Στην υπόθεση 50/83,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Alberto Prozzillo, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Arnaldo Squillante, πρόεδρο τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων την ιταλική πρεσβεία στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαγορεύοντας την εισαγωγή από άλλο κράτος μέλος μεταχειρισμένων λεωφορείων τα οποία έχουν κατασκευαστεί περισσότερα από επτά έτη πριν από την υποβολή της αίτησης για τον έλεγχο και τη δοκιμή τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, Α. O'Keeffe, G. Bosco και O. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: P. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Το άρθρο 1 της υπουργικής απόφασης της 10ης Ιουλίου 1980, η οποία δημοσιεύτηκε στο τεύχος 191 της Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana, της 14ης Ιουλίου 1980, προβλέπει ότι «δεν γίνονται δεκτά στον έλεγχο και τις δοκιμές για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας τα μεταχειρισμένα λεωφορεία που προέρχονται από το εξωτερικό Kat έχουν κατασκευαστεί αποδεδειγμένως περισσότερα από επτά έτη πριν από την υποβολή της αίτησης για τη δοκιμή». Η απαγόρευση αυτή έχει εφαρμογή στα οχήματα που εκτελωνίζονται μετά την 31η Ιουλίου 1980.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η διάταξη αυτή, η οποία αφορά μόνο τα εισαγόμενα λεωφορεία, αποτελεί στην πραγματικότητα απαγόρευση εισαγωγής, αφού δεν είναι νοητή η εισαγωγή όταν είναι αδύνατο να γίνουν τα λεωφορεία δεκτά στις δοκιμές και να τους χορηγηθεί, επομένως, άδεια κυκλοφορίας. Καθόσον η απόφαση εφαρμόζεται στα μεταχειρισμένα λεωφορεία που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, αποτελεί μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 30 της συνθήκης.
Με έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 1981, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των ιταλικών αρχών επ' αυτού, ζητώντας συγχρόνως διευκρινίσεις σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης άδειας κυκλοφορίας στα εγχώρια λεωφορεία που έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη.
Απαντώντας με έγγραφο της 22ας Μαΐου 1981, οι ιταλικές αρχές αναφέρθηκαν ιδίως σε εγκύκλιο του υπουργείου μεταφορών, της 20ής Ιουλίου 1979, και διαβεβαίωσαν την Επιτροπή ότι στην Ιταλία δεν μπορεί να χορηγηθεί για πρώτη φορά άδεια κυκλοφορίας σε οχήματα που κατασκευάζονται ή ανακατασκευάζονται με εξαρτήματα ουσιώδη για την οδική ασφάλεια (πλαίσιο, φρένα, σύστημα διευθύνσεως κλπ.) παλαιότερα των επτά ετών, έστω και κατόπιν ελέγχου και δοκιμής κατά την έννοια του άρθρου 54 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, διότι δεν παρέχουν πλέον επαρκείς εγγυήσεις για την ασφάλεια της κυκλοφορίας. Η πρακτική αυτή περιορίζεται στα οχήματα τα οποία παρουσιάζουν αυξημένους κινδύνους λόγω του βάρους τους, των διαστάσεων τους και του αριθμού των προσώπων που μεταφέρουν. Η υπουργική απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980 έχει ως αντικείμενο την επέκταση της ίδιας αυτής πρακτικής στα παλαιότερα των επτά ετών μεταχειρισμένα λεωφορεία που προέρχονται από το εξωτερικό.
Κατά την Επιτροπή, οι ισχυρισμοί αυτοί επιβεβαιώνουν το ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ λεωφορείων παλαιότερων των επτά ετών που προέρχονται από το εξωτερικό, τα οποία δεν γίνονται καν δεκτά στις δοκιμές για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας, και των ομοειδών λεωφορείων εγχώριας κατασκευής, η απαγόρευση των οποίων εξαρτάται από τα αποτελέσματα των ελέγχων και δοκιμών που πραγματοποιούνται δυνάμει του άρθρου 54 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
Κρίνοντας ότι λόγω της διακρίσεως αυτής η εν λόγω υπουργική απόφαση αποτελεί παράβαση του άρθρου 30 της συνθήκης, η Επιτροπή απηύθυνε προς την Ιταλική Δημοκρατία, με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 1981, την όχληση που προβλέπεται στο άρθρο 169 της συνθήκης, καλώντας την ιταλική κυβέρνηση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας ενός μηνός.
Με έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 1982, η ιταλική κυβέρνηση απάντησε ότι, για να εξαλείψει κάθε στοιχείο ικανό να δημιουργήσει διακρίσεις σε βάρος των οχημάτων που προέρχονται από το εξωτερικό, προτίθεται να τροποποιήσει την επίμαχη υπουργική απόφαση με την εξής διάταξη: «Η εφαρμογή των διατάξεων που περιλαμβάνονται στην υπουργική απόφαση της 10ης Ιουνίου 1980, περί χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας στην Ιταλία σε μεταχειρισμένα λεωφορεία προερχόμενα από το εξωτερικό, επεκτείνεται σε όλα τα λεωφορεία στα οποία πρόκειται να χορηγηθεί για πρώτη φορά άδεια κυκλοφορίας στην Ιταλία.»
Θεωρώντας ότι η τροποποίηση αυτή δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την άρση της παραβάσεως του άρθρου 30 της συνθήκης, η Επιτροπή, με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 1982, κοινοποίησε στην Ιταλική Δημοκρατία την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπεται στο άρθρο 169, πρώτη παράγραφος, της συνθήκης, καλώντας τη να συμμορφωθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών.
Δεδομένου ότι δεν έλαβε από την ιταλική κυβέρνηση καμία απάντηση, εκτός από μία βεβαίωση παραλαβής της αιτιολογημένης γνώμης, η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169, δεύτερη παράγραφος, της συνθήκης, άσκησε στη συνέχεια προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, λόγω παραβάσεως από την τελευταία των κοινοτικών της υποχρεώσεων.
Το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Μαρτίου 1983.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Έθεσε πάντως ορισμένα ερωτήματα στους διαδίκους, στα οποία οι τελευταίοι απάντησαν μέσα στις ταχθείσες προθεσμίες.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτή-τωνζψεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαγορεύοντας την εισαγωγή μεταχειρισμένων λεωφορείων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος και έχουν κατασκευαστεί περισσότερα από επτά έτη πριν από την υποβολή της αίτησης για τον έλεγχο και τη δοκιμή τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της συνθήκης.
Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή αβάσιμη.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προσφεύγουσα, επαναλαμβάνει ορισμένα επιχειρήματα τα οποία είχε ήδη αναπτύξει πριν ασκήσει την προσφυγή της.
Όσον αφορά την έννοια του μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος, η Επιτροπή αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 70/50, την οποία εξέδωσε στις 22 Δεκεμβρίου 1969 (GU L 13, 1970, σ. 29), κατά το οποίο η έννοια αυτή περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα μέτρα που «εξαρτούν την εισαγωγή ... από όρο που δεν αποτελεί απλή τυπική διαδικασία και τίθεται για τα εισαγόμενα μόνο προϊόντα ή από όρο διαφορετικό και δυσκολότερο να πραγματοποιηθεί από εκείνον που απαιτείται για τα εγχώρια προϊόντα».
Ειδικότερα, η επίμαχη απόφαση θα πρέπει να υπαχθεί στην κατηγορία των μέτρων που παρεμποδίζουν την αγορά των εισαγόμένων προϊόντων από ιδιώτες (άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο κ), της οδηγίας).
Επιπλέον, η οδηγία 77/143 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1976, περί προσεγγίσεως της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τον τεχνικό έλεγχο των οχημάτων και των ρυμουλκούμενων τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 16), προβλέπει την υποχρέωση υποβολής των οχημάτων αυτών σε περιοδικούς τεχνικούς ελέγχους, ο τρόπος και η περιοδικότητα των οποίων έχουν πλήρως καθοριστεί. Από τεχνική επομένως άποψη δεν δικαιολογείται η απόλυτη απαγόρευση χορήγησης άδειας κυκλοφορίας σε λεωφορεία τα οποία έχουν κατασκευαστεί περισσότερα από επτά έτη πριν από την υποβολή της αίτησης για τον έλεγχο και τη δοκιμή τους.
Κατά την Επιτροπή, η επέκταση του επίδικου μέτρου στα μεταχειρισμένα λεωφορεία ιταλικής προελεύσεως, όπως προτείνει η ιταλική κυβέρνηση, δεν εξαλείφει καθόλου την αμφισβητούμενη διάκριση. Πράγματι, η χορήγηση για πρώτη φορά άδειας κυκλοφορίας στην Ιταλία σε μεταχειρισμένο λεωφορείο ιταλικής προελεύσεως, που έχει κατασκευαστεί πριν από περισσότερο από επτά έτη, αποτελεί καθαρά θεωρητική υπόθεση. Επιπλέον, όλα τα παλαιότερα των επτά ετών ιταλικά λεωφορεία στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί προ πολλού άδεια κυκλοφορίας δεν πλήττονται από την απαγόρευση. Κατά συνέπεια, αν η ρύθμιση τροποποιηθεί κατά τον τρόπο αυτό, θα εξακολουθήσει να δημιουργεί διακρίσεις: δεν θα εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα παρά μόνο από καθαρά τυπική άποψη.
Η ιταλική κνοέρνηοη, καυής, αναφέρει καταρχάς ότι το μέτρο που αμφισβητεί η Επιτροπή αντικαταστάθηκε από υπουργική απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1982 (GURI αριθ. 6, της 7. 1. 1983), η οποία προβλέπει γενικά ότι τα λεωφορεία που έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη δεν γίνονται δεκτά στις δοκιμές για πρώτη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας στην Ιταλία. Η απόφαση αυτή δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ των οχημάτων εγχώριας κατασκευής και των οχημάτων που προέρχονται από το εξωτερικό. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται πλέον παράβαση ούτε του άρθρου 30 της συνθήκης ούτε της οδηγίας 70/50 της Επιτροπής.
Εξάλλου, δεν απαγορεύεται κατά απόλυτο τρόπο η χορήγηση άδειας, και επομένως η κυκλοφορία με ιταλικές πινακίδες, στα οχήματα τα οποία έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη. Τα λεωφορεία που προέρχονταν από το εξωτερικό, όπως και τα λεωφορεία εγχώριας κατασκευής, γίνονται δεκτά στις δοκιμές για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας υπό τον όρο ότι προορίζονται και θα χρησιμοποιούνται, μετά από τις κατάλληλες προσαρμογές, για χρήσεις διαφορετικές από τις ειδικές και συγκεκριμένες χρήσεις που προβλέπουν για τα λεωφορεία οι ισχύουσες διατάξεις, δηλαδή τη μεταφορά περισσότερων από εννέα ατόμων.
Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι η κατάσταση που δημιούργησε η απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1982 δεν αποτελεί διάκριση σε βάρος του αλλοδαπού προϊόντος. Αναγνωρίζει ότι είναι μάλλον σπάνια η περίπτωση λεωφορείου εγχώριας κατασκευής στο οποίο να πρέπει να χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας περισσότερα από επτά έτη μετά από την κατασκευή του. Πάντως, από την άποψη της ισότητας των προϋποθέσεων υπό τις οποίες τα λεωφορεία γίνονται δεκτά στη διαδικασία χορήγησης άδειας κυκλοφορίας, δεν είναι σωστό να γίνεται σύγκριση των λεωφορείων στα οποία πρέπει να χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας με τα λεωφορεία στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί άδεια. Εξάλλου, το ενδεχόμενο ένα λεωφορείο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας πριν από περισσότερα από επτά έτη να εξακολουθήσει να κυκλοφορεί χωρίς η άδεια να ανακληθεί, αλλά υπό την επιφύλαξη των ελέγχων ασφάλειας, ισχύει επίσης και για τα λεωφορεία που έχουν εισαχθεί στην Ιταλία και στα οποία έχει χορηγηθεί εκεί άδεια κυκλοφορίας πριν από τη λήξη της περιόδου των επτά ετών από την κατασκευή τους. Επομένως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος που να αντιβαίνει στο άρθρο 30 της συνθήκης.
Στη συνέχεια, η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίμαχη ρύθμιση θεσπίστηκε για λόγους ασφάλειας των προσώπων. Η αιτιολογία της απόφασης της 14ης Δεκεμβρίου 1982 εστιάζεται αποκλειστικά στο πρόβλημα αυτό. Πράγματι οι λόγοι αυτοί επιβάλλουν την ανάγκη επιμελούς τεχνικού ελέγχου από άποψη ασφάλειας, ιδίως των οχημάτων τα οποία αφορά η απόφαση. Η εισαγωγή του εν λόγω μέτρου ήταν αναγκαία, λόγω της χρήσεως των λεωφορείων ως μέσων μαζικής μεταφοράς· την ίδια σημασία για την ασφάλεια θα είχε η περίπτωση ιδιωτικής χρήσεως οχημάτων, αν με τα οχήματα αυτά μεταφερόταν μεγάλος αριθμός προσώπων. Κατά συνέπεια το αμφισβητούμενο μέτρο δικαιολογείται δυνάμει του άρθρου 36 της συνθήκης.
Στην απάντηση της, η Επιτροπή εμμένει στην άποψη της, σύμφωνα με την οποία η διαφορά μεταχείρισης των λεωφορείων που προέρχονται από το εξωτερικό σε σχέση με τα λεωφορεία που έχουν ιταλική άδεια κυκλοφορίας εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα και μετά την έναρξη της ισχύος της νέας απόφασης της 14ης Δεκεμβρίου 1982. Στην πράξη, ο ισχυρισμός της ιταλικής κυβέρνησης, κατά τον οποίο τα αλλοδαπά λεωφορεία που έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη μπορούν ελεύθερα να αγοράζονται ή να διατίθενται στο εμπόριο στην Ιταλία, δεν είναι ακριβής παρά μόνο ως προς τα λεωφορεία που πωλούνται για παλιοσίδερα.
Η Επιτροπή αμφισβητεί, στη συνέχεια, ότι το επίμαχο μέτρο δικαιολογείται δυνάμει του άρθρου 36 από λόγους ασφάλειας των προσώπων. Ως προς το θέμα αυτό, ο τεχνικός έλεγχος είναι το κατάλληλο μέσο τόσο για τα αλλοδαπά όσο και για τα ιταλικής προελεύσεως λεωφορεία. Για να επιτευχθεί ισότητα μεταχειρίσεως, η ιταλική κυβέρνηση πρέπει είτε να κάνει δεκτές και τις δύο κατηγορίες στη διαδικασία χορήγησης άδειας κυκλοφορίας είτε να αποκλείσει όλα τα παλαιότερα των επτά ετών λεωφορεία από την κυκλοφορία.
Στην ανταπάντηση της, η ιταΑική κνοέρνηση παρατηρεί ότι το άρθρο 3, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 77/143 επιτρέπει στα κράτη μέλη να πραγματοποιούν έλεγχο πριν από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας στο οχήματα. Θεωρεί ότι ο έλεγχος αυτός μπορεί να έχει διαφορετικό χαρακτήρα από τον προβλεπόμενο από την οδηγία τεχνικό έλεγχο των οχημάτων στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας. Δυνάμει συνεπώς των εξουσιών που διαθέτει βάσει του άρθρου 36 της συνθήκης, ένα κράτος μέλος μπορεί νόμιμα να εξαρτήσει τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας από προϋποθέσεις διαφορετικές από εκείνες που εφαρμόζονται στα οχήματα στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας, ακόμα δε και να αποκλείσει από τη χορήγηση άδειας τα οχήματα τα οποία έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη.
Για να δικαιολογήσει την ύπαρξη της διαφορετικής μεταχείρισης των παλαιότερων των επτά ετών λεωφορείων στα οποία δεν έχει ακόμα χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας και των οχημάτων που έχουν ήδη άδεια κυκλοφορίας, η ιταλική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι βεβαιώσεις τεχνικού ελέγχου που εκδίδονται στην Ιταλία επιτρέπουν την παρακολούθηση «του από τεχνική άποψη ιστορικού» του οχήματος που αφορούν και παρέχουν κατά συνέπεια, με την πάροδο των ετών, αξιόπιστη εγγύηση ως προς την τεχνική ασφάλεια. Το υπόδειγμα των βεβαιώσεων κυκλοφορίας που πιστοποιούν τον τακτικό έλεγχο έχει κοινοποιηθεί στα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/143. Αυτές οι βεβαιώσεις ελέγχου είναι εξάλλου υποχρεωτικές από πολλών ετών για τα λεωφορεία με άδεια κυκλοφορίας στην Ιταλία.
Όμως, για τα εισαγόμενα λεωφορεία που έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη δεν είναι δυνατό να υπάρχουν τεχνικές εγγυήσεις ανάλογες με εκείνες που υπάρχουν για τα λεωφορεία στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας. Πράγματι, η οδηγία 77/143, η οποία με το άρ9ρο 5, παράγραφος 3, επιβάλλει την αναγνώριση της βεβαίωσης ότι ένα όχημα με άδεια κυκλοφορίας άλλου κράτους μέλους έχει υποστεί τους τεχνικούς ελέγχους που η ίδια προβλέπει, δεν καλύπτει ακόμα την περίοδο των επτά ετών.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι αγόρευσαν στη συνεδρίαση της 24ης Ιανουαρίου 1984.
Κατά τη συνεδρίαση, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι, σύμφωνα με το άρ9ρο 7 της οδηγίας 77/143, από την 1η Ιανουαρίου 1983 όλα τα κράτη μέλη πραγματοποιούν τους προβλεπόμενους από την οδηγία ελέγχους. Αν της ζητηθεί από το Δικαστήριο, 9α κατα9έσει συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με την περιοδικότητα των τεχνικών ελέγχων που πραγματοποιή9ηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1983 στα λεωφορεία περί των οποίων πρόκειται στην παρούσα διαφορά.
Από τη μεριά της η ιταλική κυβέρνηση διευκρίνισε ότι δεν 9α υπάρχει πλέον λόγος να καταφύγει σε αυστηρά μέτρα ελέγχου σαν τα επίδικα όταν 9α είναι δυνατό να εξακριβώσει ότι τα εισαγόμενα στην Ιταλία λεωφορεία πληρούν επαρκώς ορισμένους όρους ασφάλειας και ιδίως τους όρους που απαρι9μούνται στην οδηγία 77/143. Κατά συνέπεια, τα επίμαχα μέτρα δεν 9α εφαρμόζονται πλέον από τη στιγμή που 9α υπάρχουν οι βεβαιώσεις που 9α εκδίδουν οι αρμόδιες αρχές σχετικά με τους τεχνικούς ελέγχους που πραγματοποιούνται, δυνάμει της οδηγίας, στα άλλα κράτη μέλη.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Μαρτίου 1983, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, απαγορεύοντας την εισαγωγή από τα άλλα κράτη μέλη μεταχειρισμένων λεωφορείων τα οποία έχουν κατασκευαστεί περισσότερα από επτά έτη πριν από την υποβολή της αίτησης για τον έλεγχο και τη δοκιμή τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της συνθήκης ΕΟΚ.
2
Πρέπει πρώτον να προσδιοριστεί το αντικείμενο της προσφυγής, δεδομένου ότι η αιτιολογημένη γνώμη που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 169, πρώτη παράγραφος, της συνθήκης δεν προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι απαγόρευσε την εισαγωγή παλαιών λεωφορείων, αλλά ότι απαγόρευσε «τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας σε παλαιότερα των επτά ετών μεταχειρισμένα λεωφορεία προελεύσεως εξωτερικού».
3
Η Επιτροπή στηρίζει την προσφυγή της αποκλειστικά στο άρθρο 1 της ιταλικής υπουργικής απόφασης της 10ης Ιουλίου 1980 (GURI αριθ. 191 της 14. 7. 1980), το οποίο ορίζει ότι «δεν γίνονται δεκτά στον έλεγχο και τις δοκιμές για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας τα μεταχειρισμένα λεωφορεία που προέρχονται από το εξωτερικό και έχουν κατασκευαστεί αποδεδειγμένως περισσότερα από επτά έτη πριν από την υποβολή της αίτησης για τη δοκιμή». Η ίδια η Επιτροπή εξάλλου παραδέχτηκε ότι η προσφυγή της δεν αφορά την εισαγωγή μεταχειρισμένων λεωφορείων τα οποία προορίζονται όχι να αποκτήσουν άδεια κυκλοφορίας αλλά να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς, παραδείγματος χάρη να χρησιμεύσουν για παλιοσίδερα.
4
Συνεπώς η προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί παρά μόνο κατά το μέτρο που επιδιώκεται να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της μη δεχόμενη στις δοκιμές για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας τα παλαιότερα των επτά ετών λεωφορεία που προέρχονται από τα άλλα κράτη μέλη.
5
Όσον αφορά την ουσία, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 1 της προαναφερθείσας υπουργικής απόφασης του 1980 αποτελεί, καθόσον εφαρμόζεται στα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη λεωφορεία, μέτρο αποτελέσματος ισοδύναμου με ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 30 της συνθήκης.
6
Το γεγονός ότι τα λεωφορεία αυτά δεν γίνονται δεκτά στις δοκιμές για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας καθιστά στην πραγματικότητα αδύνατη την εισαγωγή τους στην Ιταλία με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως λεωφορεία για οδικές μεταφορές, ενώ τα λεωφορεία στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας στην Ιταλία μπορούν να εξακολουθήσουν να κυκλοφορούν και πέρα των επτά ετών από την ημερομηνία κατασκευής τους.
7
Στο υπόμνημα αντίκρουσης, η ιταλική κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι πριν ασκηθεί η προσφυγή είχε ήδη αναγγείλει την πρόθεση της να τροποποιήσει την επίμαχη διάταξη κατά τρόπον ώστε να εξαλειφθεί η διαφορά στη μεταχείριση των εγχώριων και των εισαγόμενων λεωφορείων. Προς το σκοπό αυτό, η υπουργική απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980 αντικαταστάθηκε εν τω μεταξύ με την υπουργική απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1982 (GURI αριθ. 6 της 6. 1. 1982), το άρθρο 1 της οποίας προβλέπει γενικά ότι τα λεωφορεία που έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη δεν γίνονται δεκτά στις δοκιμές για την πρώτη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας στην Ιταλία.
8
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η υπουργική απόφαση του 1982 καθιέρωσε ισότητα στη μεταχείριση των εγχώριων και των εισαγόμενων προϊόντων. Δεν υπάρχει παρά καθαρά τυπική ισότητα στη μεταχείριση, δεδομένου ότι, μεταξύ των λεωφορείων που έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη, μόνο τα εισαγόμενα λεωφορεία οφείλουν κατά κανόνα να υποβληθούν στη διαδικασία χορήγησης άδειας κυκλοφορίας. Αν η ιταλική κυβέρνηση έκρινε πράγματι ότι τα μεταχειρισμένα λεωφορεία αποτελούν κίνδυνο για την οδική ασφάλεια, όφειλε να απαγορεύσει τη χρησιμοποίηση τους ανεξαρτήτως προελεύσεως.
9
Τα επιχειρήματα αυτά της Επιτροπής πρέπει να γίνουν δεκτά. Το σύστημα κατά το οποίο τα εισαγόμενα λεωφορεία που έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη υπόκεινται σε απαγορεύσεις ή περιορισμούς που δεν ισχύουν για τα λεωφορεία τα οποία χρησιμοποιούνται ήδη στο εθνικό έδαφος, αποτελεί για το ενδοκοινοτικό εμπόριο εμπόδιο που απαγορεύεται από το άρθρο 30 της συνθήκης.
10
Η ιταλική κυβέρνηση εντούτοις υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, το αμφισβητούμενο σύστημα δικαιολογείται δυνάμει του άρθρου 36 της συνθήκης. Οι υπουργικές αποφάσεις του 1980 και του 1982 εμπνέονται από ανησυχίες που σχετίζονται αποκλειστικά με την οδική ασφάλεια. Αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποίηση των λεωφορείων για τη μεταφορά προσώπων, η τεχνική ασφάλεια των οχημάτων αυτών είναι ουσιώδης προϋπόθεση για την πρόληψη των ατυχημάτων και την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
11
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, οι ίδιες ανησυχίες εξηγούν το λόγο για τον οποίο ισχύουν λιγότερο αυστηρές διατάξεις για τα παλαιότερα των επτά ετών λεωφορεία που χρησιμοποιούνται ήδη στο ιταλικό έδαφος. Πράγματι, οι τεχνικές υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με τους ελέγχους και τις δοκιμές των αυτοκινήτων μπορούν να παρακολουθήσουν από τεχνική άποψη το ιστορικό κάθε οχήματος που έχει ιταλική άδεια κυκλοφορίας, ιδίως χάρη στις βεβαιώσεις ελέγχου που εκδίδονται τακτικά για τα οχήματα στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας. Ανάλογα τεχνικά στοιχεία δεν υπάρχουν όσον αφορά τα εισαγόμενα οχήματα.
12
Πρέπει πρώτον να γίνει δεκτό σχετικά ότι, στο σημερινό στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, εναπόκειται στα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την οδική ασφάλεια στο έδαφος τους και να οργανώσουν τους τεχνικούς ελέγχους που κρίνουν απαραίτητους προς το σκοπό αυτό. Για να μπορούν όμως οι έλεγχοι αυτοί να δικαιολογήσουν ενδεχομένως την παρακώλυση των εισαγωγών, θα πρέπει να είναι απαραίτητοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
13
Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι επί του παρόντος το θέμα διέπεται από την οδηγία 77/143 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1976, περί προσεγγίσεως της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τον τεχνικό έλεγχο των οχημάτων και των ρυμουλκούμενων τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 16). Προβλέποντας την υποχρέωση υποβολής των οχημάτων με κινητήρα σε περιοδικούς τεχνικούς ελέγχους, η οδηγία αποκλείει, κατά την Επιτροπή, οποιαδήποτε άρνηση χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας για τεχνικούς λόγους.
14
Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η οδηγία έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική της σκέψη, να εναρμονίσει κατά το δυνατό τη συχνότητα των τεχνικών ελέγχων και τα υποχρεωτικά στοιχεία του ελέγχου. Κατά το άρθρο 3, η οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να υποβάλλουν όλα τα οχήματα σε έλεγχο πριν από τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας.
15
Η οδηγία ρυθμίζει εντούτοις τους περιοδικούς ελέγχους που διεξάγονται μετά ή, σε περίπτωση εισαγωγής μεταχειρισμένου οχήματος, πριν από τον έλεγχο για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 5, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να μπορεί να αποδειχτεί ότι το όχημα έχει υποστεί επιτυχώς τεχνικό έλεγχο κατά την έννοια της οδηγίας· τα μέτρα αυτά κοινοποιούνται στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή.
16
Η ιταλική κυβέρνηση δήλωσε ότι κοινοποίησε, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το υπόδειγμα της τεχνικής βεβαίωσης που εκδίδεται περιοδικά για τα οχήματα που έχουν ιταλική άδεια κυκλοφορίας. Είναι διατεθειμένη να δεχτεί, για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας σε λεωφορεία εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη, την απόδειξη ότι τα οχήματα αυτά έχουν υποστεί τους περιοδικούς τεχνικούς ελέγχους που προβλέπονται, σύμφωνα με την οδηγία, στο κράτος που είχε χορηγήσει την προηγούμενη άδεια κυκλοφορίας. Επομένως από τη στιγμή που η τελευταία θα έχει ισχύσει επί επτά έτη, δεν θα είναι πλέον αναγκαίο να διατηρηθεί το ειδικό καθεστώς που εφαρμόζεται στα μεταχειρισμένα λεωφορεία που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.
17
Κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου, ακόμα και πριν από τη λήξη της περιόδου των επτά ετών από την έναρξη της ισχύος της οδηγίας, η απόλυτη άρνηση της ιταλικής κυβέρνησης να κάνει δεκτά τα μεταχειρισμένα λεωφορεία στις δοκιμές για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την εξασφάλιση της οδικής ασφάλειας στο ιταλικό έδαφος.
18
Πράγματι, αν οι ιταλικές αρχές κρίνουν ότι, για να χορηγήσουν άδεια κυκλοφορίας σε λεωφορείο το οποίο έχει κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη, πρέπει όχι μόνο να υποβάλλουν το όχημα σε ελέγχους και δοκιμές, αλλά επίσης να γνωρίζουν τις τεχνικές πλευρές του ιστορικού του για την περίοδο κατά την οποία το όχημα κυκλοφόρησε σε άλλο κράτος μέλος, μπορούν να απαιτήσουν την προσκόμιση των τεχνικών βεβαιώσεων που κρίνουν αποραίτητες. Εναπόκειται στις ιταλικές αρχές, στην περίπτωση αυτή, να εκτιμήσουν τις βεβαιώσεις αυτές, εφόσον οι τελευταίες δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της οδηγίας. Δεν μπορούν όμως να αρνηθούν να δεχτούν στις δοκιμές για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας όλα τα λεωφορεία απλώς και μόνο επειδή έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη και εισάγονται από άλλο κράτος μέλος.
19
Συνεπώς η Ιταλική Δημοκρατία, μη δεχόμενη στον έλεγχο και τη δοκιμή για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας τα λεωφορεία που έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη και τα οποία προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της συνθήκης, η δε προσφυγή είναι απαράδεκτη κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι κανένας διάδικος δεν υπέβαλε αιτήματα ως προς τα δικαστικά του έξοδα, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, μη δεχόμενη στον έλεγχο και τη δοκιμή για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας τα λεωφορεία που έχουν κατασκευαστεί πριν από περισσότερα από επτά έτη και τα οποία προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της συνθήκης.
2)
Η προσφυγή είναι απαράδεκτη κατά τα λοιπά.
3)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Koopmans
Bahlmann
Pescatore
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Μαρτίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο προεδρεύων
Τ. Koopmans
Πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Full & Egal Universal Law Academy