Στην υπόθεση 7/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Bremen προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Ospìg Textilgesellschaft KG W. Ahlers, Βρέμη,
και
Hauptzollamt Bremen-Ost,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: P.Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η Κοινότητα έχει συνάψει με ορισμένες τρίτες χώρες συμφωνίες για τον περιορισμό των εισαγωγών υφαντουργικών προϊόντων. Η τήρηση των ποσοστώσεων εισαγωγών διασφαλίζεται από διπλό έλεγχο, ο οποίος συνίσταται στην έκδοση αδειών εξαγωγής στις χώρες εξαγωγής και αδειών εισαγωγής στην Κοινότητα. Η προσκόμιση άδειας εξαγωγής αποτελεί προϋπόθεση για να επιτραπεί η εισαγωγή στην Κοινότητα.
Πρόβλημα ανακόπτει — και αυτό αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης — όταν ένας εξαγωγέας-πωλητής δεν διαθέτει πλέον τις αναγκαίες ποσοστώσεις για να πραγματοποιήσει την πώληση του. Είναι δυνατές τότε δύο λύσεις: είτε ο κοινοτικός αγοραστής εξασφαλίζει άδεια εξαγωγής από έναν εξαγωγέα που διαθέτει πλεόνασμα ποσοστώσεων, και χορηγεί χωρίς αντάλλαγμα την άδεια αυτή στον πωλητή του, είτε ο εξαγωγέας-πωλητής εξασφαλίζει ο ίδιος μια άδεια εξαγωγής από άλλο εξαγωγέα που διαθέτει πλεονάσματα ποσοστώσεων και χρεώνει στον αγοραστή, με τη συναίνεση του, τα συμπληρωματικά έξοδα για την απόκτηση των αδειών αυτών.
Η τιμή των ποσοστώσεων είναι ανάλογη με το μέγεθος της αιτούμενης εξαγωγής και με το βαθμό εξάντλησης των ποσοστώσεων.
Στις 25 Νοεμβρίου 1981, η εταιρεία Ospig-Textil ζήτησε από το Hauptzollamt Bremen-Ost [Κεντρικό Τελωνείο Ανατολικής Βρέμης] να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία 600 αντρικά τζηνς που είχαν αγοραστεί από την εταιρεία Wan Tat Industrial Limited του Χογκ-Κογκ.
Πέρα από το κόστος της θαλάσσιας μεταφοράς και των εξόδων ασφαλίσεως, η εταιρεία Ospig-Textil δήλωσε ως δασμολογητέα αξία την τιμή τιμολογίου του εμπορεύματος, δηλαδή 16800 δολάρια Χογκ-Κογκ.
Με πράξη επιβολής δασμού της 26ης Νοεμβρίου 1981, το Hauptzollamt Bremen-Ost επέβαλε ως δασμούς το ποσό των 1434,51 γερμανικών μάρκων, το οποίο αντιστοιχεί σε δασμολογητέα αξία 19800 δολαρίων Χογκ-Κογκ.
Το ποσό των 3000 δολαρίων το οποίο προστέθηκε στο ποσό που είχε δηλώσει η εταιρεία Ospig-Textil αντιπροσωπεύει τα «Quotas charges» ή «έξοδα ποσοστώσεων», τα οποία είχε χρεώσει ξεχωριστά η εταιρεία Wan Tat Industrial Limited και της είχε καταβάλει η εταιρεία Ospig-Textil.
Η εταιρεία Ospig-Textil επικαλέστηκε τις διατάξεις του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, και υπέβαλε ένσταση στο Hauptzollamt Bremen-Ost, με την οποία ζητούσε να μην περιληφθούν τα έξοδα ποσοστώσεων στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε στις 28 Απριλίου 1982.
Η εταιρεία Ospig-Textil προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Finanzgericht Bremen το οποίο, με διάταξη της 9ης Δεκεμβρίου 1982, αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί του ακόλουθου ερωτήματος:
«Περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία (συναλλακτική αξία, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, της 28ης Μαΐου 1980) τα έξοδα για την απόκτηση ελεύθερων ποσοστώσεων (ποσοστώσεων εξαγωγής) με τα οποία ο εξαγωγέας στο Χογκ-Κογκ χρεώνει χωριστά το γερμανό πελάτη του (τα λεγόμενα “έξοδα ποσόστωσης”);»
Η διάταξη παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιανουαρίου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η εταιρεία Ospig-Textil, εκπροσωπούμενη από τον Dirk Oelbermann, δικηγόρο Βρέμης, το Hauptzollamt Bremen-Ost, εκπροσωπούμενο από το διευθυντή του Neideck, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Christoph Bail, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Μετά από έκθεση του εισηγητή δικαστή και ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 1983, το Δικαστήριο αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης στο τρίτο τμήμα.
II — Εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις
Με την απόφαση 80/271/ΕΟΚ της 10ης Δεκεμβρίου 1979, περί συνάψεως των πολυμερών συμφωνιών που προκύπτουν από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις 1973-1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3), το Συμβούλιο, εξ ονόματος της Κοινότητας, ενέκρινε μεταξύ άλλων τη συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VΙΙ της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 110).
Η συμφωνία αυτή, η οποία καθιερώνει ένα σύνολο κανόνων που αποβλέπουν στη διευκόλυνση του διεθνούς εμπορίου και στην αποφυγή της παρεμποδίσεώς του από την εφαρμογή διαφορετικών μεθόδων τελωνειακής εκτίμησης, έθεσε ως βάση της εκτίμησης αυτής τη συναλλακτική αξία των εμπορευμάτων.
Με την έκδοση του κανονισμού 1224/80, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218), ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 803/68 της 27ης Ιουνίου 1968 (JO L 148, σ. 6), το Συμβούλιο αποφάσισε να θέσει σε ισχύ τις διατάξεις της παραπάνω συμφωνίας από την 1η Ιουλίου 1980.
Ο κανονισμός 1224/80 της 28ης Μαΐου 1980 τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980.
Το άρθρο 3 του κανονισμού 1224/80 ορίζει στην πρώτη παράγραφό του:
«Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8.»
Η τελευταία αυτή διάταξη απαριθμεί εξαντλητικά τα στοιχεία που πρέπει να προστίθενται στην «πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή» για τα εισαγόμενα εμπορεύματα, μεταξύ των οποίων δεν αναφέρονται τα έξοδα ποσοστώσεων.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, εδάφιο α, του κανονισμού 1224/80, όπως τροποποιήθηκε:
«Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή στον πωλητή, ή υπέρ του πωλητού, για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, ως όρος της πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων, από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή από τον αγοραστή σε τρίτο συμβαλλόμενο μέρος για να εκπληρώσει μία υποχρέωση του πωλητού. Η πληρωμή δεν είναι αναγκαίο να γίνεται σε χρήμα. Είναι δυνατό να λάβει χώρα με πιστωτικούς τίτλους ή αξιόγραφα και δύναται να πραγματοποιηθεί άμεσα ή έμμεσα.»
Το άρθρο 3, παράγραφος 4, και το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού εξαιρούν από τη δασμολογητέα αξία ορισμένα έξοδα, μεταξύ των οποίων δεν αναφέρονται τα έξοδα ποσοστώσεων.
III — Σύνοψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Η εταιρεία Ospig-Textil δηλώνει ότι συντάσσεται απόλυτα με τα πορίσματα της έκθεσης «έξοδα ποσοστώσεων και δασμολογητέα αξία», που υποβλήθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου και την οποία συνέταξε η Verband der Fertigwaren-Importeure e.V. του Αμβούργου (ένωση 150 εισαγωγικών εταιρειών που ασκούν τις δραστηριότητες τους στο εμπόριο ειδών ενδύσεως και υφαντουργίας και μετέχουν στο υπερπόντιο εισαγωγικό εμπόριο).
Η έκθεση που συνέταξε αυτή η ομάδα επιχειρήσεων εκθέτει τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη της, δεν υπάρχει καμία συνάφεια ανάμεσα στις άδειες εξαγωγής και στο επίδικο εμπόρευμα. Τα επιχειρήματα υπέρ της άποψης αυτής μπορούν να συνοψιστούν με τις ακόλουθες δύο παρατηρήσεις:
—
Οι άδειες εξαγωγής δεν είναι δυνατόν να συνδέονται με σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων, λόγω αφενός μεν του αντικειμένου τους και της νομικής βάσης τους, αφετέρου δε της δυνατότητας η ίδια άδεια να αφορά ομοειδή προϊόντα.
—
Κύριος στόχος των αδειών εξαγωγής είναι η επιτήρηση των εμπορικών ρευμάτων. Η χορήγηση άδειας εξαγωγής αντιστοιχεί αποκλειστικά στο δικαίωμα εξαγωγής ορισμένης κατηγορίας εμπορευμάτων από συγκεκριμένη τρίτη χώρα και εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτοπεριορισμού που έχει συνάψει η Επιτροπή με το τρίτο κράτος εξαγωγής.
—
Οι άδειες εξαγωγής μπορούν να χρησιμοποιούνται για το σύνολο των εμπορευμάτων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και έχουν την ίδια χώρα προέλευσης και, επομένως, δεν συνδέονται με σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων. Όταν, παραδείγματος χάριν, η άφιξη στη χώρα προορισμού άδειας εξαγωγής για εμπόρευμα που πρόκειται να μεταφερθεί ατμοπλοϊκώς συμπίπτει με την άφιξη στο ίδιο κράτος μέλος ομοειδών προϊόντων που έχουν μεταφερθεί αεροπορικώς και προέρχονται από το ίδιο τρίτο κράτος, ο εισαγωγέας μπορεί να ζητήσει η άδεια εξαγωγής του να ισχύσει για τα εμπορεύματα που έχουν φτάσει ταχύτερα στον προορισμό τους.
—
Η τιμή της άδειας εξαγωγής είναι ανεξάρτητη από την αξία του εξαγόμενου εμπορεύματος.
—
Η τιμή αγοράς ειδών υφαντουργίας και ένδυσης, η οποία εκφράζεται γενικά σε δολάρια ΗΠΑ ανά μονάδα εμπορεύματος, είναι η ίδια για όλες τις χώρες που αγοράζουν και προκύπτει από τη σχέση ανάμεσα στον όγκο παραγωγής και στη χρησιμοποίηση των δυνατοτήτων παραγωγής.
—
Η τιμή της άδειας εξαγωγής, η οποία αντιστοιχεί στην αμοιβή του δικαιώματος εξαγωγής, είναι αυτόνομη και ξεχωριστή από την τιμή αγοράς του εμπορεύματος. Η απόκτηση άδειας εξαγωγής γίνεται επί πληρωμή, όταν ο αγοραστής δεν διαθέτει δική του άδεια. Η τιμή της άδειας αυτής τότε είναι συνάρτηση της σχέσης μεταξύ των αναγκών εισαγωγής και των καθορισμένων ορίων εισαγωγής. Όταν αντίθετα ο αγοραστής έχει άδεια εξαγωγής, τη θέτει χωρίς αντάλλαγμα στη διάθεση του εξαγωγέα-πωλητή.
Η εταιρεία Ospig-Textil, χωρίς να λαμβάνει θέση επί του περιεχομένου, επισυνάπτει στις παρατηρήσεις της μια ανακοίνωση του Bundesverband des Deutschen Groß- und Außenhandels e V που παραθέτει εκτενώς και αφορά τη γνώμη της Επιτροπής Δασμολογητέας Αξίας, η οποία λειτουργεί υπό την αιγίδα της Επιτροπής, σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 18 του κανονισμού 1224/80, γνώμη που διατυπώθηκε κατά την 33η συνεδρίαση στις 19-21 Ιανουαρίου 1983. Κατά τη γνώμη αυτή :
«Τα συμπληρωματικά έξοδα για την απόκτηση άδειας εξαγωγής από τον αγοραστή ή από τον αντιπρόσωπό του θεωρούνται ότι δεν περιλαμβάνονται στην πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή για τα εμπορεύματα, όταν ο αγοραστής ή ο αντιπρόσωπός του τα καταβάλλει σε τρίτο πρόσωπο που δεν εξαρτάται από τον πωλητή των εμπορευμάτων.»
Κατά το Hauptzollamt Bremen-Ost, στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht Bremen πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Κατά τη γνώμη του Hauptzollamt Bremen-Ost, από τις διατάξεις του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου προκύπτει ότι τα έξοδα ποσοστώσεων αφορούν τα εισαγόμενα εμπορεύματα, η δε παράδοση τους δεν πραγματοποιείται χωρίς να καταβληθούν τα έξοδα ποσοστώσεων. Το Hauptzollamt Bremen-Ost θεωρεί ότι τα δύο ποσά, τα οποία αντιστοιχούν στα έξοδα για την απόκτηση αφενός μεν της άδειας εξαγωγής αφετέρου δε των εμπορευμάτων, αποτελούν τη οννολική πληρωμή που έγινε από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ίση με την τιμή αγοράς του εμπορεύματος κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, στοιχείο α, του κανονισμού 1224/80.
Το Hauptzollamt Bremen-Ost θεωρεί ότι η διάσπαση της συνολικής αυτής τιμής σε ξεχωριστά τιμολόγια δεν επηρεάζει τη συναλλακτική αξία υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80.
Κατά το Hauptzollamt Bremen-Ost, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 4, και του άρθρου 15 του ίδιου κανονισμού, οι οποίες εξαιρούν από τη δασμολογητέα αξία ορισμένα έξοδα, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται τα έδοδα ποσοστώσεων.
Η άποψη του Hauptzollamt Bremen-Ost επιβεβαιώνεται επιπλέον από τη γνώμη της Επιτροπής Δασμολογητέας Αξίας, η οποία έχει αναφερθεί παραπάνω.
Κατά τις προπαρασκευαστικές συζητήσεις για τη γνώμη αυτή, τόσο η Επιτροπή όσο και τα άλλα μέρη της Επιτροπής Δασμολογητέας Αξίας διέκριναν δύο περιπτώσεις: αφενός μεν την περίπτωση που ο πωλητής αποκτά την άδεια του εξαγωγής από έναν τρίτο και στη συνέχεια χρεώνει, ξεχωριστά ή όχι, τα σχετικά έξοδα στον αγοραστή, αφετέρου δε την περίπτωση που ο αγοραστής αποκτά την άδεια από έναν τρίτο, του την πληρώνει και τη θέτει χωρίς αντάλλαγμα στη διάθεση του πωλητή.
Τα μέλη της Επιτροπής, αφού διαφώνησαν πρώτα ως προς το αν ενδείκνυται και στις δύο περιπτώσεις τα έξοδα ποσοστώσεων να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία, υιοθέτησαν τη λύση που είχε δοθεί στο θέμα αυτό από τις τελωνειακές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, σύμφωνα με την οποία η πληρωμή που διενεργείται από τον αγοραστή περιλαμβάνεται στη δασμολογητέα αξία μόνο στην πρώτη περίπτωση.
Κατά το Hauptzollamt Bremen-Ost, η λύση αυτή που επιβεβαιώθηκε με τη γνώμη που αναφέρθηκε παραπάνω, έχει το πλεονέκτημα ότι λαμβάνει υπόψη μόνο τα έξοδα που προκύπτουν από τη συναλλαγή μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή των εμπορευμάτων και όχι τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο αγοραστής και στη δημιουργία των οποίων ο πωλητής δεν έχει ασκήσει καμιά επίδραση.
Το Hauptzollamt Bremen-Ost θεωρεί ότι η λύση αυτή ανταποκρίνεται στους στόχους των διατάξεων περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, οι οποίοι εκφράζονται στο προοίμιο της συμφωνίας περί της εφαρμογής του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου. Από το προοίμιο αυτό προκύπτει ότι η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων πρέπει να καθορίζεται με κριτήρια απλά και αντικειμενικά, έτσι ώστε ο καθορισμός της να μπορεί να προβλεφθεί και να είναι συγχρόνως ευχερής τόσο για τους ενδιαφερόμενους όσο και για τις τελωνειακές αρχές.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα έξοδα ποσοστώσεων δεν περιλαμβάνονται στη συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1224/80, διότι τα έξοδα αυτά δεν αφορούν τα εισαγόμενα εμπορεύματα, αλλά την απόκτηση ενός δικαιώματος ανεξάρτητου από τα εμπορεύματα αυτά. Για να υποστηρίξει την άποψη αυτή, η Επιτροπή αναπτύσσει διάφορα επιχειρήματα.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατά πρώτο λόγο, ότι τα έξοδα ποσοστώσεων πραγματοποιούνται για την κτήση ενός δικαιώματος που μεταβιβάζεται ελεύθερα και του οποίου η αγοραία αξία είναι ανεξάρτητη από την αγοραία αξία των προϊόντων. Το ύψος των εξόδων ποσοστώσεων είναι ανάλογο αφενός μεν του βαθμού στον οποίο έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες εισαγωγής εντός των επιτρεπόμενων ορίων, αφετέρου δε της επιθυμίας του εισαγωγέα να του γίνει η παράδοση εντός ορισμένης προθεσμίας.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, τα έξοδα ποσοστώσεων δεν θεωρούνται στην εμπορική πρακτική ότι περιλαμβάνονται στην τιμή του εμπορεύματος, σε αντίθεση κυρίως με τα τέλη για δικαιώματα βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, τα οποία, εφόσον καταβάλλονται ως προϋπόθεση για την πώληση, περιλαμβάνονται στην τιμή του εμπορεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, εδάφιο γ, του κανονισμού 1224/80.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατά δεύτερο λόγο, ότι η εξαίρεση των εξόδων ποσοστώσεων από τη συναλλακτική αξία επιβάλλεται για το λόγο ότι τα έξοδα αυτά δεν καταβάλλονται γενικά στον πωλητή και, εν πάση περιπτώσει, δεν καταβάλλονται υπέρ αυτού, αλλά υπέρ τρίτου προσώπου που διαθέτει αχρησιμοποίητες ποσοστώσεις.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ερμηνεία αυτή του άρθρου 3 του κανονισμού 1224/80 ενισχύεται από την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, κατά την οποία:
«Ο παρών κανονισμός έχει ως στόχο να προωθήσει το παγκόσμιο εμπόριο καθιερώνοντας ένα σύστημα τελωνειακής εκτιμήσεως δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαιρέτων ή πλασματικών δασμολογητέων αξιών ... κατά συνέπεια, η δασμολογητέα αξία δα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με κριτήρια συμβιβαζόμενα με την εμπορική πρακτική.»
Κατά την Επιτροπή, τα έξοδα για τις άδειες εξαγωγής αποτελούν συνέπεια της κοινοτικής πολιτικής επιτήρησης και ποσοτικού περιορισμού των εισαγωγών ορισμένων προβληματικών προϊόντων, όπως τα υφαντουργικά προϊόντα. Η ενσωμάτωση των εξόδων αυτών στη δασμολογητέα αξία θα ισοδυναμούσε, αφού θα είχε ως αποτέλεσμα υψηλότερους δασμούς, με επέκταση του προστατευτισμού η οποία δεν προβλέπεται από το σύστημα ποσοτικών περιορισμών των εισαγωγών και θα ήταν αντίθετη προς τις δίκαιες, ομοιόμορφες και ουδέτερες μεθόδους για την τελωνειακή εκτίμηση.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η προτεινόμενη ερμηνεία δεν εξασθενίζει από το γεγονός ότι η εξαίρεση των εξόδων ποσοστώσεων από τη δασμολογητέα αξία ενέχει τον κίνδυνο ορισμένων καταχρήσεων.
Ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, στο μέτρο που δεν είναι γνωστό σε ποιον καταβάλλονται τα έξοδα ποσοστώσεων, είναι δύσκολη η εξακρίβωση του ποσού που χρεώνει στο τιμολόγιο ο αλλοδαπός πωλητής, ο οποίος θα μπορούσε με τον τρόπο αυτό να παρουσιάζει στο τιμολόγιο, ακόμη και για τις δικές του ποσοστώσεις εξαγωγής, ένα εικονικό ποσό για την αγορά του εμπορεύματος, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε σε τεχνητή μείωση της τιμής του εμπορεύματος και επομένως της δασμολογητέας αξίας.
Κατά την Επιτροπή, η επίκληση του κινδύνου αυτού οδήγησε τα μέλη της Επιτροπής Δασμολογητέας Αξίας, κατά την 33η συνεδρίαση της, στο προαναφερόμενο συμπέρασμα.
Η Επιτροπή, η οποία θεωρεί ότι το πόρισμα αυτό πρέπει να επεκταθεί και στην περίπτωση που ο αγοραστής έχει επιφορτίσει τον πωλητή να αποκτήσει την άδεια εξαγωγής, οπότε και ο πωλητής χρεώνει ξεχωριστά στο τιμολόγιο το ποσό που αντιστοιχεί στην τιμή των πρόσθετων ποσοστώσεων, προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht της Βρέμης:
«Τα έξοδα (κοινώς αποκαλούμενα “έξοδα ποσόστωσης”) τα οποία καταβάλλει ένας εξαγωγέας του Χογκ-Κογκ σε έναν τρίτο για την απόκτηση ελεύθερων ποσοστώσεων (ποσοστώσεων εξαγωγής) και τα οποία χρεώνει ξεχωριστά στο γερμανό πελάτη του, δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία (συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας).»
IV — Προφορική διαδικασία
Η εταιρεία Ospig-Textil, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Dirk Oelbermann, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Christoph Bail, επικουρούμενο από τον Karl-Eugen Ahrens, εμπειρογνώμονα (πρόεδρο της Επιτροπής Δασμολογητέας Αξίας της ΕΟΚ) ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στη συνεδρίαση της 10ης Νοεμβρίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 9ης Δεκεμβρίου 1982, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Ιανουαρίου 1983, το Finanzgericht Bremen υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρείας Ospig-Textil και του Hauptzollamt Bremen-Ost [Κεντρικού Τελωνείου Ανατολικής Βρέμης] μετά από απόφαση του τελευταίου να συμπεριλάβει στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων τα έξοδα για την απόκτηση ποσοστώσεων εξαγωγής (στο εξής: έξοδα ποσοστώσεων) σε τρίτη χώρα με την οποία η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες περιορισμού των εξαγωγών.
3
Η τήρηση των ποσοστώσεων εισαγωγής που καθορίζονται στις συμφωνίες αυτές διασφαλίζεται με διπλό έλεγχο, ο οποίος συνίσταται στην έκδοση αδειών εξαγωγής στην τρίτη χώρα εξαγωγής και στην έκδοση αδειών εισαγωγής στην Κοινότητα κατόπιν της προσκομίσεως των αδειών εξαγωγής.
4
Στην περίπτωση που ένας εξαγωγέας-πωλητής δεν διαθέτει πλέον τις αναγκαίες ποσοστώσεις για να πραγματοποιήσει την πώληση των εμπορευμάτων που προορίζονται για εξαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, έχει σε ορισμένες τρίτες χώρες τη δυνατότητα να αγοράσει ποσοστώσεις εξαγωγής. Τα έξοδα ποσοστώσεων καταβάλλει ο κοινοτικός αγοραστής είτε απευθείας σε τρίτο, ο οποίος δεν μετέχει στη σύμβαση μεταξύ του αγοραστή αυτού και του πωλητή των εμπορευμάτων, αλλά διαθέτει πλεονάσματα ποσοστώσεων, είτε απευθείας στον εξαγωγέα-πωλητή, που απέκτησε ο ίδιος από έναν τρίτο τις ποσοστώσεις. Η τιμή των ποσοστώσεων είναι ανάλογη με το μέγεθος της αιτούμενης εξαγωγής και με το βαθμό στον οποίο έχουν εξαντληθεί οι ποσοστώσεις.
5
Στις 25 Νοεμβρίου 1981 η εταιρεία Ospig-Textil ζήτησε από το Hauptzollamt Bremen-Ost να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία υφαντουργικά προϊόντα που είχαν αγοραστεί στο Χογκ-κογκ, δηλώνοντας ως δασμολογητέα αξία την τιμή την οποία είχε χρεωθεί για το εμπόρευμα χωρίς να περιλάβει την τιμή για τα έξοδα ποσοστώσεων την οποία ο εξαγωγέας-πωλητής είχε χρεώσει σε ξεχωριστό τιμολόγιο.
6
Με πράξη επιβολής δασμού της 26ης Νοεμβρίου 1981, το Hauptzollamt Bremen-Ost επέβαλε ως δασμό ποσό το οποίο είχε υπολογιστεί βάσει τόσο της τιμής αγοράς των εμπορευμάτων όσο και της τιμής που είχε καταβληθεί για την απόκτηση των ποσοστώσεων εξαγωγής.
7
Το Hauptzollamt Bremen-Ost αρνήθηκε να τροποποιήσει την απόφαση του αυτή και στις 28 Απριλίου 1982 απέρριψε την ένσταση της εταιρείας εισαγωγών.
8
Η εταιρεία Ospig-Textil προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Finanzgericht Bremen, το οποίο υποβάλλει το ακόλουθο ερώτημα:
«Περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία (συναλλακτική αξία, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων) τα έξοδα για την απόκτηση ελεύθερων ποσοστώσεων (ποσοστώσεων εξαγωγής) με τα οποία ο εξαγωγέας στο Χογκ-Κογκ χρεώνει χωριστά το γερμανό πελάτη του (τα λεγόμενα “έξοδα ποσόστωσης”);»
9
Τονίζεται κατ'αρχάς ότι κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980,
«η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8».
10
Επίσης, το άρθρο 3, παράγραφος 3, εδάφιο α, του παραπάνω κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980, ορίζει τα εξής:
«Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή στον πωλητή, ή υπέρ του πωλητή, για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, ως όρος της πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων, από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή από τον αγοραστή σε τρίτο συμβαλλόμενο μέρος για να εκπληρώσει μια υποχρέωση του πωλητή. Η πληρωμή δεν είναι αναγκαίο να γίνει σε χρήμα. Είναι δυνατό να λάβει χώρα με πιστωτικούς τίτλους ή αξιόγραφα και δύναται να πραγματοποιηθεί άμεσα ή έμμεσα.»
11
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, εδάφιο α, του κανονισμού 1224/80, όπως τροποποιήθηκε, προκύπτει ότι η δασμολογητέα αξία περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν ως όρος της πωλήσεως των εισαγόμενων εμπορευμάτων, από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή από τον αγοραστή σε τρίτο για να εκπληρωθεί υποχρέωση του πωλητή.
12
Σημειώνεται εξάλλου ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 1224/80, στο οποίο παραπέμπει το ανωτέρω άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει ότι στην «πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή προστίθενται» ορισμένα έξοδα, παρεπόμενα στην τιμή αυτή από οικονομική άποψη. Το άρθρο 8 απαριθμεί περιοριστικώς τα έξοδα που είναι δυνατόν να συνυπολογιστούν με τον τρόπο αυτό για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας και πρέπει να σημειωθεί ότι τα «έξοδα ποσοστώσεων» δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα αυτό.
13
Για την ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων πρέπει να τονιστεί ότι το σύστημα αδειών εξαγωγής και εισαγωγής αποτελεί τμήμα του κοινοτικού συστήματος χορήγησης αδειών και ποσοτικών περιορισμών των εισαγωγών εντός της Κοινότητας υφαντουργικών προϊόντων από τρίτες χώρες, σύστημα το οποίο τέθηκε προσωρινά σε λειτουργία με τον κανονισμό 3019/77 της Επιτροπής, της 30ής Δεκεμβρίου 1977 (ABI. L 357, σ. 1) και τον κανονισμό 265/78 του Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1978 (ABI. L 42, σ. 1), και οριστικά με τον κανονισμό 3059/78 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/027, σ. 16), ο οποίος στις 23 Δεκεμβρίου 1982 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 3589/82 του Συμβουλίου (ΕΕ L 374, σ. 106).
14
Η κανονιστική αυτή ρύθμιση, η οποία προσβλέπει μόνο στον έλεγχο των εισαγόμενων ποσοτήτων υφαντουργικών προϊόντων από ορισμένες τρίτες χώρες, έχει στόχο εντελώς διαφορετικό από το στόχο του κανονισμού 1224/80, όπως τροποποιήθηκε, ο οποίος αποσκοπεί στη θέσπιση ενός δίκαιου, ομοιόμορφου και ουδέτερου συστήματος για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας κατά την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου. Ο τελευταίος αυτός κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται χωρίς αναδρομή στην κανονιστική ρύθμιση περί του συστήματος αδειών εξαγωγής και εισαγωγής.
15
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα έξοδα ποσοστώσεων για την απόκτηση ποσοστώσεων εξαγωγής στο πλαίσιο των προαναφερθέντων κανονισμών δεν είναι δυνατό να λαμβάνονται υπόψη για να υπολογίζεται, βάσει του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων.
16
Το Hauptzollamt Bremen-Ost εντούτοις, προς ενίσχυση της άποψης του, αποπειράται να αρυσθεί εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από τη διατύπωση της μη δεσμευτικής γνώμης της Επιτροπής Δασμολογητέας Αξίας, η οποία έχει συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου II του κανονισμού 1224/80, γνώμη που διατύπωσε κατά την 33η συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε από 19 έως 21 Ιανουαρίου 1983. Σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, «τα συμπληρωματικά έξοδα για την απόκτηση άδειας εξαγωγής από τον αγοραστή ή από τον αντιπρόσωπό του θεωρούνται ότι δεν περιλαμβάνονται στην πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή για τα εμπορεύματα, όταν ο αγοραστής ή ο αντιπρόσωπός του τα καταβάλλει σε τρίτο πρόσωπο που δεν εξαρτάται από τον πωλητή των εμπορευμάτων». Το Hauptzollamt φρονεί συνεπώς ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αντίθετη λύση όταν τα έξοδα ποσοστώσεων καταβάλλονται απευθείας από τον αγοραστή στον εξαγωγέαπωλητή.
17
Το Δικαστήριο δέχεται όμως ότι η λύση που πρότεινε η Επιτροπή Δασμολογητέας Αξίας ισχύει επίσης όταν ο εξαγωγέας-πωλητής, ο οποίος δεν διαθέτει πλέον ποσοστώσεις, τις αποκτά ο ίδιος από τρίτο και τις χρεώνει στον αγοραστή. Διαφορετική λύση θα δημιουργούσε πράγματι αδικαιολόγητη ανισότητα μεταξύ των εισαγωγέων της Κοινότητας, παρόλο που βρίσκονται σε ανάλογη θέση, και κατ' ακολουθία θα ερχόταν σε αντίθεση με το δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο σύστημα υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας, το οποίο έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό 1224/80 του Συμβουλίου.
18
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο προσήκει η απάντηση ότι τα έξοδα ποσόστωσης, που απαιτούνται για την απόκτηση ποσοστώσεων εξαγωγής, δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων που εισάγονται στην Κοινότητα, κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 9ης Δεκεμβρίου 1982 το Finanzgericht Bremen, αποφαίνεται:
Τα έξοδα ποσόστωσης, που απαιτούνται για την απόκτηση ποσοστώσεων εξαγωγής, δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων που εισάγονται στην Κοινότητα, κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980.
Galmot
Everling
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Φεβρουαρίου 1984.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
Full & Egal Universal Law Academy