Στην υπόθεση 36/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht του Düsseldorf προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 της συνθήκης ΕΚΑΧ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Mabanaft GmbH, Αμβούργο,
και
Hauptzollamt Emmerich,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος των συστάσεων της Ανωτάτης Αρχής της 28ης Ιανουαρίου 1959 και 30ής Οκτωβρίου 1962,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και Υ. Galmot, προέδρους τμήματος, Ρ. Pescatore, Α. O'Keeffe, G. Bosco, Ο. Due και U. Everling, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: P. Heim
εκδίδει την ακόλουδη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 103, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1. Το κανονιστικό πλαίσιο: η εξέλιξη του καθεστώτος εισαγωγών στον τομέα του άνθρακα
Το 1958, η κοινή αγορά άνθρακα γνώρισε σοβαρές διαταραχές, που οφείλονταν, αφενός, στη σημαντική μείωση της ζητήσεως μετά από μία φάση συγκυριακής υφέσεως και, αφετέρου, στην αύξηση της καταναλώσεως μαζούτ. Η κρίση αυτή ώθησε ορισμένες χώρες παραγωγής άνθρακα, όπως το Βέλγιο και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, να επιβάλουν περιορισμούς στις εισαγωγές άνθρακα από τρίτες χώρες.
Η Ανωτάτη Αρχή εξέδωσε σειρά συστάσεων, με τις οποίες επέτρεψε τη λήψη των μέτρων προστασίας που είχαν ζητήσει ορισμένα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά δεν θα υπερέβαιναν ορισμένα όρια.
Όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ανωτάτη Αρχή εξέδωσε στις 28 Ιανουαρίου 1959, μετά από διαβουλεύσεις με τη γερμανική κυβέρνηση και βάσει του άρθρου 74, τρίτη περίπτωση, της συνθήκης ΕΚΑΧ, σύσταση δημοσιευθείσα στην Επίσημη Εφημερίδα της 11ης Φεβρουαρίου 1959, σ. 197, με την οποία συνιστάται:
—
στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να θεσπίσει προσωρινά δασμό επί των εισαγωγών άνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά το μέτρο που οι εισαγωγές αυτές υπερβαίνουν ποσόστωση ελεύθερη δασμών, το δε ύψος του εν λόγω δασμού δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 γερμανικά μάρκα ανά τόνο' να προβλέψει, για το 1959 ποσόστωση ελεύθερη δασμών όχι κατώτερη των 5 εκατομμυρίων τόνων
—
στις κυβερνήσεις των άλλων κρατών μελών να παράσχουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την απαραίτητη αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη των δασμών.
Η σύσταση της 3ης Νοεμβρίου 1959 (ABl. της 14. 11. 1959, σ. 1150), καθόρισε εκ νέου το ελάχιστο ύψος της ελεύθερης δασμών ποσοστώσεως που έπρεπε να ανοιχθεί για το 1960 σε 5 εκατομμύρια τόνους.
Ο γερμανικός νόμος της 3ης Δεκεμβρίου 1959 περί δασμολογικής ποσοστώσεως των στερεών καυσίμων για τα έτη 1959 και 1960 προέβλεψε ποσόστωση που υπερέβαινε κάπως τα 5 εκατομμύρια τόνους.
Με συστάσεις της 3ης Νοεμβρίου 1960 (ABl. της 19. 11. 1960, σ. 1425), της 13ης Δεκεμβρίου 1961 (ABl. της 19. 12. 1961, σ. 1600) και της 30ής Οκτωβρίου 1962 (ABl. της 12. 11. 1962, σ. 2683), η Ανωτάτη Αρχή καθόρισε κάθε φορά τις ποσοστώσεις που έπρεπε να ανοίξει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για τα έτη 1961,1962 και 1963 στο ελάχιστο όψος των 6 εκατομμυρίων τόνων. Οι γερμανικοί νόμοι της 23ης Δεκεμβρίου 1960 περί δασμολογικής ποσοστώσεως των στερεών καυσίμων για τα έτη 1961 και 1962 και της 27ης Δεκεμβρίου 1962, περί δασμολογικής ποσοστώσεως των στερεών καυσίμων για τα έτη 1963 και 1964, καθόρισαν τις ποσοστώσεις σύμφωνα με τις ανωτέρω συστάσεις. Κατά τη διάρκεια νέου ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στο τέλος του 1963, η Ανωτάτη Αρχή, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Επιτροπή, έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η θέσπιση συστάσεως για το 1964, δεδομένου ότι ο ανωτέρω γερμανικός νόμος της 27ης Δεκεμβρίου 1962 παρείχε για το 1964 επαρκή νομική βάση για την εισαγωγή ατελώς τουλάχιστον 6,2 εκατομμυρίων τόνων.
Κατά τα επόμενα έτη, η Ανωτάτη Αρχή δεν απηύθυνε πλέον καμία σύσταση στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας η οποία, από την πλευρά της, τήρησε το ελάχιστο ύψος ποσοστώσεως που καθόρισαν οι προηγούμενες συστάσεις της Ανωτάτης Αρχής, μέχρι το νόμο της 14ης Δεκεμβρίου 1970 με τον οποίο η ποσόστωση καθορίστηκε σε 7 εκατομμύρια τόνους.
Με τροποποιητικό νόμο που θεσπίστηκε για να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες της προσχωρήσεως της Μεγάλης Βρετανίας, της οποίας οι εξαγωγές άνθρακα στα άλλα κράτη μέλη δεν υπέκειντο πλέον σε κανένα περιορισμό, η ποσόστωση για το 1976 καθορίστηκε σε 5 εκατομμύρια τόνους και η διάρκεια της ισχύος του νόμου παρατάθηκε μέχρι το 1981.
Η ρύθμιση που ισχύει σήμερα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όσον αφορά τις εισαγωγές άνθρακα από τρίτες χώρες αποτελείται από το άρθρο 3 του δεύτερου νόμου περί τροποποιήσεως των διατάξεων στον τομέα της ενέργειας. Ο νόμος αυτός της 25ης Αυγούστου 1980:
—
παρέτεινε, μεταξύ άλλων, μέχρι το 1995 την ισχύ της ρυθμίσεως που ισχύει σήμερα'
—
αύξησε σημαντικά τις ποσοστώσεις (7 εκατομμύρια τόνοι ετησίως)·
—
εισήγαγε νέο σύστημα αδειών εισαγωγής.
Η επιβολή δασμών επί των εισαγωγών που υπερβαίνουν την ελεύθερη δασμών ποσόστωση διατηρήθηκε επίσης στην πλέον πρόσφατη ρύθμιση.
Πρέπει ακόμη να υπομνηστεί η σύσταση 77/328/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1977 (ABl. L 114 της 5. 5. 1977, σ. 4). Η σύσταση αυτή, που καθιερώνει για το σύνολο των προϊόντων ΕΚΑΧ προελεύσεως τρίτων χωρών μία διαδικασία αμοιβαίας παροχής πληροφοριών και διαβουλεύσεων, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καταφεύγουν σε εθνικά μέτρα μόνο μετά την τήρηση της εν λόγω διαδικασίας.
2. Το ιοτορικό της διαφοράς
Κατά τα έτη 1977 και 1978, η ετερόρρυθμη εταιρεία Fisser und van Doornum Köln GmbH & Co. (FiDo Köln), διάδοχος της οποίας είναι η εταιρεία Mabanaft, αγόρασε από την ολλανδική επιχείρηση LVOB λιθάνθρακα καθοριζόμενο ως «εμπόρευμα ΕΟΚ, ολλανδικής καταγωγής, προερχόμενο από αποθέματα ορυχείων ή αποθηκών». Δεδομένου ότι ο προμηθευτής χορήγησε πιστοποιητικά καταγωγής των κρατικών ολλανδικών ορυχείων, ο εν λόγω άνθρακας εισήχθη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ελεύθερος δασμών.
Μεταγενέστερες έρευνες της γερμανικής υπηρεσίας διώξεως τελωνειακών παραβάσεων αποκάλυψαν ότι αντίθετα προς τις δηλώσεις της εταιρείας FiDo Köln, ο άνθρακας προερχόταν στην πραγματικότητα από διάφορες τρίτες χώρες και ότι τα πιστοποιητικά καταγωγής που προσκομίστηκαν κατά τα έτη 1977 και 1978 είχαν πλαστογραφηθεί. Το Hauptzollamt (Κεντρικό Τελωνείο) του Emmerich ζήτησε τότε από την εταιρεία Mabanaft, διάδοχο της λυθείσας την 1η Ιανουαρίου 1979 εταιρείας FiDo Köln, την καταβολή διαφορικών δασμών συνολικού ποσού 1382829,77 γερμανικών μάρκων.
Η εταιρεία Mabanaft άσκησε ενώπιον του Finanzgericht του Düsseldorf προσφυγή ακυρώσεως των διορθωτικών πράξεων περί επιβολής δασμού που της επιδόθηκαν, υποστηρίζοντας ότι η επιβολή δασμών επί άνθρακα που τελεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας είναι αντίθετη προς το άρθρο 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ. Το Hauptzollamt του Emmerich αντέτεινε ότι η επιβολή διαφορικού δασμού είναι νόμιμη ως μέτρο εμπορικής πολιτικής που εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, κατά την έννοια του άρθρου 71, πρώτη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Το Finanzgericht του Düsseldorf διερωτάται αν οι συστάσεις που εξέδωσε η Ανωτάτη Αρχή κατά τα έτη 1959 μέχρι 1962, που θεωρεί άλλωστε ως ασυμβίβαστες με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας μεταξύ των κρατών μελών, εξακολουθούν πάντοτε να ισχύουν και μπορούν έτσι να αποτελέσουν τη νομική βάση για την ισχύουσα κατά την περίοδο των επίμαχων εισαγωγών γερμανική ρύθμιση. Με διάταξη της 7ης Φεβρουαρίου 1983, ανέβαλε συνεπώς την έκδοση αποφάσεως και ζήτησε από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 41 της συνθήκης ΕΚΑΧ, να αποφανθεί επί του ακόλουθου ερωτήματος:
«Οι συστάσεις της Ανωτάτης Αρχής της 28ης Ιανουαρίου 1959 (ABI. της 11. 2. 1959, σ. 197) και της 30ής Οκτωβρίου 1962 (ABl. της 12. 11. 1962, σ. 2683) συμβιβάζονται με το άρθρο 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ και μπορούν — και ενδεχομένως επί πόσο χρόνο — να αποτελέσουν τη νομική βάση εθνικής ρυθμίσεως, δυνάμει της οποίας επιβάλλεται διαφορικός δασμός για εισαγόμενο λιθάνθρακα, καταγωγής τρίτης χώρας, ο οποίος τελούσε σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους;»
3. Η διαδικασία
Η διάταξη παραπομπής περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Μαρτίου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 103, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η εταιρεία Mabanaft, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Krause-Ablass, του δικηγορικού γραφείου Bruckhaiis, Kreifels, Winkliaus & Lieberknecht του Düsseldorf, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους Martin Seidel και Albert Bleckmann, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς της συμβούλους Peter Gilsdorf και Peter Karpenstein.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού του προδικαστικού ερωτήματος
Η Επιτροπή, η οποία είναι ο μόνος διάδικος που θίγει το ζήτημα αυτό, παρατηρεί ότι το προδικαστικό ερώτημα αποτελεί αναμφισβήτητα ερώτημα που αναφέρεται στο «κόρος» πράξεως της Ανωτάτης Αρχής, κατά την έννοια του άρθρου 41 της συνθήκης ΕΚΑΧ, στο μέτρο κατά το οποίο ερωτάται αν οι συστάσεις της Ανωτάτης Αρχής της 28ης Ιανουαρίου 1959 και της 30ής Οκτωβρίου 1962 συμβιβάζονται με το άρθρο 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ και αν οι συστάσεις αυτές είναι ικανές να αποτελέσουν τη νομική βάση εθνικής ρυθμίσεως δυνάμει της οποίας επιβάλλεται διαφορικός δασμός επί των εισαγωγών άνθρακα που τελεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους και είναι καταγωγής τρίτης χώρας, πράγμα που ισοδυναμεί με τη θέση υπό αμφισβήτηση κατά τρόπο γενικό του περιεχομένου των εξουσιοδοτήσεων που περιλαμβάνονται στις εν λόγω συστάσεις.
Το προδικαστικό ερώτημα αποτελεί αντίθετα ερμηνευτικό ερώτημα, στο μέτρο κατά το οποίο ερωτάται επί πόσο χρόνο οι εν λόγω συστάσεις μπορούσαν να αποτελέσουν τη νομική βάση της εθνικής ρυθμίσεως. Πρόκειται πράγματι για την ερμηνεία της λέξεως «προσωρινά» που περιλαμβάνεται στη σύσταση της 28ης Ιανουαρίου 1959.
Η Επιτροπή θεωρεί πάντως ότι και αυτό το τμήμα του ερωτήματος μπορεί επίσης να εκληφθεί υπό την έννοια ότι το Finanzgericht ερωτά αν οι εν λόγω συστάσεις συμβιβάζονταν ακόμη με το άρθρο 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ κατά το χρόνο πραγματοποιήσεως των επίμαχων εισαγωγών (δηλαδή το 1977/78) και, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ότι αφορά το κύρος διατάξεως του κοινοτικού δικαίου.
Βάσει των σκέψεων αυτών, η Επιτροπή δεν προβάλλει συνεπώς ρητή επιφύλαξη ως προς το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος.
Επί της ουσίας
Η εταιρεία Mabanafi υποστηρίζει ότι ο νόμος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας όσον αφορά τη δασμολογική ποσόστωση για τον άνθρακα παραβαίνει το άρθρο 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά το οποίο οι εισαγωγικοί ή εξαγωγικοί δασμοί ή οι επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και οι ποσοτικοί περιορισμοί της κυκλοφορίας των προϊόντων δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα και κατά συνέπεια καταργούνται και απαγορεύονται εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στη συνθήκη. Η αρχή αυτή, την οποία επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1961 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 9 και 12/60 (Α. Vloeberghs SA κατά Ανωτάτης Αρχής, Sig. 1961, σ. 391), ισχύει για όλα τα εμπορεύματα που τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους.
Αναφερόμενη κατόπιν στο επιχείρημα του Hauptzollamt ότι η επιβολή διαφορικού δασμού δικαιολογείται, εν πάση περιπτώσει, από τις διατάξεις του κεφαλαίου Χ της συνθήκης ΕΚΑΧ περί εμπορικής πολιτικής, η εταιρεία Mabanaft αμφισβητεί ότι τα κράτη μέλη έχουν αυτόνομο δικαίωμα επιβολής του δασμού αυτού.
Η εταιρεία Mabanaft παρατηρεί σχετικά ότι η αντίφαση μεταξύ αφενός του άρθρου 72 της συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά το οποίο το Συμβούλιο μπορεί να καθορίζει, κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, κατώτατους και ανώτατους συντελεστές για τους δασμούς, και, αφετέρου, του άρθρου 71, πρώτη παράγραφος, κατά το οποίο η αρμοδιότητα των κυβερνήσεων των κρατών μελών στον τομέα της εμπορικής πολιτικής δεν θίγεται από την εφαρμογή της παρούσας συνθήκης, μπορεί να αποφευχθεί μόνον αν η τελευταία αυτή διάταξη ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ελευθερία που παραχωρείται καταρχήν στα κράτη μέλη στον τομέα της εμπορικής πολιτικής δεν περιλαμβάνει ακριβώς την επιβολή δασμών.
Προς υποστήριξη της ερμηνείας αυτής, η εταιρεία Mabanaft προβάλλει ότι:
—
το γεγονός ότι η παροχή αδείας για την επιβολή δασμών επιφυλάσσεται στο Συμβούλιο δικαιολογείται από το ότι οι δασμοί αυτοί συνιστούν σοβαρή επέμβαση στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες·
—
το συμπέρασμα αυτό προκύπτει επίσης από την ενιαία ερμηνεία των κοινοτικών συνθηκών και από την επικουρική εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης ΕΟΚ περί τελωνειακής ενώσεως και περί κοινής εμπορικής πολιτικής, στο μέτρο τουλάχιστον που δεν υπάρχουν σχετικά αντίθετες διατάξεις της συνθήκης ΕΚΑΧ·
—
η κοινοτική πρακτική είναι σύμφωνη με την άποψη αυτή, όπως αποδεικνύεται από τη μνεία «ενιαίου δασμολογίου ΕΚΑΧ» στα πλαίσια του GATT, από τη συμμετοχή της Ανωτάτης Αρχής στις δασμολογικές διαπραγματεύσεις στα πλαίσια του Dillon Round (1960/61) και του Kennedy Round (1964-1967) Kat από τη γνωμοδότηση 1/75 του Δικαστηρίου, της 11ης Νοεμβρίου 1975, που αναγνώρισε την αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας για τη σύναψη συμφωνιών εμπορικής πολιτικής τον τομέα της ΕΚΑΧ.
Αλλά, έστω και αν ερμηνευθεί το άρθρο 71 υπό την έννοια ότι παρέχει στα κράτη μέλη δικαίωμα αυτόνομης επιβολής δασμών, δεν είναι δυνατό, κατά την άποψη της εταιρείας Mabanaft, να του αναγνωριστεί προτεραιότητα έναντι του άρθρου 4 της συνθήκης, αν ληφθεί υπόψη αφενός ότι το τελευταίο αυτό άρθρο εντάσσεται στις διατάξεις που καθορίζουν την αποστολή και τα θεμέλια της Κοινότητας, δεν θίγεται από ενδεχόμενες τροποποιήσεις των κανόνων της συνθήκης δυνάμει του άρθρου 95 και δεν περιλαμβάνει επιφύλαξη υπέρ αντιθέτων διατάξεων όπως η επιφύλαξη του διατυπώνεται στο άρθρο 71.
Η εταιρεία Mabanaft αμφισβητεί επίσης τη δυνατότητα εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 73, πρώτη παράγραφος, κατά το οποίο «η διαχείριση των αδειών εισαγωγής και εξαγωγής στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες ανήκει στην κυβέρνηση στο έδαφος της οποίας ευρίσκεται το σημείο προορισμού των εισαγωγών». Διότι το άρθρο αυτό αναφέρεται μόνο στις εισαγωγές που προέρχονται απευθείας από τρίτες χώρες, σκοπός του δε είναι να αποφευχθεί η δυνατότητα κάθε κράτους, μέσω του εδάφους του οποίου διενεργείται διαμετακόμιση, να παρεμποδίζει τη διέλευση απαιτώντας άδεια. Δεν μπορεί συνεπώς να συναχθεί από το άρθρο αυτό δικαίωμα των κρατών μελών να επιτρέπουν ή όχι την εισαγωγή εμπορευμάτων που τελούν ήδη σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας.
Η εταιρεία Mabanaft υποστηρίζει ότι το προβαλλόμενο από το Hauptzollamt δικαίωμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να προστατεύεται από «έμμεσες εισαγωγές» με εθνικά μέτρα χωρίς ρητή συναίνεση της Επιτροπής είναι ανύπαρκτο. Αν τα κράτη μέλη είχαν το δικαίωμα να προστατεύονται μονομερώς από τις έμμεσες εισαγωγές, το σύστημα που προβλέπεται στο άρθρο 71, τρίτη παράγραφος, κατά το οποίο «οι κυβερνήσεις των κρατών μελών παρέχουν αμοιβαίως την αναγκαία συνδρομή για την εφαρμογή των μέτρων που η Ανωτάτη Αρχή αναγνωρίζει ως σύμφωνα προς την παρούσα συνθήκη και προς τις ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες», θα έχανε κάθε έννοια, τουλάχιστον όσον αφορά τους ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών. Η ανυπαρξία τέτοιου δικαιώματος προϋποτίθεται άλλωστε επίσης στην παράγραφο 15 της συμβάσεως περί μεταβατικών διατάξεων, όπου προβλέπεται ότι κατά το τέλος της μεταβατικής περιόδου, τα κράτη μέλη στα οποία επετράπη η επιβολή υψηλότερων δασμών έναντι των τρίτων χωρών, έπρεπε να ζητήσουν την άδεια της Ανωτάτης Αρχής για να μπορούν να λάβουν μόνα τους τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν, έναντι των εμμέσων εισαγωγών με χαμηλότερους δασμούς μέσω του εδάφους άλλων κρατών μελών, την ίδια προστασία με εκείνη που επιτυγχάνεται με την επιβολή των δικών τους δασμών επί των αμέσων εισαγωγών.
Μένει συνεπώς μόνο το ερώτημα αν από τη σύσταση της Ανωτάτης Αρχής της 28ης Ιανουαρίου 1959 προκύπτει το δικαίωμα επιβολής δασμού επί άνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών που είχε ήδη τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλου κράτους μέλους.
Η εταιρεία Mabanaft υποστηρίζει σχετικά ότι η ανωτέρω σύσταση αντιβαίνει προς το άρθρο 72 της συνθήκης, το οποίο παρέχει μόνο στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να καθορίζει, κατόπιν προτάσεως της Ανωτάτης Αρχής, κατώτατους και ανώτατους συντελεστές, εντός των ορίων των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν δασμούς.
Η εταιρεία Mabanaft προσθέτει ότι και αν ακόμη δεν γίνει δεκτή η άποψη αυτή, η σύσταση της 28ης Ιανουαρίου 1959 δεν αποτελούσε πλέον, εν πάση περιπτώσει, πρόσφορη νομική βάση για την επιβολή δασμών κατά τη διάρκεια της περιόδου 1977-1979.
Οι συστάσεις προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, που στηρίζονται στο άρθρο 74 της συνθήκης ΕΚΑΧ, μπορούν να θεωρηθούν νόμιμες μόνο υπό την προϋπόθεση ότι ο άνθρακας καταγωγής τρίτων χωρών εισήχθη «σε ποσότητες σχετικώς αυξημένες και υπό όρους τέτοιους, ώστε οι εισαγωγές αυτές να επιφέρουν ή να απειλούν να επιφέρουν σοβαρή ζημία στην παραγωγή, εντός της κοινής αγοράς, ομοίων ή ευθέως ανταγωνιστικών προϊόντων» (άρθρο 74, πρώτη παράγραφος, περίπτωση 3). Η Ανωτάτη Αρχή προέβη σε τέτοια διαπίστωση για το 1959. Στην τελευταία σύσταση της 30ής Οκτωβρίου 1962, η Ανωτάτη Αρχή θεώρησε ότι η κατάσταση δεν θα παρουσίαζε κατά τα φαινόμενα ουσιώδη βελτίωση κατά το 1963. 'Οσον αφορά τα επόμενα έτη, πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί ότι, αφενός, η Ανωτάτη Αρχή δεν προέβη πλέον σε ανάλογη διαπίστωση και, αφετέρου, ότι οι συνθήκες παρουσίασαν ουσιώδη μεταβολή.
Η εταιρεία Mabanaft παρατηρεί σχετικά ότι μετά τη δραματική κορύφωση της κρίσεως στον τομέα του άνθρακα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας περί τα τέλη της δεκαετίας του '50, παρατηρήθηκε συγκυριακή ανάκαμψη που εκδηλώθηκε πλήρως περί τα τέλη της δεκαετίας του '60 και που επέφερε αύξηση της καταναλώσεως λιθάνθρακα και προκάλεσε φαινόμενα ελλείψεως του προϊόντος αυτού στη γερμανική αγορά, λόγω της στεγανοποιήσεως της αγοράς αυτής έναντι των εισαγωγών από τρίτες χώρες.
Η εξέλιξη αυτή καθιστά σαφές πόσο γρήγορα μπορούν να μεταβληθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες η Ανωτάτη Αρχή μπορεί να εκδώσει συστάσεις δυνάμει του άρθρου 74 της συνθήκης ΕΚΑΧ, οδηγεί δε κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι η Ανωτάτη Αρχή έχει τη δυνατότητα να εκδίδει τέτοιες συστάσεις μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, όπως πράγματι έπραξε στην προκειμένη περίπτωση.
Κατά την άποψη της εταιρείας Mabanaft, ο όρος «προσωρινά» που χρησιμοποιείται στη σύσταση της 28ης Ιανουαρίου 1959 για να περιορίσει το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε την άδεια να επιβάλει δασμό επί των εισαγωγών άνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών δεν μπορεί συνεπώς να αναφέρεται, λόγω της στενής οικονομικής σχέσεως μεταξύ ποσοστώσεως και επιβολής δασμού, παρά στο έτος για το οποίο η Ανωτάτη Αρχή καθόρισε ελάχιστη ποσόστωση για ελεύθερες δασμών εισαγωγές. Τέτοιος καθορισμός ποσοστώσεως συνέβη για τελευταία φορά για το έτος 1963. Με την παρέλευση του έτους αυτού, έληξε συνεπώς και η «προσωρινή» περίοδος για την οποία πρόκειται.
Ανεξάρτητα αυτού, είναι δυνατό το πολύ πολύ να θεωρηθεί ως «προσωρινή» η περίοδος κατά την οποία παρέμειναν αμετάβλητες οι συνθήκες οι οποίες, κατά την άποψη της Ανωτάτης Αρχής, δικαιολογούσαν τη σύσταση της 28ης Ιανουαρίου 1959. Οι συνθήκες αυτές όμως μεταβλήθηκαν ριζικά το αργότερο κατά τα τέλη της δεκαετίας του '60.
Δεν είναι σημαντικό το γεγονός ότι η Ανωτάτη Αρχή και ακολούθως η Επιτροπή «ενέκριναν σιωπηρά», όπως προβάλλει το Hauptzollamt, την επιβολή δασμού από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η εταιρεία Mabanaft παρατηρεί σχετικά ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 16. 12. 1981, υπόθεση 269/80, Tymen, Συλλογή 1981, σ. 3079), ένα κράτος μέλος δεν έχει πλέον το δικαίωμα, σε τομέα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Κοινότητας, να λαμβάνει μονομερώς μέτρα εθνικού χαρακτήρα όταν τα κοινοτικά όργανα παραμένουν αδρανή.
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, η εταιρεία Mabanaft προτείνει να δοθούν ot ακόλουθες απαντήσεις στο υποβληθέν ερώτημα:
1.
η επιβολή διαφορικού δασμού επί λιθάνθρακα που τελούσε ήδη σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ·
2.
οι συστάσεις της Ανωτάτης Αρχής της 28ης Ιανουαρίου 1959 και της 30ής Οκτωβρίου 1962 δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ και δεν εξουσιοδοτούσαν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να επιβάλλει κατά τα έτη 1977 μέχρι 1979 διαφορικό δασμό επί λιθάνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών που εισαγόταν ενώ τελούσε σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίαςέχει την άποψη ότι η επί των δασμών αρμοδιότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προκύπτει, όσον αφορά τους διαφορικούς δασμούς επί των εισαγωγών, από το γεγονός ότι η ΕΚΑΧ αντιστοιχεί επί του σημείου αυτού όχι προς την αρχή μιας τελωνειακής ενώσεως αλλά μόνο προς την αρχή μιας ζώνης ελευθέρου εμπορίου. 'Εστω και αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ αποκλείει την επιβολή δασμών επί των εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών στα πλαίσια του ενδοκοινοτικού εμπορίου, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει το δικαίωμα να επιβάλλει δασμούς βάσει ανάλογης εφαρμογής του άρθρου 73 της συνθήκης ΕΚΑΧ ή δυνάμει της συστάσεως της Ανωτάτης Αρχής της 28ης Ιανουαρίου 1959.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας παρατηρεί ότι αν και με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1961 (συνεκδικασθείσες υποθέσεις 9 και 12/60, Vloeberghs) το Δικαστήριο έκρινε, ακολουθώντας τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, ότι η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που καθιερώνεται στο άρθρο 4, στοιχείο α, ισχύει επίσης για τα προερχόμενα από τρίτες χώρες προϊόντα, δεν επανέλαβε εντούτοις το τμήμα των προτάσεων στο οποίο ο γενικός εισαγγελέας επεξέτεινε την ισχύ της εν λόγω διατάξεως και στους τελωνειακούς φραγμούς.
Υπό τις συνθήκες αυτές ανακύπτει συνεπώς το ερώτημα αν, όταν το Δικαστήριο αναπτύσσει γενικό κανόνα για την επίλυση συγκεκριμένων περιπτώσεων, ο κανόνας αυτός είναι πράγματι γενικής εφαρμογής ή ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη περίπτωση της οποίας επελήφθη το Δικαστήριο.
Πρέπει πάντως να αποκλειστεί ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται επίσης από τέτοιο γενικό κανόνα κατά την εκδίκαση νέων κατηγοριών περιπτώσεων, δεδομένου ότι δεν διαθέτει ούτε το χρόνο ούτε τα αναγκαία μέσα προς διεξαγωγή αποδείξεων για να ελέγξει αν ένας γενικός κανόνας προσφέρεται για όλες τις κατηγορίες συγκεκριμένων περιπτώσεων, και ακόμη για το λόγο ότι μία διαφορετική λύση θα μπορούσε να ωθήσει τα ανώτατα δικαστήρια των κρατών μελών να επεκτείνουν αδιακρίτως την εφαρμογή του γενικού κανόνα σε νέα πραγματικά περιστατικά χωρίς να παρέχουν πλέον στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί, ενώ αυτό είναι αναγκαίο τουλάχιστον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά την εφαρμογή τέτοιου γενικού κανόνα.
Επιπλέον, το ίδιο το Δικαστήριο κατέστησε αντιληπτό με την ανωτέρω απόφαση ότι η αρχή την οποία διατύπωσε έπρεπε ενδεχομένως να ερμηνευθεί, προκειμένου για εμπορεύματα καταγωγής τρίτων χωρών, διαφορετικά από ό,τι όσον αφορά εμπορεύματα κοινοτικής καταγωγής. Πράγματι, στηρίζοντας την αρχή κυρίως στη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων και βασίζοντας την απόφαση του σε διάταξη όπως το άρθρο 73 της συνθήκης ΕΚΑΧ, έτσι ώστε να μην καθίσταται αναγκαία η λήψη συγκεκριμένης αποφάσεως όσον αφορά την ίδια την αρχή, το Δικαστήριο έδειξε ότι θεωρούσε τις διαπιστώσεις αυτές ως obiter dictum.
Όπως δέχεται η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το γεγονός ότι το Δικαστήριο στήριξε τελικά στο άρθρο 73 της συνθήκης ΕΚΑΧ την αρμοδιότητα κράτους μέλους να επιβάλλει απαγόρευση εισαγωγής ή ποσοτικούς περιορισμούς φαίνεται ότι δικαιολογεί εκ πρώτης όψεως την άποψη κατά την οποία η ελεύθερη ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων, έστω και καταγωγής τρίτων χωρών, αποτελεί το γενικό κανόνα που ισχύει επίσης όσον αφορά τους δασμούς, το δε άρθρο 73 αποτελεί την εξαίρεση.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρατηρεί πάντως ότι, αντίθετα προς την άποψη του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο ερμήνευσε κατά τρόπο ευρύτατο το άρθρο 73, αποδίδοντας στην έννοια του σημείου προορισμού που περιλαμβάνεται στο εν λόγω άρθρο τη σημασία του τελικού τόπου προορισμού που προβλέπεται από τον εισαγωγέα, πράγμα που αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 4, στοιχείο α, για όλα τα εμπορεύματα που κατευθύνονται προς κράτος μέλος μέσω του εδάφους άλλου κράτους μέλους.
Κατά την άποψη της ομοσπονδιακής κυβερνήσεως, το Δικαστήριο πρέπει συνεπώς να είχε σοβαρούς λόγους για να αποφανθεί αντίθετα προς την άποψη του γενικού του εισαγγελέα και να ερμηνεύσει κατά τρόπο ευρύ το άρθρο 73. Ο πραγματικός βαθύτερος λόγος της στάσεως αυτής έγκειται στο ότι τα συμφέροντα που προστατεύει η συνθήκη ΕΚΑΧ δεν αρκούν για να καταστήσουν αναγκαίο τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών.
Αυτό σημαίνει ότι στα πλαίσια του άρθρου 4, στοιχείο α, πρέπει επίσης όσον αφορά τους δασμούς να σταθμιστούν τα προστατευόμενα από τη συνθήκη συμφέροντα, κυρίως τα συμφέροντα των κοινοτικών επιχειρήσεων, μαζί με τα προστατευόμενα στο κεφάλαιο Χ συμφέροντα των κρατών μελών, κατά την αντιμετώπιση του ανταγωνισμού εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών. Και από την άποψη αυτή επίσης, πρόκειται συνεπώς μόνο για obiter dictum.
Είναι βέβαια ακόμη δυνατό να ερμηνευθεί η απόφαση του Δικαστηρίου υπό την έννοια ότι εκλαμβάνει την ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων από άποψη καθαρά πραγματική, δηλαδή ως κυκλοφορία μεταξύ των κρατών μελών και επομένως ότι καθιστά καταρχήν προσιτή την κυκλοφορία αυτή γενικά στα εμπορεύματα καταγωγής τρίτων χωρών, το δε άρθρο 73, έστω και υπό την ευρεία του ερμηνεία, αποτελεί απλώς εξαίρεση από τον κανόνα αυτό.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρατηρεί καταρχάς σχετικά ότι ακόμη και σε περίπτωση τέτοιας ερμηνείας της αποφάσεως, είναι ακόμη αναγκαίο να διερωτηθούμε αν το κεφάλαιο Χ δεν περιλαμβάνει, όσον αφορά τους δασμούς, παρεκκλίσεις όμοιες με εκείνες που περιλαμβάνει το άρ9ρο 73 για τους ποσοτικούς περιορισμούς.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρατηρεί στη συνέχεια ότι από μια πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκλαμβάνει τον όρο ενδοκοινοτική κυκλοφορία όχι υπό καθαρά πραγματική, αλλά υπό νομική έννοια. Το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη ο τόπος προορισμού των εμπορευμάτων αποδεικνύει ότι εγκαταλείπεται ήδη η καθαρά πραγματική έννοια του όρου ενδοκοινοτική κυκλοφορία. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν, όπως συμβαίνει σύμφωνα με τους κανόνες της συνθήκης ΕΟΚ, το εμπόρευμα καταγωγής τρίτων χωρών εντάσσεται στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία μόνο μετά τον κανονικό εκτελωνισμό του στο πρώτο κράτος εισαγωγής.
Το άρθρο 73 προϋποθέτει, ιδίως υπό την ευρεία ερμηνεία στην οποία προέβη το Δικαστήριο, ότι όταν ο τόπος προορισμού του εμπορεύματος βρίσκεται στο έδαφος κράτους διαφορετικού από το κράτος της πρώτης εισαγωγής, πρόκειται για κυκλοφορία με τρίτες χώρες κατά την έννοια του κεφαλαίου Χ της συνθήκης, στο οποίο εντάσσεται λογικά το άρθρο 73, και όχι για καθαρά κοινοτική κυκλοφορία κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο α. Η ερμηνεία του άρθρου 4, στοιχείο α, καθορίζει συνεπώς την ερμηνεία του άρθρου 73, όπως αντίστροφα η ερμηνεία του κεφαλαίου Χ και ιδίως του άρθρου του 73 επηρεάζουν με τη σειρά τους την ερμηνεία του άρθρου 4. Πράγματι, μόνο η στενή ερμηνεία του άρθρου 4, στοιχείο α, μέσω της αναλύσεως των συμφερόντων που προστατεύονται με τη διάταξη αυτή, επιτρέπει την ευρεία ερμηνεία του άρθρου 73, όπως και τα προστατευόμενα από το άρθρο 73 κρατικά συμφέροντα όσον αφορά την αρμοδιότητα προϋποθέτουν τελικά τη στενή ερμηνεία του άρθρου 4, στοιχείο α.
Αν το άρθρο 4, στοιχείο α, ερμηνευόταν αυτόνομα κατά τρόπο ευρύ ώστε να περιλαμβάνει κάθε πραγματική ενδοκοινοτική κυκλοφορία, το άρθρο 73 θα εμφανιζόταν ως παρέκκλιση από το γενικό σύστημα της συνθήκης ΕΚΑΧ η οποία δεν θα μπορούσε πλέον να εξηγηθεί από τους στόχους της συνθήκης ΕΟΚ.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση καταλήγει επομένως στο ακόλουθο συμπέρασμα: αν και το άρθρο 4, στοιχείο α, αποκλείει καταρχήν την εφαρμογή του κεφαλαίου Χ σε εμπόρευμα καταγωγής τρίτης χώρας που τελεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας, το ζήτημα αν τέτοιο εμπόρευμα τελεί σε ελεύθερη κυκλοφορία πρέπει να επιλυθεί βάσει του κεφαλαίου Χ και κατά συνέπεια βάσει της κατανομής των αρμοδιοτήτων που προβλέπεται στη συνθήκη ΕΚΑΧ όσον αφορά τους δασμούς και των μέτρων που έχουν ληφθεί δυνάμει των αρμοδιοτήτων αυτών.
Δεδομένου ότι το Δικαστήριο προέβη σε ευρύτατη ερμηνεία του άρθρου 73, θα πρέπει, κατά την ανάλυση του περιεχομένου του κεφαλαίου Χ της συνθήκης ΕΚΑΧ που καθίσταται τώρα αναγκαία, να εξεταστεί καταρχήν η δυνατότητα κατ' αναλογία εφαρμογής της διατάξεως αυτής στους δασμούς. Διότι αν το άρθρο αυτό μπορεί να δικαιολογήσει ποσοτικούς περιορισμούς που επηρεάζουν σοβαρά το εμπόριο μεταξύ των κρατών, θα πρέπει, όσον αφορά πιο περιορισμένη επέμβαση στα συμφέροντα που προστατεύονται δυνάμει του άρθρου 4, στοιχείο α, να εφαρμοστεί το εν λόγω άρθρο κατ' αναλογία στους δασμούς, σύμφωνα με τον κανόνα «a maiore ad minus», εφόσον τόσο οι ευρωπαϊκές συνθήκες όσο και το διεθνές οικονομικό δίκαιο εκκινούν γενικά από την ιδέα ότι οι ποσοτικοί περιορισμοί αποτελούν σοβαρότερο εμπόδιο στο διακρατικό εμπόριο από ό,τι οι δασμοί.
Για την ανάλυση της σχέσεως μεταξύ του άρθρου 4, στοιχείο α, και του κεφαλαίου Χ της συνθήκης ΕΚΑΧ, σημείο εκκινήσεως θα πρέπει και πάλι να αποτελέσει η ερμηνεία του άρθρου 4, στοιχείο α, λαμβανόμενου καθεαυτό. Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι με την ανωτέρω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε καταρχήν ότι το γράμμα του άρθρου 4, στοιχείο α, καθώς και η ερμηνεία του υπό το φως της συνθήκης ΕΟΚ δεν υπερισχύουν έναντι της τελολογικής και προπάντων της συστηματικής ερμηνείας της ίδιας της συνθήκης ΕΚΑΧ. Αυτό ανταποκρίνεται άλλωστε προς τις ισχύουσες στο κοινοτικό δίκαιο ερμηνευτικές μεθόδους, σύμφωνα με τις οποίες το γράμμα της συνθήκης τίθεται σε δεύτερη μοίρα έναντι της τελολογικής και συστηματικής ερμηνείας.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρατηρεί στη συνέχεια ότι βάσει εμπεριστατωμένης αναλύσεως των συνθηκών που έχουν συναφθεί στον οικονομικό τομέα, η πρακτική και η θεωρία προβαίνουν σε διάκριση μεταξύ των τελωνειακών ενώσεων και των ζωνών ελευθέρου εμπορίου. Σύμφωνα με τη διάκριση αυτή, η τελωνειακή ένωση συνεπάγεται την πλήρη ελευθερία των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, όσον αφορά δε τις εμπορικές σχέσεις με τις τρίτες χώρες, την καθιέρωση υποχρεωτικού κοινού δασμολογίου. Αντίθετα, σε μία ζώνη ελευθέρου εμπορίου έχει ελευθερωθεί μόνο η κυκλοφορία εντός της ζώνης αυτής. Η διάκριση αυτή έχει χαρακτηριστικές επιπτώσεις στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων που προέρχονται από τρίτες χώρες: ενώ στην τελωνειακή ένωση τα εμπορεύματα αυτά μπορούν να απολαύουν πλήρους δασμολογικής απαλλαγής, στις ζώνες ελευθέρου εμπορίου αποκλείονται πλήρως από την ελεύθερη ενδοκοινοτική κυκλοφορία.
Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη μιας ζώνης ελευθέρου εμπορίου παραμένουν αρμόδια να καθορίζουν σε εθνικό επίπεδο τους δασμούς τους και να θεσπίζουν άλλες περιοριστικές εμπορικές διατάξεις έναντι τρίτων χωρών, είναι υποχρεωμένα να περιορίζουν το πλεονέκτημα της ελεύθερης ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας στα προϊόντα που έχουν αποκτηθεί ή κατασκευαστεί σε κράτος μέλος, ώστε να αποφεύγεται η δυνατότητα καταστρατηγήσεως της εθνικής προστασίας με την εισαγωγή των προερχομένων από τρίτες χώρες προϊόντων καταρχάς στο κράτος μέλος που έχει τη χαμηλότερη δασμολογική επιβάρυνση και την εισαγωγή τους κατόπιν στην πραγματική χώρα προορισμού εντός της ζώνης ελευθέρου εμπορίου.
Σε μία τελωνειακή ένωση αντίθετα, οι όροι εισαγωγής έναντι των προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών είναι οι ίδιοι σε όλα τα κράτη μέλη, έτσι ώστε κατά κανόνα οι έμμεσες εισαγωγές δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον.
Από το ανωτέρω πλαίσιο προκύπτει συγχρόνως γιατί μία πραγματική ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μπορεί να υπάρχει μόνο εκεί όπου, λόγω της υπάρξεως ομοιόμορφων ρυθμίσεων του εξωτερικού εμπορίου, μπορούν να παραλείπονται οι ενδοκοινοτικοί έλεγχοι και τα προστατευτικά μέτρα.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εξετάζει κατόπιν τις τρεις θεμελιώδεις συνθήκες (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, ΕΚΑΕ), για να διαπιστώσει αν και σε ποιο μέτρο οι Κοινότητες οι οποίες ιδρύονται με αυτές ανταποκρίνονται στην έννοια της τελωνειακής ζώνης ή της ζώνης ελευθέρου εμπορίου, όπως αυτές σκιαγραφήθηκαν πιο πάνω.
Όσον αφορά τις συνθήκες ΕΟΚ και ΕΚΑΕ, η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί, βάσει εμπεριστατωμένης εξετάσεως των διατάξεων τους, ότι πρόκειται για συνθήκες με τις οποίες συνιστάται μία τελωνειακή ένωση.
Όσον αφορά τη συνθήκη ΕΚΑΧ, η γερμανική κυβέρνηση παρατηρεί ότι η συνθήκη αυτή δεν προβλέπει κοινό τελωνειακό έδαφος αλλά ελευθερώνει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και ότι, κατά συνέπεια, το σύστημα που καθιερώνει δεν ανταποκρίνεται προς την έννοια της τελωνειακής ενώσεως αλλά προς την έννοια της ζώνης ελευθέρου εμπορίου.
Αντίφαση υπάρχει πάντως μεταξύ του άρθρου 4, στοιχείο α, σύμφωνα με τη διατύπωση του οποίου η κατάργηση των δασμών και των λοιπών περιορισμών του εμπορίου δεν περιορίζεται στα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών, και του άρθρου 71 που επιφυλάσσει καταρχήν στα κράτη μέλη την αρμοδιότητα όσον αφορά την εμπορική πολιτική έναντι των τρίτων χωρών. Η αντίφαση αυτή μπορεί να παρακαμφθεί μόνο με τη στενή ερμηνεία του άρθρου 4, στοιχείο α. Μόνο τέτοια ερμηνεία μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη του άρθρου 71, το οποίο δεν θα είχε έννοια αν η εθνική δασμολογική προστασία μπορούσε να καταστρατηγηθεί με το να απολαύνουν εμπορεύματα καταγωγής τρίτων χωρών της ενδοκοινοτικής ελεύθερης κυκλοφορίας διερχόμενα από κράτη μέλη που επιβάλλουν χαμηλότερους εισαγωγικούς δασμούς.
Εφόσον εναρμονιστούν οι εισαγωγικοί δασμοί — πράγμα που, στα πλαίσια της συνθήκης ΕΚΑΧ, συμβαίνει στον τομέα των προϊόντων της σιδηρουργίας —, δεν θα είναι πλέον αναγκαίο από δασμολογική άποψη να απαιτούνται ιδιαίτερες αποδείξεις όσον αφορά την καταγωγή των προϊόντων ούτε να λαμβάνονται ενδεχομένως προστατευτικά μέτρα κατά των εμμέσων εισαγωγών. Αντίθετα, στην περίπτωση κατά την οποία, όπως συμβαίνει στον τομέα του άνθρακα, οι ρυθμίσεις περί εξωτερικού εμπορίου των κρατών μελών διαφέρουν, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα, για να αποτραπεί ο κίνδυνος να καταστεί κενή περιεχομένου η εθνική τους ρύθμιση περί εξωτερικού εμπορίου, να παρέχουν το πλεονέκτημα της ελεύθερης ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μόνο στα προϊόντα καταγωγής κράτους μέλους της ΕΚΑΧ, ώστε να αποφεύγονται οι έμμεσες εισαγωγές.
Ο βαθύτερος λόγος της διακρίσεως μεταξύ ζώνης ελευθέρου εμπορίου και τελωνειακής ενώσεως είναι τα διαφορετικά συμφέροντα των κρατών μελών. Ένα κράτος μέλος που έχει σημαντική δική του παραγωγή άνθρακα, όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, έχει ζωτικό συμφέρον να την προστατεύσει, παραδείγματος χάρη μέσω δασμών, ενώ τέτοιο συμφέρον δεν έχουν άλλες χώρες όπως παραδείγματος χάρη οι Κάτω Χώρες. Δεν θα ήταν δυνατό να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα της χώρας που επιβάλλει υψηλότερους δασμούς, αν η ενδοκοινοτική κυκλοφορία ήταν εντελώς ελεύθερη ανεξάρτητα από την καταγωγή των εμπορευμάτων και αν τα προϊόντα αυτά μπορούσαν να εισέλθουν στη χώρα αυτή διερχόμενα από άλλο κράτος μέλος που επιβάλλει χαμηλότερους δασμούς. Αν αντίθετα η ίδια η ΕΚΑΧ καθόριζε κοινό δασμολόγιο, τα κράτη μέλη θα είχαν τη δυνατότητα να πράξουν κατά τρόπο ώστε να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα τους κατά την κατάρτιση του δασμολογίου αυτού.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θεωρεί ότι είναι περιττή η εξέταση του ζητήματος επί ποίας βάσεως μπορούν να εφαρμοστούν στη συνθήκη ΕΚΑΧ οι γενικές αρχές που συνάγονται από τη συγκριτική έρευνα των συνθηκών που έχουν συναφθεί στον οικονομικό τομέα. Θεωρεί όμως σκόπιμο να παρατηρήσει ότι η εφαρμογή στις ζώνες ελευθέρου εμπορίου των κανόνων που αναπτύχθηκαν για την τελωνειακή ένωση οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα και ότι, κατά συνέπεια, τα συμφέροντα των κρατών μελών σε μία ζώνη ελευθέρου εμπορίου αντιτίθενται πλήρως σε παρόμοια μεταφύτευση κανόνων. Ακόμη αποφασιστικότερο είναι το γεγονός ότι τα άρθρα 2 και 3 και ιδίως το άρθρο 74 της συνθήκης ΕΚΑΧ προστατεύουν σαφώς τα συμφέροντα των κρατών μελών και των κοινοτικών επιχειρήσεων, τα οποία αντιτίθενται στη χωρίς όρια επέκταση των εμμέσων εισαγωγών. Η διάκριση μεταξύ ζωνών ελευθέρου εμπορίου και τελωνειακής ενώσεως πρέπει επομένως να ληφθεί επίσης υπόψη κατά την αποκλειστικά αυτόνομη ερμηνεία της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Κατά την άποψη της ομοσπονδιακής κυβερνήσεως, το αποφασιστικό ζήτημα είναι συνεπώς αν η ίδια η ΕΚΑΧ αποτελεί τελωνειακή ένωση ή ζώνη ελευθέρου εμπορίου. Πρέπει να υπομνησθεί σχετικά ότι το άρθρο 72 επιτρέπει στην Κοινότητα μόνο τον καθορισμό ανωτάτων και κατωτάτων ορίων δασμών και όχι τον καθορισμό κοινού δασμολογίου, που αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της τελωνειακής ενώσεως.
Όπως συνάγεται από τα άρθρα 71, δεύτερη παράγραφος, 72, δεύτερη παράγραφος, και 74, παράγραφος 1, η συνθήκη ΕΚΑΧ αποσκοπεί στη διασφάλιση της τηρήσεως της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT) από την ίδια την Κοινότητα και τα κράτη μέλη. Πρέπει συνεπώς να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να μην προσκρούει στη GATT.
Η GATT εκκινεί από την ιδέα ότι κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων σε ένα κράτος και κατά την επαναποστολή τους σε άλλο κράτος, τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο κράτος έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν δασμούς, εκτός αν από το συνοδευτικό έγγραφο αποδεικνύεται ότι τα εμπορεύματα αυτά προορίζονται για το δεύτερο κράτος και διέρχονται απλώς από το έδαφος του πρώτου κράτους. Το άρθρο XXIV της GATT προβλέπει ευρεία παρέκκλιση από τους κανόνες της GATT καταρχήν μόνον όσον αφορά τελωνειακή ένωση και όχι όσον αφορά ζώνη ελευθέρου εμπορίου. Είναι επομένως δυνατό να υποστηριχθεί η άποψη ότι τα κράτη μέλη της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν μπορούν να παραιτηθούν μέσω της συνθήκης αυτής από τελωνειακές αρμοδιότητες που τους παρέχονται βάσει της GATT επίσης όσον αφορά την ενδοκοινοτική κυκλοφορία προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών η συνθήκη ΕΚΑΧ πρέπει συνεπώς να ερμηνευθεί κατ' αυτή την έννοια.
Εν προκειμένω πάντως το ζήτημα αυτό μπορεί να παραμείνει ανεπίλυτο, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατό να υπάρξει παρέκκλιση μέσω της συνθήκης ΕΚΑΧ τουλάχιστον από το άρθρο V της GATT, εφόσον η διάταξη αυτή προστατεύει άμεσα συμφέροντα όχι των κρατών μελών αλλά τρίτων χωρών. Επομένως, αν το άρθρο 4, στοιχείο α, ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι ισχύει επίσης για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, η επιβολή δασμού από το κράτος μέλος διελεύσεως θα απαγορευόταν βάσει του άρθρου V της GATT και η επιβολή δασμού από το κράτος μέλος προορισμού θα απαγορευόταν βάσει του άρθρου 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ. Η παράλογη συνέπεια τέτοιας ρυθμίσεως θα ήταν ότι θα καταστρατηγείτο το σύνολο της τελωνειακής ρυθμίσεως που εισάγει η συνθήκη ΕΚΑΧ και θα παρέμεναν εντελώς απροστάτευτα τα συμφέροντα των κρατών μελών και των κοινοτικών επιχειρήσεων, τα οποία όμως προστατεύονται από τα άρθρα 2, 3 και 74.
Έστω και αν μπορούσε να αποφευχθεί η συνέπεια αυτή, παραδείγματος χάρη με την κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 73 στους δασμούς, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν θα μπορούσε παρά ταύτα, μη έχοντας την εξουσία να επιβάλει δασμούς, να απαιτήσει έναντι των τρίτων χωρών την προαπαιτούμενη από την GATT αμοιβαιότητα και θα ήταν μάλιστα υποχρεωμένο σύμφωνα με το άρθρο 1 της GATT να παραιτηθεί από τους δασμούς του επίσης στην περίπτωση των αμέσων εισαγωγών από τρίτες χώρες.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προχωρεί κατόπιν στην εξέταση της αυτόνομης ερμηνείας του κεφαλαίου Χ της συνθήκης ΕΚΑΧ που αναφέρεται στην εμπορική πολιτική.
Δεδομένου ότι το κεφάλαιο Χ αφορά μόνο το εμπόριο με τις τρίτες χώρες, είναι δυνατό να υποτεθεί ότι το άρθρο 4, στοιχείο α, μπορεί να οριοθετηθεί έναντι του εν λόγω κεφαλαίου υπό την έννοια ότι αφορά την πραγματική εμπορική κυκλοφορία εντός της Κοινότητας ενώ το κεφάλαιο Χ αφορά μόνο την άμεση πραγματική εμπορική κυκλοφορία με τις τρίτες χώρες. Υπέρ αυτής της καθαρά υλικής αντιλήψεως δεν συνηγορεί όμως το γεγονός ότι ήδη η συνθήκη ΕΟΚ και κατά μείζονα λόγο η ίδια η συνθήκη ΕΚΑΧ απαιτούν να εκτελωνίζονται κανονικά τα εμπορεύματα που προέρχονται από τρίτες χώρες στο πρώτο κοινοτικό κράτος εισαγωγής τους. Αν δεν πραγματοποιηθεί ο εκτελωνισμός, δεν υπάρχει ενδοκοινοτική κυκλοφορία κατά την έννοια της συνθήκης, παρά το ότι συντελείται πράγματι ενδοκοινοτική κυκλοφορία. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο V της GATT, δεν μπορεί να υπάρχει ενδοκοινοτική κυκλοφορία τουλάχιστον από την άποψη της συνθήκης ΕΚΑΧ όταν ο τελικός τόπος προορισμού του εμπορεύματος βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος. Από αυτό συνάγεται ήδη ότι η Συνθήκη ΕΟΚ και κατά μείζονα λόγο η συνθήκη ΕΚΑΧ δεν στηρίζονται σε καθαρά πραγματική αντίληψη της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Το μόνο αποφασιστικό στοιχείο για την ερμηνεία του άρθρου 4, στοιχείο α, και του κεφαλαίου Χ της συνθήκης ΕΚΑΧ είναι η κατανομή των αρμοδιοτήτων που προβλέπεται στην GATT όσον αφορά τους δασμούς. Διότι έστω και αν τα κράτη μέλη μπορούσαν, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας, να παραιτηθούν από υποκειμενικά δικαιώματα στηριζόμενα στην GATT ή να θεσπίσουν δυνάμει του άρθρου XXIV της GATT αποκλίνοντες κανόνες, υπάρχει εντούτοις ένα σχεδόν αμάχητο τεκμήριο κατά της απόψεως ότι τα κράτη μέλη της συνθήκης ΕΚΑΧ παραιτήθηκαν πράγματι από αυτά τα απορρέοντα από την GATT δικαιώματα.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας παρατηρεί επιπλέον ότι όπως συνάγεται σαφώς από τη συνθήκη ΕΟΚ με τη λεπτομερή ρύθμιση της δασμολογικής αρμοδιότητας, τα κράτη μέλη είχαν καταρχήν την πρόθεση να θεσπίσουν επίσης στα πλαίσια της συνθήκης ΕΚΑΧ μία ρητή και εξαντλητική ρύθμιση όσον αφορά τον τομέα αυτό. Αν όμως το άρθρο 4, στοιχείο α, δεν ελευθερώνει πλήρως την ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών, η συνθήκη ΕΚΑΧ θα παρουσίαζε σημαντικό κενό αν το κεφάλαιο Χ δεν εφαρμοζόταν επίσης στο τμήμα αυτό της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων με τις τρίτες χώρες, διότι διαφορετικά δεν θα υπήρχε στον εν λόγω τομέα κανένας περιορισμός της αρμοδιότητας των κρατών μελών, δεδομένου ότι είναι αδιανόητη η κατ' αναλογία εφαρμογή μόνο των περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 71.
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, τα συμφέροντα των κρατών μελών όσον αφορά την προστασία της βιομηχανίας τους και τα δασμολογικά έσοδα τους θα μπορούσαν να διασφαλιστούν μόνο με την εισαγωγή κοινού δασμολογίου. Από την αρχή της πίστεως στην Κοινότητα που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορεί να συναχθεί καμία υποχρέωση του κράτους μέλους διελεύσεως να λάβει υπόψη τα συμφέροντα άλλου κράτους μέλους κατά το σχεδιασμό και την εφαρμογή της οικονομικής του πολιτικής, έστω και αν υποτεθεί ότι η αρχή αυτή μπορεί να μεταφερθεί απευθείας στη συνθήκη ΕΚΑΧ. Η ευρεία ερμηνεία του άρθρου 4, στοιχείο α, θα στερούσε συνεπώς τα κράτη μέλη από την αρμοδιότητα τους να διαχειρίζονται τελικά τα συμφέροντα τους, ενώ όλο το σύστημα του διεθνούς δικαίου είναι συγκροτημένο κατά τρόπο ώστε τέτοιες αρμοδιότητες ανήκουν πάντοτε στα ενδιαφερόμενα κράτη ή τουλάχιστον σε υπερεθνικό οργανισμό, στη διαμόρφωση της βουλήσεως του οποίου κάθε κράτος συμμετέχει ισότιμα. Τέτοια ερμηνεία θα κατέληγε επιπλέον σε στρέβλωση του ανταγωνισμού υπέρ των εισαγωγέων εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών μέσω του εδάφους άλλου κράτους μέλους και θα έθιγε συνεπώς επίσης τα συμφέροντα των ιδιωτών, ιδίως της κοινοτικής βιομηχανίας και των αμέσων εισαγωγέων, συμφέροντα που προστατεύονται από τα άρθρα 2 και 3 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δέχεται ότι στην ερμηνεία αυτή των σχέσεων μεταξύ του άρθρου 4, στοιχείο α, και του κεφαλαίου Χ της συνθήκης ΕΚΑΧ είναι δυνατό να αντιταχθούν τα άρθρα 73 και 74 της ίδιας αυτής συνθήκης. Πρέπει πάντως να παρατηρηθεί σχετικά ότι ακριβώς το άρθρο 74, παράγραφος 1, περίπτωση 2, συνηγορεί υπέρ της εφαρμογής του συνόλου του κεφαλαίου Χ επίσης στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών. Αφετέρου, η διατύπωση του άρθρου 73 συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι όσον αφορά την έννοια του εξωτερικού εμπορίου που περιλαμβάνει το κεφάλαιο Χ, σημαντική δεν είναι η ενδοκοινοτική κυκλοφορία εμπορευμάτων υπό πραγματική έννοια ή η άμεση κυκλοφορία εμπορευμάτων με τις τρίτες χώρες, αλλά η κυκλοφορία εμπορευμάτων υπό νομική έννοια, σύμφωνα με τη GATT. Διαφορετική λύση μπορεί να γίνει δεκτή μόνον αν το άρθρο 73 μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματική εξαίρεση που παρεκκλίνει πλήρως από τους κανόνες της συνθήκης ΕΚΑΧ, αλλά το περιεχόμενο του άρθρου αυτού δεν παρέχει καμία ένδειξη προς υποστήριξη τέτοιας ερμηνείας. Πρέπει επιπλέον να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι αντίθετα προς το άρθρο 115 της συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 74 της συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει παρέκκλιση από το άρθρο 4, στοιχείο α, όχι για οποιαδήποτε εκτροπή του εμπορίου, αλλά μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις ανάγκης. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ευρεία ερμηνεία του άρθρου 4, στοιχείο α, θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση προς τη θεμελιώδη αρχή των συνθηκών κατά την οποία, λόγω της ευρύτερης ενοποιήσεως της εμπορικής πολιτικής στη συνθήκη ΕΟΚ, η συνθήκη αυτή περιορίζει περισσότερο από ό,τι η συνθήκη ΕΚΑΧ τα δικαιώματα των κρατών μελών στον τομέα της εμπορικής πολιτικής.
Πρέπει τέλος να ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 74, παράγραφος 1, περίπτωση 3, ήδη σύμφωνα με τη διατύπωση του, παρέχει στην Κοινότητα, επίσης όσον αφορά την ενδοκοινοτική κυκλοφορία εμπορευμάτων, την αρμοδιότητα να λαμβάνει μέτρα όπως η επιβολή δασμών στα εσωτερικά σύνορα, ακόμη και κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες της συνθήκης ΕΚΑΧ. Αυτή η γραμματική ερμηνεία επιβεβαιώνεται από τους στόχους της συνθήκης ΕΚΑΧ που αποσκοπούν στην προστασία της κοινοτικής βιομηχανίας.
Το άρθρο 74 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει από την προβλεπόμενη στο άρθρο 71 δασμολογική αρμοδιότητα των κρατών μελών τον τομέα της εμπορικής πολιτικής, που καθορίζεται στις παραγράφους του. Τέτοια ερμηνεία της διατάξεως αυτής θα προσέκρουε στο γεγονός ότι το άρθρο 71 εκκινεί από την ιδέα της καταρχήν απεριόριστης αρμοδιότητας των κρατών μελών, η οποία, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του, περιορίζεται μόνο ως προς συγκεκριμένα σημεία και δεν αίρεται από τις επόμενες διατάξεις. Το ίδιο το άρθρο 74, το οποίο, με τα μέτρα που μνημονεύει, αφορά επίσης και κυρίως τις συστάσεις, προϋποθέτει τη ρητή αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα που καλύπτει, δεδομένου ότι οι συστάσεις αυτές πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή με πράξεις των κρατών μελών. Πρέπει επιπλέον να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι λόγω της μερικής λειτουργικής αδυναμίας της ΕΚΑΧ, η προστασία των συμφερόντων των κρατών μελών και των επιχειρήσεων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 74 μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο από τα κράτη μέλη βάσει αυτού όμως, φαίνεται πολύ τολμηρή η άποψη ότι οι αρμοδιότητες της ΕΚΑΧ αποκλείουν παράλληλες αρμοδιότητες των κρατών μελών.
Για να επιβάλουν συνεπώς τους δασμούς τους, τα κράτη μέλη χρειάζονται μια νομική βάση της εξουσίας τους το πολύ πολύ στην περίπτωση που, αντίθετα προς τις ανωτέρω σκέψεις, το άρθρο 4, στοιχείο α, θα έπρεπε καταρχήν να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαλλάσσει πλήρως από τους δασμούς και την ενδοκοινοτική κυκλοφορία εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών.
Η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι έστω και αν το Δικαστήριο δεν ακολουθούσε τα ανωτέρω επιχειρήματα, η επιβολή διαφορικών δασμών από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καλύπτεται από τις συστάσεις της Επιτροπής που στηρίζονται στο άρθρο 74 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Για να αντικρούσει την άποψη ότι η εμπορική πολιτική του κεφαλαίου Χ δεν καλύπτει την ενδοκοινοτική κυκλοφορία των εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών, η γερμανική κυβέρνηση παρατηρεί, εκτός από τα επιχειρήματα που εξέθεσε ήδη, ότι έστω και αν δοθεί τέτοια ερμηνεία στο κεφάλαιο Χ, η εμπορική πολιτική παρέχει τη δυνατότητα επιβολής δασμών ακόμη και κατά την ενδοκοινοτική κυκλοφορία εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών. Ότι η Ανωτάτη Αρχή θέλησε ακριβώς με τις συστάσεις της να ρυθμίσει και αυτή τη μορφή ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας προκύπτει από το γεγονός ότι οι αιτιολογικές σκέψεις των συστάσεων αφορούν επίσης τον τομέα αυτό και, για το λόγο αυτό, το στοιχείο Α της συστάσεως αναφέρεται γενικότατα στους «άνθρακες καταγωγής τρίτων χωρών».
Αναφερόμενη στην άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου ότι ελλείπει επαρκής εξουσιοδότηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κυρίως διότι οι συστάσεις είναι χρονικά περιορισμένες, η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το επιχείρημα αυτό δεν διακρίνει επαρκώς μεταξύ της διάρκειας ισχύος της ίδιας της συστάσεως και του γεγονότος ότι οι δασμολογικές ποσοστώσεις καθορίστηκαν μόνο για ορισμένα έτη. Παρά τη χρησιμοποίηση του όρου «προσωρινά», από το κείμενο της συστάσεως της 28ης Ιανουαρίου 1959 προκύπτει σαφώς ότι η ίδια η σύσταση δεν περιορίζεται στο έτος 1959. Κατά τα επόμενα έτη, δεν ανανεώθηκε η ίδια η σύσταση περί επιβολής δασμών, ενώ αντίθετα μόνο η δασμολογική ποσόστωση καθοριζόταν για κάθε έτος. Σε τέτοια νομική κατάσταση δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η σύσταση δεν είναι πλέον ισχυρή αν η δασμολογική ποσόστωση δεν καθοριστεί για ορισμένο έτος. Οι οικονομικές δυσχέρειες του τομέα του άνθρακα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρουσίασαν εν τω μεταξύ όξυνση. Αν ληφθεί υπόψη ότι στις αιτιολογικές σκέψεις της συστάσεως γίνεται μνεία της καταστάσεως αυτής, δεν είναι δυνατό να υποτεθεί ότι η βούληση της Ανωτάτης Αρχής ήταν να καταργηθεί η επιβολή δασμών κατά τα επόμενα έτη. Θα μπορούσε μάλιστα, δυνάμει του άρθρου 74, να είναι υποχρεωμένη η Ανωτάτη Αρχή να διατηρήσει αυτή τη συνδεόμενη με την κατάσταση ανάγκης υποχρέωση δεδομένου ότι δεν διαθέτει πλέον καμία διακριτική εξουσία, οπότε θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δασμολογική ποσόστωση που καθορίστηκε με την εν λόγω σύσταση συνεχίζει αυτόματα να ισχύει μέχρι να καθοριστεί νέα ποσόστωση.
Τέλος, έστω και αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 74, παράγραφος 1, περίπτωση 3, της συνθήκης ΕΚΑΧ παρέχει καταρχήν στην Ανωτάτη Αρχή την αποκλειστική αρμοδιότητα να επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από το άρθρο 4, στοιχείο α, συντρέχει εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της αδράνειας της Ανωτάτης Αρχής, κατάσταση ανάγκης που οδηγεί στην αναγνώριση, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο στον τομέα της αλιείας, επικουρικής αρμοδιότητας των κρατών μελών να θεσπίζουν προσωρινή ρύθμιση ως εντολοδόχοι της Κοινότητας. Δεν μπορεί να προσαφθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι δεν πίεσε αρκετά την Επιτροπή να λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις, δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μπορούσε να εκκινεί από την ιδέα είτε ότι η άδεια της Ανωτάτης Αρχής δεν ήταν αναγκαία είτε ότι η άδεια αυτή της είχε χορηγηθεί με τις μέχρι τότε συστάσεις.
Η γερμανική κυβέρνηση καταλήγει έτσι στο συμπέρασμα ότι παρά το ότι το άρθρο 4, στοιχείο α, ισχύει επίσης για τα εμπορεύματα καταγωγής τρίτων χωρών, δεν θίγει το κεφάλαιο Χ της συνθήκης ΕΚΑΧ που αναφέρεται στις δασμολογικές αρμοδιότητες των κρατών μελών όσον αφορά τα εμπορεύματα καταγωγής τρίτων χωρών στο πλαίσιο της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεωρεί ότι είναι σκόπιμο, πριν προβεί στην εξέταση του ερωτήματος που υπέβαλε το Finanzgericht, να διατυπώσει ορισμένες γενικές παρατηρήσεις όσον αφορά τις αρμοδιότητες επί θεμάτων εμπορικής πολιτικής στον τομέα των προϊόντων ΕΚΑΧ.
Η Επιτροπή αρχίζει με την παρατήρηση ότι αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στη συνθήκη ΕΟΚ, η συνθήκη ΕΚΑΧ άφησε σε μεγάλο βαθμό άθικτες, όπως προκύπτει κυρίως από το άρθρο της 71, πρώτη παράγραφος, τις αρμοδιότητες των κρατών μελών στον τομέα της εμπορικής πολιτικής και μετέφερε στην Κοινότητα μόνο περιορισμένες εξουσίες. Οι αρμοδιότητες της Κοινότητας στον τομέα του εξωτερικού εμπορίου δεν είναι εντούτοις αμελητέες. Πρόκειται τόσο για μονομερή μέτρα κατά την έννοια των άρθρων 72, 73 και 74 της συνθήκης ΕΚΑΧ, όσο και για συμβατικά μέτρα όπως η διαπραγμάτευση και η σύναψη εμπορικών συμφωνιών, τα οποία δεν προβλέπονται ρητά στη συνθήκη αλλά για τα οποία μπορεί να συναχθεί η αρμοδιότητα της Κοινότητας από ολόκληρη σειρά διατάξεων της συνθήκης.
Κατά συνέπεια, ήδη στην αρχική της σύλληψη, η ΕΚΑΧ δεν είναι απλώς μία ζώνη ελευθέρου εμπορίου κατά την έννοια του άρθρου XXIV, 5 6 της συμφωνίας GATT. Παρά το ότι δεν αποτελεί επίσης πλήρη τελωνειακή ένωση, συνιστά εντούτοις, λόγω των υπαρχουσών δυνατοτήτων συντονισμού και παρεμβάσεως, ενδιάμεση μορφή μεταξύ της τελωνειακής ενώσεως και της ζώνης ελευθέρου εμπορίου, τα δε χαρακτηριστικά της τελωνειακής ενώσεως ενισχύονται ακόμη από τον παράγοντα ελεύθερη κυκλοφορία. Παρά ταύτα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι σε σύγκριση με την ΕΟΚ, η ΕΚΑΧ υπολείπεται σημαντικά στον τομέα της εμπορικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένου και του τομέα των δασμών.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς βάσει της πραγματικής εξελίξεως και κατόπιν βάσει νομικών εκτιμήσεων, αν η κατάσταση της ΕΚΑΧ όπως εκτέθηκε ανωτέρω υπέστη μεταβολές, ιδίως μετά την έναρξη της ισχύος της συνθήκης ΕΟΚ.
Όσον αφορά την πραγματική εξέλιξη, η Επιτροπή παρατηρεί ότι μετά την έναρξη της ισχύος της συνθήκης ΕΟΚ παρατηρήθηκε αύξουσα τάση να συμπεριληφθούν επίσης προϊόντα ΕΚΑΧ στην υπό διαμόρφωση ενιαία εμπορική πολιτική. Έτσι, στον τομέα του χάλυβα, επιτεύχθηκε ταχέως de facto ευρεία εναρμόνιση των δασμών και αναπτύχθηκε κοινοτική πολιτική χαρακτηριζόμενη από τη σύναψη συμφωνιών από την Επιτροπή που ενεργεί βάσει εντολής την οποία παρέχουν οι εκπρόσωποι των κρατών μελών, συνερχόμενοι στα πλαίσια του Συμβουλίου. Καμία ενοποίηση τέτοιου είδους δεν επιτεύχθηκε στον τομέα του άνθρακα. Εντούτοις, και στον τομέα αυτό επίσης, τα κράτη μέλη παρέσχαν στην Ανωτάτη Αρχή και ήδη στην Επιτροπή εντολή διαπραγματεύσεων στα πλαίσια της GATT που οδήγησαν σε παγιοποίηση των εθνικών δασμών.
Όσον αφορά τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών σχετικά με προϊόντα ΕΚΑΧ, η πρακτική δεν είναι ομοιόμορφη. Υπάρχουν πράγματι συμφωνίες που υπογράφουν τα κράτη μέλη είτε μόνα είτε από κοινού με την Κοινότητα, συμφωνίες που συνάπτονται από την Επιτροπή στα πλαίσια της συνθήκης ΕΟΚ όσον αφορά επίσης προϊόντα ΕΚΑΧ χωρίς να υπάρξουν αντιρρήσεις εκ μέρους των κρατών μελών και τέλος συμφωνίες που συνάπτονται από την Κοινότητα, βάσει του άρθρου 95 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Παρά τη σημειωθείσα εξέλιξη, δεν είναι εντούτοις δυνατό να συναχθεί γενικά το συμπέρασμα ότι στα πλαίσια της συνθήκης ΕΚΑΧ πραγματοποιήθηκε πλήρης μετάθεση αρμοδιοτήτων στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής υπέρ της Κοινότητας. Τα ανωτέρω επιτρέπουν εν πάση περιπτώσει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η κατανομή αρμοδιοτήτων δεν μεταβλήθηκε ουσιωδώς από την πραγματική εξέλιξη και ότι η καταρχήν αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά την επιβολή αυτόνομων δασμών για τον άνθρακα δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Από νομική άποψη, η Επιτροπή παρατηρεί ότι σύμφωνα με όλο και περισσότερο διαδεδομένη στη θεωρία άποψη, η κοινή εμπορική πολιτική της συνθήκης ΕΟΚ πρέπει, εν πάση περιπτώσει συμπληρωματικά, να επεκταθεί και στα προϊόντα ΕΚΑΧ και ότι αν γινόταν δεκτό ότι η άποψη αυτή ισχύει επίσης όσον αφορά την επιβολή δασμών επί του άνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών, η νομική εκτίμηση της προκειμένης περιπτώσεως θα πραγματοποιούνταν επίσης υπό διαφορετικό πρίσμα.
Η Επιτροπή παρατηρεί σχετικά ότι η ανωτέρω άποψη εκκινεί από την αρχή ότι οι διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ περί εμπορικής πολιτικής είναι γενικού χαρακτήρα και δεν περιλαμβάνουν περιορισμούς όσον αφορά προϊόντα. Η άποψη αυτή στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι οι λόγοι που συνηγορούσαν αρχικά υπέρ του αποκλεισμού της εμπορικής πολιτικής από τη συνθήκη ΕΚΑΧ κατέστησαν κενοί περιεχομένου μετά την ανάπτυξη κοινής εμπορικής πολιτικής ισχύουσας για το σύνολο της οικονομίας. Συμπερασματικά, η άποψη αυτί] καταλήγει στην αντικατάσταση της κατ' ουσία διακυβερνητικής διαχειρίσεως της εμπορικής πολιτικής στον τομέα της ΕΚΑΧ από την κοινή εμπορική πολιτική που αναπτύχθηκε ή που πρόκειται να αναπτυχθεί στα πλαίσια της συνθήκης ΕΟΚ, λαμβάνοντας εν πάση περιπτώσει υπόψη τις περιορισμένες και ειδικές αρμοδιότητες που έχει ήδη η ΕΚΑΧ στον τομέα αυτό.
Στη γνωμοδότηση 1/75, το Δικαστήριο δεν απέρριψε τη δυνατότητα τέτοιας ερμηνείας. Τα αρμόδια για την κοινή εμπορική πολιτική κοινοτικά όργανα δεν υιοθέτησαν μέχρι τώρα την άποψη αυτή, χωρίς πάντως να την απορρίψουν ρητά.
Η αποδοχή της απόψεως αυτής («θεωρία της επεκτάσεως») θα κατέληγε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
1)
Το Συμβούλιο της ΕΟΚ είναι αρμόδιο να καθορίζει τους δασμούς για τα προϊόντα ΕΚΑΧ είτε βάσει του άρθρου 113 είτε βάσει του άρθρου 28 της συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο εντάσσεται επίσης στο σύνολο των μέσων εμπορικής πολιτικής της συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Η θεμελίωση τέτοιας αρμοδιότητας στη συνθήκη ΕΟΚ δεν συνεπάγεται πάντως αυτόματα ότι οι μέχρι τώρα ισχύοντες εθνικοί δασμοί για τα προϊόντα ΕΚΑΧ καθίστανται ανίσχυροι. Στην περίπτωση αυτή, προς το συμφέρον της αρμονικής μεταβάσεως από το εθνικό στο κοινοτικό σύστημα και επομένως προς το συμφέρον της ασφάλειας του δικαίου, είναι απόλυτα αναγκαίο να εξακολουθήσει ως μεταβατικό καθεστώς η επιβολή των δασμών που ισχύουν μέχρι τώρα, μέχρι το χρονικό σημείο της πραγματικής ασκήσεως της κοινοτικής αρμοδιότητας.
Η Επιτροπή προβαίνει κατόπιν στην εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος, όπως αυτό διατυπώθηκε από το παραπέμπον δικαστήριο. Παρατηρεί ότι στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως, ανακύπτει το ζήτημα της θεμελιώσεως και του περιεχομένου της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών στον τομέα της ΕΚΑΧ. Η Επιτροπή θεωρεί σχετικά ότι αν η ύπαρξη, δυνάμει του άρθρου 71 της συνθήκης ΕΚΑΧ, διαφορετικών μέτρων εμπορικής πολιτικής των κρατών μελών καθιστά αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι τα μέτρα αυτά δεν θα χάσουν την αποτελεσματικότητα τους μέσω εκτροπών του εμπορίου, αυτό δεν καθιστά σε καμία περίπτωση αναγκαίο τον a priori περιορισμό της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας, αλλά μόνο την πρόβλεψη ειδικών παρεκκλίσεων.
Η Επιτροπή θεωρεί πάντως ότι με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1961, το Δικαστήριο, αν και αναγνώρισε την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, περιόρισε εντούτοις σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της και μάλιστα με τις ακόλουθες σκέψεις: «Η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας που απαγορεύει στα κράτη μέλη να αρνούνται την είσοδο στο έδαφος τους προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών που έχουν κανονικά εισαχθεί σε άλλο κράτος μέλος δεν ισχύει όσον αφορά την απόπειρα άμεσης εισαγωγής σε κράτος μέλος κατά την οποία δόθηκε μόνο η επίφαση της εισαγωγής σε άλλο κράτος μέλος, δεδομένου ότι το άρθρο 73 της συνθήκης επιφυλάσσει στην κυβέρνηση του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το σημείο προορισμού των εισαγωγών τη διαχείριση των σχετικών αδειών». Η Επιτροπή παρατηρεί όμως ότι με τον περιορισμό αυτό, η ελεύθερη κυκλοφορία εξαρτάται από υποκειμενικό κριτήριο (τον καθορισμό του σημείου προορισμού κατά την πρώτη εισαγωγή στην Κοινότητα) που δεν μπορεί στην πραγματικότητα να ελεγχθεί και έτσι, η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας για τα εμπορεύματα καταγωγής τρίτων χωρών στερείται σημαντικότατου τμήματος του πρακτικού περιεχομένου της. Η πείρα που απέκτησε εν τω μεταξύ η Επιτροπή όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 115 της συνθήκης ΕΟΚ επιβεβαιώνει ότι το υποκειμενικό κριτήριο του προορισμού δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών μπορεί να ανταποκρίνεται σε θεμιτές οικονομικές ανάγκες ακόμη και όταν, εξαρχής, σημείο προορισμού είναι ένα άλλο κράτος μέλος. Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν όσον αφορά τον τομέα της συνθήκης ΕΚΑΧ, η δε Επιτροπή δεν μπορεί πλέον σήμερα να ταχθεί υπέρ του ανωτέρω περιορισμού.
Η διαδικασία της «αμοιβαίας συνδρομής» που προβλέπεται στο άρθρο 71, τρίτη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ ανταποκρίνεται στη ρύθμιση του άρθρου 115 της συνθήκης ΕΟΚ: το μέσο αυτό χρησιμεύει συνεπώς κατά κύριο λόγο για να εξασφαλιστεί ότι τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τη συνθήκη δεν θα χάσουν την αποτελεσματικότητα τους λόγω εκτροπών του εμπορίου. Αντίθετα προς το άρθρο 115, πρώτη παράγραφος, της συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 71, τρίτη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν προβλέπει καμία εξουσιοδότηση εκ μέρους της Ανωτάτης Αρχής για τη λήψη εθνικών μέτρων η Ανωτάτη Αρχή πάντως πρέπει να ελέγχει τα μέτρα αυτά και να διαπιστώνει αν συμφωνούν με τη συνθήκη και με τις ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες. Είναι επιπλέον σημαντικό να μη λαμβάνονται τα μέτρα αυτά μονομερώς αλλά με τη σύμφωνη γνώμη του ή των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών, ώστε να αποφεύγονται προστριβές διοικητικής φύσεως.
Η νομική βάση που επιτρέπει τη λήψη προστατευτικών μέτρων πρέπει επομένως να αναζητηθεί στην περίπτωση αυτή, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 115 της συνθήκης ΕΟΚ, απευθείας στη συνθήκη, αλλά δεν μπορεί πάντως να χρησιμοποιηθεί χωρίς τη συμφωνία του άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κίνδυνος εκτροπής του εμπορίου καθιστά συχνά αναγκαία την άμεση επέμβαση ενώ η εφαρμογή της διαδικασίας της αμοιβαίας συνδρομής απαιτεί ορισμένο χρόνο, η Ανωτάτη Αρχή ανέπτυξε στην πράξη μία επείγουσα διαδικασία που επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα μέχρι να τεθεί πράγματι σε εφαρμογή η αμοιβαία συνδρομή.
Με αυτή την ερμηνεία και διαμόρφωση, ο μηχανισμός που προβλέπεται στο άρθρο 71, τρίτη παράγραφος, είναι απόλυτα επαρκής για να παρακαμφθεί το πρόβλημα των επιζήμιων εκτροπών του εμπορίου και δεν είναι καθόλου αναγκαία η επιπλέον ανάθεση στα κράτη μέλη οποιωνδήποτε αυτόνομων αρμοδιοτήτων για τη λήψη προστατευτικών μέτρων στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία εμπορευμάτων' τέτοιο δικαίωμα δεν μπορεί ιδίως να συναχθεί από την αρμοδιότητα που παρέχει στα κράτη μέλη το άρθρο 73, πρώτη παράγραφος, να διαχειρίζονται τις άδειες εισαγωγής και εξαγωγής κατά τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες' διότι διαφορετικά, το σύστημα της αμοιβαίας συνδρομής θα στερούνταν κάθε αποτελεσματικότητας.
Η Επιτροπή θεωρεί πάντως ότι όταν η Ανωτάτη Αρχή λαμβάνει, δυνάμει του άρθρου 74, περίπτωση 3, κοινοτικό μέτρο σχετικά με την εισαγωγή εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών, πρέπει επιπλέον να της αναγνωριστεί η αρμοδιότητα λήψεως συναφούς μέτρου συνδεόμενου με το ανωτέρω μέτρο για τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας, αν αυτό φαίνεται αναγκαίο λαμβανομένης υπόψη της φύσεως του μέτρου' διότι θα αποτελούσε πράγματι άσκοπη κατάτμηση αρμοδιοτήτων να εξασφαλίζεται εν προκειμένω η αναγκαία «πλευρική προστασία» μόνο με την εφαρμογή της αμοιβαίας συνδρομής.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, πρέπει τέλος να εξεταστεί η νομική κατάσταση που προκύπτει αν γίνει δεκτή η ανωτέρω εκτεθείσα «θεωρία της επεκτάσεως».
Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, είναι λογικό να γίνει προσφυγή, επίσης όσον αφορά τον τομέα των παρεκκλίσεων, στο μηχανισμό του άρθρου 115 της συνθήκης ΕΟΚ. Εντούτοις, και για τον τομέα αυτό επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη η μεταβατική κατάσταση: τα μέτρα που λαμβάνονται νόμιμα στα πλαίσια της αμοιβαίας συνδρομής δυνάμει του άρθρου 71, τρίτη παράγραφος, ή τα μέτρα που λαμβάνει η Ανωτάτη Αρχή δυνάμει του άρθρου 74, περίπτωση 3, της συνθήκης ΕΚΑΧ, τα οποία περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων καταγωγής τρίτων χωρών, πρέπει να θεωρηθούν ως ισχύοντα μέχρι το χρονικό σημείο της πραγματικής ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που αναγνωρίζονται στην Επιτροπή από το άρθρο 115 της συνθήκης ΕΟΚ.
Προβαίνοντας στη συναγωγή των συμπερασμάτων από τις ανωτέρω παρατηρήσεις, η Επιτροπή διαπιστώνει καταρχάς ότι δεν υπάρχουν λόγοι που καθιστούν εμφανή την ακυρότητα της συστάσεως της 28ης Ιανουαρίου 1959 και των άλλων συστάσεων της Ανωτάτης Αρχής σχετικά με την παράταση της ισχύος της ελεύθερης δασμών ποσοστώσεως μέχρι το 1962.
Το άρθρο 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν αποκλείει καθόλου τη δυνατότητα της Κοινότητας να επιβάλλει τη θέσπιση δασμών επίσης κατά την ενδοκοινοτική κυκλοφορία, με σκοπό τη διασφάλιση των μέτρων οικονομικής πολιτικής κατά των εμμέσων εκτροπών του εμπορίου.
Δεν υπάρχουν επίσης ενστάσεις που θα μπορούσαν να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη κατά του κύρους των συστάσεων της Ανωτάτης Αρχής. Η Γερμανία γνώρισε αναμφισβήτητα κατά τη διάρκεια του 1958, για διάφορους λόγους, σοβαρή κρίση των πωλήσεων στην αγορά άνθρακα. Η κρίση αυτή επιδεινώθηκε ακόμη λόγω της αυξανόμενης πιέσεως των εισαγωγών άνθρακα από τρίτες χώρες. Συνέτρεχαν συνεπώς οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για παρέμβαση δυνάμει του άρθρου 74, περίπτωση 3, της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Αν ληφθούν υπόψη οι σοβαροί κίνδυνοι που επαπειλούσαν τη γερμανική αγορά άνθρακα λόγω της απεριόριστης δυνατότητας εισαγωγών που υπήρχε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1958, τα μέτρα που έλαβε η Ανωτάτη Αρχή δεν είναι επίσης δυσανάλογα. Επιπλέον, με την καθιέρωση ελεύθερης δασμών ποσοστώσεως, ελήφθησαν επίσης υπόψη στο μέτρο του δυνατού οι απαιτήσεις του άρθρου 3, στοιχείο στ, της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Από τον ετήσιο επανακαθορισμό της ελεύθερης δασμών ποσοστώσεως προκύπτει σαφώς ότι τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 1963, η Ανωτάτη Αρχή θεώρησε πάντοτε ως ισχύουσα τη βασική σύσταση της 28ης Ιανουαρίου 1959.
Όσον αφορά το 1964, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο γερμανικός νόμος της 27ης Δεκεμβρίου 1962 περί δασμολογικής ποσοστώσεως των στερεών καυσίμων για το 1963 και το 1964 δημιούργησε σταθερή νομική βάση για την εισαγωγή ατελώς τουλάχιστον 6,2 εκατομμυρίων τόνων άνθρακα από τρίτες χώρες, η Ανωτάτη Αρχή θεώρησε ότι δεν ήταν αναγκαίο να προβεί στον επανακαθορισμό της ποσοστώσεως αυτής με ειδική σύσταση. Δεδομένου ότι ο διαρκής επανακαθορισμός των δασμολογικών ποσοστώσεων στη γερμανική νομοθεσία παρείχε επαρκείς εγγυήσεις επίσης για τα επόμενα έτη, η Ανωτάτη Αρχή έκρινε επίσης μετά το 1964 ότι δεν συνέτρεχε κανένας λόγος να ληφθούν ειδικά κοινοτικά μέτρα.
Μετά τη θέσπιση του γερμανικού νόμου της 14ης Δεκεμβρίου 1970 περί της δασμολογικής ποσοστώσεως των στερεών καυσίμων για τα έτη 1971, 1972, 1973, 1974, 1975 και 1976, διαπιστώθηκε κατά τις διαβουλεύσεις που διεξήχθησαν στα πλαίσια του Συμβουλίου το Νοέμβριο του 1971 βάσει του πρωτοκόλλου της συμφωνίας επί των ενεργειακών προβλημάτων της 21ης Απριλίου 1964 ότι καμία σημαντική αντίθεση ή αντίρρηση δεν προβλήθηκε έναντι του γερμανικού καθεστώτος εισαγωγών. Έτσι, έστω και αν θεωρηθεί ότι η σύσταση της 28ης Ιανουαρίου 1959 δεν είναι πλέον σήμερα δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτό το καθεστώς εισαγωγών εντάσσεται στην κοινοτική σφαίρα.
Βάσει των παρατηρήσεων αυτών, η Επιτροπή καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα:
1)
Η σύσταση της 28ης Ιανουαρίου 1959 και οι συστάσεις που εκδόθηκαν μέχρι το 1962 για τον επανακαθορισμό της ελεύθερης δασμών ποσοστώσεως δεν αντιβαίνουν ούτε προς το άρθρο 4, στοιχείο α, ούτε προς άλλη διάταξη της συνθήκης ΕΚΑΧ.
2)
Η σύσταση της 28ης Ιανουαρίου 1959 δεν καταργήθηκε ποτέ ρητά. Έστω και αν γίνει δεκτό ότι η σε αυτή περιλαμβανόμενη υποχρέωση ετήσιου καθορισμού μιας ελεύθερης δασμών ποσοστώσεως αντικαταστάθηκε μετά το 1964 από αυτόνομα γερμανικά μέτρα, οι λοιπές διατάξεις της συστάσεως εξακολουθούν εντούτοις να ισχύουν. Εν πάση περιπτώσει, το δικαίωμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να επιβάλλει επί του άνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών, στο μέτρο που αυτός εισάγεται καθ' υπέρβαση της καθορισθείσας ποσοστώσεως, διαφορικό δασμό σύμφωνα προς τις ισχύουσες βάσει της GATT υποχρεώσεις, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, λόγω της κοινοτικής καλύψεως της γερμανικής νομοθεσίας του 1971, έστω και αν θεωρηθεί ότι η σύσταση της 28ης Ιανουαρίου 1959 δεν είναι πλέον δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της.
Η Επιτροπή προτείνει συνεπώς να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου:
«Από την εξέταση των συστάσεων που εξέδωσε η Ανωτάτη Αρχή μεταξύ 1959 και 1962 για τη ρύθμιση του καθεστώτος εισαγωγών άνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος των συστάσεων αυτών.»
III — Προφορική Διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, η εταιρεία Mabanaft, εκπροσωπούμενη από τον δρ. Wolf-Dietrich Krause Ablass, δικηγόρο Düsseldorf, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή δρ. Alben Bleckmann και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Peter Gilsdorf, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Μαρτίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 7ης Φεβρουαρίου 1983, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Μαρτίου 1983, το Finanzgericht του Düsseldorf υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 41 της συνθήκης ΕΚΑΧ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος των συστάσεων της Ανωτάτης Αρχής της 28ης Ιανουαρίου 1959 (ABl. της 11. 2. 1959, σ. 197) και της 30ής Οκτωβρίου 1962 (ABl. της 12. 11. 1962, σ. 2683).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρείας Mabanaft GmbH, με έδρα το Αμβούργο, και του Hauptzollamt (Κεντρικού Τελωνείου) του Emmerich, το οποίο ζήτησε από την εν λόγω εταιρεία να καταβάλει διαφορικούς δασμούς συνολικού ποσού 1382829,77 γερμανικών μάρκων για τις εισαγωγές άνθρακα που πραγματοποίησε κατά τα έτη 1977-1978η ετερόρρυθμη εταιρεία Fisser und van Doornum Köln GmbH & Co., διάδοχος της οποίας είναι η εταιρεία Mabanaft.
3
Ο εν λόγω άνθρακας εισήχθη καταρχάς στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με δασμολογική απαλλαγή ως «εμπόρευμα ΕΟΚ, ολλανδικής καταγωγής, προερχόμενο από τα αποθέματα ορυχείων ή αποθηκών».
Μεταγενέστερες έρευνες της γερμανικής υπηρεσίας διώξεως τελωνειακών παραβάσεων αποκάλυψαν όμως ότι το εν λόγω εμπόρευμα, αν και τελούσε σε ελεύθερη κυκλοφορία στις Κάτω Χώρες, προερχόταν στην πραγματικότητα από διάφορες τρίτες χώρες.
4
Οι διορθωτικές πράξεις περί εισπράξεως διαφορικού δασμού, τις οποίες επέδωσε στην εταιρεία Mabanaft το Hauptzollamt του Emmerich, στηρίζονται στο γερμανικό νόμο της 14ης Δεκεμβρίου 1970 περί δασμολογικής ποσοστώσεως των στερεών καυσίμων για τα έτη 1971, 1972, 1973, 1974, 1975 και 1976 (BGBl. Ι 1970, σ. 1713), όπως τροποποιήθηκε με το νόμο της 28ης Ιουνίου 1976, ο οποίος μετέβαλε την ισχύουσα δασμολογική ποσόστωση και παρέτεινε την ισχύ του νόμου του 1970 μέχρι το 1981.
5
Ενώπιον του Finanzgericht, το Hauptzollamt του Emmerich προέβαλε ότι η επιβολή διαφορικού δασμού επί των εισαγωγών άνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών που τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλου κράτους μέλους δεν ήταν αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Διότι, κατά την άποψη του, επρόκειτο για μέτρο εμπορικής πολιτικής, που εξακολουθεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 71, πρώτη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ.
6
Η εταιρεία Mabanaft αντέτεινε ότι το επίδικο μέτρο είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 4, περίπτωση α, της συνθήκης ΕΚΑΧ, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύονται «οι εισαγωγικοί ή εξαγωγικοί δασμοί ή οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και οι ποσοτικοί περιορισμοί της κυκλοφορίας των προϊόντων» εντός της Κοινότητας.
7
Κατά την άποψη του Finanzgericht, η επιβολή διαφορικού δασμού στην προκειμένη περίπτωση δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες των κρατών μελών στα πλαίσια της εμπορικής πολιτικής· εντούτοις, μπορεί να συμβιβάζεται με τη συνθήκη ΕΚΑΧ ως μέτρο που ελήφθη βάσει των συστάσεων που απηύθυνε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η Ανωτάτη Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 74 της συνθήκης ΕΚΑΧ, υπό την προϋπόθεση ότι οι συστάσεις αυτές θεσπίστηκαν εγκύρως και ίσχυαν ακόμη κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Υπέβαλε κατά συνέπεια στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Οι συστάσεις της Ανωτάτης Αρχής της 28ης Ιανουαρίου 1959 (ABl. της 11.2. 1959, σ. 197) και της 30ής Οκτωβρίου 1962 (ABl. της 12. 11. 1962, σ. 2683) συμβιβάζονται με το άρθρο 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ και μπορούν — και ενδεχομένως επί πόσο χρόνο — να αποτελέσουν τη νομική βάση εθνικής ρυθμίσεως, δυνάμει της οποίας επιβάλλεται διαφορικός δασμός για εισαγόμενο λιθάνθρακα, καταγωγής τρίτης χώρας, ο οποίος τελούσε σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους;»
8
Η σύσταση της 28ης Ιανουαρίου 1959 επιβάλλει στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να θεσπίσει προσωρινά δασμό κατά τις εισαγωγές άνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά το μέτρο που οι εισαγωγές αυτές υπερβαίνουν ποσόστωση ελεύθερη δασμών. Το ύψος του εν λόγω δασμού δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 γερμανικά μάρκα ανά τόνο. Η σύσταση ορίζει επίσης ότι για το 1959 πρέπει να προβλεφθεί ποσόστωση ελεύθερη δασμών όχι κατώτερη των 5 εκατομμυρίων τόνων, καλεί δε τις κυβερνήσεις των άλλων κρατών μελών να παράσχουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την απαραίτητη αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη του εν λόγω δασμού.
9
Η σύσταση της 30ής Οκτωβρίου 1962 είναι η τελευταία σειράς συστάσεων (συστάσεις της 3. 11. 1959, της 3. 11. 1960, της 13. 12. 1961 και της 30. 10. 1962), με τις οποίες η Ανωτάτη Αρχή καθόρισε το ελάχιστο ύψος της ελεύθερης δασμών ποσοστώσεως αντίστοιχα για τα έτη 1960, 1961, 1962 και 1963.
10
Το ερώτημα του Finanzgericht πρέπει συνεπώς να εκληφθεί υπό την έννοια ότι για καθένα των ετών από 1959 μέχρι 1963 αφορά την ισχύ της συστάσεως της 28ης Ιανουαρίου 1959 και της συστάσεως περί καθορισμού της ελάχιστης ετήσιας ποσοστώσεως, ενώ για την περίοδο από 1964 μέχρι 1977-1978 αφορά μόνο την ισχύ της συστάσεως της 28ης Ιανουαρίου 1959, δεδομένου ότι για τα έτη μετά το 1963η Ανωτάτη Αρχή δεν καθόρισε πλέον ελάχιστη ποσόστωση.
11
Με το πρώτο σκέλος του υποβληθέντος ερωτήματος ερωτάται κατ' ουσία μόνον αν οι επίδικες συστάσεις συμβιβάζονται με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 4, περίπτωση α, της συνθήκης ΕΚΑΧ. Διότι όσον αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων από τις οποίες το άρθρο 74, περίπτωση 3, της συνθήκης ΕΚΑΧ εξαρτά τη διατύπωση συστάσεως, είναι αναμφισβήτητο ότι οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνταν κατά την περίοδο 1959-1963.
12
Η ερμηνεία του ανωτέρω άρθρου 4 φαίνεται συνεπώς απαραίτητη, για να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει το κύρος των επιδίκων συστάσεων.
13
Πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί σχετικά η ερμηνεία που προτείνει στις παρατηρήσεις της η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία θεωρεί ότι η ορθή αξιολόγηση της εν λόγω διατάξεως είναι δυνατή μόνον αν ληφθεί υπόψη το άρθρο 71, πρώτη παράγραφος, της συνθήκης ΕΚΑΧ, σύμφωνα με το οποίο «η αρμοδιότης των κυβερνήσεων των κρατών μελών στον τομέα της εμπορικής πολιτικής δεν θίγεται από την εφαρμογή της παρούσης συνθήκης, εκτός αν αυτή ορίζει άλλως».
14
Κατά την άποψη της γερμανικής κυβερνήσεως, το περιεχόμενο του άρθρου 4, περίπτωση α, και του άρθρου 71, πρώτη παράγραφος, πρέπει να καθοριστεί 6άσει του γεγονότος ότι η ΕΚΑΧ δεν αποτελεί πραγματική τελωνειακή ένωση, αλλά, αν και χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη κοινής αγοράς, στερείται κοινού δασμολογίου, έτσι ώστε τα προϊόντα που εμπίπτουν στην ΕΚΑΧ, εν προκειμένω ο άνθρακας, μπορούν να εισάγονται στα διάφορα κράτη μέλη άλλοτε με την καταβολή λίγοπολύ υψηλού δασμού, άλλοτε χωρίς την καταβολή κανενός δασμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 71, πρώτη παράγραφος, επιτρέπει στα κράτη μέλη όχι μόνο να ασκούν αυτόνομη εμπορική πολιτική, αλλά επίσης να εξασφαλίζουν την τήρηση της πολιτικής αυτής, εμποδίζοντας τις εκτροπές του εμπορίου με την επιβολή δασμών επί των εισαγωγών από άλλο κράτος μέλος προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών.
15
Βάσει των σκέψεων αυτών, το άρθρο 4, περίπτωση α, πρέπει συνεπώς, κατά την άποψη της γερμανικής κυβερνήσεως, να ερμηνευθεί περιοριστικά υπό την έννοια ότι αφορά μόνο τα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών, για τα οποία δεν υπάρχει ο κίνδυνος ότι η ελεύθερη κυκλοφορία μπορεί να παρεμβάλει εμπόδια στην εμπορική πολιτική κάθε κράτους μέλους έναντι των τρίτων χωρών.
16
Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι η ερμηνεία την οποία προτείνει η γερμανική κυβέρνηση βαίνει πέρα από τα πλαίσια του υποβληθέντος ερωτήματος, διότι όχι μόνον οδηγεί στη διαπίστωση ότι το άρθρο 4, περίπτωση α, δεν εμποδίζει την έκδοση συστάσεως που επιβάλλει σε κράτος μέλος να θεσπίζει δασμό για άνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών που εισάγεται από άλλο κράτος μέλος, αλλά διότι οδηγεί ακόμη στην αναγνώριση ότι τέτοιος δασμός μπορεί να επιβάλλεται από κράτος μέλος ανεξάρτητα από την ύπαρξη συστάσεως.
17
Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
18
Πρέπει πράγματι να γίνει δεκτό ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης ΕΚΑΧ, η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εκτείνεται κατ' ανάγκη και στα προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους.
19
Από τις διατάξεις της συνθήκης προκύπτει ότι τα κοινοτικά όργανα έχουν ορισμένα καθήκοντα στον τομέα του εξωτερικού εμπορίου. 'Ετσι, το άρθρο 3 της συνθήκης, που καθορίζει τα καθήκοντα των κοινοτικών οργάνων, προβλέπει στην περίπτωση α ότι αυτά οφείλουν «να μεριμνούν για τον κανονικό εφοδιασμό της κοινής αγοράς λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των τρίτων χωρών», στη δε περίπτωση στ ότι οφείλουν «να προάγουν την ανάπτυξη των διεθνών συναλλαγών».
20
Το άρθρο 15 της συνημμένης στη συνθήκη ΕΚΑΧ συμβάσεως περί των μεταβατικών διατάξεων προϋποθέτει την ύπαρξη της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας, προβλέποντας μεταξύ άλλων, στον τομέα του χάλυβα, ότι απαιτείται άδεια της Ανωτάτης Αρχής για να μπορέσουν τα κράτη μέλη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν στις έμμεσες εισαγωγές τους μέσω των κρατών μελών με χαμηλότερα δασμολόγια τον ίδιο βαθμό προστασίας με αυτόν που απορρέει από την εφαρμογή του δικού τους δασμολογίου επί των αμέσων εισαγωγών τους. Διότι δεν θα ήταν καθόλου αναγκαία τέτοια άδεια αν τα κράτη μέλη ήταν ελεύθερα να λαμβάνουν μονομερώς, στα πλαίσια της εμπορικής πολιτικής τους, τα μέτρα που θεωρούν ως τα καταλληλότερα έναντι των εμμέσων εισαγωγών.
21
Με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1961 (Vloeberghs, 9 και 12/60, Sig. σ. 427), το Δικαστήριο ενστερνίστηκε ρητά την άποψη της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους, άποψη την οποία άλλωστε δεν αμφισβητούσαν οι διάδικοι.
22
Όλα αυτά δείχνουν ότι η ΕΚΑΧ δεν αποτελεί ζώνη ελευθέρου εμπορίου, όπου η καταγωγή ενός προϊόντος αποτελεί καθοριστικό στοιχείο, αλλά προσεγγίζει μάλλον, λόγω της διαρθρώσεως της, προς την αρχή της τελωνειακής ενώσεως.
23
Ναι μεν πρέπει, συνεπώς, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το άρθρο 4, στοιχείο α, της συνθήκης ΕΚΑΧ εισάγει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, η οποία ισχύει επίσης για τα προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών, πρέπει όμως να παρατηρηθεί επίσης ότι, αντίθετα προς το άρθρο 9 της συνθήκης ΕΟΚ που δεν κάνει μνεία κανενός περιορισμού, το άρθρο 4 διευκρινίζει ότι οι εισαγωγικοί δασμοί και οι λοιποί περιορισμοί θεωρούνται ασυμβίβαστοι με την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα και κατά συνέπεια καταργούνται και απαγορεύονται εντός της Κοινότητας «σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα συνθήκη».
24
Από την ανωτέρω επιφύλαξη προκύπτει ότι η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας στη συνθήκης ΕΚΑΧ μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς στις περιπτώσεις που προβλέπονται στη συνθήκη. Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί αν, όσον αφορά τις συστάσεις, η συνθήκη ΕΚΑΧ περιλαμβάνει διατάξεις που παρέχουν τη δυνατότητα στην Ανωτάτη Αρχή να παρεκκλίνει από την εν λόγω αρχή.
25
Το άρθρο 74 της συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει ότι η Ανωτάτη Αρχή έχει την εξουσία να λαμβάνει όλα τα μέτρα που είναι σύμφωνα προς τη συνθήκη και ιδίως προς τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 3 και να απευθύνει στις κυβερνήσεις όλες τις σύμφωνες προς τις διατάξεις του άρθρου 71, δεύτερη παράγραφος, συστάσεις, αν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που απαριθμούνται αντίστοιχα στους αριθμούς 1, 2 και 3 της πρώτης παραγράφου του. Η εν λόγω εξουσία παρέχεται στην τρίτη περίπτωση «αν ένα από τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 81 της παρούσης συνθήκης εισάγεται στο έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών σε ποσότητες σχετικώς αυξημένες και υπό όρους τέτοιους, ώστε οι εισαγωγές αυτές να επιφέρουν ή να απειλούν να επιφέρουν σοβαρή ζημία στην παραγωγή, εντός της κοινής αγοράς, ομοίων ή ευθέως ανταγωνιστικών προϊόντων».
26
Ενόψει της ανωτέρω διατάξεως και του γεγονότος ότι δεν αμφισβητείται η συνδρομή των προϋποθέσεων στις οποίες υπόκεινται τα μέτρα που πρέπει να λάβει η Επιτροπή, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Ανωτάτη Αρχή είχε την εξουσία να επιτρέψει σε κράτος μέλος, μέσω συστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 74, πρώτη παράγραφος, περίπτωση 3, να παρεκκλίνει από την αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 4, περίπτωση α, της συνθήκης ΕΚΑΧ, όσον αφορά τον άνθρακα που είχε εισαχθεί από τρίτες χώρες και τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλου κράτους μέλους.
27
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει κατά συνέπεια να γίνει δεκτό ότι οι επίδικες συστάσεις συμβιβάζονται με το άρθρο 4, περίπτωση α, της συνθήκης ΕΚΑΧ.
28
Με το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο ερωτάται επί πόσο χρόνο παρέμειναν εν ισχύι οι εν λόγω συστάσεις.
29
Δεδομένου ότι αναγνωρίστηκε ότι κατά τα έτη 1959 μέχρι 1963 συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 74, πρώτη παράγραφος, περίπτωση 3, μένει να εξεταστεί μόνον η περίοδος από το 1964 μέχρι και το 1978.
30
Πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί σχετικά ότι όσον αφορά την ανωτέρω περίοδο, το ερώτημα αφορά στην πραγματικότητα μόνο τη σύσταση της 28ης Ιανουαρίου 1959.
31
Όπως προκύπτει από το στοιχείο Α της εν λόγω συστάσεως, αυτή επιτρέπει στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να «επιβάλει προσωρινά δασμούς επί των εισαγωγών άνθρακα καταγωγής τρίτων χωρών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά το μέτρο που οι εισαγωγές αυτές υπερβαίνουν ποσόστωση ελεύθερη δασμών». Το σημείο 2 του στοιχείου Α ορίζει ότι η ελεύθερη δασμών ποσόστωση για το 1959 δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 5 εκατομμυρίων τόνων.
32
Η σύσταση εισάγει συνεπώς την αρχή του ανοίγματος ελεύθερης δασμών ποσοστώσεως, για να διασφαλιστούν, όπως διευκρινίζει η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της, «τα παραδοσιακά εισαγωγικά ρεύματα της Κοινότητας ώστε να επιτευχθεί κανονικός εφοδιασμός της αγοράς», αλλά περιορίζεται να καθορίσει το ελάχιστο ύψος της ποσοστώσεως αυτής μόνο για το 1959, εξυπακουομένου ότι το ύψος αυτό μπορεί να μεταβληθεί στη συνέχεια βάσει της εξελίξεως της καταστάσεως στην αγορά άνθρακα.
33
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι αναγκαίο να καθορίζεται το ύψος της ποσοστώσεως από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος βάσει ελαχίστου ορίου που προκύπτει από σύσταση της Ανωτάτης Αρχής, όπως συνέβαινε μέχρι το 1963. Αρκεί μόνο να είναι σε θέση η Ανωτάτη Αρχή να ελέγξει εγκαίρως αν η ποσόστωση καθορίστηκε σε επίπεδο ικανό να εξασφαλίσει τη διατήρηση των παραδοσιακών εισαγωγικών ρευμάτων. Τέτοια δυνατότητα εξασφάλιζε πάντοτε η γερμανική νομοθεσία περί ποσοστώσεων και, κατά συνέπεια, η απουσία συστάσεως της Ανωτάτης Αρχής περί καθορισμού του ελαχίστου ύψους της ποσοστώσεως δεν επηρεάζει κατά κανένα τρόπο το κύρος της συστάσεως της 28ης Ιανουαρίου 1959.
34
Αν και η συνθήκη ΕΚΑΧ δεν περιορίζει ρητά τη διάρκεια της ισχύος των διατάξεων εξαιρετικού χαρακτήρα που παρεκκλίνουν από τους κανόνες της, είναι αυτονόητο ότι τέτοιες διατάξεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ακόμη ισχυρές αφού παύσουν πλέον να υπάρχουν οι προϋποθέσεις που τις δικαιολογούσαν.
35
Πρέπει να διαπιστωθεί σχετικά ότι και μετά την περίοδο 1959-1963, η ζήτηση άνθρακα στο εσωτερικό της Κοινότητας, προς την οποία έπρεπε να προσαρμοστεί η κοινοτική παραγωγή, δεν έπαυσε να μειώνεται. Είναι συνεπώς αναμφίβολο ότι η ελευθέρωση των εισαγωγών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια των περισσοτέρων από τα έτη που πρέπει να ληφθούν υπόψη Sa εξασθενούσε περαιτέρω την αγορά και θα έβλαπτε βαρύτατα τη γερμανική παραγωγή, αυξάνοντας σε βαθμό αφόρητο τα ήδη υψηλότατα αποθέματα.
36
Δεν είναι επίσης δυνατό να θεωρηθεί, αντίθετα προς την άποψη της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη, ότι ορισμένες αυξήσεις της ζητήσεως, όπως αυτές των ετών 1968-1970 και 1974, που εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι αποτελούσαν φαινόμενα βραχείας διαρκείας, οδήγησαν στην εξάλειψη των συνθηκών που δικαιολογούσαν την ύπαρξη της επίδικης συστάσεως.
37
Μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ότι δεν υπήρξε κανένας λόγος να υποτεθεί ότι η κρίση του τομέα του άνθρακα είχε λάβει τέλος μόνον λόγω ορισμένων ελαφρών βελτιώσεων της ζητήσεως, οι οποίες, όπως κατέδειξε εκ των υστέρων η πείρα, είχαν καθαρά συγκυριακό χαρακτήρα.
38
Ο κίνδυνος σοβαρής ζημίας για την κοινοτική παραγωγή δεν έπαυσε άλλωστε ποτέ να υπάρχει, ούτε και κατά τα πλέον ευνοϊκά έτη, όπως προκύπτει από τις συνημμένες στη δικογραφία στατιστικές σχετικά με την παραγωγή, την κατανάλωση και τα αποθέματα κατά τη διάρκεια των ανωτέρω ετών.
39
Η εξέταση της καταστάσεως της αγοράς άνθρακα κατά την περίοδο 1964-1978 οδηγεί συνεπώς στο συμπέρασμα ότι κατά την εν λόγω περίοδο δεν υπήρξε μεταβολή της τάσεως ικανή να εξαλείψει τις συνθήκες που είχαν δικαιολογήσει τη θέσπιση της επίδικης συστάσεως.
40
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει συνεπώς να κριθεί ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη συμφωνία των συστάσεων της Ανωτάτης Αρχής της 28ης Ιανουαρίου 1959 και της 30ής Οκτωβρίου 1962 προς το άρθρο 4, περίπτωση α, της συνθήκης ΕΚΑΧ, ούτε την ισχύ της συστάσεως της 30ής Οκτωβρίου 1962 για το έτος 1963 και της συστάσεως της 28ης Ιανουαρίου 1959 από την ημερομηνία εκδόσεως της μέχρι του έτους 1978 συμπεριλαμβανομένου. Οι συστάσεις αυτές μπορούν συνεπώς να αποτελέσουν κατά την ανωτέρω περίοδο τη νομική βάση εθνικής ρυθμίσεως, δυνάμει της οποίας επιβάλλεται διαφορικός δασμός για λιθάνθρακα, καταγωγής τρίτης χώρας, που εισάγεται μετά τη θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλου κράτους μέλους.
Επί των δικαστικών εξόδων
41
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Finanzgericht του Düsseldorf με διάταξη της 7ης Φεβρουαρίου 1983, αποφαίνεται:
Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη συμφωνία των συστάσεων της Ανωτάτης Αρχής της 28ης Ιανουαρίου 1959 και της 30ής Οκτωβρίου 1962 προς το άρθρο 4, περίπτωση α, της συνθήκης ΕΚΑΧ, ούτε την ισχύ της συστάσεως της 30ής Οκτωβρίου 1962 για το έτος 1963 και της συστάσεως της 28ης Ιανουαρίου 1959 από την ημερομηνία εκδόσεως της μέχρι του έτους 1978 συμπεριλαμβανομένου. Οι συστάσεις αυτές μπορούν συνεπώς να αποτελέσουν κατά την ανωτέρω περίοδο τη νομική βάση εθνικής ρυθμίσεως, δυνάμει της οποίας επιβάλλεται διαφορικός δασμός για λιθάνθρακα, καταγωγής τρίτης χώρας, που εισάγεται μετά τη θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλου κράτους μέλους.
Mackenzie Stuart
Koopmans
Bahlmann
Galmot
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Due
Everling
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιουνίου 1984.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
Full & Egal Universal Law Academy