Στην υπόθεση 8/83,
Officine Fratelli Birtoli SpA, με έδρα το Udine, εκπροσωπούμενη από τον κατά νόμο εκπρόσωπο της, επικουρούμενο από τον Franco Pasquali, δικηγόρο στο Corte di Cassazione της Ιταλίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Jean-Claude Wolter, 2, rue Goethe,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Sergio Fabro,, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως κύριο αντικείμενο την ακύρωση ή την τροποποίηση της απόφασης της καθής, της 9ης Δεκεμβρίου 1982, που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 15 Δεκεμβρίου 1982, και με την οποία της επιβλήθηκε πρόστιμο για παράβαση του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Bahlmann, Ρ. Pescatore, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1981, δύο επιθεωρητές της Επιτροπής διενέργησαν, δυνάμει του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ, έλεγχο όσον αφορά τις πωλήσεις που είχε πραγματοποιήσει μεταξύ 1ης Ιουλίου και 30ής Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους η επιχείρηση Bertoli του Udine κατά τον έλεγχο, οι επιθεωρητές διαπίστωσαν ότι για τα προϊόντα πρώτης διαλογής είχαν χορηγηθεί στους πελάτες εκπτώσεις χωρίς να δημοσιευτούν, ότι για τις δημοσιευμένες προσαυξήσεις των τιμών δεν είχαν εκδοθεί τιμολόγια ή είχαν εκδοθεί ελλιπώς και ότι δεν είχαν εκδοθεί τιμολόγια για τα έξοδα μεταφοράς' οι υποτιμολογήσεις που διαπιστώθηκαν από τους επιθεωρητές ανέρχονταν σε 38807000 λιρέτες για πωλήσεις 915 τόνων και αφορούσαν αντικανονικές πωλήσεις 324884000 λιρετών. Για τα προϊόντα τα οποία η επιχείρηση χαρακτήρισε ως «όχι πρώτης διαλογής» οι επιθεωρητές διαπίστωσαν την ύπαρξη παραβάσεων ανάλογων με εκείνες που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Οι υποτιμολογήσεις που διαπιστώθηκαν ανέρχονταν σε 47174000 λιρέτες για πωλήσεις 710 τόνων και αφορούσαν αντικανονικές πωλήσεις 247347000 λιρετών.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, με έγγραφο που απέστειλε δυνάμει του άρθρου 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ στις 18 Μαρτίου 1982, καταλόγισε στην επιχείρηση Bertoli ότι δεν είχε τηρήσει το άρθρο 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ και τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί για την εφαρμογή του όσον αφορά ορισμένες πωλήσεις προϊόντων σιδήρου και χάλυβα. Με έγγραφο της 6ης Απριλίου 1982, η επιχείρηση Bertoli διατύπωσε τις γραπτές παρατηρήσεις της, στις οποίες υποστήριξε ότι είχε υποστεί τις συνέπειες του νόμου της προσφοράς Kat της ζητήσεως, αν ληφθεί υπόψη η ασήμαντη θέση, που κατέχει στην ιταλική αγορά. Εφόσον δεν μπορούσε να εφαρμόσει δικό της τιμοκατάλογο, αναγκάστηκε να ευθυγραμμιστεί εν μέρει με τους ανταγωνιστές της, διατηρώντας εντούτοις για παρόμοια προϊόντα τιμές ανώτερες από τις τιμές των ανταγωνιστών της· προς στήριξη των ισχυρισμών της, διαβίβασε στην Επιτροπή φωτοαντίγραφο των τιμολογίων των εν λόγω ανταγωνιστών.
Στις 21 Ιουνίου 1982, η προσφεύγουσα, κατά τη διάρκεια ακροάσεως την οποία η ίδια είχε ζητήσει, ενέμεινε στη γραμμή υπερασπίσεως που είχε ακολουθήσει προηγουμένως, ισχυριζόμενη ιδίως ότι αν η επιχείρηση είχε τηρήσει τους τιμοκαταλόγους της θα είχε αναγκαστεί να παύσει τη λειτουργία της' πρόσθεσε δε ότι ήταν αδύνατο να ευθυγραμμιστεί με τις άλλες τιμές κατά το χρόνο της συνάψεως των συμβάσεων και υπογράμμισε ότι από την 1η Οκτωβρίου 1981 (δηλαδή μετά την επίσκεψη των επιθεωρητών) είχε τηρήσει αυστηρά τους τιμοκαταλόγους. Θεωρώντας ότι οι εξηγήσεις της προσφεύγουσας δεν δικαιολογούσαν τις διαπραχθείσες παραβάσεις, η Επιτροπή, με απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982, της επέβαλε πρόστιμο 94579000 λιρετών, το οποίο ισούται προς το 100 % του ποσού των υποτιμολογήσεων, προσαυξημένου κατά ποσοστό 10%, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσοστό υπερβάσεως, διά των υποτιμολογήσεων, των τιμών για τις οποίες έπρεπε να έχει εκδοθεί τιμολόγιο.
Η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 14 Ιανουαρίου 1983.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. 'Εθεσε πάντως μια σειρά ερωτημάτων στην Επιτροπή.
Με διάταξη της 6ης Ιουλίου 1983, το Δικαστήριο, διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε ρητά ζητήσει την εκδίκαση της υποθέσεως από την ολομέλεια, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο
στα πλαίσια της διεξαγωγής αποδείξεων
—
να διατάξει την Επιτροπή να προσκομίσει αντίγραφο του αποσπάσματος της απόφασης που έλαβε η ίδια κατά τη σύσκεψη της 4ης Ιουνίου 1981 και με την οποία εξουσιοδοτείται ο αντιπρόεδρος της Davignon να επιβάλλει χρηματικές κυρώσεις στις επιχειρήσεις που παραβαίνουν το άρθρο 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ·
επί της ουσίας
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση την οποία έλαοε η Επιτροπή κατά της προσφεύγουσας στις 9 Δεκεμβρίου 1982
επικουρικά
—
να μειώσει το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα και να το καθορίσει βάσει των κριτηρίων στα οποία είχε αυτοϋποβληθεί η Επιτροπή και τα οποία ίσχυαν κατά την ημερομηνία της επιθεώρησης·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Kccêyçζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει τα αιτήματα της προσφεύγουσας·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα αφορά την παράβαση ουσιώδους τύπου. Η προσφεύγουσα αναφέρεται στην ανεπαρκή αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία δεν επιτρέπει να ακολουθηθεί η πορεία του συλλογισμού βάσει του οποίου η Επιτροπή καθόρισε τις υποτιμολογήσεις και, κατά συνέπεια, το πρόστιμο. Ο κατάλογος των υποτιθέμενων αντικανονικών πράξεων, οι οποίες απαριθμούνται στα παραρτήματα της αποφάσεως, δεν καθιστά σαφή τα στάδια του υπολογισμού με τον οποίο η Επιτροπή προσδιόρισε, για κάθε εξεταζόμενη πώληση, το ποσό των επικρινόμενων υποτιμολογήσεων.
Εξάλλου δεν γίνεται μνεία των προταθέντων επιχειρημάτων υπερασπίσεως.
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως της προσφεύγουσας αφορά την παράβαση της συνθήκης ΕΚΑΧ και των εκτελεστικών της συνθήκης κανόνων. Η γενική απόφαση 31/53 της Ανωτάτης Αρχής «περί των όρων δημοσιεύσεως των τιμοκαταλόγων και των όρων πωλήσεως που εφαρμόζονται από τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας χάλυβος» άφηνε να εννοηθεί στο άρθρο 4 ότι η Ανωτάτη Αρχή θα εξασφάλιζε τη διάδοση «με ειδική έκδοση». Την ανάγκη αυτή αισθάνονται ιδίως οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως η προσφεύγουσα, οι οποίες είναι αδύνατο να αποκτήσουν τους τιμοκαταλόγους των ανταγωνιστριών επιχειρήσεων. Ακριβώς για να λάβει υπόψη της την πραγματικότητα αυτή και την έλλειψη της δημοσιότητας που προβλέπει το άρθρο 4 που αναφέρθηκε πιο πάνω, η Επιτροπή, όχι μόνο στο απώτερο παρελθόν αλλά και πιο πρόσφατα — κατά την περίοδο που ίσχυε το καθεστώς των κατώτατων τιμών —, υιοθέτησε ανεκτική στάση στο θέμα των προσαρμογών, δεχόμενη ακόμα και γενικές παραπομπές υπό τον όρο ότι θα ήταν σε θέση να ελέγξει τους όρους ανταγωνισμού με τους οποίους μια επιχείρηση είχε την πρόθεση να ευθυγραμμιστεί. Αυτό ακριβώς συνέβη με την επιχείρηση Bertoli, η οποία, μολονότι είχε δηλώσει ότι είχε αναγκαστεί να καταφύγει στην προσαρμογή των τιμών της προς τις τιμές που τηρούσαν οι άλλοι παραγωγοί της Κοινότητας για να μη βρεθεί αποκλεισμένη από την αγορά, δεν αναφέρθηκε απλώς κατά γενικό τρόπο στην κατ' ανάγκη τήρηση της αρχής της προσφοράς και της ζητήσεως, αλλά επιπλέον προσκόμισε αντίγραφα των τιμολογίων ορισμένων ανταγωνιστών, από τα οποία προέκυπτε ότι οι τιμές πωλήσεως τους ήταν κατώτερες από τις δικές της. Εντούτοις η Επιτροπή, χωρίς να διεξαγάγει σχετική έρευνα και χωρίς να αμφισβητήσει την ύπαρξη πωλήσεων με τους όρους που αναφέρονται στα προσκομιζόμενα τιμολόγια, περιορίστηκε να παρατηρήσει κατά την ακρόαση «ότι είναι δυνατή η ευθυγράμμιση προς τους τιμοκαταλόγους ενός άλλου συγκεκριμένου παραγωγού, αλλά όχι προς τις τιμές των ανταγωνιστών». Ομοίως η Επιτροπή δεν απέδωσε καμία σημασία στο γεγονός ότι οι πωλήσεις προϊόντων «όχι πρώτης διαλογής» δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν με τους όρους των πωλήσεων προϊόντων «πρώτης διαλογής», αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται περί απρόβλεπτων, περιστασιακών πωλήσεων προϊόντων τα οποία έχουν υποβληθεί όχι στο σύνολο της κατεργασίας, αλλά σε ορισμένα στάδια που πρέπει να καθοριστούν κατά περίπτωση με τον πελάτη, και τα οποία παρουσιάζουν επομένως ορισμένη ιδιαιτερότητα. Η σκλήρυνση αυτή, σε σχέση με την κατανόηση που είχε επιδείξει η Επιτροπή έναντι άλλων επιχειρήσεων, αφενός, αποτελεί παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αρχή στην οποία οι διοικούμενοι έχουν δικαίωμα να βασίζονται, και, αφετέρου, αντιβαίνει στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ίσης μεταχειρίσεως.
Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως της προσφεύγουσας στηρίζεται στην κατάχρηση εξουσίας. Η Επιτροπή, αφού θέσπισε αντικειμενικά και γενικευμένα κριτήρια για τον καθορισμό του ποσού των προστίμων, εξουσιοδότησε, κατά τη σύσκεψη της 4ης Ιουνίου 1981, τον αντιπρόεδρο της Davignon να επιβάλλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις άνθρακα και χάλυβα για παράβαση του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Αποφασίστηκε έτσι ότι κανονικά το πρόστιμο πρέπει να κυμαίνεται γύρω στο 25 % των υποτιμολογήσεων, με δυνατότητα προσαυξήσεως ή μειώσεως μέχρι 40 %, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με την απόφαση της αυτή, μόνη της η Επιτροπή περιόρισε δεόντως τις ευρύτερες εξουσίες που της απονέμει το άρθρο 64 της συνθήκης ΕΚΑΧ, πράγμα το οποίο όμως συνεπάγεται ότι παραμένει δεσμευμένη από τα κριτήρια που έχει καθορίσει κατά τον τρόπο αυτό, έως ότου αποφασίσει να τα τροποποιήσει για αποχρώντες λόγους: κατά συνέπεια, η υιοθέτηση διαφορετικής στάσης σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί αυθαίρετη. Αν ληφθεί υπόψη η αρχή «nullum crimen, nulla poena sine lege», ακόμα και αν η Επιτροπή είχε πρόσφατα τροποποιήσει τα γενικά κριτήρια της για να τονίσει την αυστηρότητα της κατασταλτικής δράσης της, όφειλε εν πάση περιπτώσει, οποιαδήποτε και αν ήταν η ημερομηνία επιβολής της κυρώσεως, να αναφερθεί οπωσδήποτε στα κριτήρια που υπήρχαν κατά το χρόνο της παραβάσεως: δηλαδή, στην υπό κρίση υπόθεση, όχι μετά το τέλος του τρίτου τριμήνου 1981. Επομένως, ακόμα και αν ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως δεν γίνουν δεκτοί, το επιβληθέν πρόστιμο πρέπει να μειωθεί περίπου κατά 25 ο/ο (πρβλ. νομολογία του Δικαστηρίου, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 26 και 86/79).
Η Επιτροπή απαντά, επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ότι οι επιθεωρητές της Επιτροπής κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι παρατυπίες βρίσκονται στα ίδια τα τιμολόγια. Ο έλεγχος των τιμολογίων που προσαρτώνται στην απόφαση επιτρέπει να διαπιστωθούν οι πραγματοποιηθείσες εκπτώσεις και το ακριβές ποσό τους. Η υποτιμολόγηση έγκειται στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα πωλεί σύμφωνα με τον τιμοκατάλογο της, ή ευθυγραμμιζόμενη με τη Sisma ή την Piombion, Kat στη συνέχεια κάνει έκπτωση που δεν δικαιολογείται από κανέναν τιμοκατάλογο' επιπλέον, σε ορισμένα τιμολόγια, η προσφεύγουσα προβαίνει σε μεικτές ευθυγραμμίσεις, δηλαδή στο ίδιο τιμολόγιο περιλαμβάνεται ευθυγράμμιση με τον τιμοκατάλογο Sisma για ένα προϊόν και ευθυγράμμιση με τον τιμοκατάλογο Piombino για άλλο προϊόν. Εξάλλου δεν θίγεται καθόλου το κύρος της απόφασης από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε λεπτομερώς τα επιχειρήματα, που προέβαλε προς άμυνα της η προσφεύγουσα. Πρώτον, η απόφαση της καθής είναι διοικητική πράξη και επομένως δεν είναι απαραίτητο, για να είναι έγκυρη, να έχει πλούσια και σύνθετη αιτιολογία, αλλά απλώς σύντομη αιτιολογία στηριζόμενη σε ουσιώδη και συγκεκριμένα στοιχεία που να προκύπτουν από την ανάγνωση του κειμένου. Δεύτερον, η επιχειρηματολογία της απόφασης είναι η επιχειρηματολογία επί της οποίας στηρίζεται η άμυνα της Bettoli και, επομένως, για την αιτιολογία έχουν τηρηθεί οι ουσιώδεις τύποι.
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ανωτάτη Αρχή δεν διέπραξε ποτέ την παραμικρή παράλειψη εφαρμόζοντας εκείνο το οποίο, κατά την απόφαση 31/53, αποτελεί απλή δυνατότητα και όχι συγκεκριμένη υποχρέωση' πράγματι, από πολλών ετών, υπάρχει επίσημη έκδοση (ο κωδικός της οποίας είναι CB-AE-82-001-7A-C) με τίτλο «Χυτοσίδηροι και χάλυβες: τιμές βάσεως — έγγραφο βάσεως — κατάσταση την 1η Ιανουαρίου και τροποποιήσεις», υπό τον έλεγχο της Γενικής Διευθύνσεως εσωτερικής αγοράς και βιομηχανικών υποθέσεων της Επιτροπής, η οποία κυκλοφορεί κάθε μήνα και αναφέρει όλες τις διακυμάνσεις των τιμών κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής' κάθε επιχείρηση, έστω και μικρού μεγέθους, μπορεί επομένως, απλώς και μόνο με το να γίνει συνδρομήτρια, να κρατείται ενήμερη των ενεργειών των ανταγωνιστών επιπλέον, τίποτα δεν εμποδίζει μια επιχείρηση να έλθει απευθείας σε επαφή με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να παρέχουν ανά πάσα στιγμή τις πληροφορίες που προκύπτουν από τους τιμοκαταλόγους που διαθέτουν. Εξάλλου η Επιτροπή αποκρούει τον ισχυρισμό ότι είχε υιοθετήσει ανεκτική στάση στο θέμα των ευθυγραμμίσεων. Βεβαίως ορισμένες φορές ελαττώθηκαν οι έλεγχοι που αφορούν την τήρηση από τις επιχειρήσεις του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει ειδική πολιτική της Επιτροπής προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά μόνο ότι το σώμα των επιθεωρητών δεν είχε επαρκές προσωπικό για να αντεπεξέλθει σε όλα τα καθήκοντα του και είχε αναγκαστεί να αφοσιωθεί σε άλλους ελέγχους. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν πάντοτε συνείδηση του ότι χωρίς έλεγχο της τήρησης, από τις επιχειρήσεις, του άρθρου 60 δεν μπορεί να υπάρξει διαφάνεια της αγοράς, με όλες τις συνεπαγόμενες επιπτώσεις. Εξάλλου η Επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται τι το παράλ'ομο είχε η ενέργεια της να παρατηρήσει ότι απαγορεύεται η ευθυγράμμιση με τις τιμές της αγοράς, για το λόγο ότι νόμιμες είναι μόνο οι τιμές που προκύπτουν από τους τιμοκαταλόγους' πράγματι, αυτός ακριβώς ο κανόνας εξασφαλίζει τη μη ύπαρξη διακρίσεων μεταξύ των αγοραστών. Η Επιτροπή προσθέτει ότι υπενθύμισε με εγκύκλιο του 1962 ότι πρέπει να σημειώνεται στα εμπορικά και λογιστικά βιβλία ο ακριβής τιμοκατάλογος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η ευθυγράμμιση. Η μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής σημαίνει στην πραγματικότητα ότι γίνεται ευθυγράμμιση a posteriori (παράνομη, κατά το Δικαστήριο — βλέπε απόφαση της 12. 7. 1962, στην υπόθεση 16/61 — Race. 1962, σ. 547). Τέλος, κατά την ακρόαση της 21ης Ιουνίου 1982, ρωτήθηκαν οι εκπρόσωποι της Bertoli τι εννοούσαν με τον όρο «προϊόντα όχι πρώτης διαλογής». Δόθηκε η απάντηση ότι δεν επρόκειτο περί προϊόντων δεύτερης διαλογής, αλλά ότι σε ορισμένα τιμολόγια πωλήσεως υπήρχαν ειδικοί όροι για ορισμένα προϊόντα' καθίσταται επομένως φανερό ότι αν η επιχείρηση προέβλεπε ειδικούς όρους για ορισμένα προϊόντα, ήταν υποχρεωμένη να δημοσιεύει αυτούς τους όρους στον τιμοκατάλογο της, ακριβώς δε αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τιμωρήθηκε η παράβαση.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η αρχή «nullum crimen, nulla poena sine lege» δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί εν προκειμένω, και δεν βλέπει πώς μία απόφαση της η οποία επιβάλλει χρηματική κύρωση 9α μπορούσε να ανάγεται στο ποινικό δίκαιο, ενώ είναι προφανές ότι πρόκειται περί διοικητικής πράξεως. Δεύτερον, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, δεδομένου ότι η μεταβίβαση εξουσιών σε ένα μέλος της Επιτροπής αποτελεί απόκλιση από την αρχή της συλλογικότητας των πράξεων της Επιτροπής, οι μεταβιβαζόμενες κατά τον τρόπο αυτό εξουσίες είναι περιορισμένες και ότι στις μεταβιβασθείσες εξουσίες δεν μπορεί παρά να δίνεται συσταλτική ερμηνεία. Επίσης ότι εφόσον οι αρμοδιότητες αυτές έχουν προσωρινό χαρακτήρα, η Επιτροπή μπορεί πάντοτε να τις ανακαλέσει και ότι παραμένει πάντοτε αρμόδια να αποφασίζει σε περιπτώσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια της τρέχουσας διοικητικής πρακτικής. Στην προκειμένη περίπτωση, ο επίτροπος Davignon, θεωρώντας ότι δεν ίσχυε η εξουσιοδότηση που είχε λάβει, πρότεινε στην Επιτροπή, κατόπιν εγγράφου διαδικασίας, να επιβάλει στην Bertoli και σε τρεις άλλες εταιρείες αυστηρότερη κύρωση, ίση με το 100 % των αποκλίσεων από τον τιμοκατάλογο τους· δεχόμενη την πρόταση αυτή, η Επιτροπή επέβαλε με την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982 τις κυρώσεις αυτές. Στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή δεν έκανε τίποτε άλλο από το να εφαρμόσει το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, κάνοντας χρήση της διακριτικής εξουσίας της. Η Επιτροπή σημειώνει ότι κατά την ίδια σύσκεψη ανακλήθηκε η εξουσιοδότηση που είχε δοθεί στον επίτροπο Davignon στις 4 Ιουνίου 1981. Δεν υπάρχει επομένως στην προκειμένη περίπτωση καμία υπέρβαση εξουσίας.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα απαντά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει στα παραρτήματα της κανένα τιμολόγιο ούτε τιμοκατάλογο της Bertoli. Ειδικότερα ορισμένοι αριθμοί επιδεινώνουν οπωσδήποτε την κατάσταση όσον αφορά τον υπολογισμό των δήθεν υποτιμολογήσεων, δηλαδή δημιουργούν διαφορά μεγαλύτερη από 1500000 λιρέτες σε βάρος της προσφεύγουσας. Εξάλλου, από την άποψη των πραγματικών περιστατικών πρέπει να αμφισβητηθεί η αιτιολογία της απόφασης, κατά την οποία «οι υποτιμολογήσεις υπερβαίνουν κατά περισσότερο από 10 % τις τιμές που έπρεπε να αναφέρονται στα τιμολόγια»: δεν υπερβαίνουν όλες οι συναλλαγές το προαναφερθέν ποσοστό του 10%, και επομένως το «επιβαρυντικό στοιχείο» του 10 % δεν δικαιολογείται για τις συναλλαγές που βρίσκονται κάτω από το όριο αυτό.
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981 έπρεπε να εφαρμόσει το σύστημα της ευθυγράμμισης — νόμιμο αυτό καθαυτό —, πράγμα το οποίο έκανε συνάγοντας τους όρους πωλήσεως από τα τιμολόγια των ανταγωνιστριών επιχειρήσεων, υποθέτοντας ότι οι τιμές που προέκυπταν από τα τιμολόγια αυτά (τα οποία είχαν διαβιβαστεί στην Επιτροπή) αντιστοιχούσαν στους τιμοκαταλόγους των επιχειρήσεων, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν διέθετε αυτά τα στοιχεία. Το Δικαστήριο γνωρίζει όλες τις τροποποιήσεις που έγιναν στην απόφαση 31/53 (της οποίας το άρθρο 5 επιτρέπει τη μη δημοσίευση ορισμένων όρων πωλήσεως στους τιμοκαταλόγους), καθώς επίσης και τη διαφορετική συχνότητα και το περιεχόμενο των ελέγχων που πραγματοποιούνται στις επιχειρήσεις. Τα τελευταία αυτά έτη η Επιτροπή έκρινε σκοπιμότερο να ελέγχει στις επιχειρήσεις την τήρηση των κατώτατων τιμών και το σύστημα των ποσοστώσεων της παραγωγής, όπως μαρτυρεί και η ίδια η νομολογία του Δικαστηρίου. Η προσφεύγουσα συμμορφώθηκε με τα κριτήρια αυτά μη υπερβαίνοντας τις χορηγηθείσες ποσοστώσεις και διατηρώντας τις τιμές της, ακόμα και όταν κατέφυγε στην προσαρμογή, σε υψηλότερο επίπεδο από ό,τι οι ανταγωνιστές της των οποίων τα τιμολόγια έχει προσκομίσει. Εντούτοις η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να προειδοποιήσει τις επιχειρήσεις ότι από την 1η Ιουλίου, ή από την 1η Οκτωβρίου 1981, θα επαναλάμβανε με αυστηρότητα τους ελέγχους κατά το άρθρο 60. Αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της ακροάσεως που πραγματοποιήθηκε την 21η Ιουνίου 1982.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το παράνομο της ενέργειας της Επιτροπής είναι προφανές, αν ληφθούν υπόψη οι θεμελιώδεις αρχές του διοικητικού δικαίου που ισχύει τόσο στα κράτη μέλη όσο και σε κοινοτικό επίπεδο. Στις υποθέσεις 81/72 (Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Race. 1973, σ. 581) και 70/74 (Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Race. 1975, σ. 795), το Δικαστήριο δέχτηκε, ως γενικό κανόνα δικαίου, ότι η διοίκηση υποχρεούται να τηρεί το δίκαιο που η ίδια έχει θεσπίσει και το οποίο τη δεσμεύει τουλάχιστον μέχρι νεωτέρας αποφάσεως. Ακόμα και η Επιτροπή οφείλει να παραδεχτεί ότι η επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών αποτελεί μορφή άσκησης κατασταλτικής εξουσίας, εφόσον η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί από τη διοίκηση να ασκεί την εν λόγω εξουσία τηρώντας ορισμένες ελάχιστες εγγυήσεις, οπωσδήποτε όχι κατώτερες από εκείνες που ισχύουν στο ποινικό δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέβη αυτό. Από τις 4 Ιουνίου 1981 έως τις 9 Δεκεμβρίου 1982, δηλαδή επί ενάμισι περίπου έτος, η Επιτροπή εξακολουθεί να εφαρμόζει για τις υποτιμολογήσεις το συντελεστή ο οποίος είχε χαρακτηριστεί ως «συνήθης συντελεστής του προστίμου», δηλαδή το 25 ο/ο της υποτιμολογήσεως, ο οποίος προσαρμοζόταν κατά περίπτωση προς τα άνω ή προς τα κάτω, μέσα σε περιορισμένα όρια. Πάντως, ήδη πριν από το μήνα Ιούνιο 1981 — όπως δείχνει η νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση Rumi, 1979) — υπήρχε πρακτική κλιμακώσεως των προστίμων μέσα στις αναλογίες αυτές: πρέπει κατά συνέπεια να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, ακριβώς επειδή το Δικαστήριο είχε θεωρήσει έγκυρα τα κριτήρια αυτά και τα είχε εγκρίνει, η Επιτροπή θέλησε να επικυρώσει την «πρακτική» αυτή επισημοποιώντας τη με την εξουσιοδότηση που έδωσε στον αντιπρόεδρο της Davignon. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές είναι προφανές ότι για παράβαση που διαπράχθηκε κατά το τρίτο τρίμηνο δεν μπορούσε να επιβληθεί κύρωση βάσει νέων και αυστηρότερων κριτηρίων, τα οποία, κατά την αντίδικο, καθιερώθηκαν στις 9 Δεκεμβρίου 1982 και τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν είχαν αναδρομική ισχύ. Κατά συνέπεια, στην απίθανη περίπτωση κατά την οποία η αίτηση ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν γίνει δεκτή, πρέπει το Δικαστήριο να τροποποιήσει την τελευταία, μειώνοντας σημαντικά το ποσό του προστίμου.
Η προσφεύγουσα ζητεί να προστεθούν στη δικογραφία τα εξής αποδεικτικά έγγραφα:
—
τα πρακτικά της ακροάσεως της 21ης Ιουνίου 1982,
—
η εξουσιοδότηση της 4ης Ιουνίου 1981, η οποία έχει επανειλημμένα αναφερθεί,
—
η έγγραφη διαδικασία με την οποία ζητήθηκε «αυστηρότερη κύρωση» για την προσφεύγουσα,
—
η ανάκληση της εξουσιοδότησης προς τον επίτροπο Davignon και
—
η ενδεχομένως υπάρχουσα νέα εξουσιοδότηση.
Στην ανταπάντηση της, η Επιτροπή απαντά ότι η προσφεύγουσα, κατά το χρόνο της αποστολής του εγγράφου κατά το άρ9ρο 36, διέθετε τον κατάλογο των τιμολογίων, με τις αντίστοιχες μειώσεις τιμών, τον οποίο είχε κάθε συμφέρον να ελέγξει για να είναι σε θέση να κάνει τις κατάλληλες παρατηρήσεις κατά την ακρόαση. Στην πραγματικότητα δεν αμφισβήτησε την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών κατά την ακρόαση, αλλά μόνο με την απάντηση της. Η αμφισβήτηση αυτή είναι εν πάση περιπτώσει εσφαλμένη, εφόσον τα αναφερόμενα δεδομένα προκύπτουν από τα εξετασθέντα τιμολόγια.
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, δεδομένου ότι σε περίοδο κρίσεως η τήρηση των κανόνων της συνθήκης πρέπει αναγκαστικά να είναι πολύ πιο αυστηρή από ό,τι κατά το χρόνο που η κατάσταση στην αγορά είναι ομαλή και δεδομένου ότι η τήρηση του συστήματος των ποσοστώσεων δεν έχει έννοια αν παραβιάζονται οι κανόνες περί τιμών, δεν μπορεί να καταλάβει πώς μια επιχείρηση θα μπορούσε να προσάψει στην Επιτροπή ότι επέστησε την προσοχή των επιχειρηματιών στην υποχρέωση τους να τηρούν την κανονιστική ρύθμιση της ΕΚΑΧ ως προς τις τιμές, υποχρέωση την οποία άλλωστε έχουν διαρκώς, και πώς αυτό, αντίθετα με ό,τι διατείνεται η προσφεύγουσα, θα έθιγε τα δικαιώματα τους. Ως προς την άδεια, την οποία ισχυρίζεται η προσφεύγουσα ότι έχει δώσει η Επιτροπή στις επιχειρήσεις, να μη δημοσιεύουν στους τιμοκαταλόγους τους ορισμένους όρους πωλήσεως, πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση της Επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1972, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 31/53 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 101), προβλέπει στο άρθρο 5 ότι ορισμένες τιμές για ορισμένους τύπους προϊόντων (ασήμαντων εξάλλου) μπορούν να μη δημοσιεύονται στους τιμοκαταλόγους, υποχρεώνει όμως παράλληλα τις επιχειρήσεις να τις κοινοποιούν στην Επιτροπή. Επιπλέον η τελευταία μπορεί πάντοτε να διατάξει τη δημοσίευση του τιμοκαταλόγου. Στην πράξη, το καθεστώς της δημοσιότητας των τιμών τηρήθηκε πάντοτε.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η θεωρία του αυτοπεριορισμού της διακριτικής εξουσίας της δημόσιας διοίκησης προϋποθέτει ότι ο αυτοπεριορισμός αυτός μπορεί κάποτε να λήξει. Δεδομένου ότι η διοίκηση μπορεί πάντοτε να μεταβάλει τη στάση της — κάθε φορά που το απαιτεί το δημόσιο συμφέρον — η Επιτροπή δεν μπορεί να καταλάβει γιατί δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να ανακαλέσει εξουσιοδότηση που έχει δώσει σε επίτροπο. Η διοίκηση έχει πάντοτε τη δυνατότητα να μεταβάλλει τη στάση της για τον απλό λόγο ότι αυτό αποτελεί μέρος της «εξουσίας — καθήκοντος» που έχει να διοικεί. Όσον αφορά τη νομολογία την οποία αναφέρει η προσφεύγουσα, πρόκειται περί τελείως διαφορετικού ζητήματος (του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του προσωπικού). Από την έγγραφη διαδικασία, στο τέλος της οποίας ελήφθη η επίδικη απόφαση, προκύπτει ότι για να αποκατασταθεί ορισμένη πειθαρχία στην αγορά είναι αναγκαίο να τιμωρούνται με αυστηρότερο τρόπο οι παραβάσεις που διαπράττονται ως προς τις τιμές, ότι έγινε πρόταση στην Επιτροπή να προσαρμοστούν τα προτεινόμενα νέα κριτήρια, να ανακληθεί η εξουσιοδότηση που είχε δοθεί στις 4 Ιουνίου 1981 στον αντιπρόεδρο Davignon, λόγω της μεταβολής των εφαρμοστέων κριτηρίων, και να παρουσιαστεί σύντομα στην Επιτροπή σχέδιο νέας εξουσιοδοτήσεως.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Ιανουαρίου 1983, η επιχείρηση «Officine Fratelli Bettoli SpA» άσκησε, δυνάμει του άρθρου 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας με την οποία ζητεί την ακύρωση ή την τροποποίηση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 1982, η οποία της επιβάλλει πρόστιμο για παράβαση του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Το ιστορικό της αποφάσεως
2
Στα^ τέλη Σεπτεμβρίου 1981, δύο επιθεωρητές της Επιτροπής διενέργησαν, δυνάμει του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ, έλεγχο όσον αφορά τις πωλήσεις προϊόντων σιδήρου και χάλυβα που είχε πραγματοποιήσει η επιχείρηση Bertoli μεταξύ 1ης Ιουλίου και 30ής Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.
3
Κατά τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκε, τόσο για τα προϊόντα πρώτης διαλογής όσο και για εκείνα που είχε χαρακτηρίσει η επιχείρηση ως «όχι πρώτης διαλογής», ότι είχαν χορηγηθεί εκπτώσεις χωρίς να δημοσιευτούν, ότι για τις δημοσιευμένες προσαυξήσεις των τιμών δεν είχαν εκδοθεί τιμολόγια ή είχαν εκδοθεί ελλιπώς και ότι δεν είχαν εκδοθεί τιμολόγια για τα έξοδα μεταφοράς.
4
Για τα προϊόντα πρώτης διαλογής, οι υποτιμολογήσεις που διαπιστώθηκαν από τους επιθεωρητές ανέρχονταν σε 38807000 λιρέτες για πωλήσεις 915 τόνων και αφορούσαν πωλήσεις ύψους 324884000 λιρετών οι οποίες θεωρήθηκαν αντικανονικές. Για τα άλλα προϊόντα, οι υποτιμολογήσεις αυτές ανέρχονταν σε 47174000 λιρέτες για 710 τόνους και αφορούσαν πωλήσεις ύψους 247347000 λιρετών οι οποίες θεωρήθηκαν αντικανονικές.
5
Με έγγραφο της 18ης Μαρτίου 1982, η Επιτροπή, αναφερόμενη στις διαπιστώσεις που είχαν γίνει κατά τον έλεγχο αυτό, κατηγόρησε την επιχείρηση Bertoli ότι δεν είχε τηρήσει το άρθρο 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ και τις αποφάσεις που είχαν ληφθεί για την εφαρμογή του και την κάλεσε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 της συνθήκης, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.
6
Η επιχείρηση Bertoli, με έγγραφο της 6ης Απριλίου 1982, υποστήριξε ότι η ασήμαντη θέση που κατέχει στην ιταλική αγορά την είχε εξαναγκάσει να υποστεί τις συνέπειες του νόμου της προσφοράς και της ζητήσεως, και ότι, επειδή δεν μπορούσε να εφαρμόσει το δικό της τιμοκατάλογο, αναγκάστηκε να ευθυγραμμιστεί εν μέρει με τις τιμές των ανταγωνιστών της, διατηρώντας εντούτοις τιμές ανώτερες από τις πραγματικές τιμές αυτών των τελευταίων. Προς στήριξη των ισχυρισμών της, διαβίβασε στην Επιτροπή φωτοαντίγραφα των τιμολογίων των ανταγωνιστών της.
7
Κατά τη διάρκεια της ακροάσεως της 21ης Ιουνίου 1982, η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών. Σύμφωνα με τη γραμμή υπερασπίσεως που είχε προηγουμένως ακολουθήσει, ισχυρίστηκε ότι η αυστηρή εφαρμογή των τιμοκαταλόγων θα την είχε οδηγήσει σε παύση της λειτουργίας της, ενώ συγχρόνως υπογράμμισε ότι από την 1η Οκτωβρίου 1981 είχε τηρήσει αυστηρά τους εν λόγω τιμοκαταλόγους.
8
Κρίνοντας ότι οι εξηγήσεις της προσφεύγουσας δεν εξάλειφαν τις διαπραχθείσες παραβάσεις, η Επιτροπή, με απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982, της επέβαλε πρόστιμο 94579100 λιρετών, το οποίο ισούται με το 100 ο/ο του ποσού των υποτιμολογήσεων, προσαυξημένου κατά ποσοστό 10 ο/ο, λόγω του ότι οι υποτιμολογήσεις υπερέβαιναν κατά 10 ο/ο τις τιμές για τις οποίες έπρεπε να έχει εκδοθεί τιμολόγιο.
9
Η προσφεύγουσα, προς στήριξη της προσφυγής της, επικαλείται τους εξής λόγους. Η απόφαση είναι παράνομη λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου, λόγω παραβάσεως της συνθήκης και των κανόνων που αφορούν την εφαρμογή της, ειδικότερα των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως, και τέλος λόγω καταχρήσεως εξουσίας.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
10
Κατά την προσφεύγουσα, η απόφαση είναι παράνομη, διότι είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Είναι αδύνατο να συναχθεί η πορεία του συλλογισμού που ακολούθησε η Επιτροπή για να προσδιορίσει τις υποτιμολογήσεις και επομένως και το πρόστιμο. Ο κατάλογος των αντικανονικών πράξεων που απαριθμούνται στα παραρτήματα της αποφάσεως δεν επιτρέπει την παρακολούθηση των σταδίων του υπολογισμού με τον οποίο η Επιτροπή καθόρισε, για κάθε πώληση, το ποσό των υποτιμολογήσεων.
11
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος. Από την εξέταση του καταλόγου των τιμολογίων, ο οποίος είναι προσαρτημένος στην απόφαση, προκύπτουν σαφώς οι εκπτώσεις που χορηγήθηκαν και το ακριβές ποσό τους. Οι διάφοροι υπολογισμοί που έκανε η Επιτροπή συνάγονται ευχερώς από την ανάγνωση των παραρτημάτων. Δεν χρειάζεται να προστεθεί κανένα άλλο στοιχείο για να δικαιολογηθεί το επίμαχο μέτρο.
12
Όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των ατομικών αποφάσεων έχει σκοπό να επιτρέψει στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως και να παράσχει στον ενδιαφερόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση έχει επαρκές έρεισμα ή αν ενδεχομένως πάσχει από ελάττωμα λόγω του οποίου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η νομιμότητα της.
13
Υπενθυμίζεται ότι στην απόφαση του της 11ης Ιανουαρίου 1973 (Κάτω Χώρες, 13/72, Race. σ. 27) το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το μέτρο της υποχρεώσεως παραθέσεως αιτιολογίας εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από τις περιστάσεις στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκε αυτή η τελευταία.
14
Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη, αφενός, μετά από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στην ίδια την επιχείρηση της προσφεύγουσας, κατά τον οποίο, όπως προκύπτει από το έγγραφο της προσφεύγουσας της 6ης Απριλίου 1982, οι διευθύνοντες την επιχείρηση αντάλλαξαν απόψεις με τους επιθεωρητές της Επιτροπής, και, αφετέρου, στο τέλος διοικητικής διαδικασίας που άρχισε με την αποστολή εγγράφου της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1982, με το οποίο η τελευταία πληροφορούσε επακριβώς την προσφεύγουσα για τις παραβάσεις που της καταλόγιζε, αναφερόμενη συγχρόνως στα σχετικά τιμολόγια για κάθε πράξη.
15
Η προσφεύγουσα, όταν η Επιτροπή την κάλεσε κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί των παραβάσεων αυτών, δεν αμφισβήτησε, με το έγγραφο της της 6ης Απριλίου, που αναφέρθηκε πιο πάνω, και κατά τη διάρκεια της ακροάσεως της 21ης Ιουνίου 1982, ούτε την αλήθεια ούτε καν τη νομική βάση των παραβάσεων που της καταλογίζονταν και περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι, αναγκασμένη να υποστεί τις συνέπειες του νόμου της προσφοράς και της ζητήσεως, υποχρεώθηκε, για να αποφύγει το κλείσιμο της επιχειρήσεως, να μην εφαρμόσει επακριβώς το δικό της τιμοκατάλογο ή τον τιμοκατάλογο άλλου συγκεκριμένου ανταγωνιστή της και ότι ευθυγραμμίστηκε, κατά συνέπεια, με τις τιμές που πράγματι αναγράφονταν στα τιμολόγια ορισμένων ανταγωνιστών της.
16
Στη συνέχεια, με το έγγραφο της της 21ης Ιουλίου 1982, ενώ παραδέχτηκε ότι δεν επιτρεπόταν να ευθυγραμμιστεί παρά μόνο με τιμοκαταλόγους και όχι με πωλήσεις, επικαλέστηκε, προς υπεράσπιση της, τις δυσκολίες που Sa συναντούσε για να λάβει εγκαίρως γνώση των εν λόγω τιμοκαταλόγων.
17
Αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη απόφαση και το γεγονός ότι αυτή η απόφαση επαναλάμβανε η ίδια, στα παραρτήματα της, για κάθε πράξη τα ποσά των εκπτώσεων που είχαν χορηγηθεί, των προσαυξήσεων των τιμών και των εξόδων μεταφοράς για τα οποία δεν είχαν εκδοθεί καθόλου ή είχαν εκδοθεί ελλιπή τιμολόγια, η προσφεύγουσα, αντίθετα με τους ισχυρισμούς της, ήταν επαρκώς πληροφορημένη για τα πραγματικά στοιχεία στα οποία στηριζόταν η απόφαση και μπορούσε έτσι να ελέγξει αν η τελευταία είχε επαρκές έρεισμα, ώστε ενδεχομένως να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της.
18
Ο λόγος αυτός πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
19
Κατά την προσφεύγουσα, η στάση της Επιτροπής χαρακτηριζόταν κατά τα τελευταία χρόνια από κυκλική εναλλαγή οδηγιών των ελέγχων, αφενός, ανοχής και επιείκειας, αφετέρου. Η Επιτροπή, σκληραίνοντας τη στάση της, παρέβη τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως. Η προσφεύγουσα προσάπτει ειδικότερα στην Επιτροπή ότι, όσον αφορά τον έλεγχο των ευθυγραμμίσεων των τιμών των επιχειρήσεων, μετέβαλε την πολιτική της, περνώντας από καθεστώς ανοχής σε καθεστώς αυστηρού ελέγχου.
20
Η Επιτροπή αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι κάποτε είχε ανεκτική στάση στο θέμα της ευθυγραμμίσεως. Η ελάττωση των ελέγχων της τηρήσεως από τις επιχειρήσεις του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ που συνέβη κάποτε οφειλόταν σε έλλειψη προσωπικού και στην ανάγκη διενέργειας άλλων επιτακτικότερων ελέγχων, αλλά δεν μαρτυρεί καθόλου ειδική πολιτική βούληση εκ μέρους της να υιοθετήσει χαλαρή στάση στο θέμα της ευθυγραμμίσεως. Εξάλλου, δεδομένου ότι η τήρηση των κανόνων της συνθήκης πρέπει, σε περίοδο κρίσεως, να είναι πολύ πιο αυστηρή από ό,τι όταν η κατάσταση της αγοράς είναι ομαλή, το γεγονός ότι η Επιτροπή υπενθύμισε στις επιχειρήσεις ότι η οικονομική κρίση δεν τις απάλλασσε από την υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων του άρθρου 60 και ότι πραγματοποίησε στη συνέχεια ελέγχους για να εξακριβώσει αν είχαν ληφθεί υπόψη οι υποδείξεις της είναι απολύτως συνεπές και δεν βλάπτει τα δικαιώματα των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα.
21
Ακόμα και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή επέδειξε, κατά μία ορισμένη περίοδο, χαλαρότητα στο θέμα της ευθυγραμμίσεως, πρέπει να παρατηρηθεί, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση τους της 11ης Δεκεμβρίου 1980 (υπόθεση 1252/79, Lucchini, Race. σ. 3753), ότι η αρχή της διοικήσεως δεν μπορεί να νομιμοποιήσει παραβάσεις.
22
Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι επανειλημμένα κατά το έτος 1981 οι παραγωγοί και οι έμποροι προειδοποιήθηκαν επίσημα να τηρούν τους κανόνες περί τιμών. Η προσφεύγουσα όφειλε επομένως να αναμένει ότι θα εντείνονταν και θα επεκτείνονταν οι έλεγχοι της Επιτροπής ως προς την τήρηση των τιμών που δημοσιεύονται από τις επιχειρήσεις.
23
Ο λόγος αυτός πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
24
Θεωρώντας ότι η κατάχρηση εξουσίας καλύπτει τόσο την καταχρηστική άσκηση όσο και την υπέρβαση εξουσίας, οι οποίες συνίστανται στην αυθαίρετη χρησιμοποίηση από τη διοίκηση των εξουσιών που διαθέτει, η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή, με απόφαση της 4ης Ιουνίου 1981, είχε εξουσιοδοτήσει τον αντιπρόεδρο της να επιβάλλει για τις παραβάσεις του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ πρόστιμα, των οποίων ο βασικός συντελεστής έπρεπε να ανέρχεται στο 25 ο/ο περίπου των υποτιμολογήσεων, με δυνατότητα προσαρμογής, προς τα άνω ή προς τα κάτω, μέχρι ποσοστό 40 % της αξίας τους, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Εφόσον η Επιτροπή είχε περιορίσει κατά τον τρόπο αυτό τις ευρύτερες εξουσίες που της απονέμει το άρθρο 64 της συνθήκης ΕΚΑΧ, δεσμευόταν από τα κριτήρια που είχε ορίσει μέχρις ότου αποφάσιζε να τα τροποποιήσει. Η μη τήρηση των κριτηρίων αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να θεωρηθεί αυθαίρετη. Εξάλλου, ακόμα και αν η Επιτροπή μπορούσε να τροποποιήσει τα γενικά κριτήρια για να τονίσει την αυστηρότητα της κατασταλτικής της δράσης, όφειλε, δυνάμει της αρχής «nullum crimen, nulla poena sine lege», οποιαδήποτε και αν ήταν η ημερομηνία της επιβολής της κυρώσεως, να αναφερθεί στα κριτήρια που είχαν εφαρμογή κατά το χρόνο της παραβάσεως. Οι σκέψεις αυτές δικαιολογούν, κατά την άποψη της, τη μείωση του επιβληθέντος προστίμου στο 25 % περίπου.
25
Η Επιτροπή απαντά ότι η αρχή του ποινικού δικαίου στην οποία αναφέρεται η προσφεύγουσα δεν εφαρμόζεται στην απόφαση της Επιτροπής με την οποία της επιβλήθηκε πρόστιμο, δεδομένου ότι πρόκειται περί διοικητικής πράξεως η οποία, λόγω αυτής της ιδιότητας, δεν υπόκειται στους κανόνες και τις αρχές του ποινικού δικαίου. Εξάλλου, η μεταβίβαση εξουσιών σε μέλος της Επιτροπής αποτελεί απόκλιση από την αρχή της συλλογικότητας. Η Επιτροπή παραμένει πάντοτε αρμόδια να αποφασίζει στις περιπτώσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια της τρέχουσας διοικητικής πρακτικής. Τέτοια ήταν η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Στην απόφαση της η Επιτροπή δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να εφαρμόσει το άρθρο 64 της συνθήκης ΕΚΑΧ, κάνοντας χρήση της εξουσίας εκτιμήσεως της χωρίς να διαπράξει υπέρβαση εξουσίας.
26
Τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθούν. Αρκεί να σημειωθεί σχετικά ότι το άρθρο 64 της συνθήκης ΕΚΑΧ επιτρέπει στην Επιτροπή να επιβάλλει στις επιχειρήσεις που παραβιάζουν τις διατάξεις του κεφαλαίου V της συνθήκης ΕΚΑΧ πρόστιμα ίσα, κατ' ανώτατο όριο, με το διπλάσιο της αξίας των αντικανονικών πωλήσεων και ότι κανένα στοιχείο του κειμένου της αποφάσεως της 4ης Ιουνίου 1981, με την οποία η Επιτροπή εξουσιοδοτεί τον αρμόδιο για τις βιομηχανικές υποθέσεις επίτροπο να επιβάλλει, μέσα σε καθορισμένα όρια και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, πρόστιμα σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 60, δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε από την εξουσία που της απονέμει το άρθρο 64 που αναφέρθηκε πιο πάνω.
27
Όσον αφορά την αρχή «nulla poena sine lege», προκύπτει από τις σκέψεις που εκτέθηκαν πιο πάνω, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστεί αν η αρχή αυτή ισχύει ή όχι ως προς τις διοικητικές κυρώσεις, ότι ο συντελεστής βάσει του οποίου υπολογίστηκε το πρόστιμο που επιβλήθηκε εν προκειμένω στην προσφεύγουσα δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο στο άρθρο 64 της συνθήκης ΕΚΑΧ όριο.
28
Ο λόγος αυτός πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Επί του ποσού του προστίμου
29
Μολονότι ο λόγος που επικαλείται η προσφεύγουσα προς στήριξη του αιτήματος της για μείωση του προστίμου που της επιβλήθηκε δεν μπορεί να γίνει δεκτός για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις στην υπό κρίση υπόθεση δικαιολογούν τη μείωση για λόγους επιείκειας. Κατά τα τελευταία 30 έτη, παρά τους πολυάριθμους ελέγχους που πραγματοποίησε η Επιτροπή, δεν έχει επιβληθεί στην προσφεύγουσα μέχρι σήμερα καμία κύρωση για παράβαση των κανόνων περί τιμών, εισφορών ή ακόμη και περί ποσοστώσεων. Στο γεγονός αυτό προστίθεται και ο αβέβαιος χαρακτήρας των ανακοινώσεων της Επιτροπής, η οποία, αν και προειδοποίησε τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ότι θα εντείνονταν και θα επεκτείνονταν οι έλεγχοι της τηρήσεως των τιμών και των όρων πωλήσεως που επιβάλλει το άρθρο 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν επέστησε την προσοχή τους στην πρόθεση της Επιτροπής να επιβάλει αυστηρότερες κυρώσεις, όπως είχε την εξουσία, για τις παραβάσεις που θα διαπιστώνονταν. Υπό τους όρους αυτούς, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ποσό του προστίμου, όπως καθορίστηκε από την Επιτροπή, υπερβαίνει το δίκαιο μέτρο. Επομένως πρέπει να μειωθεί κατά 75 ο/ο.
Επί των δικαστικών εξόδων
30
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
Πάντως, κατά την παράγραφο 3, εδάφιο 1, του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο πρέπει να συμψηφίσει τα έξοδα, ολικώς ή μερικώς, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Δεδομένου ότι οι διάδικοι ηττήθηκαν μερικώς, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Καθορίζει σε 23644775 ιταλικές λιρέτες το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Koopmans
Bahlmann
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Μαρτίου 1984.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy