Στην υπόθεση 46/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Tariefcommissie του Αμστερνταμ προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Geruch & Co. BV, με έδρα το Αμστερνταμ,
και
INSPECTEUR DER INVOERRECHTEN ΕΝ ACCIJNZEN, ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της δασμολογικής κλάσης 29.01 Α του κοινού δασμολογίου και του κανονισμού 1775/77 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1977, περί καθορισμού των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η εισαγωγή ορισμένων πετρελαιοειδών με το ευεργέτημα ευνοϊκού καθεστώτος εισαγωγής λόγω του ειδικού προορισμού τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/004, σ. 161),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Στις 8 Αυγούστου 1980, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δήλωσε προς εισαγωγή με σκοπό να θέσει στην κατανάλωση εμπορεύματα, τα οποία περιγράφονταν στο έντυπο ως «έλαια ήπατος ιχθύων, υπό δασμολογική διάκριση 15.04 Α II». Η καταγωγή και προέλευση των εμπορευμάτων ήταν η Ισπανία. Μετά τη δήλωση διασαφήσεως, ο εισπράκτορας χορήγησε ένα έγγραφο, στο οποίο τα εμπορεύματα κατετάγησαν στη διάκριση 15.04 Α II, δυνάμει της οποίας δεν οφειλόταν κανένας εισαγωγικός δασμός.
Μετά τη λήψη δειγμάτων, ο επιφορτισμένος με τον έλεγχο υπάλληλος θεώρησε ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα έπρεπε να καταταγούν στη διάκριση 29.01 Α Ι του δασμολογίου ως «άκυκλοι υδρογονάνθρακες», για τους οποίους, κατά το χρόνο της εισαγωγής, δεδομένης της ισπανικής καταγωγής, οφειλόταν εισαγωγικός δασμός ανερχόμενος στο 6,7 ο/ο της αξίας του εμπορεύματος. Με την εν λόγω ειδοποίηση φορολογήσεως, ο εισπράκτορας ζήτησε από την προσφεύγουσα την καταβολή του οφειλόμενου σχετικά ποσού, που ανερχόταν σε 11942,80 φιορίνια.
Στην από 15 Σεπτεμβρίου 1980 έκθεση του διευθυντή του εργαστηρίου του υπουργείου οικονομικών υπογραμμίζεται ότι:
«η εξέταση του προϊόντος που περιγράφεται “έλαια ήπατος ιχθύων” στα έγγραφα εισαγωγής έδωσε το ακόλουθο αποτέλεσμα:
Υπερυδροξυσκουαλένιο δηλαδή άκυκλος υδρογονάνθρακας (...)
της διακρίσεως 29.01 ΑII».
Ενώπιον της Tariefcommissie, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ισχυρίστηκε ότι οι ενώσεις ακύκλων υδρογονανθράκων, που εμπίπτουν στην κλάση 29.01, πρέπει να προέρχονται από ορυκτούς υδρογονάνθρακες. Στην παρούσα περίπτωση, το εν λόγω προϊόν είναι ζωικής προελεύσεως, πράγμα που μπορεί να προσδιοριστεί με την εφαρμογή της μεθόδου C-14. Θα αποδειχτεί επομένως ότι, αντίθετα προς τα καθαρά συνθετικά υπερυδροξυσκουαλένια, το εν λόγω υπερυδροξυσκουαλένιο, που προέρχεται από έλαιο ήπατος ιχθύων, δεν είναι καθαρό εφόσον περιέχει άλλους υδρογονάνθρακες και επιπλέον την ένωση C30 H62. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να καταταγεί στη δασμολογική διάκριση 15.04 Α II.
Ο επιθεωρητής ισχυρίστηκε ότι το εισαχθέν προϊόν δεν παρουσιάζει πλέον τα εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ελαίου ιχθύος. Συνεπεία της επεξεργασίας που έχει υποστεί, έχει, εξάλλου, καταστεί μια χημικώς προσδιορισμένη ένωση, ήτοι άκυκλος υδρογονάνθρακας, και ως τοιούτος εμπίπτει στη δασμολογική διάκριση 29.01 Α. Επομένως, για τη δασμολογική κατάταξη, λίγη σημασία έχει αν το προϊόν είναι φυσικής ή συνθετικής προελεύσεως. Μολονότι δεν αποτελεί υδρογονάνθρακα ή καύσιμο της δασμολογικής διακρίσεως 29.01 Α Ι, πρέπει εντούτοις να καταταγεί σ' αυτή τη δασμολογική διάκριση.
Η Tariefcommissie φρονεί ότι πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη η δασμολογική κλάση 15.12.
Οι διατάξεις τον εν λόγω κοινού όασμοΑο-γίον
Η δασμολογική κλάση 15.04 Α έχει την εξής διατύπωση:
«Λίπη και έλαια ιχθύων και θαλασσίων θηλαστικών, έστω και εξευγενισμένα:
Α.
Έλαια συκωτιών ιχθύων:
Ι.
περιεκτικότητος εις βιταμίνη Α ίσης ή κατωτέρας των 2500 διεθνών μονάδων κατά γραμμάριο.
II.
έτερα».
Οι επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας επί της δασμολογικής κλάσεως 15.04 ορίζουν ότι:
«Η κλάση αυτή περιλαμβάνει λίπη και έλαια παραγόμενα από διάφορες ποικιλίες ιχθύων (βακαλάος, ψησσίδιο, menhaden, ρέγγα, σαρδέλλες, σολομός κλπ.) και θαλάσσια θηλαστικά (φάλαινες, δελφίνια, φώκιες κλπ.)... εξάγονται από το σώμα ή το συκώτι του ιχθύος ή και από απορρίμματα ιχθύων. Έχουν συνήθως μια ειδική και χαρακτηριστική οσμή ιχθύος και δυσάρεστη γεύση ως προς δε το χρώμα μπορεί να ποικίλλουν από το κίτρινο μέχρι το κοκκινωπό καφέ.
Το ήπαρ βακαλάου, ψησσιδίου ή άλλων ιχθύων αποφέρουν έλαια με υψηλή περιεκτικότητα βιταμινών και άλλων οργανικών ουσιών γι' αυτό, χρησιμοποιούνται κυρίως στην ιατρική. Τα έλαια αυτά παραμένουν στην παρούσα κλάση, έστω κι αν η περιεκτικότητα τους σε βιταμίνη έχει αυξηθεί με ακτινοβολία ή κατ' άλλο τρόπο, αλλά εμπίπτουν στο κεφάλαιο 30, όταν περιέχονται σε φάρμακα ή διαλύσεις ή περιέχουν άλλες ουσίες, οι οποίες προστίθενται για θεραπευτική χρήση ...
...
Τα ραφιναρισμένα λίπη και έλαια που παράγονται από ψάρια και θαλάσσια θηλαστικά παραμένουν στην κλάση αυτή, αλλά εξαιρούνται όταν υδρογονωθούν, στερεοποιηθούν ή σκληρυνθούν με οποιαδήποτε άλλη επεξεργασία (κλάση 15.12).»
Η κλάση 15.12 έχει ως εξής:
«Έλαια και λίπη ζωικά ή φυτικά μερικώς ή ολικώς υδρογονωμένα και έλαια και λίπη ζωικά ή φυτικά στεροποιημένα ή εσκλη-ρυμμένα διά πάσης άλλης μεθόδου, έστω και εξευγενισμένα, αλλ' ουχί περαιτέρω επεξειργασμένα:
Α.
Παρουσιαζόμενα εις αμέσους συσκευασίας καθαρού περιεχομένου 1 κιλού ή ολιγώτερον...
Β.
Παρουσιαζόμενα κατ' άλλον τρόπο ...»
Η κλάση 29.01 Α έχει ως εξής:
« Υδρογονάνδρακες :
Α.
Άκυκλοι:
Ι.
προοριζόμενοι να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα
II.
προοριζόμενοι δι' ετέρας χρήσεις (α)»
Η διάκριση Α ΙΙ περιέχει μια παραπομπή στην ακόλουθη υποσημείωση:
«Η υπαγωγή εις την διάκρισιν ταύτην εξαρτάται εκ των όρων των καθοριζομένων παρά των αρμοδίων αρχών.»
Το άρθρο 2 του κανονισμού 1775/77 ορίζει:
«Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούται να προσκομίζει στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν σχετικής αιτήσεως των, τα ακόλουθα στοιχεία:
α)
κατά το χρόνο της αιτήσεως της αδείας, συνοπτική περιγραφή των μονάδων που χρησιμοποιούνται για την προβλεπόμενη κατεργασία'
β)
το είδος της σκοπούμενης κατεργασίας'
γ)
το είδος και την ποσότητα των υποβαλλομένων σε κατεργασία προϊόντων
δ)
σε περίπτωση εφαρμογής των συμπληρωματικών σημειώσεων 5 υπό ν) και 6 του κεφαλαίου 27 του κοινού δασμολογίου, το είδος και την ποσότητα των παραγομένων προϊόντων καθώς και τη δασμολογική ονομασία τους.
Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο πρέπει να καθιστά δυνατή, κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές, την παρακολούθηση, απ' αυτές, των προϊόντων μέσα στην ή στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια της τεχνικής διαδικασίας κατεργασίας τους.»
Η οριοθεσία μεταξύ των δασμολογικών κλάσεων 15.04 και 15.12 αφενός και 29.01 αφετέρου διέπεται από τις σημειώσεις 1δ) του κεφαλαίου 15 και από τη σημείωση Ια) του κεφαλαίου 29.
Η αναφερόμενη σημείωση του κεφαλαίου 15 είναι διατυπωμένη ως ακολούθως, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση:
«1.
Το παρόν κεφάλαιο δεν περιλαμβάνει:
δ)
... και λοιπά προϊόντα που εμπίπτουν στο τμήμα VI.»
Η αναφερόμενη σημείωση Ια) του κεφαλαίου 29, που αποτελεί μέρος του τμήματος VI, έχει ως εξής:
«1.
Υπό την επιφύλαξιν των εξαιρέσεων, των συναγομένων εκ του κειμένου ενίων κλάσεων, το παρόν κεφάλαιον πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνει μόνον:
α)
τας αμιγείς οργανικάς ενώσεις κα-θωρισμένης χημικής συστάσεως, έστω και αν αύται δεν είναι απολύτως καθαραί.»
Είναι βέβαιο ότι το εισαχθέν προϊόν είναι άκυκλος υδρογονάνθρακας, προϊόν το οποίο, αποτελούν αμιγή οργανική ένωση καθορισμένης χημικής συστάσεως, αναφέρεται στη δασμολογική κλάση 29.01 του τμήματος VI. Η Tariefcommissie φρονεί ότι, λόγω των ιδιοτήτων του, το προϊόν δεν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο, οπότε η κατάταξη του στη δασμολογική διάκριση 29.01 Α Ι δεν είναι δυνατή. Η κατάταξη του προϊόντος στη δασμολογική διάκριση 29.01 Α ΙΙ 8α ήταν δυνατή, πλην όμως η εν λόγω κατάταξη θα εξηρτάτο από ορισμένους όρους που θέτει ο κανονισμός 1775/77, που η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν πληρούσε.
Η Tariefcommissie φρονεί ότι η διαφορά θέτει το ερώτημα σε ποια δασμολογική κλάση έπρεπε να καταταγεί το προϊόν και, ενδεχόμενα, αν η οικονομία του κοινού δασμολογίου επιβάλλει την κατάταξη του στη δασμολογική διάκριση 29.01 Α Π, πώς 9α μπορούσε να συντονιστεί η κατάταξη και το σύστημα του κανονισμού, που απαιτεί άδεια για την κατάταξη σ' αυτή τη δασμολογική διάκριση, ενώ μια τέτοια άδεια έλειπε. Δεδομένου ότι η λύση στα ζητήματα αυτά εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, η Tariefcommissie υπέβαλε στο Δικαστήριο, με διάταξη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Σε ποια κλάση του κοινού δασμολογίου πρέπει να καταταγεί ένα πλήρως υδρογονωμένο ζωικό έλαιο, που παρασκευάζεται από ήπαρ ιχθύων και το οποίο αποτελεί συγχρόνως άκυκλο υδρογονάνθρακα;
2.
Αν ένα προϊόν του είδους που αναφέρεται στο πρώτο ερώτημα πρέπει να καταταγεί στη δασμολογική κλάση 29.01 Α, υπάγεται στη διάκριση Ι ή II σε περίπτωση που, μολονότι προορίζεται για χρήσεις διαφορετικές από τη χρησιμοποίηση του ως καύσιμης ύλης, δεν έχει ληφθεί άδεια υπό την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 1775/77 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1977;»
Η απόφαση περί παραπομπής καταχωρίστηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Μαρτίου 1983.
Με την από 19 Οκτωβρίου 1983 διάταξη, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, ανέθεσε την υπόθεση στο πρώτο τμήμα.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Inspectie der Invoerrechten en Accijnzen του Άμστερνταμ, εκπροσωπούμενη από τον Κ. P. Vroonland και η βελγική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον W. Collins.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Η Inspectie der Invoenechten en Accijnzen ισχυρίζεται ότι το εισαχθέν προϊόν δεν παρουσιάζει κανένα χαρακτηριστικό που να επιτρέπει το χαρακτηρισμό του ως ελαίου ιχθύος, εμπίπτοντος στη δασμολογική κλάση 15.04 του κοινού δασμολογίου. Το προϊόν αποτελεί αμιγή οργανική ένωση καθορισμένης χημικής συστάσεως, εμπίπτουσα στη δασμολογική διάκριση 29.01 Α του κοινού δασμολογίου.
Η δελγική κυβέρνηση κατατάσσει το προϊόν που ονομάζεται «Υπερυδροξυσκουαλένιο» στην δασμολογική διάκριση 29.01 Α, εφόσον πρόκειται περί προϊόντος χημικώς καθαρού κατά την έννοια της σημειώσεως 1 του κεφαλαίου 29.
Η φύση της πρώτης ύλης από την οποία αυτό παρασκευάζεται και η μέθοδος παρασκευής δεν διαδραματίζουν κανένα ρόλο.
Δεδομένου ότι αποδεικνύεται ότι δεν προσκομίστηκε καμιά άδεια κατά την έννοια του κανονισμού 1775/77, κατάταξη συνεπαγόμενη την εφαρμογή της ευμενούς δασμολογικής κανονιστικής ρυθμίσεως που προβλέπεται για τη διάκριση 29.01 Α II δεν θα μπορούσε να γίνει, παρά αν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, στο οποίο τα εμπορεύματα πρέπει να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, εξακολουθούσαν να έχουν τη δυνατότητα να χορηγήσουν έγγραφη άδεια με την απαραίτητη αναδρομική ισχύ.
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 17ης Νοεμβρίου 1983, η επιχείρηση Gerlach & Co., εκπροσωπούμενη από τον F. Ε. van Bruggen, νομικό σύμβουλο της επιχειρήσεως, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Α. Haagsma, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Η Επιτροπή παρατήρησε ότι το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε η Tariefcommissie αναφέρεται σε προϊόν που είναι συγχρόνως «ζωικό έλαιο εξ ολοκλήρου υδρογονωμένο παραγόμενο από ήπαρ ιχθύων» και «άκυ-κλος υδρογονάνθρακας». Θεωρεί ότι είναι αδιανόητη η ύπαρξη τέτοιου προϊόντος. Τα «έλαια ήπατος ιχθύων» περιλαμβάνουν grosso modo δύο κατηγορίες στοιχείων: ένα μέρος αιθέρος γλυκερίνης και ένα μέρος μη σαπωνοποιήσιμο. Συνήθως, πάντως, στα έλαια αυτά υπάρχουν και άλλα μη σαπωνο-ποιήσιμα συνθετικά στοιχεία. Επομένως, φαίνεται ότι το έλαιο ήπατος ιχθύος είναι πάντοτε μίγμα περισσότερων συνθετικών στοιχείων.
Από την άποψη αυτή, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η επεξεργασία στεροποιήσεως που εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή (υδρογόνωση) δεν μεταβάλλει τη σύνθεση του ελαίου. Η ολική υδρογόνωση του ελαίου έχει απλώς ως αποτέλεσμα τη μετατροπή των μη κορεσμένων συνθετικών στοιχείων σε κορεσμένα συνθετικά. Έτσι, παραδείγματος χάρη, τα μη κορεσμένα σκουαλέ-νια μετατρέπονται.σε σκουαλάνιο (υπερυ-δροξυσκουαλένιο). Το συμπέρασμα αυτό ισχύει ακόμα και για ορισμένα έλαια ήπατος καρχαρία ιδιαίτερα πλούσια σε μη σαπωνοποιήσιμα συστατικά, τα οποία συντίθενται κατά το μεγαλύτερο μέρος από σκουαλένια. Πράγματι, στην ευνοϊκότερη περίπτωση, η περιεκτικότητα σε συστατικά μη σαπωνοποιήσιμα μπορεί να φτάσει το 90 ο/ο, από το οποίο και πάλι, στην ευνοϊκότερη περίπτωση, το 90 ο/ο μπορεί να είναι σκουαλένια. Είναι σαφές ότι, στην περίπτωση αυτή, το έλαιο ήπατος ιχθύων δεν περιέχει σκουαλένια σε ποσοστό μεγαλύτερο του 81 ο/ο.
Εντούτοις, σύμφωνα με τη σημείωση 1α) του κεφαλαίου 29 του κοινού δασμολογίου, το κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει μόνο «αμιγείς οργανικές ενώσεις καθορισμένης χημικής συστάσεως, έστω και αν αύται δεν είναι απολύτως καθαραί». Περαιτέρω, στις επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας του δασμολογίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στη σημείωση 6 του κεφαλαίου 29, διευκρινίζεται ότι το κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει:
«Το αιθάνιο καθώς και τους άλλους κορεσμένους άκυκλους υδρογονάνθρακες (εκτός του μεθανίου και του προπανίου), που φέρονται με τη μορφή μεμονωμένων ισομερών με ελάχιστη καθαρότητα 95 ο/ο ανύδρου προϊόντος, του ποσοστού αυτού αντιστοιχούντος κατ' όγκο για τα αέρια προϊόντα και κατά βάρος για τα μη αέρια προϊόντα (α) (ex 29.01 Α)».
Κατά την Επιτροπή, στην περίπτωση «ζωικού ελαίου παρασκευαζόμενου από ήπαρ ιχθύων» δεν μπορεί να επιτευχθεί καθαρότητα 95 % και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος περί «αμιγούς ενώσεως καθωρι-σμένης χημικής συστάσεως».
Επίσης, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η φράση που περιέχεται στο πρώτο ερώτημα, δηλαδή το προϊόν το οποίο είναι συγχρόνως «πλήρως υδρογονωμένο ζωικό έλαιο, που παρασκευάζεται από ήπαρ ιχθύος, και υδρογονάνθρακας», είναι ανακριβής και συνεπώς δεν είναι δυνατό να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
Εντούτοις η Επιτροπή, κατανοώντας τα προβλήματα κατατάξεως που αντιμετωπίζει η Tariefcommissie, προσπαθεί να υποδείξει σε ποια κλάση πρέπει να καταταγεί το εν λόγω προϊόν. Σχετικά, αυτή στηρίζεται στα πραγματικά δεδομένα που προκύπτουν από τη δικογραφία, τα οποία όμως είναι πάρα πολύ συνοπτικά.
Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη της Tariefcommissie, σύμφωνα με την οποία μόνο τρεις δασμολογικές κλάσεις είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη, δηλαδή οι δασμολογικές κλάσεις και διακρίσεις 15.04 Α, 15.12 και 29.01 Α.
Κατά την Επιτροπή, τα εν λόγω προϊόντα δεν εμπίπτουν στη διάκριση 15.04 Α λόγω του ότι έχουν υποστεί υδρογόνωση. Είναι δυνατό να εμπίπτουν στην κλάση 15.12, εφόσον πληρούν τον όρο που αναφέρει, δηλαδή, εκτός από στερεοποιημένα ολικώς ή μερικώς και ενδεχομένως εξευγενισμένα, να μην είναι περαιτέρω επεξεργασμένα.
Ως προς τη δασμολογική διάκριση 29.01 Α, η Επιτροπή, αφού παρατηρεί ότι:
α)
κατά τη σημείωση Ια) του κεφαλαίου 29 του κοινού δασμολογίου, το κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει μόνο «τας αμιγείς οργανικάς ενώσεις καθωρισμένης χημικής συστάσεως»·
β)
ως προς την καθαρότητα, στη σημείωση 6 του κεφαλαίου 29, οι επεξηγηματικές σημειώσεις του δασμολογίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθορίζουν ως κα-τώτατον όριο το 95 °/ο για ουσίες όπως η προκειμένη (κορεσμένοι άκυκλοι υδρογονάνθρακες)·
γ)
στην ευνοϊκότερη περίπτωση, το έλαιο ήπατος ιχθύος μπορεί να περιέχει κατ' ανώτατον όριο 81 °/ο σκουαλάνιο (κορεσμένο άκυκλο υδρογονάνθρακα),
υπενθυμίζει ότι είχε εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ένα υδρογονωμένο έλαιο ήπατος ιχθύος δεν είναι ποτέ δυνατό να πληροί τους όρους καθαρότητας που απαιτούνται για την κατάταξη στη διάκριση 29.01 Α.
Αυτό δεν σημαίνει, κατά την Επιτροπή, ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ενόψει κατατάξεως τους στη διάκριση 29.01 Α. Είναι δυνατό να μην πρόκειται πλέον, στην πραγματικότητα, περί ελαίου ήπατος ιχθύος, υδρογονωμένου ή μη, αλλά περί ελαίου το οποίο έχει υποστεί επεξεργασία για να απομονωθεί ορισμένη ουσία, πχ. το σκουαλάνιο. Από την προσφυγή που άσκησε η Gerlach & Co. ενώπιον της Tariefcommissie, είναι δυνατό να συναχθεί ότι πρόκειται όχι περί ελαίου ήπατος ιχθύων, αλλά περί «υπερυδροξυ-σκουαλενίου, προερχομένου από έλαιο ήπατος ιχθύος». Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη υπονοεί έτσι ότι πρόκειται όχι περί του καθαυτού ελαίου ήπατος ιχθύος, αλλά περί του σκουαλανίου που έχει εξαχθεί από αυτό.
Με την εφαρμογή μεθόδου για την απομόνωση, κατά τον τρόπο αυτό, του σκουαλανίου (υπερυδροξυσκουαλενίου) που περιέχεται στο εν λόγω έλαιο ήπατος ιχθύος, μπορεί οπωσδήποτε να παραχθεί τελικά προϊόν περιεκτικότητας σε καθαρό σκουαλάνιο ανώτερης του 95 ο/ο. Η περιεκτικότητα αυτή μπορεί ακόμα να ανέλθει σε 99 % ή και περισσότερο.
Συνεπώς, δεδομένου ότι το σκουαλάνιο (υπερυδροξυσκουαλένιο) είναι άκυκλος υδρογονάνθρακας, η διάκριση 29.01 Α αποτελεί στην περίπτωση αυτή την ενδεδειγμένη διάκριση για την κατάταξη του προϊόντος αυτού.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
Κατά την Επιτροπή, στο πρώτο ερώτημα, όπως διατυπώνεται από την Tariefcommissie, δεν είναι δυνατό να δοθεί απάντηση. Πέραν αυτού, είναι δυνατό να παρασχεθούν στην Tariefcommissie ορισμένα στοιχεία που να της επιτρέψουν, στη διαφορά που της έχει υποβληθεί, να προβεί στη δασμολογική κατάταξη του εν λόγω προϊόντος. Λόγω του εξαιρετικά συνοπτικού χαρακτήρα των σχετικών με τη φύση του προϊόντος δεδομένων, δεν είναι δυνατό να υποδειχθεί η προτιμητέα δασμολογική κλάση ή διάκριση στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ως προς το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Επιτροπή σημειώνει ότι οι εισαγωγικοί δασμοί που οφείλονται για τα εμπορεύματα που ανήκουν στη διάκριση 29.01 Α διαφέρουν ανάλογα με τον προορισμό τους. Η διάκριση 29.01 Α υποδιαιρείται σε δύο διακρίσεις με την ακόλουθη διατύπωση:
«Ι.
προοριζόμενοι να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα
II.
προοριζόμενοι δι' ετέρας χρήσεις (α)».
Στην περίπτωση του προορισμού που αναφέρεται υπό Ι, οφείλεται εισαγωγικός δασμός, ενώ στην άλλη περίπτωση, η εισαγωγή μπορεί να γίνει ατελώς. Κατά την υποσημείωση (α) που αναφέρεται στη δεύτερη αυτή διάκριση:
«Η υπαγωγή εις την διάκρισιν ταύτην εξαρτάται εκ των όρων των καθοριζομένων παρά των αρμοδίων αρχών.»
Η Επιτροπή καθόρισε τους όρους αυτούς με τον κανονισμό 1775/77, της 28ης Ιουλίου 1977, περί καθορισμού των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η εισαγωγή ορισμένων πετρελαιοειδών με το ευεργέτημα ευνοϊκού καθεστώτος εισαγωγής λόγω του ειδικού προορισμού τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/004, σ. 161). Το άρθρο 3 του κανονισμού 1535/77, της 4ης Ιουλίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/004, σ. 46), στον οποίο παραπέμπει ο κανονισμός 1775/77, ορίζει ότι το ευεργέτημα ευνοϊκού δασμολογικού καθεστώτος, εν προκειμένω η ατέλεια κατά την εισαγωγή, εξαρτάται από τη χορήγηση γραπτής άδειας, η οποία εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές.
Κατά την Επιτροπή, από την απόφαση περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος που εξέδωσε η Tariefcommissie συνάγεται ότι η Gerlach & Co., είχε παραλείψει να ζητήσει, πριν από την εισαγωγή, την άδεια βάσει της οποίας θα εδικαιούτο την κατάταξη των εμπορευμάτων στη διάκριση 29.01 ΑII.
Εφόσον δεν είχε τηρηθεί η οριζόμενη στην υποσημείωση (α) διαδικασία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της κατατάξεως των εμπορευμάτων στη διάκριση 29.01 ΑII, τα τελευταία έπρεπε να καταταγούν στη δασμολογική διάκριση 29.01 Α Ι, πράγμα το οποίο επέτρεψε, κατά το χρόνο της εισαγωγής, την είσπραξη εισαγωγικού δασμού 6,7 ο/ο.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 16ης Μαρτίου 1983, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Μαρτίου 1983, η Tariefcommissie του Άμστερνταμ υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της δασμολογικής κλάσης 29.01 Α του κοινού δασμολογίου και του κανονισμού 1775/77 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1977, περί καθορισμού των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η εισαγωγή ορισμένων πετρελαιοειδών με το ευεργέτημα ευνοϊκού καθεστώτος εισαγωγής λόγω του ειδικού προορισμού τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/004, σ. 161).
2
Στις 8 Αυγούστου 1980, η επιχείρηση Gerlach & Co. BV, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, διασάφησε προς εισαγωγή, με σκοπό να θέσει στην κατανάλωση, εμπορεύματα ισπανικής καταγωγής και προελεύσεως, τα οποία περιέγραψε ως«έλαια ήπατος ιχθύων της δασμολογικής διακρίσεως 15.04 Α II». Το τελωνείο δέχτηκε κατ' αρχήν την κατάταξη αυτή, δυνάμει της οποίας δεν οφειλόταν εισαγωγικός δασμός.
3
Μετά τη λήψη δειγμάτων, ο επιφορτισμένος με τον έλεγχο υπάλληλος θεώρησε ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα έπρεπε να καταταγούν στη δασμολογική διάκριση 29.01 Α Ι ως «άκυκλοι υδρογονάνθρακες», για τους οποίους, κατά το χρόνο της εισαγωγής, δεδομένης της ισπανικής καταγωγής, οφειλόταν εισαγωγικός δασμός, ανερχόμενος στο 6,7 ο/ο της αξίας του εμπορεύματος.
4
Μετά την απόρριψη της ενστάσεως κατά της αποφάσεως περί κατατάξεως του εμπορεύματος στη διάκριση 29.01 Α Ι, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση άσκησε προσφυγή ενώπιον της Tariefcommissie, υποστηρίζοντας ότι οι ενώσεις ακύκλων υδρογονανθράκων που αναφέρονται στην εν λόγω διάκριση πρέπει να προέρχονται από ορυκτούς υδρογονάνθρακες. Στην προκειμένη περίπτωση, το εμπόρευμα είναι ζωικής προελεύσεως και, επομένως, υπάγεται στη διάκριση 15.04 Α II.
5
Ο επιθεωρητής εισαγωγικών δασμών και ειδικών φόρων καταναλώσεως του Άμστερνταμ, καθού στην κύρια δίκη, υποστήριξε ότι το εμπόρευμα δεν παρουσίαζε πλέον, κατά το χρόνο της εισαγωγής, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ελαίου ιχθύος και ότι είχε καταστεί, λόγω της μεταποιήσεως που είχε υποστεί, πλήρως καθορισμένη χημική ένωση, δηλαδή άκυκλος υδρογονάνθρακας υπαγόμενος στη διάκριση 29.01 Α. Μολονότι το εμπόρευμα δεν προοριζόταν, πιθανώς, να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο, όπως προβλέπεται στη διάκριση 29.01 Α Ι, έπρεπε εντούτοις να καταταγεί στη διάκριση αυτή, διότι η εισάγουσα εταιρεία δεν είχε ζητήσει την άδεια που θα επέτρεπε την ευνοϊκότερη κατάταξη στη διάκριση 29.01 Α II, δηλαδή ως άκυκλου υδρογονάνθρακα προοριζόμενου για άλλες χρήσεις.
6
Κρίνοντας ότι η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, η Tariefcommissie υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Σε ποια κλάση του κοινού δασμολογίου πρέπει να καταταγεί ένα πλήρως υδρογονωμένο ζωικό έλαιο, που παρασκευάζεται από ήπαρ ιχθύων και το οποίο αποτελεί συγχρόνως άκυκλο υδρογονάνθρακα;
2.
Αν ένα προϊόν του είδους που αναφέρεται στο πρώτο ερώτημα πρέπει να καταταγεί στη δασμολογική κλάση 29.01 Α, υπάγεται στη διάκριση Ι ή II σε περίπτωση που, μολονότι προορίζεται για χρήσεις διαφορετικές από τη χρησιμοποίηση του ως καύσιμης όλης, δεν έχει ληφθεί άδεια υπό την έννοια του κανονισμού 1775/77 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1977»;
7
Στη διάταξη της περί παραπομπής, η Tariefcommissie θεωρεί ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη, όχι μόνο η δασμολογική κλάση και διάκριση 15.04 και 29.01 Α, που προτείνουν οι διάδικοι, αλλά και η κλάση 15.12.
8
Με to πρώτο ερώτημα επομένως ερωτάται σε ποια από τις τρεις αυτές δασμολογικές κλάσεις πρέπει να καταταγεί το επίδικο εμπόρευμα.
9
Η κλάση 15.04 περιλαμβάνει λίπη και έλαια ιχθύων και θαλάσσιων θηλαστικών, έστω και εξευγενισμένα. Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, η δασμολογική αυτή κλάση περιλαμβάνει τα προερχόμενα απο ιχθύες και θαλάσσια θηλαστικά έλαια και λίπη, τα οποία εξάγονται είτε από ολόκληρο το σώμα των ζώων, είτε από το ήπαρ ή τα υπολείμματά τους και τα οποία έχουν γενικώς ειδική και χαρακτηριστική οσμή ιχθύος και δυσάρεστη γεύση. Το φυσικό χρώμα τους μπορεί να ποικίλλει από το κίτρινο έως το κοκκινόχρουν-φαιό. Όταν τα εξευγενισμένα λίπη και έλαια ιχθύων και θαλάσσιων θηλαστικών έχουν υδρογονωθεί, στερεοποιηθεί ή σκληρυνθεί με οποιαδήποτε μέθοδο, υπάγονται στη δασμολογική κλάση 15.12. Στην κλάση αυτή πρέπει να κατατάσσονται έλαια ή λίπη ζωικά ή φυτικά, μερικώς ή ολικώς υδρογονωμένα και έλαια και λίπη ζωικά ή φυτικά, στερεοποιημένα ή εσκληρυμμένα με κάθε άλλη μέθοδο, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι περαιτέρω επεξεργασμένα.
10
Στη διάταξη της περί παραπομπής, η Tariefcommissie παρατήρησε ότι το εν λόγω προϊόν ήταν διαφανές, άχρωμο και άοσμο, και ότι έπρεπε να θεωρηθεί ως πλήρως υδρογονωμένο. Το πραγματικό αυτό περιστατικό αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το εμπόρευμα δεν μπορεί να υπαχθεί στην κλάση 15.04.
11
Το εν λόγω εμπόρευμα δεν μπορεί επίσης να καταταγεί στην κλάση 15.12, δεδομένου ότι, για να καταστεί προϊόν άχρωμο και άοσμο, πρέπει να έχει υποστεί περαιτέρω επεξεργασία, ενώ μόνο τα υδρογονωμένα, αλλ' όχι περαιτέρω επεξεργασμένα προϊόντα, υπάγονται στην κλάση 15.12.
12
Όσον αφορά τη δασμολογική κλάση 20.01, είναι διατυπωμένη ως εξής:
«Υδρογονάνθρακες:
Α.
Άκυκλοι:»
Σύμφωνα με τη σημείωση Ια) των Επεξηγηματικών Σημειώσεων του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, το κεφάλαιο 29 πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνει «αμιγείς οργανικές ενώσεις καθορισμένης χημικής συστάσεως, έστω κι αν δεν είναι απολύτως καθαρές». Εξάλλου, οι Επεξηγηματικές Σημειώσεις της Ονοματολογίας του Δασμολογίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διευκρινίζουν, όσον αφορά το κεφάλαιο 29, ότι
«Ιδίως υπάγονται στο κεφάλαιο αυτό, όταν ανταποκρίνονται στις ακόλουθες απαιτήσεις καθαρότητος:
...
6.
Το αιθάνιο καθώς και οι άλλοι κορεσμένοι άκυκλοι υδρογονάνθρακες (εκτός του μεθανίου και του προπανίου) που φέρονται με τη μορφή μεμονωμένων ισομερών με ελάχιστη καθαρότητα 95 ο/ο ανύδρου προϊόντος, του ποσοστού αυτού αντιστοιχούντος κατ' όγκο για τα αέρια προϊόντα και κατά βάρος για τα μη αέρια προϊόντα.»
13
Συνεπώς στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι ζωικό έλαιο πλήρως υδρογονωμένο, παρασκευαζόμενο από ήπαρ ιχθύων, το οποίο αποτελεί συγχρόνως άκυκλο υδρογονάνθρακα, πρέπει να καταταγεί στη διάκριση 29.01 Α του κοινού δασμολογίου.
14
Με το δεύτερο ερώτημα της, η Tariefcommissie ερωτά αν ένα προϊόν, το οποίο έχει καταταγεί στη δασμολογική διάκριση 29.01 Α, υπάγεται στη διάκριση 29.01 Α Ι ή στη διάκριση 29.01 Α II σε περίπτωση που, μολονότι προορίζεται για χρήσεις διαφορετικές από τη χρησιμοποίηση του ως καύσιμης ύλης, δεν έχει ληφθεί άδεια υπό την έννοια του κανονισμού 1775/77.
15
Η δασμολογική διάκριση 29.01 Α υποδιαιρείται πράγματι σε δύο υποδιακρίσεις με την εξής διατύπωση :
«Ι.
Προοριζόμενοι να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα και
II.
Προοριζόμενοι δι' ετέρας χρήσεις (α)».
Για τα προϊόντα που υπάγονται στη διάκριση 29.01 Α ΙΙ, η εισαγωγή μπορεί να γίνει ατελώς.
Σύμφωνα με την υποσημείωση (α) που αναφέρεται στη δεύτερη αυτή διάκριση:
«Η υπαγωγή εις την διάκρισην ταύτην εξαρτάται εκ των όρων των καθοριζομένων παρά των αρμοδίων αρχών.»
16
Η Επιτροπή καθόρισε τις προϋποθέσεις αυτές με τον κανονισμό 1775/77, ο οποίος διευκρινίζει ότι ο κανονισμός 1535/77 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 1977, καθόριζε τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η υπαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων στο ευεργέτημα ευνοϊκού δασμολογικού καθεστώτος κατά την εισαγωγή λόγω του ιδιαίτερου προορισμού τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/004, σ. 161). Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι το ευεργέτημα του ευνοϊκού δασμολογικού καθεστώτος εξαρτάται από τη χορήγηση γραπτής αδείας, η οποία εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές. Κατά τις διαπιστώσεις της Tariefcommissie, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη δεν έχει λάβει τέτοια άδεια.
17
Η υποχρέωση λήψεως γραπτής αδείας, εκδιδόμενης από τις αρμόδιες αρχές, αποσκοπεί στη διευκόλυνση του έργου των τελωνειακών και στην αποφυγή των καταστρατηγήσεων. Η διαδικασία που προβλέπει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση πρέπει να τηρείται χάριν της ασφαλείας του δικαίου και της εύρυθμης λειτουργίας της διοικήσεως.
18
Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι ένα προϊόν δεν μπορεί να καταταγεί στη δασμολογική διάκριση 29.01 Α II όταν δεν έχει ληφθεί άδεια υπό την έννοια του κανονισμού 1775/77.
19
Από τα παραπάνω έπεται ότι το προϊόν στο οποίο αναφέρεται το δεύτερο ερώτημα δεν μπορεί να υπαχθεί στη διάκριση 29.01 ΑII και πρέπει να καταταγεί στη διάκριση 29.01 Α Ι.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε η Tariefcommissie του Άμστερνταμ, με διάταξη της 16ης Μαρτίου 1983, αποφαίνεται:
1)
Ζωικό έλαιο πλήρως υδρογονωμένο, παρασκευαζόμενο από ήπαρ ιχθύων, το οποίο αποτελεί συγχρόνως άκυκλο υδρογονάνθρακα, πρέπει να καταταγεί στη διάκριση 29.01 Α του κοινού δασμολογίου.
2)
Ελλείψει της αδείας που προβλέπεται από τον κανονισμό 1775/77 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 02/004, σ. 161), ένα τέτοιο προϊόν πρέπει να καταταγεί στη δασμολογική διάκριση 29.01 Α Ι.
Koopmans
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Φεβρουαρίου 1984.
Κατ' εντολή του
γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy