Στην υπόθεση 18/83,
Domenico Morina, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Marner, 32, rue de Kehlen, εκπροσωπούμενος από τον Victor Biel, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με αντίκλητο τον ίδιο δικηγόρο, 18 A, rue des Glacis,
προσφεύγων,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον Manfred Peter, προϊστάμενο του τμήματος νομικών διοικητικών υποθέσεων, επικουρούμενο από τον Alex Bonn, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον ίδιο δικηγόρο, 22, Côte d'Eich,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο τη διακοπή της διαδικασίας προς πλήρωση κενής θέσης κύριου υπαλλήλου διοίκησης (ανακοίνωση κενής θέσης αριθμός 3285),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Y. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Με την ανακοίνωση κενής θέσης αριθ. 3285, της 3ης Νοεμβρίου 1981, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθού στην παρούσα υπόθεση, κίνησε τη διαδικασία για την πλήρωση μιας θέσης κύριου υπαλλήλου διοίκησης (σταδιοδρομία Α 5/Α 4) στη γενική διεύθυνση έρευνας και τεκμηρίωσης (θέση 1305). Η εν λόγω ανακοίνωση κενής θέσης όριζε ότι για την πλήρωση της θέσης αυτής έπρεπε πρώτα να ακολου9η9εί η διαδικασία μετάθεσης ή προαγωγής.
Ο προσφεύγων Domenico Morina, κύριος υπάλληλος 6α9μού Α 6 στην εν λόγω γενική διεύ9υνση (ΓΔ V), έχων τις προϋποθέσεις για προαγωγή κατά το άρ9ρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης από την 1η Ιανουαρίου 1979, υπέβαλε υποψηφιότητα για την κενή 9έση.
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Μαΐου 1982 που απηύ9υνε στο γενικό διευθυντή της διοίκησης προσωπικού και οικονομικών υπηρεσιών, ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου ζήτησε την άμεση μεταφορά της 9έσης Α 5/Α 4 αρι9. 1305 του τμήματος νομικών υπο9έσεων και 9εμάτων προϋπολογισμού (ΓΔ V) στο τμήμα ταμείου και λογιστηρίου (ΓΔ IV), μεταφορά η οποία κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της διαδικασίας για την πλήρωση της επίδικης 9έσης.
Ο προσφεύγων πληροφορήθηκε την ακύρωση της διαδικασίας από ένα πληροφοριακό δελτίο της διοίκησης, στο οποίο είχε προστεθεί η ένδειξη «διαδικασία ακυρω-9είσα από την ΑΔΑ».
Με επιστολή της 28ης Ιουλίου 1982, που πρωτοκολλήθηκε την 29η Ιουλίου 1982, ο Morina υπέβαλε ένσταση, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κατά της απόφασης με την οποία ακυρώθηκε η διαδικασία πλήρωσης της κενής θέσης. Προέβαλε ότι η εν λόγω απόφαση τον αφορούσε προσωπικά, εφόσον για τη διαδικασία πλήρωσης της κενής θέσης είχε προσωπικό συμφέρον. Η ένσταση αναφέρει ότι «η έλλειψη παντελούς αιτιολογίας θα με υποχρέωνε να προσφύγω στο Δικαστήριο, για να επιτύχω την ακύρωση της απόφασης, η οποία προδήλως με βλάπτει».
Με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1982, που περιήλθε στον προσφεύγοντα στις 10 Νοεμβρίου 1982, η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απάντησε ότι «η διαδικασία αυτή διακόπηκε λόγω της μεταφοράς της θέσης Α 5/Α 4 αριθ. 1305, καθόσον η μεταφορά αυτή κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της διαδικασίας πρόσληψης με βάση την προαναφερθείσα ανακοίνωση κενής 9έσης ... οι αποφάσεις που ελήφ9ησαν επιβλήθηκαν από επιτακτικούς υπηρεσιακούς λόγους και δεν έχουν καμιά υποκειμενική σχέση με την υποψηφιότητα σας».
2.
Η παρούσα προσφυγή ασκήθηκε με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Φεβρουαρίου 1983.
Το Δικαστήριο, τρίτο τμήμα, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας, χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Ο προαφεΰγων^χύ. από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την παρούσα προσφυγή παραδεκτή·
—
να την κρίνει κατ' ουσία βάσιμη·
—
να αποφανθεί ότι η απόφαση μεταφοράς της κενής θέσης σε άλλη γενική διεύθυνση, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πλήρωσης της, είναι παράνομη και, επομένως, ακυρωτέα·
—
να κρίνει, εν πάση περιπτώσει, ότι η διακοπή της διαδικασίας είναι παράνομη και ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οφείλει να την περατώσει·
—
να αναπέμψει την υπόθεση για το σκοπό αυτό στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·
—
να καταδικάσει το καθού σε όλες τις δαπάνες και τα δικαστικά έξοδα.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοοούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να λάβει υπόψη ότι το καθού επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής·
—
να απορρίψει την προσφυγή κατ' ουσίαν·
—
να αποφανθεί, όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1. Επί τον παραδεκτού
Το Ευρωπαϊκό Κοινοοούλιο, το οποίο επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα του παραδεκτού, εκφράζει αμφιβολίες υπό τρεις απόψεις:
Πρώτον, αφού ο προσφεύγων ικανοποιήθηκε όσον αφορά την ένσταση του, δεν υπήρχε πλέον λόγος να ασκήσει την παρούσα προσφυγή. Πραγματικά, ο Morina με την ένσταση του περιορίστηκε να ζητήσει διευκρινίσεις ως προς την ακύρωση της διαδικασίας πλήρωσης της κενής θέσης. Οι διευκρινίσεις αυτές του παρασχέθηκαν με την απάντηση του προέδρου του Κοινοβουλίου, ο οποίος ανέφερε ότι η διαδικασία ακυρώθηκε για υπηρεσιακούς λόγους που δεν έχουν σχέση με την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος.
Δεύτερον, η προσφυγή δεν προσδιορίζει το πραγματικό της αντικείμενο, που συνίσταται στο να αναγνωριστεί ως παράνομη και να ακυρωθεί η απόφαση μεταφοράς που ελήφθη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πλήρωσης της κενής θέσης. Παρόμοιο αίτημα δεν είχε διατυπωθεί με την ένσταση.
Τρίτον, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον η γενική απόφαση περί ακυρώσεως της διαδικασίας πληρώσεως της κενής θέσης μπορεί να είναι βλαπτική για τον προσφεύγοντα. Σχετικά, φαίνεται πάντως ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι η σιωπηρή απόρριψη υποψηφιότητας που προκύπτει από την ακύρωση της διαδικασίας μπορεί να προκαλέσει βλάβη στον ενδιαφερόμενο.
Ο προσφεύγων αντιτάσσει ότι η βλάβη είναι ενεστώσα, εφόσον βρισκόταν σε προστατευόμενη κατά νόμο κατάσταση. Με την υποψηφιότητα του απέκτησε το δικαίωμα ώστε η διαδικασία που είχε κινηθεί για την πλήρωση της κενής θέσης να περατωθεί κανονικά, η δε διοίκηση να ασκήσει τη σχετική εξουσία της σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει.
2. Επί της ουσίας
Η προσφυγή στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους και επιχειρήματα:
α)
Παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, καθώς και στην κατάχρηση εξουσίας.
6)
Παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
γ)
Έλλειψη αιτιολογίας.
α) Επί της παράβασης του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, της παραβίασης της αρχής της χρηστής διοίκησης και της κατάχρησης εξουσίας
Ο προσφεύγων παρατηρεί σχετικά ότι δεν υπάρχει κανένας αντικειμενικός λόγος, αναγόμενος στο συμφέρον της υπηρεσίας, δυνάμενος να δικαιολογήσει τη μεταφορά της επίδικης θέσης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πλήρωσης της κενής θέσης. Η μεταφορά αυτή αποφασίστηκε όχι προς το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά για να τεθεί εκποδών ο προσφεύγων και να ευνοηθεί άλλος υπάλληλος, ο οποίος έπρεπε να «τακτοποιηθεί». Εν πάση περιπτώσει, δεν ελήφθησαν υπόψη τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου, εφόσον η διοίκηση είχε στη διάθεση της δύο τουλάχιστον άλλες θέσεις που είχαν προβλεφθεί στον προϋπολογισμό και για τις οποίες δεν υπήρξε ανακοίνωση κενής θέσης.
Ο τρόπος αυτός ενέργειας του Κοινοβουλίου προκαλεί στον προσφεύγοντα προσωπική βλάβη και ενεστώσα. Ο προσφεύγων ήταν ουσιαστικά ο μόνος υποψήφιος που είχε δικαίωμα βαθμολογικής προαγωγής στην επίδικη θέση. Επιπλέον, για τη θέση αυτή τον είχαν προτείνει οι ιεραρχικά προϊστάμενοι του.
Το Ευρωπαϊκό Κονοΰονλιο αντιτάσσει ότι, καίτοι το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης επιβάλλει στην ΑΔΑ, πριν από κάθε προκήρυξη διαγωνισμού, να εξετάζει τις δυνατότητες προαγωγής και μετάθεσης εντός του οργάνου, η υποχρέωση αυτή αφορά την εξέταση των δυνατοτήτων διορισμού και όχι τον πραγματικό διορισμό, για τον οποίο η ΑΔΑ δεν υπέχει υποχρέωση (απόφαση της 31.3.1965, Ley, 12 και 29/64, Recueil σ. 143). Απ' αυτό έπεται ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί κανένα αντικειμενικό δικαίωμα προαγωγής (απόφαση της 25.11.1976, Küster, 30/76 Recueil σ. 1719), ακόμη δε περισσότερο όταν για την_ κενή θέση υπήρχαν και τρεις άλλοι υποψήφιοι.
Κατά το Κοινοβούλιο, η μεταφορά της κενής θέσης σε άλλη γενική διεύθυνση είχε αποφασιστεί για επιτακτικούς υπηρεσιακούς λόγους που δεν είχαν καμιά σχέση με την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος. Η μεταφορά αυτή είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της φύσης των καθηκόντων που αντιστοιχούσαν στη θέση, πράγμα που κατέστησε άνευ αντικειμένου τη συνέχιση της διαδικασίας πρόσληψης με βάση την ανακοίνωση κενής θέσης. Πραγματικά, τα νέα καθήκοντα που συνεπάγεται η θέση αριθ. 1305 είναι λογιστικής φύσης, μετά δε τη μεταφορά η θέση υπήρξε αντικείμενο ανακοίνωσης κενής θέσης για την πρόσληψη ενός υπαλλήλου διοίκησης, υπεύθυνου για τη διαχείριση των προκαταβολών.
6) Επί της παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Ο προοφεϋ}>ων θεωρεί ότι η διοίκηση δεν μπορεί καταρχήν να αποσύρει μια πρόταση θέσης χωρίς να παραβιάσει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Δεδομένου ότι η γνωστοποίηση της κενής θέσης βάσει του άρθρου 4 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης πρέπει να προκαλέσει την υποβολή των καλύτερων υποψηφιοτήτων, εκείνοι από τους υποψήφιους οι οποίοι συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για να γίνουν δεκτοί τρέφουν δικαιολογημένη προσδοκία ότι θα κληθούν να αναλάβουν τα καθήκοντα που αναφέρονται στη γνωστοποίηση.
Ο προσφεύγων συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει δεκτός και, επιπλέον, για τη θέση αυτή, είχε προταθεί από τους ιεραρχικά προϊσταμένους του. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η προσδοκία του να διοριστεί στη θέση που περιγραφόταν στην ανακοίνωση κενής θέσης είχε καταστεί σχεδόν βεβαιότητα που ισοδυναμούσε με πραγματικό και συγκεκριμένο δικαίωμα.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοΰοΰλιο ανταπαντά ότι ο λόγος που συνίσταται στην παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν ευσταθεί όταν, όπως στην παρούσα υπόθεση, η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος αποκλείεται για αντικειμενικούς υπηρεσιακούς λόγους.
Επιπλέον, σύμφωνα με την απόφαση, της 24ης Ιουνίου 1969 (Fux, 26/68, Recueil σ. 145), ούτε από το άρθρο 4 ούτε από το άρθρο 29 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προκύπτει ότι, άπαξ και κινηθεί η διαδικασία πρόσληψης, η ΑΔΑ υποχρεούται να δώσει συνέχεια πληρώνοντας την κενή θέση, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις αποβλέπουν απλώς να εξασφαλίσουν ότι η ΑΔΑ δεν θα προβεί παρά μόνο σε διορισμούς σύμφωνους με τους κανόνες δικαίου.
Τελικά, η ΑΔΑ δεν μπορούσε να προτιμήσει το ενδεχόμενο και μελλοντικό πλεονέκτημα, που ένας υπάλληλος είναι δυνατό να αντλήσει από τη διαδικασία πρόσληψης, έναντι των βέβαιων και ενε-στωσών αναγκών οι οποίες, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, της επέβαλαν να λάβει άμεσα μέτρα.
γ) Επί της ελλείψεως αιτιολογίας
Ο προσφεύγων προβάλλει ότι η απόφαση μεταφοράς δεν είναι αιτιολογημένη καθόσον τον αφορά, αφού δεν περιλαμβάνει καμία σχετική εξήγηση ως προς το δήθεν συμφέρον της υπηρεσίας. Η εν λόγω απόφαση έπρεπε να είναι ακόμη περισσότερο αιτιολογημένη καθόσον τον αφορά, αφού η κενή θέση αντιστοιχούσε, από κάθε άποψη, στις δραστηριότητες του και στην πείρα του και αφού ήταν ο προταθείς υποψήφιος.
Δεδομένου ότι η έλλειψη αιτιολογίας δεν είναι δυνατό να θεραπευθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου (απόφαση, της 26.11.1981, Michel, 195/80, Συλλογή 1981, σ. 2861), η απόφαση μεταφοράς θα έπρεπε να ακυρωθεί.
Κατά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο λόγος ακυρώσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας είναι αβάσιμος, διότι ο προσφεύγων έχει πληροφορηθεί την τύχη της υποψηφιότητας του. Πραγματικά, από την ένδειξη «διαδικασία ακυρωθείσα από την ΑΔΑ», που περιελάμβανε το δελτίο με το οποίο η διοίκηση πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι η διαδικασία δεν συνεχίστηκε για υπηρεσιακούς λόγους και όχι γιατί δεν είχε γίνει δεκτή η υποψηφιότητα του.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 20ής Οκτωβρίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την ίδια συνεδρίαση.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Φεβρουαρίου 1983, ο Domenico Morina, υπάλληλος διοίκησης βαθμού Α 6 της γενικής διεύθυνσης ερευνών και τεκμηρίωσης (ΓΔ V) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, άσκησε προσφυγή σχετικά με τη διακοπή, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της διαδικασίας πλήρωσης κενής θέσης κύριου υπαλλήλου διοίκησης (σταδιοδρομία Α5/Α4) στην εν λόγω διεύθυνση, τμήμα νομικών υποθέσεων (ανακοίνωση κενής θέσης αριθ. 3285, της 3.11.1981).
2
Ο προσφεύγων, έχοντας τις προϋποθέσεις προαγωγής κατά την έννοια του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, υπέβαλε υποψηφιότητα για την κενή δέση, για την οποία η ανακοίνωση ανέφερε ότι η πλήρωση της 3α γινόταν καταρχήν με μετάθεση ή προαγωγή.
3
Με απόφαση της 6ης Μαΐου 1982, ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου διέταξε την άμεση μεταφορά της θέσης στη γενική διεύθυνση IV, τμήμα ταμείου και λογιστηρίου. Επειδή η μεταφορά αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μεταβληθεί η φύση των καθηκόντων που αντιστοιχούσαν στη θέση, η διοίκηση ακύρωσε τη διαδικασία πλήρωσης της κενής θέσης και πληροφόρησε σχετικά τον προσφεύγοντα με ένα πληροφοριακό δελτίο, που περιείχε την ένδειξη «Διαδικασία ακυρωθείσα από την ΑΔΑ».
4
Στις 29 Ιουλίου 1982, ο Morina υπέβαλε ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, στρεφόμενη κατά της ακύρωσης αυτής και ζήτησε να μάθει τους λόγους. Με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1982, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου απέρριψε την ένσταση, διευκρινίζοντας ότι η διαδικασία πλήρωσης της κενής θέσης είχε διακοπεί λόγω της μεταφοράς της θέσης στη γενική διεύθυνση IV, η οποία μεταφορά κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της διαδικασίας πρόσληψης με βάση, την ανακοίνωση κενής θέσης. Στο έγγραφο προστέθηκε ότι «οι αποφάσεις που ελήφθησαν ανταποκρίνονται σε επιτακτικούς υπηρεσιακούς λόγους και δεν έχουν καμιά υποκειμενική σχέση με την υποψηφιότητα σας».
5
Με την παρούσα προσφυγή, η οποία ασκήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1983, επιδιώκεται αφενός η ακύρωση της απόφασης μεταφοράς και αφετέρου η διαπίστωση ότι η διακοπή της διαδικασίας πλήρωσης της κενής θέσης είναι παράνομη.
Επί του παραδεκτού
6
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, χωρίς να προβάλει ρητώς ένσταση απαραδέκτου, διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της προσφυγής, διότι το αντικείμενο της είναι διαφορετικό από αυτό της ένστασης. Η ένσταση πρέπει να θεωρηθεί ως απλή αίτηση παροχής διευκρινίσεων ως προς τους λόγους της ακύρωσης της διαδικασίας πλήρωσης της κενής θέσης, ενώ η προσφυγή αποβλέπει στην ακύρωση της απόφασης μεταφοράς.
7
Από την ένσταση προκύπτει ότι, καίτοι ο προσφεύγων ζητούσε, πραγματικά, πληροφορίες για τους λόγους ακύρωσης της διαδικασίας πλήρωσης της κενής θέσης, είχε επίσης μεριμνήσει να αναφέρει ότι, σε περίπτωση, που δεν θα του παρέχονταν διευκρινίσεις ως προς την εν λόγω αιτιολογία, -9α ήταν υποχρεωμένος να προσφύγει στο Δικαστήριο και να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης, η οποία προφανώς τον βλάπτει. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, δεν υπάρχει καμιά διάσταση μεταξύ της ένστασης και της προσφυγής, η οποία πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.
Επί της ουσίας
8
Ο προσφεύγων προσάπτει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι, πρώτον, παραβίασε τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης με τη μεταφορά της κενής θέσης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πλήρωσης της θέσης αυτής και με την ανάκληση, κατ' αυτό τον τρόπο, της πρότασης του πληρώσεως της θέσης.
9
Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1969 (Fux, 26/68, Recueil σ. 145), οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης πο'ο αφορούν την πλήρωση κενής θέσης αποβλέπουν στο να εξασφαλίζουν στον ενδιαφερόμενο ότι η ΑΔΑ δεν προβαίνει παρά σε διορισμούς σύμφωνους με τους κανόνες δικαίου. Πάντως, από τις διατάξεις αυτές δεν προκύπτει ότι, μετά την κίνηση της διαδικασίας πρόσληψης, η ΑΔΑ υποχρεούται οπωσδήποτε να δώσει συνέχεια στη διαδικασία αυτή πληρώνοντας την κενή θέση. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει επομένως να απορριφθεί.
10
Ο προσφεύγων υποστηρίζει επιπλέον ότι η απόφαση μεταφοράς της επίδικης θέσης δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη καθόσον τον αφορά, εφόσον δεν περιέχει καμιά σχετική, εξήγηση, ως προς το δήθεν συμφέρον της υπηρεσίας που επικαλείται το Κοινοβούλιο.
11
Η αιτιολογία μιας βλαπτικής απόφασης πρέπει να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχο του ως προς τη νομιμότητα της απόφασης και να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τα αναγκαία στοιχεία για να γνωρίζει κατά πόσον η απόφαση είναι βάσιμη. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει πάντως να εκτιμάται σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της οικείας υπόθεσης, κυρίως το περιεχόμενο της πράξης, τη φύση των λόγων που προβάλλονται και το συμφέρον που μπορεί να έχει ο αποδέκτης προς λήψη εξηγήσεων. Ειδικότερα, προκειμένου περί μέτρου οργάνωσης της υπηρεσίας, πρέπει επιπλέον να υπογραμμιστεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να συσχετίζεται με το περιθώριο της διακριτικής εξουσίας που απολαύει στον τομέα αυτό η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1980 (Kuhner, 33 και 75/79, Recueil σ. 1677), και τις 29ης Οκτωβρίου 1981 (Arning, 125/80 Συλλογή 1981, σ. 2539).
12
Καίτοι στην προκειμένη περίπτωση η διοίκηση περιορίστηκε, στην αρχή, να γνωρίσει στον προσφεύγοντα μόνο το γεγονός της ακύρωσης της διαδικασίας πλήρωσης της κενής δέσης, χωρίς να αναφέρει τους λόγους, εντούτοις, με την απάντηση στην ένσταση του, ανέφερε ότι η διαδικασία αυτή διακόπηκε λόγω μεταφοράς της θέσης και ότι οι επίδικες αποφάσεις ελήφθησαν για υπηρεσιακούς λόγους, χωρίς να έχουν καμιά σχέση με την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος. Η αιτιολογία αυτή πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να θεωρηθεί ότι ήταν επαρκής, για να επιτρέψει στον προσφεύγοντα να προβάλει τα δικαιώματα του. Ο λόγος αυτός επομένως, πρέπει να απορριφθεί.
13
Τέλος, ο προσφεύγων προσάπτει στο Κοινοβούλιο ότι προέβη σε κατάχρηση εξουσίας, διότι η μεταφορά της θέσης αποφασίστηκε όχι προς το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά προκειμένου να τεθεί εκποδών ο προσφεύγων κα να ευνοηθεί άλλος υπάλληλος.
14
Πρέπει σχετικά να διαπιστωθεί ότι ο προσφεύγων δεν διευκρίνισε καθόλου το λόγο του αυτό ούτε προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία ικανά να στηρίξουν τέτοιο ισχυρισμό. Επιπλέον, αν ληφθούν υπόψη οι διευκρινίσεις που παρέσχε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το συμφέρον της υπηρεσίας που επικαλείται έχει αποδειχτεί. Επομένως, και αυτός ο λόγος πρέπει να απορριφθεί.
15
Δεδομένου ότι κανένας λόγος ακυρώσεως του προσφεύγοντος δεν ευδοκίμησε, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Κατό το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπάρχει σχετικό αίτημα.
17
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
ΚάΦε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Galmot
Everling
Κακοόρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Δεκεμβρίου 1983.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
Full & Egal Universal Law Academy