμενος οτην κύρια δίκη εξετάζει τα δύο ερωτήματα που υπέβαλε το παρα-πέμπον δικαστήριο και θεωρεί ότι για να δοθεί απάντηση σε αυτά επιβάλλεται ανάλυση της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με το αποτέλεσμα των οδηγιών, τόσο από την άποψη των κυρώσεων που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην κύρια δίκη, όσο και από την άποψη της αναγνωρίσεως του δικαιώματος του να ασκεί το επάγγελμα του κτηνιάτρου.
α) Τα αποτελέσματα που παράγουν οι οδηγίες εν σχέσει προς το δικαίωμα του κράτους να επιβάλλει κυρώσεις βάσει του εσωτερικού δικαίου
Στηριζόμενος κυρίως στην απόφαση της 5ης Απριλίου 1979 (Ratti, υπόθεση 148/78, Recueil σ. 1629), ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη υποστηρίζει ότι στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο επιβεβαίωσε πρώτον την προηγούμενη νομολογία του όσον αφορά τα ανάλογα αποτελέσματα που παράγουν οι διάφορες των κανονισμών κοινοτικές πράξεις και όσον αφορά την εξασθένιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας «αν οι ιδιώτες εμποδίζονταν να την επικαλεσθούν ενώπιον δικαστηρίου και τα εθνικά δικαστήρια εμποδίζονταν να τη λάβουν υπόψη ως συστατικό στοιχείο του κοινοτικού δικαίου» και, δεύτερον, εδέχθη την αρχή της μη εφαρμογής των εσωτερικών κανόνων που είναι αντίθετοι προς τις διατάξεις της οδηγίας, κατά το μέτρο που η οδηγία επιβάλλει ανεπιφύλακτη και επαρκώς σαφή υποχρέωση.
Το νέο αυτό στοιχείο που περιείχε η απόφαση Ratti διευκρινίστηκε και αποσαφηνίστηκε καλύτερα με την απόφαση της 6ης Μαΐου 1980 (Επιτροπή κατά Βελγίου, υπόθεση 102/79, Recueil σ. 1473) και με την απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982 (Becker, υπόθεση 8/81, Συλλογή σ. 53), στην οποία το Δικαστήριο εδέχθη ότι:
«το κράτος μέλος που δεν έλαβε εμπρόθεσμα τα εκτελεστικά μέτρα που επιβάλλονται από την οδηγία, δεν μπορεί να αντιτάξει στους ιδιώτες τη μη εκπλήρωση εκ μέρους του των υποχρεώσεων που συνεπάγεται η οδηγία.»
Κατά την άποψη του κατηγορούμενου στην κύρια δίκη, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά τη νομολογία:
—
οι διατάξεις των εν λόγω οδηγιών έχουν σαφή και νομικώς αυτάρκη χαρακτήρα·
—
το ιταλικό κράτος δεν έθεσε σε εφαρμογή τις εν λόγω οδηγίες.
Από τα ανωτέρω συνάγεται, όσον αφορά την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου, ότι το ιταλικό κράτος δεν μπορεί «να επικαλεσθεί τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως του για να πλήξει πολίτη ο οποίος συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από την κοινοτική ρύθμιση για να τύχει της αναγνωρίσεως του δικαιώματος που του παρέχει η εν λόγω οδηγία». Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη θεωρεί ότι αυτή είναι η απάντηση που το Δικαστήριο πρέπει να δώσει στο πρώτο υποβληθέν ερώτημα.
6) Τα αποτελέσματα που παράγουν οι οδηγίες εν σχέσει προς την αναγνώριση του δικαιώματος ασκήσεως του επαγγέλματος
Ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη υπενθυμίζει σχετικά ότι ο κτηνιατρικός σύλλογος της Varese απάντησε στην αίτηση εγγραφής του ότι δεν θα υπάρχουν πλέον εμπόδια για να τον συμπεριλάβει μεταξύ των μελών του όταν κυρωθεί ο νόμος περί εφαρμογής των οδηγιών ΕΟΚ. Έτσι, η μόνη αντίρρηση που προέβαλε ο εν λόγω επαγγελματικός σύλλογος είναι η παράλειψη της εφαρμογής της οδηγίας από το κράτος, εφόσον ο Rienks συνγκεντρώνει όλες τις άλλες προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματος στην Ιταλία.
Αναλύοντας καταρχάς τη νομολογία σχετικά με το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εν σχέσει προς τις οδηγίες ελευθερώσεως, ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη υποστηρίζει ότι η νομολογία αυτή «υπογράμμισε το θεμελιώδη στόχο που επιδιώκει η συνθήκη όσον αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος των υπηκόων ενός κράτους μέλους να ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που προβλέπονται για τους υπηκόους του τελευταίου αυτού κράτους, εντός των ορίων που τίθενται από τους κανόνες της συνθήκης και ενδεχομένως από τις οδηγίες ελευθερώσεως προκειμένου για την μεταβατική περίοδο και εντός των ορίων που τίθενται από τις συνθήκες και από τις οδηγίες συντονισμού προκειμένου για την μεταγενέστερη περίοδο».
Δεδομένου ότι η παρούσα υπόθεση υπάγεται στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη αναλύει στη συνέχεια τη νομολογία όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εν σχέσει προς τις οδηγίες συντονισμού.
Διευκρινίζει σχετικά ότι οι οδηγίες συντονισμού είναι και σήμερα ακόμη απαραίτητες για να επιτευχθεί, βάσει των κανόνων της Συνθήκης, η κατάργηση των περιορισμών οι οποίοι θα μπορούσαν να συνεχίσουν να εφαρμόζονται νόμιμα ελλείψει τέτοιων οδηγιών. Κατά την άποψη του κατηγορούμενου στην κύρια δίκη, η πιο χαρακτηριστική απόφαση επί του σημείου είναι η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979 (Auer, υπόθεση 136/78, Recueil σ. 437), αν και η απόφαση αυτή επιτρέπει μόνον έμμεσα να υποστηριχθεί ο ισχυρισμός που προβάλλει εν προκειμένω ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη, για το λόγο ότι στην εν λόγω υπόθεση Auer οι προθεσμίες για την εφαρμογή της οδηγίας συντονισμού και της οδηγίας σχετικά με την αναγνώριση των τίτλων και διπλωμάτων για το επάγγελμα του κτηνιάτρου δεν είχαν ακόμη εκπνεύσει. Από την υπόθεση Auer συνάγεται ότι οι οδηγίες συντονισμού που θεσπίστηκαν για την άσκηση του επαγγέλματος του κτηνιάτρου επιτρέπουν επίσης «την επίτευξη, σε συνδυασμό με τους κανόνες της συνθήκης που ισχύουν κατά περίπτωση, των στόχων ελευθερώσεως, η πραγμάτωση των οποίων, χωρίς τις οδηγίες, θα μπορούσε νόμιμα να παρεμποδιστεί».
Τέλος, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την κατεύθυνση της νομολογίας του επί του θέματος με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1981 (Broekmeulen, υπόθεση 246/80, Συλλογή σ. 2311), της οποίας η σκέψη 27 επιβεβαιώνει οριστικά το άμεσο αποτέλεσμα που παράγει το άρθρο 52 της συνθήκης σε συνδυασμό με τις οδηγίες συντονισμού και αναγνωρίσεως των τίτλων και διπλωμάτων.
Δεν μένει παρά να εφαρμοστούν οι ανωτέρω αρχές στην προκειμένη περίπτωση, η οποία αποτελεί την κλασική περίπτωση εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών, δηλαδή την περίπτωση κοινοτικού υπηκόου, κατόχου διπλώματος που χορηγήθηκε νόμιμα στη χώρα καταγωγής του και σύμφωνα με τις κοινοτικές οδηγίες, ο οποίος δεν μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα για το οποίο έχει άδεια για το μόνο λόγο ότι το κράτος μέλος υποδοχής δεν έθεσε εμπρόθεσμα σε εφαρμογή την οδηγία. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη πρέπει να μπορεί να επικαλεσθεί το άμεσο αποτέλεσμα που παράγουν από κοινού η συνθήκη και οι εν λόγω οδηγίες όχι μόνο ενώπιον της δικαστικής αρχής, αλλά επίσης ενώπιον του επαγγελματικού συλλόγου ο οποίος αρνήθηκε να τον εγγράψει στο μητρώο κτηνιάτρων.
Ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη θεωρεί επομένως ότι πρέπει να δοθεί απόλυτα καταφατική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο.
2. Παρατηρήσεις της Επιτροπής
Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα προδικαστικά ερωτήματα θέτουν και πάλι το λεπτό πρόβλημα των συνεπειών της μη εκτελέσεως των κοινοτικών οδηγιών στο εσωτερικό δίκαω των κρατών μελών. Ειδικότερα, ζητείται από το Δικαστήριο «να κρίνει αν, και μέσα σε ποια όρια, εφόσον εξέπνευσε η οριζόμενη από την οδηγία προθεσμία για την εκτέλεση της από το κράτος μέλος, η ίδια η οδηγία δημιουργεί υπέρ των υποκειμένων δικαίου τα οποία αφορά το δικαίωμα να επικαλούνται ορισμένες διατάξεις της έναντι του κράτους το οποίο δεν εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, και αυτό τόσο κατά τρόπο αρνητικό, υπό την έννοια ότι εμποδίζει την εφαρμογή μέτρων ή κυρώσεων που δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις της, όσο και κατά τρόπο θετικό, υπό την έννοια ότι το κράτος μπορεί να αναγκασθεί να ενεργήσει σύμφωνα με αυτό που επιβάλλει η οδηγία».
Στη συνέχεια, η Επιτροπή υπενθυμίζει τη σχετική με το αποτέλεσμα των οδηγιών νομολογία. Υπογραμμίζει, όπως και ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη, την ιδιαίτερη σημασία της αποφάσεως Ratti και θεωρεί ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι όταν οι διατάξεις μιας οδηγίας είναι ανεπιφύλακτες και αρκούντως σαφείς, είναι δυνατό να γίνει επίκληση τους, ελλείψει εκτελεστικών μέτρων που λαμβάνονται εμπρόθεσμα, έναντι κάθε διατάξεως εσωτερικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνη προς την οδηγία, ή ακόμη όταν αυτές γεννούν δικαιώματα τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται έναντι του κράτους.
Επί του σημείου αυτού, η Επιτροπή υπογραμμίζει πρώτον ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι αναμφίβολο ότι κατά τό χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η διετής προθεσμία που προβλεπόταν για την εφαρμογή των δύο οδηγιών είχε εκπνεύσει. Εξάλλου, για το ζήτημα αυτό η Επιτροπή έχει ήδη απευθύνει στην Ιταλική Δημοκρατία, στις 21 Ιουνίου 1982, αιτιολογημένη γνώμη.
Μετά την εξέταση των διατάξεων των εν λόγω οδηγιών, η Επιτροπή θεωρεί, δεύτερον, ότι οι διατάξεις αυτές «έχουν τόσο κατά το περιεχόμενο τους όσο κατά το πνεύμα τους χαρακτήρα σαφή, ανεπιφύλακτο και επιτακτικό, ο οποίος δεν αφήνει στα κράτη μέλη κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας».
Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις, η αναγνώριση των διπλωμάτων αποτελεί υποκειμενικό δικαίωμα για τους κατόχους τους, το οποίο συνεπάγεται την ίδια δυνατότητα προσβάσεως στις δραστηριότητες του κτηνιάτρου και την ίδια δυνατότητα ασκήσεως τους με εκείνη την οποία παρέχει ένα εθνικό δίπλωμα. Η Επιτροπή προσθέτει ότι ναι μεν η εγγραφή στο επαγγελματικό μητρώο αποτελεί διοικητική προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος η οποία προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, συγχρόνως όμως αποτελεί πράξη στην οποία οφείλει να προβεί η αρμόδια αρχή έναντι εκείνου ο οποίος υπέβαλε τη σχετική αίτηση και συγκεντρώνει όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις, εφόσον η εγγραφή αυτή δεν δημιουργεί το δικαίωμα ασκήσεως του επαγγέλματος, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό το έχει ήδη ο κάτοχος ενός αναγνωρισμένου διπλώματος. Κατά συνέπεια, η άρνηση εγγραφής στο επαγγελματικό μητρώο, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί παράνομη πράξη που προσβάλλει υποκειμενικό δικαίωμα του αιτούντος και στερεί τις εν λόγω οδηγίες από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.
Στηριζόμενη στο σύνολο των ανωτέρω νομολογιακών αρχών, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι:
—
από την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας για την εκτέλεση των εν λόγω οδηγιών, ο κάτοχος διπλώματος κτηνιάτρου άλλου κράτους μέλους μπορεί να αντιταχθεί στην εφαρμογή απέναντι του κάθε εθνικού κανόνα που είναι ασυμβίβαστος προς τις διατάξεις των οδηγιών οι οποίες έχουν ανεπιφύλακτο και επιτακτικό χαρακτήρα·
—
συνεπώς, το κράτος μέλος που παρέλειψε να προβεί σε οφειλόμενη ενέργεια δεν μπορεί να επιβάλει κυρώσεις σε υποκείμενο δικαίου το οποίο συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις εν λόγω οδηγίες- επιπλέον, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι εφαρμόζει άλλη εθνική νομοθετική διάταξη ασυμβίβαστη προς τις μη εκτελεσθείσες οδηγίες, ιδίως διάταξη σχετική με την εγγραφή στο επαγγελματικό μητρώο·
—
απόκειται στα αρμόδια διοικητικά όργανα καθώς και στον επαγγελματικό σύλλογο να εφαρμόσει απευθείας τις διατάξεις των οδηγιών που έχουν σαφή και επιτακτικό χαρακτήρα·
—
σε περίπτωση συγκρούσεως, το αρμόδιο δικαστήριο που επελήφθη της διαφοράς πρέπει να επιβάλει την τήρηση του κοινοτικού δικαίου στις μη συμμορφούμενες διοικητικές αρχές.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι απαντήσεις στα ερωτήματα του Pretore του Lodi πρέπει να έχουν το ακόλουθο περιεχόμενο:
«α)
Το κράτος μέλος που δεν προέβη εμπρόθεσμα στην εκτέλεση των οδηγιών 78/1026/ΕΟΚ και 78/1027/ΕΟΚ περί του επαγγέλματος του κτηνιάτρου δεν μπορεί να αντιτάξει έναντι του κατόχου διπλώματος που έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος την εφαρμογή εθνικών κανόνων, έστω και ποινικής φύσεως, που είναι ασυμβίβαστοι προς τις σαφείς και ανεπιφύλακτες διατάξεις των οδηγιών, όταν ο κάτοχος ενός τέτοιου διπλώματος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές όσον αφορά την αναγνώριση του διπλώματος και, κατά συνέπεια, την άσκηση του επαγγέλματος·
6)
οι αρμόδιες εθνικές αρχές — διοικητικές και δικαστικές — είναι υποχρεωμένες να εξασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων των ανωτέρω οδηγιών, απέχοντας ενδεχομένως από την εφαρμογή της αντίθετης εθνικής ρυθμίσεως. Ειδικότερα οφείλουν, κάθε μία στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να επιτρέψουν την εγγραφή του αιτούντος, ο οποίος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις των διατάξεων των οδηγιών, στο επαγγελματικό μητρώο.»
3. Παρατηρήσεις της ιταλικής κυοερνήσεως
Η ιταλική κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι αν και ανάλογο ερώτημα είχε τεθεί στο Δικαστήριο στην υπόθεση Auer (υπόθεση 136/78, ήδη αναφερθείσα), το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω φαίνεται ότι δεν έχει ακόμη αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής αποφάσεως.
Υπενθυμίζει στη συνέχεια ότι όσον αφορά το ζήτημα του άμεσου αποτελέσματος των οδηγιών, η αρχή την οποία εδέχθη το Δικαστήριο στην απόφαση Ratti (ήδη αναφερθείσα) θέτει δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις:
—
πρώτον, η απευθείας εφαρμογή δεν περιλαμβάνεται στα συνήθη αποτελέσματα των πηγών του κοινοτικού δικαίου εκτός του κανονισμού, η δε εφαρμογή των οδηγιών στο πλαίσιο των εθνικών εννόμων τάξεων προϋποθέτει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως εφαρμογής τους με τη θέσπιση εθνικών νομικών κανόνων·
—
δεύτερον, «η υποχρεωτική ισχύς της οδηγίας δεν μπορεί να άρει τη διαφοροποίηση στην οποία προβαίνει το άρθρο 189 της συνθήκης και συνεπώς δεν μπορεί να συνεπάγεται αποτελέσματα της ίδιας φύσεως με εκείνα που παράγονται από τις κανονιστικές πράξεις.»
Κατά συνέπεια, η παραδοχή του άμεσου αποτελέσματος της οδηγίας φαίνεται ότι διέπεται από κριτήριο που έχει εξαιρετικό χαρακτήρα και διαφοροποιείται εν σχέσει προς την πραγματική κανονιστική φύση των κανονισμών.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου που εδέχθη σε ορισμένες περιπτώσεις το άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας συνάγεται επίσης ότι το περιεχόμενο της υποχρεώσεως που επιβάλλεται από την οδηγία πρέπει να είναι σαφές, πλήρες και συγκεκριμένο, ώστε να μην αφήνει κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της οδηγίας, προ πάντων στις εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί καταρχήν το άμεσο αποτέλεσμα της στην εσωτερική έννομη τάξη, προκύπτει επίσης «η ανάγκη να καθορίζει η σχετική απόφαση του Δικαστηρίου τις προϋποθέσεις και τα όρια εντός των οποίων εκδηλώνεται αυτό το έννομο αποτέλεσμα έναντι των κανόνων εσωτερικού δικαίου των οποίων η εφαρμογή πρέπει να θεωρηθεί ότι εμποδίζεται λόγω αντιθέσεως τους προς την υποχρέωση η οποία επιβάλλεται από την κοινοτική οδηγία».
Εξετάζοντας στη συνέχεια τα προβλήματα που ανακύπτουν στην παρούσα υπόθεση, η ιταλική κυβέρνηση υπογραμμίζει καταρχάς ότι για την άσκηση του επαγγέλματος του κτηνιάτρου στην Ιταλία είναι αναγκαία η προηγούμενη εγγραφή σε ειδικό μητρώο που καταρτίζεται από τον κτηνιατρικό σύλλογο κάθε περιφέρειας.
Κατά την άποψη της ιταλικής κυβερνήσεως, η διοικητική ρύθμιση του επαγγέλματος και ο κανόνας του άρθρου 348 του ποινικού κώδικα ενεργούν σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Η επαγγελματική ρύθμιση καθορίζει τις προϋποθέσεις εγγραφής στο επαγγελματικό μητρώο, ενώ ο κανόνας του άρθρου 348 περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις που καθιστούν νόμιμη την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας, δηλαδή την προηγούμενη εγγραφή στο εν λόγω μητρώο. Επίσης, τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η διαπίστωση του ποινικού δικαστή όσον αφορά τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 348 του ποινικού κώδικα δεν είναι τα ίδια με εκείνα που αποτελούν αντικείμενο εκτιμήσεως του κτηνιατρικού συλλόγου. Επιπλέον, το αδίκημα διαπράττεται από εκείνον ο οποίος ασκεί το επάγγελμα χωρίς να είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο, οποιοσδήποτε και αν είναι ο λόγος για τον οποίο δεν έχει εγγραφεί, συμπεριλαμβανόμενης και την αδικαιολόγητης αρνήσεως εγγραφής.
Η ιταλική κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι αυτή η νομοθετική κατάσταση δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των επίμαχων οδηγιών. Υπενθυμίζοντας τις εν λόγω διατάξεις, θεωρεί ότι η οδηγία 78/1026 όχι μόνο δεν προβλέπει ότι οποιοσδήποτε είναι κάτοχος ενός από τα διπλώματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας μπορεί αυτόματα να ασκήσει το επάγγελμα του κτηνιάτρου σε κάθε χώρα της Κοινότητας, αλλά «προϋποθέτει ρητά ότι η πρόσβαση στη δραστηριότητα του κτηνιάτρου γίνεται βάσει τίτλου αποδοχής που χορηγείται από το κράτος εγκαταστάσεως εκείνου που ασκεί το επάγγελμα», όπως συνάγεται από το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας. Η οδηγία αυτή αναγνωρίζει επίσης τη δυνατότητα του κράτους να επιτηρεί το επάγγελμα του κτηνιάτρου με έλεγχο του ήθους και της εντιμότητας, στόχος που επιδιώκεται στην Ιταλία με τη σύσταση του επαγγελματικού συλλόγου και την απαίτηση της εγγραφής στο επαγγελματικό μητρώο.
Η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει στη συνέχει ότι στα πλαίσια του εξεταζόμενου ζητήματος «είναι εξαιρετικά σημαντικό, το καθήκον ερμηνείας του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 177 της συνθήκης, ειδικά στην περίπτωση που πρόκειται να εξεταστεί αν και πως είναι δυνατό να γίνει δεκτό το άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας 78/1026/ΕΟΚ, να ασκείται υπό συνθήκες ιδιαίτερα προσαρμοσμένες στην πραγματική κατάσταση στην οποία ο δικαστής της κύριας υποθέσεως πρέπει στη συνέχεια να εφαρμόσει την αρχή του δικαίου η οποία θα γίνει δεκτή σε κοινοτικό επίπεδο». Λαμβανομένου υπόψη του εξαιρετικού χαρακτήρα του άμεσου αποτελέσματος των οδηγιών και των ορίων και προϋποθέσεων υπό τις οποίες αυτό μπορεί να γίνει δεκτό, η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι εκτιμήσεις πολύ αφηρημένες και γενικού περιεχομένου δεν είναι ευκτέες- κατά συνέπεια, είναι της γνώμης ότι η ερμηνευτική απόφαση την οποία ζητεί ο Pretore του Lodi δεν παρέχει πρόσφορη ευκαιρία για να εξετασθεί η περίπτωση του άμεσου αποτελέσματος των εν λόγω οδηγιών.
Κατά την άποψη της ιταλικής κυβερνήσεως, αν το Δικαστήριο έπρεπε να προβεί σε παρόμοια εξέταση δεν θα μπορούσε παρά να καταλήξει σε αρνητική απάντηση, ειδικότερα όσον αφορά το πρώτο ερώτημα. Πράγματι, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η οδηγία δεν υποχρεώνει το κράτος μέλος να απαλλάξει τον ενδιαφερόμενο από τη διαδικασία για τη χορήγηση της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του κτηνιάτρου, διαδικασία που μπορεί να συνίσταται στην εγγραφή σε ειδικό μητρώο.
Εξάλλου, κατά την άποψη της ιταλικής κυβερνήσεως, το δεύτερο ερώτημα είναι προφανώς άσχετο με το αντικείμενο της κυρίας υποθέσεως. Διότι, αφενός, το ερώτημα αυτό δεν αναφέρει τις ειδικές διατάξεις των επίμαχων οδηγιών και δεν διευκρινίζει καμία από τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσε να ανακύψει το πρόβλημα της απευθείας εφαρμογής ορισμένων από τις ανωτέρω διατάξεις. Αφετέρου, το ίδιο το παρα-πέμπον δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η ενδεχόμενη απευθείας εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων απόκειται σε άλλο δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες περί αρμοδιότητας της νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής που αφορά τα δικαστήρια.
Κατά συνέπεια, η ιταλική κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι στο πρώτο ερώτημα, που πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει το δεύτερο, πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Οι οδηγίες 78/1026 και 78/1027 ΕΟΚ δεν αποκλείουν την πραγματοποίηση της προσβάσεως στο επάγγελμα του κτηνιάτρου στο κράτος υποδοχής σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για τους υπηκόους του ίδιου κράτους, μέσω εγγραφής σε ειδικό μητρώο' αυτό συνεπάγεται ότι δεν είναι ασυμβίβαστη με τις εν λόγω οδηγίες η εφαρμογή στο κράτος υποδοχής, έναντι υπηκόου άλλου κράτους μέλους, ποινικού κανόνα που χαρακτηρίζει ως αδίκημα που επισύρει την σχετική κύρωση την άσκηση του επαγγέλματος του κτηνιάτρου από κάποιον που δεν έχει εγγραφεί στο αντίστοιχο επαγγελματικό μητρώο.»
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 1983, ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από τον Capelli, δικηγόρο Μιλάνου, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Ferri, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Berardis, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την ίδια συνεδρίαση.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 1982, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιανουαρίου 1983, ο Pretore του Lodi υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία δύο οδηγιών του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1978, της οδηγίας 78/1026 περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων κτηνιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και της οδηγίας 78/1027 περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του κτηνιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ., 06/002, σ. 46 και 52).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διώξεως που ασκήθηκε κατά του Bienks λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του επαγγέλματος του κτηνιάτρου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 348 του ιταλικού ποινικού κώδικα. Ο Rienks, ολλανδός υπήκοος, έλαβε στις 11 Σεπτεμβρίου 1970 πτυχίο κτηνιάτρου του κρατικού πανεπιστημίου της Ουτρέχτης, το οποίο του επέτρεπε να ασκεί το επάγγελμα του κτηνιάτρου στις Κάτω Χώρες.
3
Αφού εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, ο Rienks υπέβαλε στις 12 Μαΐου 1981 αίτηση εγγραφής στον κτηνιατρικό σύλλογο της πόλης Varese, η οποία απορρίφθηκε από το σύλλογο για το μόνο λόγο ότι το ιταλικό κράτος δεν είχε ακόμη μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τις δύο ανωτέρω οδηγίες.
4
Εντούτοις, την 1η Δεκεμβρίου 1981, ο Rienks υπέγραψε ιατρική συνταγή η οποία, σύμφωνα με το ιταλικό δίκαιο, μπορεί να χορηγηθεί μόνο από κτηνίατρο κανονικά εγγεγραμμένο στον κτηνιατρικό σύλλογο της περιοχής όπου ασκεί το επάγγελμα του. Κατά συνέπεια, διώχθηκε λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του επαγγέλματος του κτηνιάτρου.
5
Κατά την άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου, η εν λόγω παράβαση υπάρχει μόνο λόγω της παραλείψεως εφαρμογής της οδηγίας 78/1026. Κρίνοντας σκόπιμο να εξακριβώσει αν οι ιδιώτες μπορούν, έστω και αν δεν έχουν τεθεί σε εφαρμογή οι διατάξεις των οδηγιών από τα κράτη μέλη, να επικαλούνται ενδεχομένως απευθείας τις διατάξεις αυτές, ο Pretore του Lodi υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Κράτος μέλος (υποδοχής) που δεν εξετέλεσε τις οδηγίες 78/1026/ΕΟΚ και 78/1027/ΕΟΚ περί του επαγγέλματος του κτηνιάτρου, μπορεί να επιβάλει ποινική κύρωση εις βάρος (κοινοτικού) υπηκόου άλλου κράτους μέλους ο οποίος έχει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του στη χώρα του αλλά δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο κτηνιάτρων του κράτους μέλους υποδοχής, για το λόγο ότι προέβη σε ενέργεια (χορήγηση ιατρικής συνταγής) που χαρακτηρίζεται από το νόμο ως αδίκημα ακόμη και όταν τελείται από υπήκοο της χώρας υποδοχής μη εγγεγραμμένο σε επαγγελματικό μητρώο της χώρας αυτής, όταν η μη εγγραφή του κοινοτικού υπηκόου στο εν λόγω μητρώο οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι το κράτος μέλος υποδοχής δεν εξετέλεσε εμπρόθεσμα τις οδηγίες ΕΟΚ;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα, βάσει των διατάξεων των οδηγιών 78/1026/ΕΟΚ και 78/1027/ΕΟΚ περί του επαγγέλματος του κτηνιάτρου και βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά την ισχύ των οδηγιών ΕΟΚ, κοινοτικός υπήκοος που έχει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του στη χώρα του έχει το δικαίωμα να εγγραφεί στο μητρώο κτηνιάτρων (που τηρείται κατά περιοχές του κράτους μέλους υποδοχής) έστω και αν η χώρα αυτή δεν εξετέλεσε τις ανωτέρω οδηγίες και συνεπώς δεν εξεπλήρωσε κοινοτικές υποχρεώσεις της; στην περίπτωση αυτή, ο κοινοτικός υπήκοος μπορεί, εφόσον συνεχίζεται η εν λόγω μη εκπλήρωση υποχρεώσεως, να επιτύχει την εγγραφή του προσφεύγοντας εν ανάγκη στην αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής;»
6
Για να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα, πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 78/1026 ορίζει ότι «κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 78/1027 και που απαριθμούνται στο άρθρο 3, προσδίδοντας τους στην επικράτεια του, όσον αφορά την ανάληψη των δραστηριοτήτων του κτηνιάτρου και την άσκηση τους, την ίδια ισχύ με τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγεί το κράτος αυτό». Η παράγραφος 2 προσθέτει ότι «όταν ένα από τα διπλώματα, πιστοποιητικά ή άλλους τίτλους που απαριθμούνται στο άρθρο 3 χορηγήθηκε πριν από τη θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, πρέπει να συνοδεύεται από 6ε6αίωση που εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές της χώρας η οποία χορηγεί τη βεβαίωση [χώρας εκδόσεως] και πιστοποιεί ότι αυτό είναι σύμφωνο με το άρ3ρο 1 της οδηγίας 78/1027/ΕΟΚ». Τα κράτη μέλη διέθεταν προθεσμία δύο ετών από την κοινοιοίηση των οδηγιών για να συμμορφωθούν προς αυτές.
7
Διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, είναι αναμφισβήτητο ότι ο Rienks συγκεντώνει τις δύο ανωτέρω τιθέμενες προϋποθέσεις.
8
Πρέπει αφετέρου να παρατηρηθεί, όπως δέχτηκε επίσης το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1983 (Auer, 271/82, Συλλογή σ. 2727), ότι οι ανωτέρω διατάξεις της οδηγίας 78/1026 συνεπάγονται για κάθε κράτος μέλος σαφείς, πλήρεις, συγκεκριμένες και ανεπιφύλακτες υποχρεώσεις, οι οποίες δεν αφήνουν περιθώρια για εκτιμήσεις κατά διακριτική ευχέρεια. Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο ιδιώτης μπορεί να επικαλείται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων διατάξεις κοινοτικής οδηγίας που το οικείο κράτος μέλος δεν έχει θέσει ή δεν έχει θέσει πλήρως σε εφαρμογή.
9
Όσον αφορά το ειδικό ζήτημα που έθιξε η ιταλική κυβέρνηση, αν δηλαδή ο ενδιαφερόμενος διαθέτει ένα τέτοιο δικαίωμα ακόμη και σε περίπτωση μη εγγραφής στο μητρώο του επαγγελματικού συλλόγου, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η συμφωνία της εν λόγω υποχρεώσεως προς το κοινοτικό δίκαιο υπόκειται στην προϋπόθεση της τηρήσεως των θεμελιωδών αρχών του δικαίου αυτού και ιδίως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
10
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση, δεν επιτρέπεται να αποκλειστεί η εγγραφή στο μητρώο του επαγγελματικού συλλόγου για το λόγο ότι δεν αναγνωρίζεται η ισχύς επαγγελματικού τίτλου που έχει αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος, ενώ ο τίτλος αυτός συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων τους οποίους όλα τα κράτη μέλη καθώς και οι οικείοι επαγγελματικοί τους σύλλογοι, ως οργανισμοί επιφορτισμένοι με την άσκηση δημόσιας λειτουργίας, υποχρεούνται να αναγνωρίζουν, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, η νομοθεσία που προβλέπει ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις έναντι κτηνιάτρου ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του χωρίς να έχει εγγραφεί στον επαγγελματικό σύλλογο, εφόσον η εγγραφή του αποκλείστηκε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, δεν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο διότι αίρει την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων της συνθήκης και της οδηγίας 78/1026 που αποβλέπει, κατά τη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη, στη διευκόλυνση της «πραγματικής» ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών του κτηνιάτρου.
11
Στο πρώτο ερώτημα του Pretore του Lodi πρέπει κατά συνέπεια να δοθεί η απάντηση ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλει ποινική κύρωση λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του επαγγέλματος του κτηνιάτρου σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους που έχει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του κτηνιάτρου στη χώρα του, για το λόγο ότι δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο κτηνιάτρων του πρώτου κράτους μέλους, όταν η εγγραφή αυτή αποκλείστηκε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
12
Από την ανωτέρω απάντηση προκύπτει ότι το δεύτερο ερώτημα, που υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα θα ήταν καταφατική, δεν έχει πλέον αντικείμενο.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε ο Pretore του Lodi με διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 1982, αποφαίνεται:
Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλει ποινική κύρωση λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του επαγγέλματος του κτηνιάτρου σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους που έχει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του κτηνιάτρου στη χώρα του, για το λόγο ότι δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο κτηνιάτρων του πρώτου κράτους μέλους, όταν η εγγραφή αυτή αποκλείστηκε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
Bahlmann
Pescatore
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Δεκεμβρίου 1983.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Κ. Bahlmann
Full & Egal Universal Law Academy