Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 29 και 30/83,
1) Compagnie royale asturienne des mines SA, με έδρα το Παρίσι, εκπροσωπούμενη από τους Ivo van Beai και Jean-François Bellis, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητους στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Elvinger και Hoss, 15, Côte d'Eich,
προσφεύγουσα στην υπόθεση 29/83,
2) Rheinzink GmbH, με έδρα το Datteln (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), εκπροσωπούμενη από τους διαχειριστές της Volker Groth και Rolf Wölfer, επικουρούμενη από το Rainer Bechtold, δικηγόρο Στουτγάρδης, ως πληρεξούσιο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα στην υπόθεση 30/83,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης στην υπόθεση 29/83 από το νομικό της σύμβουλο Giuliano Marenco και στην υπόθεση 30/83 από το νομικό της σύμβουλο Norbert Koch, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο Norbert Koch, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχουν ως αντικείμενο την ακύρωση, όπως καθορίζεται στα αιτήματα των προσφευγουσών, της απόφασης 82/866/ΕΟ Κ της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1982, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρδρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ (IV/29.629 — Ελασματοποιημένα προϊόντα και κράμματα ψευδαργύρου — ΕΕ L 362, σ. 40),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Bahlmann, Ρ. Pescatore, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Οι προσφεύγουσες
2. Το αντικείμενο των προσφυγών
3. Η προσβαλλόμενη απόφαση
4. Τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση
Λ — Τα μέτρα προστασίας των αγορών
Β — Η σύμβαση αμοιβαίας παροχής διευκολύνσεων
5. Διαδικασία
II — Αιτήματα των διαδίκων
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1. Επί της ευ9ύνης της Rheinzin για τη συμπεριφορά του προκατόχου της
2. Επί της παραβάσεως διαδικαστικών κανόνων
3. Επί της εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ CRAM και R2
α) Επιχειρηματολογία της CRAM
6) Επιχειρηματολογία της Rheinzink
γ) Υπεράσπιση της Επιτροπής
4. Επί της μεταξύ RZ και Schütz συναφθείσας συμφωνίας
5. Επί της συμβάσεως αμοι6αίας παροχής διευκολύνσεων μεταξύ CRAM, RZ και VM
6. Επί του ποσού των προστίμων
IV — Προφορική διαδικασία
Περιστατικά
Τα περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Οι προσφεύ)Όυσες
Οι δύο προσφεύγουσες εταιρείες ανήκουν στους έξι μεγαλύτερους παραγωγούς ψευδαργύρου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Η Compagnie royale asturienne des mines (στο εξής CRAM), προσφεύγουσα στην υπόθεση 29/83, είναι γαλλική εταιρεία της οποίας το κύριο εργαστάσιο βρίσκεται στο Auby-les-Douai, στη Βόρειο Γαλλία. Εξάγει ένα σημαντικό τμήμα της παραγωγής της σε ελασματοποιημένα προϊόντα ψευδαργύρου, κυρίως, προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η επιχείρηση αυτή έχει εξάλλου συμφέροντα σε ορυχεία και βιομηχανικά και εμπορικά συμφέροντα στην Ισπανία, στο Μαρόκο και στη Νορβηγία.
Η εταιρεία Rheinisches Zinkwalzwerk GmbH δ: Co. (στο εξής: RZ) είναι γερμανική επιχείρηση, ειδικευμένη στον τομέα των ελασματοποιημένων προϊόντων ψευδαργύρου. Στις 8 Δεκεμβρίου 1981, μετετράπη αναδρομικά από την 1η Οκτωβρίου 1981, σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία Rheinzink GmbH (στο εξής: Rheinzink). Η μετατροπή αυτή έγινε δυνάμει του «Umwandlungsgesetz» (γερμανικού νόμου περί μετατροπής εταιρειών). Η εταιρεία Rheinzink υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της επιχείρησης RZ. Η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1982, απευθύνθηκε στην επιχείρηση RZ που ανήκε, κατά το χρόνο εκείνο, στο διεθνή όμιλο «Metallgesellschaft». Από την 1η Οκτωβρίου 1982 τρεις γερμανικές επιχειρήσεις συμμετέχουν στο κεφάλαιο της εταιρείας Rheinzink, η οποία είναι προσφεύγουσα στην υπόθεση 30/83.
2. Το αντικείμενο των Jtgoogivyév
Οι προσφυγές αυτές αφορούν την ίδια απόφαση της Επιτροπής, δηλαδή την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1982, 82/866/ΕΟΚ, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ (ΕΕ L 362, σ. 40). Η απόφαση αυτή διαπιστώνει διάφορες παραβάσεις του άρθρου 85 που διέπραξαν πέντε επιχειρήσεις που παράγουν ελασματοποιημένα προϊόντα ψευδαργύρου, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι προσφεύγουσες εταιρείες. Οι εταιρείες αυτές δεν αμφισβητούν παρά μόνο μέρος της αποφάσεως αυτής.
Οι παραβάσεις που αποτελούν αντικείμενο των προσφυγών αυτών αφορούν κυρίως, αφενός μεν, μέτρα προστασίας των αγορών που έλαβαν οι CRAM και RZ το 1976 και, αφετέρου, τη σύμβαση αμοιβαίας παροχής διευκολύνσεων που συνήφθη το 1974, μεταξύ των δύο προσφευγουσών και μιας τρίτης επιχειρήσεως, δηλαδή της εταιρείας Vieille Montagne, με έδρα το Angleur (Βέλγιο). Ως προς τα μέτρα προστασίας των αγορών η Επιτροπή διαπίστωσε, με την απόφαση της δύο διαφορετικές παραβάσεις του άρθρου 85. Πρώτον, η CRAM και η RZ εναρμόνισαν τις πρακτικές τους το 1976 για να προστατεύσουν τη γερμανική αγορά κατά των παραλλήλων εισαγωγών ελασματοποιημένων προϊόντων στις οποίες προέβαινε μια βελγική εταιρεία, η Gebr. Schütz NV (στο εξής: Schütz). Δεύτερον, η CRAM και RZ, συνήψαν και οι δύο συμβάσεις με την Schütz, στο 1976 με τις οποίες υποχρέωναν την τελευταία να μεταπωλήσει τα ελασματοποιημένα προϊόντα ψευδαργύρου σε συγκεκριμένη τρίτη χώρα με σκοπό να περιοριστεί έτσι ο κίνδυνος παραλλήλων εισαγωγών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
Τα πρόστιμα επεβλήθησαν μόνο για την μεταξύ της CRAM και της RZ εναρμονισμένη πρακτική κατά το 1976.
Η εταιρεία CRAM, προσφεύγουσα στην υπόθεση 29/83, προσβάλλει με την προσφυγή της την εν λόγω απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στην εναρμονισμένη πρακτική κατά το 1976. Η εταιρεία Rheinzink προσφεύγουσα στην υπόθεση 30/83 προσβάλλει όλα τα παραπάνω σημεία της επίδικης απόφασης.
3. Η προσβαλλόμενη απόφαοη
Στο πλαίσιο των προσφυγών αυτών οι σχετικές διατάξεις της εν λόγω απόφασης είναι οι εξής:
«Άρθρο 1
1. Η εναρμονισμένη πρακτική που έλαβε χώρα το 1976 μεταξύ της CRAM και της RZ για την προστασία της γερμανικής αγοράς από τις παράλληλες εισαγωγές ελασματοποιημένων προϊόντων που διενεργούσε η Schütz, συνιστά παράβαση του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ.
2. Η ρήτρα που συμφωνήθηκε το 1976 μεταξύ της CRAM και της Schütz αφενός, και της RZ και της Schütz αφετέρου και η οποία υποχρέωνε την τελευταία να μεταπωλεί ελασματοποιημένα προϊόντα ψευδαργύρου σε ορισμένη χώρα με σκοπό τον περιορισμό των παραλλήλων εισαγωγών στην Κοινότητα συνιστά παράβαση του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ.
'Αρθρο 2
1. Για την παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, επιβάλλονται στις ακόλουθες επιχειρήσεις τα ακόλουθα πρόστιμα:
—
στην CRAM, πρόστιμο ύψους 400000 ECU που ισοδυναμεί με 2625000 FF,
—
στην RZ, πρόστιμο ύψους 500000 ECU που ισοδυναμεί με 1157230 DM.
2. ...
Άρθρο 3
Η σύμβαση αμοιβαίας παροχής διευκολύνσεων που συνήφθη στις 5 Αυγούστου 1974, μεταξύ των CRAM, RZ και VM, συνιστά παράβαση του άρθρου 85 της συνθήκης.
(...)
Άρθρο 6
Τα μέρη που αναφέρονται στο άρθρο 7 παύουν αμελλητί τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν και απέχουν στο μέλλον από κάθε συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική που θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα.
Άρθρο 7
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται:
1.
Για το σύνολο των άρθρων:
Στην Compagnie royale asturienne des mines
42, avenue Gabriel
F-Paris Cedex 08
2.
Για τα άρθρα 1,2 και 3:
Στην Rheinisches Zinkwalzwerk
GmbH & Co. Bahnhofstraße 90
D-4354 Datteln
3.
...
4.
...
5.
...
(...).»
4. Γα περιστατικά ara οποία στηρίζεται η προσοαΑΑόμενη απόφαση
Α — Τα μέτρα προστασίας των αγορών
Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1974-1977, οι τιμές του ψευδαργύρου στη γερμανική και γαλλική αγορά ήταν υψηλότερες από εκείνες που ίσχυαν στις άλλες χώρες της Κοινότητας.
Σημαντικές αποκλίσεις τιμών υπήρχαν εξάλλου σε σχέση με τις τιμές που ίσχυαν σε ορισμένες τρίτες χώρες. Πάντως οι τιμές των δύο προσφευγουσών επιχειρήσεων σε μία και την αυτή χώρα δεν διέφεραν μεταξύ τους παρά ελάχιστα.
Για να επωφεληθεί από τις αποκλίσεις των τιμών η γερμανική εταιρεία Kestermann πέτυχε, εκ μέρους του εισαγωγέα ειδών υγιεινής Schütz στο Βέλγιο, να αγοράσει από την CRAM και την RZ προϊόντα ελασματοποιημένου ψευδαργύρου με τους όρους των παραγωγών αυτών για τις πωλήσεις τους στο Βέλγιο και να τις μεταπωλήσει ύστερα με σκοπό να διατεθούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Με την προοπτική τέτοιων παράλληλων εισαγωγών, η Schütz παρήγγειλε στην CRAM στις αρχές του 1975 ελασματοποιημένες λαμαρίνες. Η CRAM αρνήθηκε να εκτελέσει την παραγγελία αυτή με τη δικαιολογία ότι οι διαστάσεις των λαμαρινών που είχαν παραγγελθεί, αν και επωλούντο κανονικά στη Γερμανία και στη Γαλλία, δεν είχαν καμιά ζήτηση στο Βέλγιο. Η Schütz προσπάθησε αργότερα να προμηθευτεί τις ίδιες λαμαρίνες προκαλώντας την εντύπωση στην CRAM ότι οι λαμαρίνες αυτές προορίζοντο για επανεξαγωγή στην Αίγυπτο. Υπό τη ρητή αυτή προϋπόθεση, η CRAM δέχτηκε να παραδώσει τα ζητούμενα εμπορεύματα και προέτεινε στη Schiltz τιμή ακόμη χαμηλότερη από εκείνη που ίσχυε για το Βέλγιο.
Μεταξύ Φεβρουαρίου και Οκτωβρίου 1976, η Schiltz μπόρεσε έτσι να δεσμεύσει την CRAM για παράδοση 2000 τόνων ελασματοποιημένων προϊόντων. Η CRAM έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην τήρηση της ρήτρας εξαγωγής προς την Αίγυπτο.
Επί του θέματος αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει ορισμένα τιμολόγια στα οποία αναφέρεται η σημείωση «προορισμός Αίγυπτος». Εξάλλου, πολλές επιστολές υπενθυμίζουν στη Schiltz την υποχρέωσή της και την καλούν να αποδείξει την τήρηση της υποχρεώσεως της αποστέλλοντας τα σχετικά στοιχεία.
Από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο 1976η Schütz χρησιμοποίησε το ίδιο τέχνασμα έναντι της RZ. Η Schütz πάντοτε με την πρόφαση εξαγωγής στη Μέση Ανατολή και ιδίως στην Αίγυπτο παρήγγειλε διαδοχικά στην RZ 1252 τόνους ελασματοποιημένων προϊόντων. Οι παραγγελίες αυτές εκτελέστηκαν από την RZ στις τιμές που εφαρμόζονταν κατά την εποχή εκείνη από την επιχείρηση αυτή για τις πωλήσεις της στο Βέλγιο και οι οποίες τουλάχιστον στην αρχή ήταν κατά 19 % κατώτερες από αυτές που ίσχυαν στη γερμανική αγορά. Επ' αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει επίσης ότι η RZ, στην αρχή τουλάχιστον, παρέδιδε στη Schütz εμπορεύματα στις ίδιες ακριβώς τιμές με τις τιμές των τιμολογίων που εφήρμοζε η CRAM κατά την ίδια περίοδο για την παράδοση προϊόντων στη Schütz.
Οι παραδόσεις προϊόντων της RZ όπως και αυτές της CRAM συνομολογήθηκαν με την Schütz υπό τη ρητή προϋπόθεση της επανεξαγωγής τους προς τη Μέση Ανατολή, όπως διαπιστώνεται από ορισμένα τηλετυπήματα της RZ τα οποία αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ο προορισμός αυτός έγινε αποδεκτός από τη Schütz, η οποία πχ. επιβεβαίωσε με τηλετύπημα της 26ης Οκτωβρίου 1976 παραγγελία 550 τόνων με τις ακόλουθες ενδείξεις: «Lieferung: 1 ton pal. franco Hafen Antwerpen Dock 130 bei unser Befrachter “United Stevedoring”. Fragen nach “John”. Jeder Pallet muß gemerkt sein mit “Genua-Alex”. Bestimmung: via Genua nach Alexandria und Iran».
Όμως, τα προϊόντα αυτά που είχαν παραγγελθεί στην CRAM και στην RZ αντί να φορτώνονται σε πλοία με προορισμό τη Μέση Ανατολή είχαν αποθηκευτεί στο λιμάνι της Αμοέρσας, προκειμένου στη συνέχεια να φορτωθούν σε φορτηγά αυτοκίνητα με προορισμό τη Γερμανία. Η Schütz, προκειμένου να αποφύγει την ανακάλυψη της «εκτροπής» από τα στατιστικά στοιχεία του εξωτερικού εμπορίου, δήλωσε τα εμπορεύματα στο τελωνείο ως «λαμαρίνες διπλά γαλβανισμένες με ψευδάργυρο».
Αυτό το σύστημα των παραλλήλων εισαγωγών έληξε στο τέλος του Οκτωβρίου 1976.
Από τις 8 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 11 Οκτωβρίου 1976, η CRAM είχε δεχτεί ακόμα 3 νέες παραγγελίες από τη Schütz που αφορούσαν, αντίστοιχα, 240 τόνους και 631 τόνους ελασματοποιημένου ψευδαργύρου με προορισμό την Αίγυπτο και 44 τόνους ελασματοποιημένων προϊόντων με σκοπό την επανεξαγωγή τους στο Ιράν. Οι παραγγελίες αυτές επιβεβαιώνονταν με σύμβαση πωλήσεως. Στις 13 Οκτωβρίου 1976 η CRAM άρχισε την εκτέλεση των παραγγελιών αυτών με ρυθμό 2 περίπου φορτηγών την ημέρα. Οι παραδόσεις προϊόντων συνεχίστηκαν μέχρι τις 20 Οκτωβρίου, ημερομηνία κατά την οποία σταμάτησαν χωρίς καμιά εξήγηση. Κατά την ημερομηνία αυτή έμειναν να παραδοθούν ακόμη 20 τόνοι που αποτελούσαν τμήμα της νέας παραγγελίας των 240 τόνων ελασματοποιημένων προϊόντων με προορισμό την Αίγυπτο.
Στις 21 Οκτωβρίου 1976 ημερομηνία κατά την οποία η CRAM είχε σταματήσει τις παραδόσεις προϊόντων, η RZ διαμαρτυρήθηκε στη Schütz με την αιτιολογία ότι δεν τηρούσε τη ρήτρα εξαγωγής στην Αίγυπτο. Ως προς τις παραδόσεις προϊόντων της RZ προς τη Schütz, η τελευταία παράδοση έγινε στις 28 Οκτωβρίου 1976. Κατόπιν επισκέψεων που έκαναν στις 27 Οκτωβρίου 2 υπάλληλοι της στη Schütz και στις 29 Οκτωβρίου στην Kestermann, η RZ έκρινε ότι είχε απόδειξη ότι τα ελασματοποιημένα προϊόντα επανεισήγοντο στη Γερμανία' κατά συνέπεια στις 29 Οκτωβρίου 1976 αποφάσισε να παύσει την εκπλήρωση των παραγγελιών που ήταν ακόμη εκκρεμείς.
Κατά την περίοδο εκείνη, η CRAM και η R2 είχαν μεταξύ τους συχνές επαφές για το θέμα της εμπορικής τους πολιτικής και ιδίως των τιμών τους, όπως προκύπτει από το τηλετύπημα της RZ προς την CRAM της 26ης Οκτωβρίου 1976:
«Τροποποίηση των τιμών των ημικατεργασμένων προϊόντων σε ψευδάργυρο στη Γερμανία.
Κατόπιν της εξελίξεως των τιμών των νομισμάτων και της μειώσεως της τιμής των πρώτων υλών που συνδέεται με την εξέλιξη αυτή, η τιμή στο εσωτερικό της Γερμανίας των λωρίδων και φύλλων ψευδαργύρου έπεσε από τις 26 Οκτωβρίου 1976 από 318,20 DM ανά 100 χιλιόγραμμα σε 307,90 DM ανά 100 χιλιόγραμμα.
Βασικό πάχος: 0,70 χιλιοστά.
Η τιμή αυτή εφαρμόζεται σε ελάχιστες ποσότητες 5 τόνων παραδοτέες franco. Η παρούσα διαφοροποίηση των τιμών ανάλογα με τα διαφορετικά πάχη παραμένει αμετάβλητη.
Προς ενημέρωση σας.
Υπογραφή: MFG, Meyer, Rheinzink, Datteln.»
Η CRAM επικοινώνησε τηλεφωνικά στις 8 Νοεμβρίου 1976 με τη Schütz για να διαμαρτυρηθεί ότι είχε στρέψει προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το όλο ή μέρος του εμπορεύματος που προορίζονταν προς την Αίγυπτο. Στις 12 Νοεμβρίου η CRAM όχλησε τη Schütz με τηλετύπημα για να εξοφλήσει 11 τιμολόγια του Οκτωβρίου, τα οποία δεν είχαν ακόμη εξοφληθεί. Το τηλετύπημα αυτό έχει ως εξής:
«2.
Θα πρέπει να μας προσκομίσετε τα δικαιολογητικά έγγραφα της εξαγωγής προς την Αίγυπτο αυτών των 240 τόνων, σύμφωνα με τη δέσμευση σας που περιέχεται στις επιστολές παραγγελίας σας της 7ης και 8ης Σεπτεμβρίου 1976. Σας επιβεβαιώνουμε τις τηλεφωνικές μας πληροφορίες της 8ης Νοεμβρίου 1976 επισημαίνοντας σας ότι οι ελασματοποιημένοι ψευδάργυροι που σας είχαμε προμηθεύσει με προορισμό την Αίγυπτο έχουν εν μέρει ή εξ ολοκλήρου πωληθεί στην αγορά της Γερμανίας, καθώς μας ειδοποίησαν οι υπάλληλοι μας στη χώρα αυτή. Λαμβανομένων υπόψη των ειδικών τιμών που είχαμε εφαρμόσει στην περίπτωση σας, προκειμένου να σας δώσουμε την ευκαιρία να πραγματοποιήσετε εξαγωγές στη Μέση Ανατολή θα επρόκειτο για κατάχρηση, εκ μέρους σας, της καλής πίστεως, πράγμα που αιτιολογεί τις παραπάνω απαιτήσεις μας.
3.
Μόνο όταν ρυθμιστούν τα ζητήματα που αναφέρονται στα σημεία 1 και 2 θα εξετάσουμε συνολικά το πρόβλημα των παραδόσεων που αφορά τους 631 τόνους για την Αίγυπτο και τους 44 τόνους για το Ιράν ...».
Από το σύνολο των εκτεθέντων παραπάνω περιστατικών η Επιτροπή συνήγαγε, με την απόφαση της της 14ης Δεκεμβρίου 1982, την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής κατά το 1976 μεταξύ της CRAM και της RZ, η οποία είχε ως κύριο αντικείμενο την προστασία της γερμανικής αγοράς ως προς τη διάθεση των προϊόντων αυτών. Κατά τη νομική εκτίμηση των περιστατικών αυτών αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της ίδιας βραχείας περιόδου από τις 21 Οκτωβρίου 1976 (παύση της παραδόσεως προϊόντων από την CRAM) μέχρι 29 Οκτωβρίου 1976 (παύση της παραδόσεως προϊόντων από την RZ), οι δύο αυτές επιχειρήσεις άσκησαν πίεση στη Schütz με σκοπό να την εξαναγκάσουν να σταματήσει τις εξαγωγές της προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Η Επιτροπή αναφέρεται κατόπιν στο τηλετύπημα της 26ης Οκτωβρίου 1976, με το οποίο η RZ ανακοίνωσε στην CRAM την πτώση κατά 3 % περίπου των τιμών στη γερμανική αγορά. Η πληροφορία αυτή δεν έχει κανένα νόημα μεταξύ ανταγωνιστών εκτός από το νόημα της εναρμονισμένης προσπάθειας για την από κοινού καταπολέμηση των παραλλήλων εξαγωγών στην αγορά αυτή. Τέλος, κρίνεται σημαντικό το γεγονός ότι η CRAM περίμενε τη διεξαγωγή της έρευνας της RZ στη Schütz και στην Kestermann προτού ζητήσει από το Schütz, στις 8 Νοεμβρίου 1976, την καταβολή των προς αυτή οφειλομένων ποσών. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η εναρμονισμένη πρακτική είναι αναμφισβήτητη.
Β — Σύμβαση παροχής αμοιβαίων διευκολύνσεων μεταξύ της CRAM, RZ και Vieille Montagne (στο εξής: VM)
Στις 5 Αυγούστου 1974 η CRAM, η RZ και η VM συνήψαν σύμβαση με την οποία δεσμεύονταν να προμηθεύονται αμοιβαία ελασματοποιημένα προϊόντα ψευδαργύρου σε περίπτωση σοβαράς διαταραχής την οποία συνεπάγεται για μία από τις εταιρείες αυτές σημαντικό έλλειμμα στην παραγωγή ανεξαρτήτως αιτίας. Η παροχή διευκολύνσεων είναι απαιτητή μόλις το έλλειμμα στην παραγωγή της επιχείρησης που επικαλείται τη σύμβαση υπερβαίνει ημερησίως τους 20 τόνους ή συνολικά τους 200 τόνους και τούτο σύμφωνα με τις ακόλουθες λεπτομέρειες:
«Άρ9ρο 4.2: Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δεσμεύεται να προβαίνει σε παράδοση 1500 τόνων κατά μέγιστο όριο, υπό τον όρο πάντως ότι δεν διαταράσσεται η δική του παραγωγή. Όταν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη έχει έλλειμμα στην παραγωγή του, δεν μπορεί παρά να απαιτήσει μόνο οι ποσότητες που του λείπουν να προσφερθούν σε ίσα μέρη από τα δύο άλλα συμβαλλόμενα μέρη ...».
«Άρ9ρο 4.3 : Στην περίπτωση που δύο συμβαλλόμενα μέρη πλήττονται κατά τον ίδιο χρόνο από ολική απώλεια της παραγωγής, το τρίτο συμβαλλόμενο μέρος δεσμεύεται να παραδίδει 2000 τόνους το μήνα κατά ανώτατο όριο επί των ποσοτήτων που λείπουν και να τις κατανείμει σε ίσα μερίδια μεταξύ των δύο πληγέντων συμβαλλομένων μερών, εκτός αν ένα εξ αυτών ζητεί ποσότητα λιγότερο σημαντική. Σε περίπτωση μερικού ελλείμματος της παραγωγής ενός ή δύο εκ των συμβαλλομένων μερών ο προμηθευτής προσδιορίζει τα ανάλογα μέρη που αντιστοιχούν στα εν λόγω ελλείμματα ...».
Η σύμβαση αυτή ίσχυε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1976 και παρατεινόταν κάθε φορά που έληγε για ένα έτος, εκτός αν καταγγελλόταν γραπτώς το αργότερο έξι μήνες προ της λήξεως κάθε ημερολογιακού έτους από ένα ή δύο συμβαλλόμενα μέρη. Κατά τη λήξη του έτους 1979, καμιά από τις τρεις επιχειρήσεις δεν είχε κάνει χρήση του δικαιώματος καταγγελίας.
Κατά την προσβαλλομένη απόφαση, η σύμβαση αυτή ίσχυσε από τη σύναψη της στις ακόλουθες περιόδους και υπό τις εξής περιστάσεις:
α)
Από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο του 1977 με την παράδοση προϊόντων της CRAM προς την VM, κατόπιν διακοπής λειτουργίας λόγω απεργίας στις εγκαταστάσεις της, 2427 τόνων ελασματοποιημένου ψευδαργύρου'
6)
από το Μάιο μέχρι τον Αύγουστο του 1977, πάντοτε εξαιτίας της απεργίας εκείνης, με την παράδοση από την RZ 850 τόνων ελασματοποιημένων προϊόντων ψευδαργύρου στη γερμανική θυγατρική εταιρεία της VM·
γ)
το 1977 με την παράδοση από την RZ στην CRAM, κατόπιν τεχνικών προβλημάτων που αντιμετώπισε η τελευταία στις εγκαταστάσεις της, 550 τόνων ελασματοποιημένων προϊόντων ψευδαργύρου βάσει «ανοικτής» συμβάσεως 750 συνολικά τόνων οι παραδόσεις αυτές σταμάτησαν μόλις επανήρχησε κανονικά η λειτουργία των εγκαταστάσεων.
Κατά την Επιτροπή, η παραπάνω σύμβαση συνιστά παράβαση του άρθρου 85 της συνθήκης, δεδομένου ότι μια συμφωνία τόσο γενική και τόσο μακράς διαρκείας καθιερώνει την αλληλοβοήθεια στη θέση του ανταγωνισμού και τείνει στην αποφυγή κάθε μεταβολής στις αντίστοιχες θέσεις της αγοράς.
5. Διαδικασία
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Φεβρουαρίου 1983, η CRAM άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1982, ζητώντας την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, της παραπάνω απόφασης. Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Φεβρουαρίου 1983 η Rheinzink άσκησε προσφυγή κατά της παραπάνω αποφάσεως κατά το μέτρο που την αφορά.
Η γραπτή διαδικασία ακολούθησε στις δύο υποθέσεις φυσιολογική εξέλιξη. Στην υπόθεση 29/30, πάντως η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από την απάντηση.
Με διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1983, το Δικαστήριο αποφάσισε κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας να αναθέσει τις δύο υποθέσεις στο τέταρτο τμήμα.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε πάντως την Επιτροπή να απαντήσει εγγράφως στο ακόλουθο ερώτημα:
«Μπορεί η Επιτροπή να προσκομίσει στοιχεία που επιτρέπουν την εκτίμηση ενδεχόμενης εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ Rheinzink και Compagnie royale asturienne des mines, με αντικείμενο το επίπεδο των τιμών των δύο αυτών επιχειρήσεων στη Γαλλία και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η ύπαρξη της οποίας είναι δυνατόν να εξηγήσει τις ρήτρες εξαγωγής σε συμβάσεις που συνήψαν οι δύο αυτές επιχειρήσεις με την Schütz;»
Με διάταξη της 30ής Νοεμβρίου 1983, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφάσισε να ενώσει και να συνεκδικάσει τις δύο αυτές υποθέσεις προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Α — 2την υπόαεση 29/83
Η προσφεύγουσα εταιρεία ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1982
2.
να ακυρώσει την απόφαση επιβολής προστίμου ή τουλάχιστον να μειώσει το πρόστιμο που επεβλήθη στην προσφεύγουσα από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της παραπάνω αποφάσεως'
3.
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κααής, ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη'
2.
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Β — Ιτην υπόθεση 30/83
Η προσφεύγουσα επιχείρηση ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να ακυρώσει τα άρθρα 1, 2, 3, 6 και 7 της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 14ης Δεκεμβρίου 1982, που αφορούν την εταιρεία RZ'
2.
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κααής, ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να απορριφθεί η προσφυγή'
2.
να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1. Επί της ευαύνης της Rheinzink για τη συμπεριφορά του προκατόχου της
Ο πρώτος προβαλλόμενος, πριν από κάθε άλλο, ισχυρισμός από την Rheinzink, προοφευγουοα στην υπόθεση 30/83, αναφέρεται στο ότι οι χαρακτηριζόμενες με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1982 από την Επιτροπή πράξεις διεπράχθησαν από το δικαιοπάροχο της, την επιχείρηση RZ. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ως διάδοχος της RZ από την 1η Οκτωβρίου 1981, δηλαδή πριν από την κοινοποίηση της παραπάνω απόφασης, δεν έχει ευθύνη για τις υποχρεώσεις της RZ που γεννή9ηκαν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της. Αν η Επιτροπή είχε επιβάλει το πρόστιμο αυτό σε ημερομηνία που η RZ υπήρχε ακόμη, η προσφεύγουσα 9α αναδεχόταν πράγματι την ευ9ύνη ως διάδοχος. Τα πράγματα όμως δεν έχουν έτσι στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια η προσφεύγουσα δεν μπορεί να διωχθεί προς καταβολή του προστίμου, αξίωση που γεννήθηκε μετά τη μετατροπή. Προσ9έτει στην απάντηση της ότι κατά της επιχείρησης που συνεχίζει την εμπορική δραστηριότητα του δικαιοπαρόχου της δεν μπορεί να αντιταχθούν πράξεις του τελευταίου. Μια τέτοια αρχή του δικαίου δεν υπάρχει. Η προσφεύγουσα αναφέρεται επ' αυτού στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1975 (Suiker Unie και λοιποί, 40 έως 48, 50, 54 έως 56, 111, 113 και 114/73, Recueil 1975, σ. 1663 και ιδίως σ. 1950 και επ.), σύμφωνα με την οποία ο διάδοχος δεν ευ9ύνεται για τις πράξεις του δικαιοπαρόχου του παρά μόνο σε περίπτωση «προφανούς ενότητας δραστηριοτήτων». Στη συγκεκριμένη περίπτωση μια τέτοια ενότητα δραστηριοτήτων δεν υπάρχει.
Στο υπόμνημα υπερασπίσεως της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθής, προβάλλει ότι οι πράξεις της RZ πρέπει να καταλογιστούν στην προσφεύγουσα εταιρεία διότι οι δύο αυτές επιχειρήσεις είναι κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού, δύο διαδοχικές νομικές μορφές μιας και της αυτής επιχείρησης. Πράγματι, η RZ μετέβαλε μόνο επωνυμία και νομική μορφή' ο σκοπός της, η έδρα της και η διοίκηση της παρέμειναν αμετάβλητες. Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο δέχ9ηκε την αρχή της ευ9ύνης του διαδόχου ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπάρχει και τυπικά κατά νόμο διαδοχή, όταν η επίδικη ενέργεια εμφανίζεται ως «οικονομική διαδοχή» (Suiker Unie και λοιποί, 40 έως 48, 50, 54 έως 56, 111, 113 και 114/73, Recueil 1975, σ. 1663). Η Επιτροπή προσθέτει επ' αυτού στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της ότι η προσφεύγουσα προτείνει εσφαλμένη ερμηνεία της παραπάνω αποφάσεως. Στην υπόθεση Suiker Unie, επρόκειτο για δύο διαφορετικές εταιρείες, που συνυπήρξαν κατά τη διάρκεια ορισμένου χρονικού διαστήματος. Εφόσον δεν υπάρχει κατά νόμο διαδοχή ένα συμπληρωματικό στοιχείο πρέπει να θεωρηθεί απαραίτητο ώστε οι πράξεις μιας εταιρείας να μπορούν να καταλογιστούν στην άλλη, δηλαδή η ενότητα δραστηριοτήτων των ενδιαφερομένων εταιρειών. Πάντως στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσφεύγουσα συνέχισε την εμπορική δραστηριότητα του δικαιοπαρόχου της χωρίς καμιά μεταβολή. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η ευθύνη της Rheinzink για τις παραβάσεις της RZ δεν γεννά αμφιβολία.
2. Επί της παραβάσεως αιαοικαοτικών κανόνων
Ο δεύτερος ισχυρισμός που επικαλείται πριν από άλλους η Rheinzink, προοφενγουοα στην υπόθεση 30/83, είναι ότι η Επιτροπή παραβίασε το δικαίωμα της υπερασπίσεως της επιχείρησης αυτής διότι δεν της έδωσε την ευκαιρία να εξετάσει κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας όλα τα έγγραφα επί των οποίων στηρίζεται η προσβαλλομένη απόφαση.
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι δεν έλαβε γνώση όλων των εγγράφων που αναφέρονται στις συμφωνίες παραδόσεως προϊόντων μεταξύ CRAM και Schütz ενώ γίνεται επίκληση της συμπεριφοράς της CRAM στην υπόθεση αυτή κατά της RZ. Μετά από την κοινοποίηση της επίδικης απόφασης ζήτησε από την Επιτροπή να της επιτρέψει να λάβει γνώση όλων των δικαιολογητικών εγγράφων που είχε χρησιμοποιήσει. Η Επιτροπή της έδωσε την ευκαιρία να λάβει γνώση μόνο των εγγράφων που κατέθεσε η ίδια η R2 καθώς και της αλληλογραφίας μεταξύ RZ και Επιτροπής. Όμως όλα τα έγγραφα αυτά ήταν ήδη γνωστά στην προσφεύγουσα. Η Επιτροπή έπρεπε να της είχε δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση και να εκτιμήσει τα έγγραφα που συνέλεξε η ίδια από τους τρίτους.
Η κααής απαντά ότι ο λόγος αυτός στερείται προφανώς βάσεως. Τα γεγονότα, που αφορούν την CRAM επί των οποίων στηρίζεται η επίδικη απόφαση, είναι η παύση της παραδόσεως προϊόντων της CRAM προς τη Schütz στις 21 Οκτωβρίου 1976 και οι πιέσεις που άσκησε η CRAM κατά της Schütz, όπως κυρίως το τηλετύπημα της CRAM προς τη Schütz στις 12 Νοεμβρίου 1976, με σκοπό να την εξαναγκάσει να σταματήσει τις εξαγωγές της προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα αυτά γνωστοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα με την ανακοίνωση των αιτιάσεων. Προσθέτει ότι ούτε η παύση παραδόσεως την προϊόντων ούτε το περιεχόμενο του παραπάνω τηλετυπήματος δεν αμφισβητήθηκαν από την προσφεύγουσα.
3. Επί της εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ CRAM και R2
Επ' αυτού οι δύο προσφεύγουσες επιχειρήσεις προβάλλουν ένα και τον αυτό ισχυρισμό, δηλαδή ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την εναρμονισμένη μεταξύ τους πρακτική για την προστασία της γερμανικής αγοράς. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού προβάλλουν πολλά επιχειρήματα που συνοψίζονται ως εξής.
α) Επιχειρηματολογία της CRAM
Α)
Η Επιτροπή εσφαλμένα εκτίμησε ότι οι παραδόσεις προϊόντων της CRAM προς τη Schütz σταμάτησαν στις 20 Οκτωβρίου 1976 χωρίς καμία αιτιολογία. Πράγματι το γεγονός ότι αυτές οι παραδόσεις προϊόντων είχαν σταματήσει κατά την ημερομηνία αυτή, οφείλεται απλά στο ότι η παραγγελία στην οποία αναφέρονταν, δηλαδή η παραγγελία των 240 τόνων ελασματοποιημένου ψευδαργύρου εκτελέστηκε εξ ολοκλήρου. Κατά συνέπεια, στις 20 Οκτωβρίου 1976 δεν έμειναν να παραδοθούν ακόμη μόνο 20 τόνοι ελασματοποιημένων προϊόντων, όπως συνάγεται από την απόφαση της Επιτροπής. Συνεπώς η παύση παραδόσεως των προϊόντων κατά την παραπάνω ημερομηνία δεν είναι καθόλου παράξενη.
Β)
Η Επιτροπή με την προσβαλλομένη απόφαση θεώρησε εσφαλμένα ότι υπάρχει κάποια συνάφεια μεταξύ, αφενός, της παύσης των παραδόσεων της CRAM προς τη Schütz στις 20 Οκτωβρίου 1976, και, αφετέρου, διαμαρτυρίας της RZ προς τη Schütz στις 21 Οκτωβρίου 1976, με την οποία της προσήπτε ότι δεν έχει τηρήσει τη ρήτρα εξαγωγής προς την Αίγυπτο. Κατά την CRAM δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των δύο αυτών γεγονότων. Εξάλλου η Επιτροπή δεν προσεκόμισε την απόδειξη ότι η CRAM εγνώριζε τη διαμαρτυρία της RZ προς τη Schütz.
Γ)
Το τηλετύπημα της RZ προς την CRAM, στις 26 Οκτωβρίου 1976, δεν αποτελεί καμιά απόδειξη υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ των δύο επιχειρήσεων. Πράγματι, μια απλή εξέταση του κειμένου του παραπάνω τηλετυπήματος αποδεικνύει ότι δεν είχε καμία σχέση με τη συμπεριφορά της CRAM απέναντι στη Schütz.
Δ)
Η Επιτροπή εσφαλμένα εκτίμησε ότι η CRAM ανέμενε την εξέλιξη της έρευνας της RZ στη Schütz και στην Kestermann πριν απαιτήσει από τη Schütz, στις 8 Νοεμβρίου 1976, την εξόφληση των ποσών που της οφείλοντο. Πράγματι, από τον Οκτώβριο 1976η CRAM απέστειλε στη Schütz τηλετύπημα με το οποίο απαιτούσε, μεταξύ άλλων, την εξόφληση των έξι τιμολογίων του Σεπτεμβρίου 1976 που είχαν παραμείνει ανεξόφλητα. Η Schütz αντέδρασε στο τηλετύπημα αυτό υποσχόμενη να εξοφλήσει τα εν λόγω τιμολόγια πριν από το τέλος του Οκτωβρίου 1976. Πάντως, στις 31 Οκτωβρίου 1976, η CRAM διαπίστωσε ότι τρία από τα έξι τιμολόγια ήταν ακόμη ανεξόφλητα. Κατά συνέπεια απέστειλε στη Schütz άλλο τηλετύπημα στις 2 Νοεμβρίου, απαιτώντας την εξόφληση των οφειλομένων ποσών. Επιπλέον, η Schütz βρισκόταν επίσης σε αδυναμία να εξοφλήσει τα τιμολόγια που αφορούσαν τις παραδόσεις προϊόντων που έγιναν μεταξύ της 13ης και της 20ής Οκτωβρίου 1976 και τα οποία έπρεπε να είχαν πληρω9εί στις αρχές Νοεμβρίου 1976. Επ' αυτού πρότεινε στην CRAM, με τηλετύπημα της 9ης Νοεμβρίου 1976, να εξοφλήσει τα εν λόγω τιμολόγια κατά το ήμισυ με συναλλαγματική και κατά το άλλο ήμισυ με ανέκκλητη εντολή πιστώσεως, διακανονισμό ο οποίος είχε ως προϋπόθεση και στις δύο περιπτώσεις την παράδοση από την CRAM των δύο άλλων παραγγελιών της 11ης Οκτωβρίου 1976. Στο τηλετύπημα αυτό η CRAM αντέδρασε οχλώντας τη Schütz στις 12 Νοεμβρίου 1976 για την εξόφληση χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση των έντεκα τιμολογίων του Οκτωβρίου που δεν είχαν ακόμη εξοφληθεί. Η άποψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ της έρευνας που έγινε από την RZ στη Schütz και στην Kestermann στις 27 και 29 Οκτωβρίου 1976 και της όχλησης από την CRAM στις 12 Νοεμβρίου 1976 στερούνται κατά συνέπεια οποιαδήποτε βάσεως.
Κατά την προσφεύγουσα CRAM, οι ανωτέρω εκτεθείσες παρατηρήσεις αποδεικνύουν ότι η συμπεριφορά της έναντι της Schütz εξηγείται από λόγους που είναι ξένοι προς εναρμονισμένη πρακτική με την RZ. Επιπλέον, η εξέταση «διαφόρων ενδείξεων» που προέβαλε η Επιτροπή για να στηρίζει την αιτίαση περί εναρμονισμένης πρακτικής αποδεικνύει ότι οι ενδείξεις αυτές δεν μπορούν να στηρίξουν την εν λόγω αιτίαση.
6) Επιχειρηματολογία της Rheinzink
Α)
Αν η παύση παραδόσεως των προϊόντων της CRAM προς τη Schütz, στις 21 Οκτωβρίου 1976, οφειλόταν σε εναρμονισμένη πρακτική με την RZ, όπως ισχυρίζεται με την απόφαση της η Επιτροπή, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί η RZ δεν έ9εσε αμέσως τέρμα στις παραδόσεις της προς τη Schütz και ανέμεινε την 29η Οκτωβρίου 1976. Πράγματι, στις 26 Οκτωβρίου η RZ είχε λάβει και επιβεβαίωσε παραγγελία της Schütz. Αυθημερόν η RZ έδωσε εντολή για την εκτέλεση της εν λόγω παραγγελίας ύψους περίπου 250000 DM. Αν η RZ γνώριζε τις ενέργειες της Schütz από τις 21 Οκτωβρίου, 9α είχε κά9ε συμφέρον να εμποδίσει όλες τις παραδόσεις προϊόντων προς τη Schütz.
Β)
Το τηλετύπημα της 26ης Οκτωβρίου 1976 που απέστειλε η RZ προς την CRAM δεν έχει σχέση με την παύση της παραδόσεως προϊόντων της CRAM προς την Schütz. Επ' αυτού η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να αποδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε σχέσεως μεταξύ των δύο αυτών γεγονότων. Ακόμη και αν η γνωστοποίηση δεν είχε καμιά έννοια «εκτός από την εναρμονισμένη προσπάθεια για κοινή αντιμετώπιση των παραλλήλων εξαγωγών» στη γερμανική αγορά, όπως αναφέρει η Επιτροπή, αυτό δεν είναι αρκετό για να αποδείξει την ύπαρξη αληθοφανούς σχέσης με τη συμπεριφορά έναντι της Schütz. Επ' αυτού η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ακόμη μια φορά ότι η RZ έδωσε εντολή την ίδια μέρα για την εκτέλεση σημαντικής παραγγελίας που έκανε η Schütz.
Γ)
Η RZ έθεσε τέρμα στις παραδόσεις προϊόντων προς τη Schütz διότι εξαπατήθηκε από την τελευταία και διότι η επανεξαγωγή προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν δυνατό να τη βλάψει. Η συμπεριφορά της RZ κατά συνέπεια μπορεί να εξηγηθεί χωρίς δυσκολία μόνο βάσει του συμφέροντος της επιχειρήσεως αυτής. Η παύση της παραδόσεως προϊόντων από την CRAM στις 21 Οκτωβρίου 1976 δεν παίζει ως προς το ζήτημα αυτό κανένα ρόλο.
Δ)
Η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται στη σκέψη ότι αποδεικνύεται η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής απλά και μόνο από το γεγονός ότι δύο επιχειρήσεις αντιδρούν κατά παρόμοιο τρόπο όταν αντιμετωπίζουν τα ίδια περιστατικά. Κατά την προσφεύγουσα, η σκέψη αυτή δεν συμφωνεί προς τη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία για την απόδειξη εναρμονισμένης πρακτικής, απαιτεί «συντονισμό», «πρακτική και ενσυνείδητη συνεργασία» και «ύπαρξη επικοινωνίας» μεταξύ των επιχειρήσεων (βλέπε, πχ., απόφαση της 16. 12. 1975, Suiker Unie και λοιποί, 40 έως 48, 50, 54 έως 56, 111, 113 και 114/73, Recueil σ. 1663, ή την απόφαση της 14. 7. 1981, Züchner κατά Bayerische Vereinsbank AG, 172/80, Συλλογή 1981, σ. 2021). Ως προς τις συνεννοήσεις μεταξύ CRAM και RZ, η Επιτροπή δεν απέδειξε τίποτε άλλο παρά μόνο την ύπαρξη του τηλετυπήματος της 26ης Οκτωβρίου 1976 το οποίο πάντως δεν είχε καμία σχέση με τη συμπεριφορά έναντι της Schütz.
Από τις παραπάνω σκέψεις συνάγεται ότι η RZ δεν είχε συμμετοχή σε εναρμονισμένη πρακτική αντίθετη προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της συνθήκης.
γ) Υπεράσπιση της Επιτροπής
Στην απάντηση της προς την CRAM, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθής στις avo συνεκδικαξόμενες υποθέσεις, παρατηρεί πρώτον ότι στην απόφαση της ξεκίνησε εσφαλμένα από την ιδέα ότι στις 20 Οκτωβρίου 1976, ημέρα της τελευταίας παραδόσεως της CRAM προς τη Schütz απέμειναν ακόμη να παραδοθούν 20 τόνοι ελασματοποιημένων προϊόντων που ήταν τμήμα της παραγγελίας των 240 τόνων της 8ης Σεπτεμβρίου 1976. Η CRAM απέδειξε με την προσφυγή της ότι στην πραγματικότητα με την παράδοση της 20ής Οκτωβρίου 1976, εκτελέστηκε το σύνολο της παραγγελίας αυτής. Πάντως, το σφάλμα αυτό της εν λόγω απόφασης αποτελεί μόνο πλάνη επί μιας λεπτομέρειας. Πράγματι, η CRAM δεν αμφισβήτησε ότι στις 20 Οκτωβρίου 1976, δέχτηκε άλλες δύο ακόμη παραγγελίες από τη Schütz, δηλαδή μια παραγγελία 631 τόνων για την Αίγυπτο και μια παραγγελία 44 τόνων για το Ιράν, παραδοτέες πριν από το τέλος του Νοεμβρίου 1976. Οι δύο αυτές παραγγελίες δεν εκτελέστηκαν ποτέ. Ως προς την παύση της παραδόσεως προϊόντων από την CRAM στις20 Οκτωβρίου 1976η επίδικη απόφαση διατηρεί, κατά την Επιτροπή, όλη της τη σημασία: ακόμη και αν η παραγγελία των 240 τόνων είχε εξ ολοκλήρου εκτελεστεί, απέμειναν ακόμη να παραδοθούν 675 τόνοι ελασματοποιημένων προϊόντων. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το εν λόγω σφάλμα αναφερόταν ήδη στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και ότι η CRAM δεν το επεσήμανε ούτε στη γραπτή της απάντηση ούτε κατά τη διάρκεια της ακροάσεως.
Ως προς το τηλετύπημα που απέστειλε στις 26 Οκτωβρίου 1976 η RZ προς την CRAM, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ανακοίνωση αυτή αποτελεί μέρος διαφόρων ενδείξεων που επέτρεψαν να διαπιστωθεί ή ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ των δύο αυτών επιχειρήσεων. Το σύνολο των ενδείξεων αυτών, και όχι κάθε μία απ' αυτές χωριστά, επέτρεπαν τη συναγωγή του συμπεράσματος αυτού. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το τηλετύπημα της 26ης Οκτωβρίου 1976 δεν είναι μόνο ενδιαφέρον αυτό καθαυτό, αλλά επίσης και για τις συγκεχυμένες απαντήσεις τις οποίες έδωσαν κατά την εξέταση οι δύο επιχειρήσεις, που προσκλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις επί του θέματος. Όπως συνάγεται από τα πρακτικά της εξέταση αυτής, η RZ ανέφερε ότι η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ παραγωγών στο θέμα των τιμών δεν είναι ασυνήθιστη στον κλάδο αυτό. Η CRAM παρετήρησε ότι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τέτοια ανταλλαγή πληροφοριών χωρίς να είναι συνήθης ήταν μάλλον σπάνια.
Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι αγνοούσε την ύπαρξη των τηλετυπημάτων που απέστειλε στις 14 Οκτωβρίου και 2 Νοεμβρίου 1976 η CRAM προς τη Schütz για να απαιτήσει την εξόφληση των τιμολογίων που δεν είχαν ακόμη πληρωθεί. Υπό το φως των νέων αυτών δεδομένων αναγνωρίζει την ασάφεια της δηλώσεως, που υπάρχει στην επίδικη απόφαση, ότι δηλαδή η CRAM ανέμεινε την εξέλιξη της έρευνας της RZ στην Schiltz και στην Kestermann πριν απαιτήσει από τη Schiltz, στις 8 Νοεμβρίου 1976, την εξόφληση των παραπάνω τιμολογίων. Η Επιτροπή προσθέτει ότι πάντως η σημασία του χωρίου αυτού της απόφασης παραμένει. Πράγματι, η απόφαση στο σημείο αυτό αποκρούει την εξήγηση που έδωσε η CRAM ως προς την παύση της παραδόσεως προϊόντων, εξήγηση που στηρίζεται στην αιτιολογία των μη εξοφληθέντων τιμολογίων. Η έκθεση της CRAM επί των γεγονότων δεν είναι πειστική, γιατί αποσιωπά το ότι ακόμη και μετά την εξόφληση των τιμολογίων δεν εκτελέστηκαν οι άλλες δύο παραγγελίες που έκανε η Schiltz τον Οκτώβριο του 1976. Εξάλλου, με το τηλετύπημα της 12ης Νοεμβρίου 1976 που απέστειλε η CRAM προς τη Schiltz αποδεχόταν τον ισχυρισμό περί μη τηρήσεως της ρήτρας εξαγωγής προς την Αίγυπτο. Η απόπειρα να εξηγηθεί η παύση της παραδόσεως προϊόντων με το πρόβλημα των τιμολογίων είναι κατά συνέπεια ανεπιτυχής.
Υπό το φως των ανωτέρω παρατηρήσεων, η Επιτροπή εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι κατά το 1976 υπήρξε εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ της CRAM και RZ με σκοπό την προστασία της γερμανικής αγοράς κατά των παραλλήλων εισαγωγών ελασματοποιημένων προϊόντων στις οποίες προέβη η Schiltz.
Âxavrévraç οτην έκθεοή n/ç Rheinzink, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί τα γεγονότα που έγιναν δεκτά σχετικά με τη συμπεριφορά της έναντι της Schiltz. Εξάλλου, ισχυρίζεται εκ νέου ότι η συμπεριφορά της RZ και της CRAM, καθώς και το περιεχόμενο του τηλετυπήματος της 26ης Οκτωβρίου 1976, δεν εξηγούνται παρά μόνο μέσα στα πλαίσια εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ των δύο αυτών επιχειρήσεων, όπως αναφέρεται στην απόφαση.
Στην απάντηση της η Rheinzink, προσφεύγουσα στην υπόθεση 30/83, αντιτάσσει ότι το μόνο αποδεικτικό στοιχείο εναρμονισμένης πρακτικής που διαθέτει η Επιτροπή είναι το τηλετύπημα της 26ης Οκτωβρίου 1976. Πάντως, η καθής δεν απέδειξε την ύπαρξη καμιάς σχέση μεταξύ του τηλετυπήματος αυτού και της εναρμονισμένης πρακτικής για την προστασία της γερμανικής αγοράς την οποία ισχυρίζεται.
Στην ανταπάντηση της, η Επιτροπή, κααής στις ούο ουνεκδικαζόμενες υποθέσεις, επαναλαμβάνει ότι η RZ και η CRAM άσκησαν από τις 21 Οκτωβρίου 1976 πιέσεις στη Schütz για να την εξαναγκάσουν να παύσει τις εξαγωγές της προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το γεγονός ότι η RZ και η CRAM αντέδρασαν εναρμονίζοντας τις ενέργειες τους συνάγεται από τη σύμπτωση της παύσεως της παραδόσεως προϊόντων και της ανακοίνωσης της RZ προς την CRAM, η οποία αναφερόταν στην αύξηση των τιμών πωλήσεως της στη Γερμανία.
4. Επί της μεταξύ RZ και Schütz συναφαείσας συμφωνίας
Η προσφεύγουσα Rheinzink ισχυρίζεται ότι η συμφωνία μεταξύ RZ και Schütz που συνήφθη το 1976 δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 85 της συνθήκης. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, επικαλείται τρία επιχειρήματα που συνοψίζονται ως εξής.
Α)
Η εξαγωγή ελασματοποιημένων προϊόντων ψευδαργύρου που παραδόθηκαν στη Schütz με προορισμό τρίτη χώρα δεν αποτελούσε τμήμα των υποχρεώσεων που η RZ επέβαλε, συμβατικά, στη Schütz. Πράγματι, ο όρος αυτός διατυπώθηκε από τη Schütz με δική της πρωτοβουλία με σκοπό να επιτύχει την παράδοση των εν λόγω εμπορευμάτων σε ευνοϊκότερη τιμή εξαγωγής. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η RZ παρέδωσε τα προϊόντα σε τιμές ιδιαίτερα χαμηλές, διότι η Schütz της έδωσε ψευδείς ενδείξεις. Αν η RZ εγνώριζε από την αρχή ότι η Schütz θα επανεξήγαγε το εμπόρευμα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θα είχε σίγουρα απαιτήσει την τιμή που ισχύει στη γερμανική αγορά.
Β)
Δεν μπορεί, επί του προκειμένου, να γίνει λόγος για συμφωνία που έχει ως αντιμείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Ο περιορισμός του ανταγωνισμού συνιστά μόνο αντικείμενο συμφωνίας, όταν οι συμβαλλόμενοι έχουν καθορίσει έναν τέτοιο στόχο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοιος στόχος. Εξάλλου, οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί με τη Schütz δεν έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι η Schütz έχει εξάγει στην πραγματικότητα προς τη Γερμανία όλα τα εμπορεύματα που είχε αγοράσει από την RZ.
Γ)
Ακόμη και αν η ένδειξη της χώρας προορισμού αποτελεί πάντοτε συμφωνία που περιορίζει τον ανταγωνισμό, η συμφωνία αυτή δεν έχει αισθητό αποτέλεσμα στον ανταγωνισμό ούτε στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
Στο υπόμνημα αντικρούσεως της, η Επιτροπή παρατηρεί πρώτα ότι η προσφεύγουσα εσφαλμένως ισχυρίζεται ότι η Schütz ήταν ελεύθερη να μεταπωλήσει σε οποιαδήποτε χώρα τα ελασματοποιημένα προϊόντα ψευδαργύρου που της είχε προμηθεύσει η RZ. Πράγματι υπήρχε μεταξύ των δύο μερών συναίνεση δυνάμει της οποίας τα εμπορεύματα έπρεπε να εξαχθούν προς τρίτη χώρα. Η συναίνεση αυτή συνάγεται σαφώς από το κείμενο των δηλώσεων βουλήσεως για την πρόταση και την αποδοχή που επισυνάπτονται στην προσφυγή.
Η Επιτροπή στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι το αντικείμενο της συμφωνίας πρέπει να καθορίζεται βάσει των σκοπών που επιδιώκονται αντικειμενικά από τη συμφωνία αυτή όπως οι εν λόγω σκοποί εμφανίζονται στον παρατηρητή, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής αλληλουχίας μέσα στην οποία η συμφωνία πρέπει να εφαρμοστεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αντικειμενικός σκοπός της επίδικης συμφωνίας είναι να υποχρεώσει τη Schütz να πωλήσει τα ελασματοποιημένα προϊόντα ψευδαργύρου εκτός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ειδικότερα στην Αίγυπτο και το Ιράν. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει λόγος να διερευνηθεί αν η εν λόγω συμφωνία είχε ή όχι ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού.
Τέλος η Επιτροπή αμφισβητεί την άποψη κατά την οποία η συμφωνία που συνήφθη με τη Schütz δεν είχε αισθητή επίδραση ούτε στον ανταγωνισμό ούτε στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Τονίζει πρώτα ότι τα πραγματικά περιστατικά που 9ίγουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών δεν συνεπάγονται ότι πρέπει να υπάρχει και πράγματι αισθητή επίδραση. Αρκεί μια συμφωνία να δύναται να θίξει αισθητά της συναλλαγές αυτές (βλέπε πχ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 1. 2. 1978, Miller κατά Επιτροπής, 19/77, Recueil 1978, σ. 131). Επ' αυτού η Επιτροπή παρατηρεί ότι αν δεν υπήρχε η επίδικη συμφωνία, η προσφεύγουσα δεν 9α μπορούσε να πωλήσει τα ελασματοποιημένα προϊόντα σε χαμηλές τιμές σε αγοραστές που είναι εγκατεστημένοι εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, χωρίς να διακινδυνεύσει ταυτόχρονα τη δημιουργία υψηλότερου επιπέδου τιμών στην αγορά εντός της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένη. Κατά συνέπεια είναι θεμιτό να γίνει σκέψη ότι οι ανταλλαγές μεταξύ κρατών μελών 9α μπορούσαν να εξελιχθούν διαφορετικά χωρίς την επίδικη συμφωνία.
Η προοφείψονοα Rheinzink με την απάντηση της ισχυρίζεται ότι για να καθοριστεί το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας, η στάση της Schütz, η οποία δεν θέλησε ποτέ να τηρήσει τη συμφωνία αυτή, είναι σίγουρα αποφασιστική στη συγκεκριμένη υπόθεση. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου πρέπει να υπάρχει η βεβαιότητα ότι ακόμη και ο αντισυμβαλλόμενος που υφίσταται τον περιορισμό του ανταγωνισμού έχει πράγματι υπόψη του τον περιορισμό αυτό (βλέπε πχ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 29. 10. 1980, van Landewijck κατά Επιτροπής, 209/215 και 218/78, Recueil 1980, σ. 3125). Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο θέμα.
Στην ανταπάντηση της, η Επιτροπή αντιτάσσει ότι βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με τις γενικές αρχές του αστικού δικαίου η εκτίμηση της προσφεύγουσας ότι η βούληση ενός μόνο συμβαλλομένου μπορεί να καθορίσει το αντικείμενο της σύμβασης. Εξάλλου, η εφαρμογή του άρθρου 85 της συνθήκης στους εκ προθέσεως περιορισμούς του ανταγωνισμού είναι, κατά την αντίληψη της προσφεύγουσας, συνάρτηση των υποκειμενικών καταστάσεων που αναφέρονται στην εσωτερική διαδικασία λήψεως αποφάσεων της επιχείρησης, κατάσταση που εκφεύγει από τη φύση της από κάθε μορφή ελέγχου.
5. Επί της ονμΰάοεως αμοιΰαίας παροχής διευκολύνοεων μεταξύ CRAM, RZ και VM
Τέλος η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι εσφαλμένα θεώρησε τη σύμβαση αμοιβαίας παροχής διευκολύνσεων της 5ης Αυγούστου 1974 ως περιορισμό του ανταγωνισμού υπό την évvota του άρθρου 85, παράγραφος 1, της συνθήκης. Προς υποστήριξη της άποψης αυτής προβάλλει τρία επιχειρήματα που συνοψίζονται ως εξής.
Α)
Η προσφεύγουσα παρατηρεί πρώτα ότι οι συμβαλλόμενοι ήθελαν απλώς να μειώσουν τον κίνδυνο να βρεθούν σε αδυναμία να προμηθεύουν τους πελάτες που ήσαν υποχρεωμένοι να προμηθεύουν. Η επίδικη σύμβαση αποτέλεσε έτσι βάση για μερικές κατά τις περιστάσεις παραδόσεις προϊόντων του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλο. Επρόκειτο για κανονικές παραδόσεις προϊόντων οι οποίες κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν αποτελούν «αυτές καθεαυτές», «πράξεις που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού» (απόφαση του Δικαστηρίου της 25. 11. 1971, Béguelin Import κατά G. L. Import Export, 22/71, Recueil 1971, σ. 949). Βέβαια, όταν ένας συμβαλλόμενος στη σύμβαση αυτή είναι υποχρεωμένος να παραδώσει ορισμένες ποσότητες στον αντισυμβαλλόμενο του, σε περίπτωση διαταραχών στην επιχείρηση του τελευταίου, δεν είναι σε θέση να παραδώσει τις ίδιες ποσότητες προς τρίτους. Πάντως, ένα τέτοιο αποτέλεσμα συνιστά φυσιολογική συνέπεια κάθε παραδόσεως. Εξάλλου, οι συμβαλλόμενοι περιόρισαν το πεδίο εφαρμογής της επίδικης συμβάσεως σε περιστάσεις επί των οποίων δεν μπορούσαν να ασκήσουν καμία επίδραση. Ο περιορισμός αυτός είχε ακριβώς ως σκοπό να διατηρήσουν την ελευθερία λήψεως αποφάσεως ως προς τις παραδοτέες ποσότητες προς τους τακτικούς πελάτες τους στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον περιορισμό του ανταγωνισμού.
Β)
Ακόμη και αν η επίδικη συμφωνία ήταν δυνατό να παράγει τα αποτελέσματα που της δίνει η Επιτροπή δεν θα επέφερε αισθητή βλάβη στον ανταγωνισμό και στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Πράγματι, η ίδια η Επιτροπή δεν μπόρεσε να βρει παρά μόνο τρεις περιόδους το 1977 κατά τη διάρκεια των οποίων έγιναν παραδόσεις βάσει της παραπάνω συμβάσεως. Οι παραδόσεις αυτές είχαν, εξάλλου, περιορισμένη σημασία.
Γ)
Εξάλλου, μεταξύ των διαταραχών που διαπιστώθηκαν από την Επιτροπή, δύο οφείλονταν σε απεργίες. Η επίδικη σύμβαση συνιστά κατά συνέπεια κατά μεγάλο μέρος «σύμβαση παροχής συνδρομής σε περίπτωση απεργίας». Μια τέτοια υποχρέωση απλής αλληλοβοήθειας με σκοπό την παροχή διευκολύνσεων σε περίπτωση απεργίας είναι πάντως απόλυτα αποδεκτή.
Υπεράσπιση της Επιτροπής
Η Επιτροπή τονίζει πρώτα ότι η επίδικη σύμβαση γεννά υποχρέωση για τους συμβαλλομένους να διατηρήσουν αμοιβαία για τον άλλο ένα τμήμα της παραγωγικής τους ικανότητας. Μια τέτοια υποχρέωση δεν συνεπάγεται αυτή καθεαυτή συναλλαγή.
Περιορίζει πάντως την ελευθερία του οφειλέτη να διαθέσει ο ίδιος την παραγωγή του. Ο περιορισμός αυτός της ελευθερίας δράσεως των συμβαλλομένων έχει αισθητές αντανακλάσεις στη θέση των τρίτων στη συγκεκριμένη αγορά. Η Επιτροπή προσθέτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση τα ανώτατα όρια που είχαν συμφωνηθεί αντιστοιχούν σε τμήμα μεγαλύτερο από το Λ της ικανότητας του καθενός από τους τρεις συμβαλλομένους. Η επίδικη σύμβαση έχει κατά συνέπεια ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της συνθήκης.
Η Επιτροπή παρατηρεί στη συνέχεια ότι ο χαρακτήρας του αισθητού αυτού περιορισμού του ανταγωνισμού δεν μετρείται, όπως το θέλει η προσφεύγουσα, με τον αριθμό και τη σημασία των παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων. Αποφασιστικός είναι μάλλον ο συγκεκαλυμμένος αποκλεισμός άλλης χρήσεως της εν λόγω ικανότητας παραγωγής. Η σημασία των δυνατοτήτων που έχει η επίδικη σύμβαση είναι αποφασιστική σε σχέση με το άρθρο 85 της συνθήκης.
Η Επιτροπή τέλος ισχυρίζεται ότι η προσφεύγουσα εσφαλμένα παρουσίασε την επίδικη σύμβαση ως «σύμβαση συνδρομής σε περίπτωση απεργίας». Το αντικείμενο της σύμβασης αυτής είναι, κατά το άρθρο 1, η υποχρέωση να προβούν σε αμοιβαία παροχή διευκολύνσεων στην περίπτωση «τεχνικοόν ή άλλων διαταραχών». Κατά συνέπεια εφαρμόζεται σε κάθε διαταραχή που αποτελεί κίνδυνο συνδεόμενο με τη δραστηριότητα της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως.
6. Επί του ποοον των προοτίμων
Η προσφεύγουσα CRAM ισχυρίζεται ότι, δεδομένου ότι η αίτηση της εναρμονισμένης πρακτικής είναι αβάσιμη, η επιβολή προστίμου πρέπει κατά συνέπεια να ακυρωθεί.
Επικουρικά ζητεί να μειωθεί σημαντικά το επιβληθέν πρόστιμο εξαιτίας των σοβαρών δυσχερειών που αντιμετωπίζει επί του παρόντος η βιομηχανία ψευδαργύρου γενικά, και ειδικά η προσφεύγουσα. Η CRAM προσθέτει επίσης ότι το ποσό του προστίμου δεν είναι ανάλογο με τη διάρκεια της εν λόγω εναρμονισμένης πρακτικής, η οποία λειτούργησε μόνο μεταξύ 21 και 29 Οκτωβρίου 1976. Το ποσό του προστίμου είναι κατά συνέπεια προφανώς υπέρμετρο.
Η προοφεν/ονσα Rheinzink παίρνει, επί του σημείου αυτού, την ίδια θέση προσθέτοντας ότι η Επιτροπή δεν διαπίστωσε καν αν η RZ ενήργησε εκ προθέσεως ή μόνο εξ αμελείας. Εξάλλου, παρατηρεί ότι η συμπεριφορά της Schütz συνιστά ελαφρυντικό που είναι δυνατό να δικαιολογήσει μείωση του επιβληθέντος προστίμου.
Ως προς την προσφεύγουσα CRAM, η Επιτροπή απαντά ότι το πρόστιμο είναι κατώτερο από το 0,5 ο/ο του συνολικού κύκλου εργασιών της επιχείρησης αυτής. Ένα τέτοιο πρόστιμο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπέρμετρο, δεδομένου ότι η διαπιστωθείσα παράβαση είναι σοβαρή.
Ως προς την προσφεύγουσα Rheinzink, η Επιτροπή παρατηρεί πρώτα ότι το ποσό του προστίμου αντιστοιχεί σε λιγότερο από 1,5 % του κύκλου εργασιών της επιχείρησης αυτής και σε λιγότερο από 0,015 % του κύκλου εργασιών του διεθνούς ομίλου Metallgesellschaft μέλος του οποίου ήταν η RZ κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η Επιτροπή έχει λάβει έτσι υπόψη παρά τη σοβαρότητα της εν λόγω παράβασης τη μικρή διάρκεια της παράβασης αυτής. Το επιβληθέν πρόστιμο στην RZ είναι ανώτερο από το 25 % από εκείνο που επιβλήθηκε στην CRAM διότι η RZ είναι μέλος του ομίλου Metallgesellschaft του οποίου ο συνολικός κύκλος εργασιών ισούται με περισσότερο από 10 δισεκατομμύρια DM για τη χρήση 1980/1981 είναι ανώτερος από τον κύκλο εργασιών της CRAM. Τέλος η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στη διαπίστωση εκ προθέσεως συμπεριφοράς της RZ κατά την εναρμονισμένη πρακτική με την CRAM.
Στην απάντηοή της, η προσφεϋγουοα Rbeinzink παρατηρεί ακόμη ότι, κατά την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η RZ δεν ήταν πλέον μέλος του ομίλου Metallgesellschaft. Η συμμετοχή αυτή δεν μπορεί κατά συνέπεια να παίξει ρόλο στον καθορισμό του προστίμου.
Στην ανταπάντηση της η Επιτροπή απαντά ότι η RZ ήταν μέλος του ομίλου Metallgesellschaft το χρόνο που διεπράχθησαν οι επίδικες πράξεις και ότι αυτό το χρονικό σημείο έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του προστίμου.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις κατά τη συνεδρίαση της 14ης Δεκεμβρίου 1983.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, αντίστοιχα στις 23 και 25 Φεβρουαρίου 1983, η Compagnie royale asturienne des mines SA, με έδρα το Παρίσι, και η εταιρεία Rheinzink GmbH, με έδρα το Datteln (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), άσκησαν δυνάμει του άρθρου 173, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή για τη μερική ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1982, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ (IV/29.629 — Ελασματοποιημένα προϊόντα και κράματα ψευδαργύρου), που κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες εταιρείες και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα (ΕΕ L 362, σ. 40).
2
Η πρώτη προσφεύγουσα (στο εξής: l'Asturienne) ζητεί την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, και του άρθρου 2 της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η δεύτερη προσφεύγουσα (στο εξής: Rheinzink) ζητεί την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, του άρθρου 2 και του άρθρου 3 της αποφάσεως.
3
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως διαπιστώνει ότι η εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ της Asturienne και της Rheinzink το 1976 με σκοπό την προστασία της γερμανικής αγοράς κατά των παράλληλων εισαγωγών ελασματοποιημένων προϊόντων που διενεργήθηκαν από την εταιρεία Gebr. Schütz NV, με έδρα το Aartselaar, του Βελγίου (στο εξής: Schütz), συνιστά παράβαση του άρθρου 85 της συνθήκης. Το άρθρο 2 της αποφάσεως επιβάλλει πρόστιμα στις δύο επιχειρήσεις «για την παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1».
4
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως διαπιστώνει ότι η ρήτρα που συμφωνήθηκε το 1976 μεταξύ της Asturienne αφενός, και των Rheinzink και Schütz αφετέρου, και η οποία υποχρέωνε την τελευταία να μεταπωλήσει τα ελασματοποιημένα προϊόντα ψευδαργύρου σε ορισμένη χώρα, είχε ως σκοπό να περιορίσει τις παράλληλες εισαγωγές στην Κοινότητα και κατά συνέπεια συνιστούσε παράβαση του άρθρου 85 της συνθήκης.
5
Κατά το άρθρο 3 της αποφάσεως, η σύμβαση παροχής αμοιβαίων διευκολύνσεων που συνήφθη στις 5 Αυγούστου 1974 μεταξύ Asturienne, Rheinzink και της Société des mines et fonderies de zinc de la Vieille Montagne, της οποίας έδρα είναι το Angleur (Βέλγιο), αντίκειται επίσης στο άρθρο 85 της συνθήκης.
6
Πριν εξεταστούν οι λόγοι για τους οποίους αμφισβητείται η ύπαρξη των διαπιστωθεισών παραβάσεων ενδείκνυται να κριθεί ο λόγος που προβάλλει προκαταρκτικά η Rheinzink και σύμφωνα με τον οποίο, εν πάση περιπτώσει, η εταιρεία αυτή δεν είναι υπεύθυνη για τις διαπιστωθείσες από την Επιτροπή παραβάσεις, δεδομένου ότι οι παραβάσεις αυτές δεν μπορούν να καταλογιστούν στην εταιρεία Rheinisches Zinkwalzwerk GmbH & Co., η οποία λύ3ηκε το 1981, δηλαδή μεταξύ των ημερομηνιών που διαπράχθηκαν οι πράξεις που επικαλείται η Επιτροπή και του χρόνου εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η Rheinzink προβάλλει ότι η απόφαση αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στην εταιρεία Rheinisches Zinkwalzwerk GmbH & Co.
7
Η Rheinzink δέχεται ότι είναι ο μόνος κατά νόμο δικαιοδόχος της λυθείσας εταιρείας, δεδομένου ότι η εταιρεία αυτή μετετράπη σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, της οποίας η επωνυμία είναι Rheinzink. Αντιτάσσει πάντως το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 που επιτρέπει στην Επιτροπή να επιβάλλει πρόστιμα μόνο στις επιχειρήσεις που διέπραξαν παραβάσεις του άρθρου 85 της συνθήκης, για να υποστηρίξει ότι η εν λόγω διαδοχή δεν μπορούσε να καταστήσει τη Rheinzink υπεύθυνη για τις δραστηριότητες που προσάπτονται σε άλλη εταιρεία που δεν υφίσταται πλέον.
8
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού η Rheinzink και η εταιρεία Rheinisches Zinkwalzwerk GmbH & Co., συνιστούν δύο διαδοχικές νομικές μορφές μιας και της ίδιας επιχειρήσεως. Το δίκαιο του ανταγωνισμού αφορά επιχειρήσεις η εν λόγω επιχείρηση άλλαξε επωνυμία και νομική μορφή κατά τη στιγμή της μετατροπής, αλλά ο σκοπός της, η εταιρική της έδρα και η διοίκηση παρέμειναν αμετάβλητες. Κατά συνέπεια, οι πράξεις της λυθείσας εταιρείας είναι καταλογιστέες στη Rheinzink ως μόνον κατά νόμο δικαιοδόχο της εταιρείας αυτής.
9
Το επιχείρημα της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτό. Η Rheinzink δεν αμφισβήτησε ότι είναι όχι μόνο κατά νόμο δικαιοδόχος της εταιρείας Rheinisches Zinkwalzwerk GmbH & Co., αλλά ότι συνέχισε και τις οικονομικές της δραστηριότητες. Για την εφαρμογή του άρθρου 85 της συνθήκης η μεταβολή νομικής μορφής και επωνυμίας της επιχειρήσεως δεν συνεπάγεται τη δημιουργία νέας επιχειρήσεως που απαλλάσσεται από την ευθύνη για τις πράξεις της προηγουμένης που προσβάλλουν τον ανταγωνισμό, όταν από οικονομική άποψη αυτές οι δύο επιχειρήσεις ταυτίζονται.
Α — Εναρμονισμένη πρακτική
10
Η εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ Asturienne και Rheinzink, που αποτελεί αντικείμενο του άρθρου 1, παράγραφος 1, της προσβαλλόμενης αποφάσεως τοποθετείται, σύμφωνα με το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, στο πλαίσιο των μέτρων προστασίας των αγορών που έλαβαν ορισμένοι μεγάλοι παραγωγοί ελασματοποιημένων προϊόντων ψευδαργύρου. Τα μέτρα αυτά είναι αποτέλεσμα του ότι κατά την περίοδο εκείνη, οι τιμές των παραγωγών αυτών για τον ελασματοποιημένο^ψευδάργυρο ήταν υψηλότερες στη Γερμανία και στη Γαλλία από ό,τι σε ορισμένα άλλα κράτη μέλη, όπως, κυρίως, στο Βέλγιο καθώς και σε πολλές τρίτες χώρες. Αυτές οι, μερικές φορές αισθητές, αποκλίσεις τιμών ευνόησαν τη δραστηριότητα εισαγωγέων που αγόραζαν σε χαμηλές τιμές ελασματοποιημένα προϊόντα ψευδαργύρου σε μια χώρα, για να τα μεταπωλήσουν σε χώρα όπου οι τιμές ήταν υψηλότερες, ιδίως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ Asturienne και Rheinzink είχε ως σκοπό να εμποδίσει τέτοιες παράλληλες εισαγωγές.
11
Οι δύο προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε την απόδειξη εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ τους όσον αφορά τη δήθεν προστασία της γερμανικής αγοράς. Θεωρούν ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφαση της σε ορισμένες ενδείξεις, ενώ αφενός μεν οι ενδείξεις αυτές δεν είναι επαρκείς για να διαπιστωθεί η αιτίαση περί εναρμονισμένης πρακτικής, αφετέρου δε η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη της ορισμένες ενδείξεις που αντιφάσκουν προς την άποψη της.
12
Δεν αμφισβητείται ότι κατά τη διάρκεια του 1976η Asturienne και η Rheinzink παρέδωσαν σημαντικές ποσότητες ελασματοποιημένου ψευδαργύρου στη Schütz, στο Βέλγιο, για να πωληθούν στην Αίγυπτο και με τιμές που πλησίαζαν εκείνες που ίσχυαν για πωλήσεις με προορισμό τη βελγική αγορά. Στα ελασματοποιημένα προϊόντα ψευδαργύρου που απεστάλησαν στο Βέλγιο επικολλήθηκαν κατόπιν ετικέτες με φροντίδα της Schütz για να ξαναφορτωθούν σε φορτηγά με προορισμό τη Γερμανία, όπου μεταπωλήθηκαν σε τιμές κατώτερες από εκείνες που κανονικά ισχύουν στη χώρα αυτή.
13
Είναι επίσης βέβαιο ότι η πρακτική αυτή ίσχυσε ως το τέλος του Οκτωβρίου 1976, ότι δύο υπάλληλοι της Rheinzink ανακάλυψαν, κατά την ίδια περίοδο, την επαναποστολή των ελασματοποιημένων προϊόντων, που παραδόθηκαν στη Schütz, στη Γερμανία, και ότι η Rheinzink, όπως επίσης και η Asturienne, σταμάτησαν την παράδοση των προϊόντων τους στη Schütz μεταξύ 21 και 29 Οκτωβρίου 1976.
14
Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση η παύση παραδόσεο)ς των προϊόντων στη Schütz από τις δύο επιχειρήσεις δεν είναι δυνατό να εξηγηθεί χωρίς ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τους με σκοπό παράλληλη ενέργεια έναντι της Schütz στο πλαίσιο εναρμονισμένης πρακτικής που συνίστατο στην προστασία του επιπέδου τιμών στη γερμανική αγορά, εμποδίζοντας κυρίως τις παράλληλες εισαγωγές ή την επανεισαγωγή ελασματοποιημένων προϊόντων καταγωγής Γερμανίας.
15
Για να καταλήξει στη διαπίστωση αυτή, η απόφαση στηρίζεται στις εξής ενδείξεις:
—
στις 21 Οκτωβρίου 1976, ημερομηνία κατά την οποία η Asturienne ανέστειλε τις παραδόσεις της προς τη Schütz «χωρίς καμία εμφανή δικαιολογία», η Rheinzink προσήψε στη Schütz ότι δεν τήρησε τη ρήτρα εξαγωγής προς την Αίγυπτο είναι αδύνατον να θεωρηθεί αυτή η ταυτότητα ημερομηνίας μόνον ως σύμπτωση
—
στις 26 Οκτωβρίου 1976, η Rheinzink ανακοίνωσε με τηλετύπημα στην Asturienne την πρόθεση της να μειώσει τις τιμές της στη γερμανική αγορά κατά 3 % περίπου, πράγμα που δεν θα είχε «κανένα νόημα μεταξύ ανταγωνιστών, εκτός από εναρμονισμένη προσπάθεια για να αντιμετωπίσουν από κοινού τις παράλληλες εξαγωγές στην αγορά αυτή»
—
στις 29 Οκτωβρίου 1976, η Rheinzink σταμάτησε την παράδοση προϊόντων της στη Schütz αφού προσπάθησε μάταια να την εξαναγκάσει να σταματήσει τις εξαγωγές της με προορισμό την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας·
—
στις 8 Νοεμβρίου 1976 μόνο, δηλαδή μετά το τέλος της έρευνας των υπαλλήλων της Rheinzink στη Schütz και στο γερμανό αγοραστή της, η Asturienne ζήτησε από τη Schütz την εξόφληση των ποσών που της οφείλονταν ακόμη.
16
Ο συλλογισμός της Επιτροπής στηρίζεται στη σκέψη ότι τα αποδειχθέντα γεγονότα δεν μπορούν να εξηγηθούν διαφορετικά παρά μόνο σε συνάρτηση με εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των δύο επιχειρήσεων. Ενώπιον μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας αρκεί για τις προσφεύγουσες να αποδείξουν περιστατικά που φωτίζουν διαφορετικά τα αποδειχθέντα από την Επιτροπή γεγονότα και που επιτρέπουν έτσι να υποκατασταθεί στην εξήγηση που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση μια άλλη εξήγηση των περιστατικών.
17
Οι προσφεύγουσες πράγματι απέδειξαν την ύπαρξη τέτοιων περιστατικών. Έτσι η Επιτροπή όφειλε να δεχτεί, αντίθετα προς τις διαπιστώσεις της αποφάσεως, ότι η Asturienne εξετέλεσε πλήρως μία παραγγελία της Schütz 240 τόνων ελασματοποιημένων προϊόντων κατά το χρόνο που σταμάτησε να παραδίδει τα προϊόντα της στις 21 Οκτωβρίου 1976. Η Asturienne απέδειξε επίσης, με την προσκόμιση τιμολογίων και τηλετυπημάτων, ότι είχε ήδη δυσχέρειες με τη Schütz σχετικά με την εξόφληση ορισμένων τιμολογίων που αφορούσαν παράδοση προϊόντων που είχε εκτελεσθεί το Σεπτέμβριο, ότι απαίτησε την πληρωμή με τηλετύπημα στις 14 Οκτωβρίου και με δεύτερο τηλετύπημα της 2ας Νοεμβρίου, και ότι παρόμοια προβλήματα ανέκυψαν ως προς την εξόφληση των τιμολογίων σχετικά με τους 240 τόνους που παραδόθηκαν τον Οκτώβριο, όπως μαρτυρεί το τηλετύπημα της 12ης Νοεμβρίου.
18
Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι η Asturienne σταμάτησε να παραδίδει προϊόντα στη Schütz, καθώς και το χρονικό σημείο που σταμάτησε η παράδοση αυτή, μπορούν να εξηγηθούν με σκέψεις που αντλούνται από τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ asturienne και Schütz.
19
Η αποστολή τηλετυπήματος, στις 26 Οκτωβρίου 1976, από την Rheinzink στην Asturienne που αφορά τη μείωση των τιμών στη γερμανική αγορά δεν μπορεί, από μόνο του, να παράσχει ενδείξεις που επιτρέπουν να επισημανθεί η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής, πού λιγότερο αφού η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε καν προέβαλε ότι το γεγονός αυτό είχε συνέπειες στο ύψος των τιμών που ζητούσε η Asturienne.
20
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν συγκέντρωσε αποδεικτικά στοιχεία αρκετά σαφή και συμπίπτοντα ώστε να στηρίξει την πεποίθηση ότι η παράλληλη συμπεριφορά των δύο ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων ήταν αποτέλεσμα εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ τους.
21
Κατά συνέπεια η προσφυγή των δύο προσφευγουσών πρέπει να γίνει δεκτή ως προς το σημείο αυτό και το άρθρο 1, παράγραφος 1, της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να ακυρωθεί.
22
Το άρθρο 2 της αποφάσεως, που επιβάλλει πρόστιμα στις δύο επιχειρήσεις μόνον επειδή διέπραξαν παράβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 πρέπει, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί επίσης.
23
Λόγω αυτής της ακυρώσεως δεν χρειάζεται πλέον να εξετασθεί ο λόγος που προβάλλει η Rheinzink για τη μη λήψη υπόψη εγγράφων που αφορούν την παύση παραδόσεως προϊόντων της Asturienne στη Schütz.
Β — Οι ρήτρες εξαγωγής
24
Η απόφαση αναφέρει στο σκεπτικό της ότι, η ρήτρα με την οποία η Schütz έπρεπε να εξαγάγει στην Αίγυπτο τους τόνους των ελασματοποιημένων προϊόντων ψευδαργύρου που παραδόθηκαν από την Asturienne και την Rheinzink συνιστά από το ίδιο το αντικείμενο της περιορισμό του ανταγωνισμού. Η ρήτρα αυτή περιορίζει την ελευθερία του μεταπωλητή να διαθέσει το εμπόρευμα όπου θέλει και επιτρέπει στους δύο παραγωγούς να αντιταχθούν σε παράλληλες εισαγωγές στο εσωτερικό της Κοινής Αγοράς. Εξυπηρετεί δε έτσι την προστασία της γερμανικής αγοράς, η οποία είναι η πιο ευάλωτη λόγω του υψηλού επιπέδου τιμών.
25
Η προσφεύγουσα Rheinzink προβάλλει ότι οι ρήτρες εξαγωγής που αποτελούσαν τμήμα των συμβάσεων μεταξύ αυτής και της Schütz δεν συνιστούν παράβαση του άρθρου 85 της συνθήκης. Υποστηρίζει πρώτα ότι η προϋπόθεση εξαγωγής σε τρίτη χώρα δεν επιβλήθηκε από την ίδια, αλλά ετέθη στη σύμβαση με πρωτοβουλία της Schütz, η οποία είχε έτσι την πρόθεση να αγοράσει τα προϊόντα σε πιο ευνοϊκή τιμή εξαγωγής. Ισχυρίζεται κατόπιν ότι, κατά την έννοια του άρθρου 85 της συνθήκης, μια συμφωνία τότε μόνο μπορεί να έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, όταν οι δύο συμβαλλόμενοι από κοινού καθορίσουν τέτοιο στόχο, πράγμα που δεν συμβαίνει προφανώς στη συγκεκριμένη περίπτωση.
26
Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Για να καθοριστεί αν μια συμφωνία έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού δεν προέχει ποιος από τους δύο συμβαλλομένους πήρε την πρωτοβουλία να θέσει αυτή ή την άλλη ρήτρα ή αν τα μέρη είχαν την κοινή πρόθεση κατά το χρονικό σημείο της συνάψεως της συμφωνίας. Αντίθετα, πρέπει να εξεταστούν οι σκοποί που επιδιώκονται από αυτή την ίδια τη συμφωνία υπό το φως των αμοιβαίων οικονομικών σχέσεων εντός των οποίων πρέπει να εφαρμοστεί η συμφωνία αυτή.
27
Η απόφαση — της οποίας το περιεχόμενο δεν αμφισβητείται στο σημείο αυτό — αναφέρει ότι η πρώτη παραγγελία της Schütz προς την Asturienne, η οποία έγινε κατόπιν αιτήσεως του γερμανού αγοραστή, αφορούσε λαμαρίνες από ελασματοποιημένα προϊόντα σε συνήθεις διαστάσεις για τη Γερμανία και ότι η Asturienne αντέταξε ότι τέτοιες διαστάσεις, αν και πωλούνται εύκολα στη Γερμανία και στη Γαλλία, δεν είχαν καμία ζήτηση στο Βέλγιο. Μετά απ'αυτό, η Schütz προμηθεύτηκε τις ίδιες λαμαρίνες από την Asturienne και την Rheinzink δημιουργώντας στις επιχειρήσεις αυτές την εντύπωση ότι οι λαμαρίνες ήταν προορισμένες για επανεξαγωγή προς τη Μέση Ανατολή, ιδίως προς την Αίγυπτο. Οι τιμές πωλήσεως που ζητούσαν οι δύο παραγωγοί ήταν πάντως στην πράξη ίδιες ή πολύ κοντά προς εκείνες των ίδιων παραγωγών για τις πωλήσεις τους που προορίζονταν για τη βελγική αγορά.
28
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να διαπιστωθεί ότι οι ρήτρες εξαγωγής είχαν ουσιωδώς ως αντικείμενο να εμποδίσουν την επανεξαγωγή του εμπορεύματος προς τη χώρα παραγωγής με σκοπό να διατηρηθεί σύστημα διπλών τιμών στην Κοινή Αγορά και να περιοριστεί έτσι ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό της.
29
Η προσφεύγουσα Rheinzink προβάλλει ακόμη ότι η συμφωνία δεν είχε αισθητό αποτέλεσμα στον ανταγωνισμό, ούτε στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
30
Πάντως, δεν αμφισβήτησε ότι, ως προς την παραγωγή φύλλων ψευδαργύρου, δεν υπάρχουν στην Κοινή Αγορά παρά μόνο έξι εργοστάσια παραγωγής ελασματοποιημένων προϊόντων διαφορετικής ικανότητας παραγωγής, μεταξύ των οποίων η Rheinzink είναι η μόνη που είναι εγκατεστημένη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Σε τέτοια κατάσταση αγοράς, το επιχείρημα κατά το οποίο ο περιορισμός του ανταγωνισμού που συνίσταται στην απομόνωση της γερμανικής αγοράς δεν είναι αισθητός, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
31
Οι σκέψεις αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι αιτιάσεις κατά του άρθρου 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν.
Γ — Σύμβαση παροχής διευκολύνσεων
32
Με σύμβαση που συνήφθη στις 5 Αυγούστου 1974 η Asturienne, η Rheinzink και η Vieille Montagne δεσμεύτηκαν αμοιβαία να εφοδιάζονται ελασματοποιημένα προϊόντα ψευδαργύρου σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής που επιφέρει σε μία από αυτές σημαντικό έλλειμμα στην παραγωγή ανεξαρτήτως αιτίας. Δυνάμει της συμβάσεως αυτής, η παροχή διευκολύνσεων είναι απαιτητή μόλις το έλλειμμα στην παραγωγή της επιχειρήσεως που προσβάλλεται από τη διαταραχή υπερβαίνει τους 20 τόνους ημερησίως ή 200 τόνους συνολικά. Καθεμία από τις άλλες επιχειρήσεις δεσμεύεται, στις περιπτώσεις αυτές, να παραδίδει 1500 τόνους κατά ανώτατο όριο, υπό τον όρο πάντως ότι δεν διαταράσσεται η δική της παραγωγή. Η σύμβαση προέβλεπε ότι ισχύει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του 1976 και ότι η ισχύς της παρατείνεται σιωπηρά κάθε φορά κατά ένα ημερολογιακό έτος, εκτός αν καταγγελθεί, πράγμα που συνέβη.
33
Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η σύμβαση αυτή συνιστά περιορισμό του ανταγωνισμού τόσο λόγω του αντικειμένου της όσο και λόγω της ενέργειας της. Στερεί τους συμβαλλομένους από την αυτονομία συμπεριφοράς, από την ευχέρεια να προσαρμόζονται ατομικά στις περιστάσεις και από τη δυνατότητα να επωφελούνται από αύξηση των απευθείας πωλήσεων στην πελατεία και από τυχόν παύσεις ή μειώσεις της παραγωγής των άλλων επιχειρήσεων. Η σύμβαση μπορεί εξάλλου να αναγκάσει τους συμβαλλομένους να παραδώσουν οι μεν στους δε σημαντικές ποσότητες. Με βάση τις σκέψεις αυτές, η απόφαση διαπιστώνει ότι μια σύμβαση τόσο γενικού πεδίου ενέργειας και τόσο μακράς διάρκειας, εφόσον μπορεί να ανανεώνεται σιωπηρά επ' αόριστον, «καθιερώνει στη θέση του ανταγωνισμού την αλληλοβοήθεια» και τείνει στην αποφυγή κάθε μεταβολής «στις αντίστοιχες θέσεις που οι συμβαλλόμενοι έχουν στην αγορά».
34
Η προσφεύγουσα Rheinzink δεν αμφισβητεί στο σημείο αυτό τα αποδειχθέντα με την απόφαση γεγονότα. Θεωρεί πάντως ότι η Επιτροπή εκτιμά εσφαλμένα τους σκοπούς της συμβάσεως αυτής και τις πρακτικές της συνέπειες. Οι τρεις επιχειρήσεις θέλησαν απλώς να περιορίσουν τον κίνδυνο αδυναμίας να προμηθεύουν τους τακτικούς πελάτες τους σε εξαιρετικές περιστάσεις που είναι δυνατό να διαταράξουν την παραγωγή. Η πρακτική χρησιμότητα της συμβάσεως φάνηκε σε μερικές εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η σύμβαση χρησιμοποιήθηκε για να στηρίξει σε ορισμένες περιπτώσεις παράδοση προϊόντων από μία επιχείρηση σε άλλη.
35
Όποια και να είναι γενικά η κρίση μιας συμβάσεως παροχής διευκολύνσεων μεταξύ παραγωγών επιχειρήσεων σε σχέση με τις απαγορεύσεις του άρθρου 85 της συνθήκης, το γράμμα της εν λόγω συμβάσεως είναι τόσο γενικό και αόριστο ώστε δίνει τη δυνατότητα τελείως διαφορετικής εφαρμογής από εκείνη στην οποία τα μέρη υποστηρίζουν ότι αποσκοπούσαν και την οποία πράγματι ακολούθησαν μέχρι τώρα. Οι δεσμεύσεις αλληλοβοήθειας αφορούν πράγματι όχι μόνο τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας και τις ανάλογες καταστάσεις, αλλά όλες τις περιπτώσεις «σοβαρής διαταραχής», οποιαδήποτε και αν είναι η φύση και η προέλευση τους. Φαίνεται έτσι ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της συμβάσεως είναι τόσο ευρείας και αόριστης μορφής, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως περιορισμοί του ανταγωνισμού. Στην σκέψη αυτή προστίθενται η αόριστη διάρκεια της συμβάσεως και το γεγονός ότι πρόκειται για σημαντικές ποσότητες ελασματοποιημένων προϊόντων, ενόψει των αριθμών που αναφέρονται στην απόφαση και δεν αμφισβητούνται.
36
Οι αιτιάσεις κατά των διαπιστώσεων που αφορούν τη σύμβαση παροχής διευκολύνσεων δεν μπορούν, σε τελική ανάλυση, να γίνουν δεκτές.
37
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, και του άρθρου 2 της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να ακυρωθούν και ότι η προσφυγή της Rheinzink πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
38
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Πάντως, κατά την παράγραφο 3, εδάφιο πρώτο, του ιδίου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα ολικώς ή μερικώς σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
39
Επειδή στην υπόθεση 29/83η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
40
Επειδή στην υπόθεση 30/83 και οι δύο διάδικοι ηττήθηκαν μερικώς, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, και του άρθρου 2 της αποφάσεως 82/866/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1982, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ (4/29.629 — ελασματοποιημένα προϊόντα και κράματα ψευδαργύρου — ΕΕ L 362, σ. 40).
2)
Στην υπόθεση 30/83 απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Στην υπόθεση 29/83 καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
4)
Στην υπόθεση 30/83 κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Koopmans
Bahlmann
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Μαρτίου 1984.
Ο γραμματέας κ.α.α.
J. A. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
T. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy