Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά ή νομικά πρόσωπα — Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά — Κανονισμός περί επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ — Παραγωγοί και εξαγωγείς των τρίτων χωρών
( Συνθήκη EOK , άρθρο 173 , παράγραφος 2· κανονισμοί 3017/79 και 101/83 του Συμβουλίου )
2 . Κοινή εμπορική πολιτική — Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ — Κανονική αξία των εμπορευμάτων — Υπολογισμός — Επιχείρηση αρνούμενη να συνεργαστεί — Χρησιμοποίηση των διαθέσιμων στοιχείων — Καθορισμός με βάση τις κατά την ανειλημμένη εν συνεχεία δε καταγγελθείσα από την επιχείρηση υποχρέωση τιμές — Επιτρέπεται
[ Κανονισμός 3017/79 του Συμβουλίου , άρθρα 2 και 7 , παράγραφος 7 , περίπτωση β ) ]
3 . Κοινή εμπορική πολιτική — Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ — Καθορισμός των δασμών αντιντάμπινγκ — Ποσό ανταποκρινόμενο στην ανάγκη εξαλείψεως της ζημίας
( Κανονισμός 3017/79 του Συμβουλίου , άρθρο 13 , παράγραφος 3 )
Περίληψη
1 . Οι πράξεις περί επιβολής δασμών αντιντάμπιγκ είναι τέτοιας φύσεως που αφορούν άμεσα και ατομικά εκείνες τις επιχειρήσεις παραγωγής και εξαγωγής που αποδεικνύουν ότι αναφέρονται ειδικώς στις πράξεις της Επιτροπής ή του Συμβουλίου ή ότι τις αφορούν οι προπαρασκευαστικές
2 . Στην προβλεπόμενη από το άρθρο 7 , παράγραφος 7 , περίπτωση β ), του κανονισμού 3017/79 περίπτωση κατά την οποία μια επιχείρηση δεν συνεργάζεται σε έρευνα αντιντάμπινγκ της Επιτροπής , τα δε διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν στην τελευταία να προσδιορίσει την κανονική αξία , σύμφωνα με ένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του κανονισμού κριτήρια , είναι θεμιτό η Επιτροπή να στηρίζεται στις κατά την ανειλημμένη υποχρέωση της επιχειρήσεως τιμές που μπορούν να θεωρηθούν ότι βρίσκονται κατά το δυνατό εγγύτερα προς την οικονομική πραγματικότητα , εκτός αν η Επιτροπή διαθέτει στοιχεία , από τα οποία εμφαίνεται ότι οι εν λόγω τιμές δεν ανταποκρίνονται πλέον προς την πραγματικότητα αθ’ όμοιο τρόπο , χρησιμοποίηση του γενικού δείκτη τιμών , ο οποίος προβλέπεται για την προσαρμογή του επιπέδου των τιμών που έγιναν αποδεκτές με την ανειλημμένη υποχρέωση , προκειμένου να επανυπολογιστεί η κανονική αξία , είναι θεμιτή , όταν ο δείκτης βρίσκεται σε εύλογη σχέση με το κόστος της
3 . Όπως προκύπτει από τους όρους του άρθρου 13 , παράγραφος 3 , του κανονισμού 3017/79 , σύμφωνα με τους οποίους το ύψος των δασμών αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ και πρέπει να είναι κατώτερο , αν ο χαμηλότερος αυτός δασμός αρκεί για να εξαλείψει τη ζημία , το Συμβούλιο , όταν θεσπίζει κανονισμό αντιντάμπινγκ , οφείλει να εξετάζει αν το ποσό των δασμών είναι αναγκαίο για να εξαλείψει τη
Διάδικοι
Στην υπόθεση 53/83 ,
Allied Corporation , εταιρία διεπόμενη από το δίκαιο της πολιτείας της Νέας Ιερσέης ( Ηνωμένων Πολιτειών ), με έδρα το Morristown ( Νέα Ιερσέη ) ( εφεξής : Allied ), εκπροσωπούμενη από τους Amand d’Hondt , Francois van der Mensbrugghe και Edmond Lebrun , δικηγόρους Βρυξελλών , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Tony Biever , 83 boulevard Grande-Duchesse-Charlotte ,
Transcontinental Fertilizer Company , εταιρία διεπόμενη από το δίκαιο της πολιτείας της Πενσυλβανίας ( Ηνωμένων Πολιτειών ), με έδρα τη Φιλαδέλφεια ( Πενσυλβανία ), ( εφεξής : Transcontinental ), εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους d’Hondt , van der Mensbrugghe και Lebrun , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Biever ,
Kaiser Aluminium and Chemical Corporation , εταιρία διεπόμενη από το δίκαιο της πολιτείας του Delaware ( Ηνωμένων Πολιτειών ), με έδρα το Wilmington ( Delaware ) ( εφεξής : Kaiser ), εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους d’Hondt , Van der Mensbrugghe και Lebrun , καθώς και από τον Anthony Hooper , Barrister του Inner Temple , και Philip Bentley , Barrister του Lincoln’s Inn , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Biever ,
προσφεύγουσες ,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενου από τον Gijs Peeters , νομικό του σύμβουλο , επικουρούμενο από τον P . Didier , δικηγόρο Βρυξελλών , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον H . J . Pabbruwe , διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων , 100 , boulevard Konrad-Adenauer , Kirchberg ,
καθού ,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο J . Temple-Lang και τον D . Jacob , μέλος της νομικής της υπηρεσίας , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel , μέλος της νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
παρεμβαίνουσα ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως του κανονισμού 101/83 του Συμβουλίου , της 17ης Ιανουαρίου 1983 , για τη θέσπιση οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ σε ορισμένα χημικά λιπάσματα καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Μαρτίου 1983 , οι προσφεύγουσες άσκησαν , δυνάμει του άρθρου 173 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EOK , προσφυγή ακυρώσεως του κανονισμού 101/83 του Συμβουλίου , της 17ης Ιανουαρίου 1983 , « για τη θέσπιση οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ σε ορισμένα χημικά λιπάσματα καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής » ( EE L 15 , σ . 1 ).
A — Επί του παραδεκτού
2 Χωρίς να προβάλει ρητώς ένσταση απαραδέκτου , το Συμβούλιο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό των προσφυγών . Ούτε το γεγονός ότι αναφέρονται στον κανονισμό , ή ότι επιβάλλεται σ’ αυτές ειδικός συντελεστής , ούτε το γεγονός ότι περιελήφθησαν στην προκαταρκτική έρευνα επιτρέπει στις προσφεύγουσες να ισχυρίζονται ότι ο εν λόγω κανονισμός τις αφορά ατομικά και H απευθείας προσφυγή στο Δικαστήριο εμφανίζει ορισμένα πλεονεκτήματα από άποψη εννόμου προστασίας , καταλήγει όμως στο ασύνηθες αποτέλεσμα της παροχής δεύτερου ενδίκου μέσου παράλληλα με τα ένδικα μέσα που είναι δυνατό να ασκηθούν ενώπιον των εθνικών δικα Ουδέποτε το Δικαστήριο δέχτηκε ότι μια πράξη μπορεί συγχρόνως να έχει το διπλό χαρακτήρα αποφάσεως έναντι των επιχειρήσεων που αφορά ρητά και κανονιστικής πράξεως έναντι των άλλων
3 Σύμφωνα με τις προσφεύγουσες , η προσφυγή τους αφορά ιδιαίτερη πράξη , η οποία είναι δυνατό να αποχωριστεί από το βασικό κανονισμό και είναι αυτοτελής έναντί του και η οποία , παρόλο που εκδόθηκε υπό μορφή κανονισμού , τις αφορά άμεσα , ατομικά και αποκλειστικά , τόσο ως προς τη γενεσιουργό αιτία , την υποτιθέμενη δηλαδή πρακτική ντάμπινγκ και την υπαναχώρηση από τις υποχρεώσεις τους , όσο και ως προς τις διατάξεις , τη θέσπιση δηλαδή ειδικού δασμού ανώτερου από το γενικό συντελεστή . H θέσπιση ενός προσωρινού αρχικά , οριστικού στη συνέχεια , δασμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η αυτόματη συνέπεια της υπαναχώρησης από αναληφθείσες συμβατικές υποχρεώσεις . H διάταξη , άλλωστε , που ενδεχομένως αποτελεί συνδετικό στοιχείο , δεν είναι το άρθρο 1 του βασικού κανονισμού , αλλά το άρθρο 2 , το οποίο απαλλάσσει ορισμένες εταιρίες που αναφέρονται ονομαστικά και προσλαμβάνει για το λόγο αυτό το χαρακτήρα αποφάσεως . O κατ’ αυτό τον τρόπο εξατομικευμένος εξαγωγέας δεν είναι δυνατό να στερείται του δικαιώματος να κινηθεί δικαστικώς , λόγω του ότι ο υπαγόμενος στις γενικές διατάξεις εισαγωγέας δεν διαθέτει τέτοιο ένδικο μέσο .
4 Το Δικαστήριο τονίζει ότι με την απόφασή του της 21ης Φεβρουαρίου 1984 ( Allied Corporation και λοιποί , συνεκδικασθείσες υποθέσεις 239/82 και 272/82 , Συλλογή 1984 , σ . 1005 ) έκρινε ότι οι πράξεις περί επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ είναι τέτοιας φύσεως που αφορούν άμεσα και ατομικά εκείνες τις επιχειρήσεις παραγωγής και εξαγωγής που αποδεικνύουν ότι αναφέρονται ειδικώς στις πράξεις της Επιτροπής ή του Συμβουλίου ή ότι τις αφορούν οι προπαρασκευαστικές έρευνες .
5 Δεδομένου ότι οι τρεις προσφεύγουσες αναφέρονται ρητά στον προσβαλλόμενο κανονισμό , έπεται ότι η προσφυγή τους είναι
B — Επί της ουσίας
6 Οι κύριες αιτιάσεις των προσφευγουσών αφορούν τον υπολογισμό της κανονικής αξίας των επίδικων χημικών λιπασμάτων και τη διαπίστωση υπάρξεως ζημίας για την κοινοτική παραγωγή .
Ως προς τον υπολογισμό της κανονικής αξίας
7 Οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο ότι δεν προέβησαν στον υπολογισμό της κανονικής αξίας με βάση το άρθρο 2 , παράγραφοι 3 και επ . του κανονισμού 3017/79 .
8 Το άρθρο 2 , παράγραφος 3 , του κανονισμού 3017/79 αναφέρεται στη συγκρίσιμη τιμή που πράγματι εφαρμόζεται στη χώρα καταγωγής ή κατά την εξαγωγή προς τρίτο κράτος , ή ακόμα σε μια κατασκευασμένη αξία . Όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι υποψίας ότι οι εν λόγω τιμές δεν καλύπτουν το κόστος παραγωγής , η παράγραφος 4 παρέχει τη δυνατότητα αναφοράς στις άλλες πωλήσεις που διενεργούνται στην αγορά καταγωγής ή κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες σε μια κατασκευασμένη αξία ή σε προσαρμοσμένες
9 Το άρθρο 7 , παράγραφος 7 , στοιχείο β ), του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι « όταν ένα ενδιαφερόμενο μέλος ή μία τρίτη χώρα αρνείται την πρόσβαση στις αναγκαίες πληροφορίες ή δεν τις παρέχει εντός ευλόγου προθεσμίας ή εμποδίζει σημαντικά την έρευνα , μπορεί να συναχθούν προκαταρκτικά ή οριστικά συμπεράσματα , θετικά ή αρνητικά , βασιζόμενα στα διαθέσιμα στοιχεία » . Κατά τις προσφεύγουσες , πρέπει να γίνεται χρήση των διαθέσιμων στοιχείων προκειμένου να υπολογιστεί η κανονική αξία σύμφωνα με μια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 2 μεθόδους .
10 Επιπλέον , οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την εκ μέρους της Επιτροπής και του Συμβουλίου χρήση του κριτηρίου των τιμών που προέβλεπαν οι υποχρεώσεις από τις οποίες υπαναχώρησαν για τον υπολογισμό της κανονικής O τύπος αυτόματης ποσοστιαίας προσαρμογής που περιελάμβαναν οι υποχρεώσεις και αφορούσε ένα δείκτη τιμών , που είχε δημοσιεύσει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών , είναι τελείως άσχετος προς την πραγματική αύξηση του κόστους παραγωγής , γεγονός άλλωστε που υπήρξε ένας από τους λόγους της O τρόπος με τον οποίο ενήργησαν οι κοινοτικές αρχές , λαμβάνοντας ως βάση για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας την κατά την ανειλημμένη υποχρέωση τιμή , αφαιρεί από τη δυνατότητα υπαναχωρήσεως από την υποχρέωση οιαδήποτε πρακτική σημασία , ειδικότερα εφόσον η υπαναχώρηση οφείλετο στο γεγονός ότι η εν λόγω τιμή δεν ανταποκρινόταν πλέον στα
11 Το Συμβούλιο τονίζει ότι , ελλείψει συνεργασίας των προσφευγουσών , ο καθορισμός της κανονικής αξίας δεν ήταν δυνατός κατ’ άλλο τρόπο παρά με βάση τις καταγγελθείσες H κατά την ανειλημμένη υποχρέωση τιμή , διαθέσιμο στοιχείο κατά την έννοια του άρθρου 7 , παράγραφος 7 , στοιχείο β ), βασίζεται στην κανονική αξία και συνδέεται με τα κριτήρια του άρθρου 2· πράγματι , η υποχρέωση συνίστατο στην εφαρμογή τιμής που περιόριζε τα περιθώρια ντάμπινγκ χωρίς να τα υπερβαίνει . Οι προσφεύγουσες είχαν αποδεχθεί οικειοθελώς τον τύπο αυτόματης ποσοστιαίας προσαρμογής , την παράμετρο του οποίου είχαν άλλωστε επιλέξει οι ίδιες .
12 Κατά την Επιτροπή , η προσφεύγουσα Allied Corporation δεν συνεργάστηκε στην έρευνα που αυτή διεξήγαγε . Ούτε ήταν σε θέση να λάβει υπόψη της τα δημοσιευμένα στοιχεία σχετικά με τις εφαρμοζόμενες στην αμερικανική αγορά τιμές , δεδομένου ότι οι ενδιαφερόμενοι εξαγωγείς και εισαγωγείς αμφισβήτησαν την ακρίβειά τους , είχε δε λόγους να πιστεύει ότι , έστω και αν οι τιμές αυτές αντανακλούσαν ακριβώς την κατάσταση της αμερικανικής αγοράς , δεν λάμβαναν επαρκώς υπόψη το πάγιο και μεταβλητό κόστος Αντίθετα , η Επιτροπή έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι το 1981 η Allied Corporation είχε αναλάβει υποχρέωση σχετικά με τις τιμές , ώστε να διατηρηθεί η αντιστοιχία μεταξύ των τιμών της εξαγωγής και της κανονικής αξίας , και ότι η εν λόγω υποχρέωση περιείχε έναν τύπο αυτόματης ποσοστιαίας προσαρμογής , προβλέποντας την ανά εξάμηνο προσαρμογή των τιμών εξαγωγής . Λαμβάνοντας ως περίοδο αναφοράς το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουλίου 1982 και τέλους του 1982 , η Επιτροπή υπολόγισε την κατά την ανειλημμένη υποχρέωση τιμή για την εν λόγω περίοδο αναφοράς , εφαρμόζοντας τον τύπο αυτόματης ποσοστιαίας προσαρμογής και χρησιμοποίησε την εν λόγω τιμή για να καθορίσει την κανονική αξία . Για τους ίδιους λόγους , η Επιτροπή έλαβε υπόψη της και τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι προσφεύγουσες Kaiser και Transcontinental , προκειμένου να υπολογίσει την κανονική αξία .
13 O λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί . Στην περίπτωση κατά την οποία μια επιχείρηση δεν συνεργάζεται σε έρευνα αντιντάμπινγκ της Επιτροπής , τα δε διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν στην τελευταία να προσδιορίσει την κανονική αξία , σύμφωνα με ένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του κανονισμού 3017/79 κριτήρια , είναι θεμιτό η Επιτροπή να στηρίζεται στις κατά την ανειλημμένη υποχρέωση της επιχειρήσεως τιμές που μπορούν να θεωρηθούν ότι βρίσκονται κατά το δυνατό εγγύτερα προς την οικονομική πραγματικότητα , εκτός αν η Επιτροπή διαθέτει στοιχεία , από τα οποία εμφαίνεται ότι οι εν λόγω τιμές δεν ανταποκρίνονται πλέον προς την πραγματικότητα αθ’ όμοιο τρόπο , η χρησιμοποίηση του γενικού δείκτη τιμών , ο οποίος προβλέπεται για την προσαρμογή του επιπέδου των τιμών που έγιναν αποδεκτές με την ανειλημμένη υποχρέωση , προκειμένου να επανυπολογιστεί η κανονική αξία , είναι θεμιτή , όταν ο δείκτης βρίσκεται σε εύλογη σχέση με το κόστος της Ακόμη κι αν οι προσφεύγουσες δικαίως μπορούν να ισχυριστούν ότι από την εφαρμογή του εν λόγω δείκτη κατά την περίοδο αναφοράς που χρησιμοποίησε η Επιτροπή προκύπτουν αποτελέσματα που δεν απεικονίζουν τις αυξήσεις του κόστους τους , η Επιτροπή κατέδειξε ότι από τις προτεινόμενες από τις προσφεύγουσες εναλλακτικές λύσεις προκύπτουν αποτελέσματα ακόμη δυσμενέστερα γι’ Άρα , οι προσφεύγουσες δεν μπόρεσαν να στηρίξουν την αιτίασή
Ως προς τη ζημία
14 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν επιπλέον τη διαπίστωση της Επιτροπής , σύμφωνα με την οποία η κοινοτική βιομηχανία παραγωγής λιπασμάτων υπέστη ζημία λόγω των δραστηριοτήτων ντάμπινγκ εκ μέρους των προσφευγουσών .
15 Ειδικότερα , επικαλούνται το γεγονός ότι οι λιανικές τιμές πωλήσεως των προϊόντων τους στο εμπόριο στη Γαλλία , η οποία αποτελεί την περισσότερο σημαντική αγορά των Κοινοτήτων , ήταν ανώτερες από εκείνες που εφάρμοζαν οι ολλανδοί παραγωγοί και επομένως δεν μπορούσε να γίνεται λόγος για ζημία . Οι εισαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες σημείωσαν μείωση κατά 50 % κατά την περίοδο 1981-1982 σε σχέση με το 1979-1980 , ενώ οι εισαγωγές από τις Κάτω Χώρες σημείωσαν αύξηση ύψους 800 % . Το Συμβούλιο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τη συνέπεια από το πάγωμα των τιμών στη Γαλλία , την αντιανταγωνιστική πρακτική της γαλλικής βιομηχανίας και τους δασμούς αντιντάμπινγκ που θεσπίστηκαν το Εν πάση περιπτώσει , ακόμη και αν υπήρχε ζημία , η επιβολή χαμηλότερου δασμού θα ήταν αρκετή για να την
16 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι , αφού σημείωσαν μείωση κατά τη διάρκεια του 1981-1982 , λόγω της θεσπίσεως των δασμών αντιντάμπινγκ , οι εξαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες σημείωσαν σημαντική αύξηση κατά το 1982 . Οι ολλανδικές εξαγωγές , οι οποίες άλλωστε δεν παρουσίασαν αύξηση στις διαστάσεις που αναφέρονται , πραγματοποιήθηκαν αντί σημαντικών H αντιανταγωνιστική πρακτική που διαπιστώθηκε στη Γαλλία αφορά διαφορετικό χρονικό διάστημα και διαφορετικά Έτσι , η θέσπιση δασμού αντιντάμπινγκ δικαιολογείται , έστω και αν η ζημία δεν οφείλεται αποκλειστικά στις επίδικες H Επιτροπή συμμερίζεται τις απόψεις του Συμβουλίου ως προς την ύπαρξη τακτικής ντάμπινγκ και ζημίας .
17 Πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 13 , παράγραφος 3 , του κανονισμού 3017/79 , το ύψος των δασμών αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ και πρέπει να είναι κατώτερο , αν ο χαμηλότερος αυτός δασμός αρκεί για να εξαλείψει τη ζημία .
18 Από τα παραπάνω έπεται ότι το Συμβούλιο , όταν θεσπίζει κανονισμό αντιντάμπινγκ , οφείλει να εξετάσει αν το ποσό των δασμών είναι αναγκαίο για να εξαλείψει τη ζημία . Στην προκειμένη όμως περίπτωση , κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη την πτυχή αυτή του
19 Πράγματι , στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 101/83 , το Συμβούλιο ασχολείται λεπτομερώς με το ζήτημα αν τη ζημία προκάλεσαν οι εισαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή οι πωλήσεις στη γαλλική αγορά από παραγωγούς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη Αντίθετα , το Συμβούλιο δεν εκφράζει άποψη ως προς το θέμα του ύψους των αναγκαίων για την εξάλειψη της ζημίας δασμών : η μοναδική αναφορά που κάνει σχετικώς αφορά τη γνώμη της Επιτροπής , σύμφωνα με την οποία « τα κατώτερα επίπεδα ντάμπινγκ θα αποτελούσαν ανταμοιβή για την ανάκληση από την Allied Corporation των υποχρεώσεών της καθώς και για τη μεταγενέστερη έλλειψη συνεργασίας και την ανάκληση των υποχρεώσεών τους από τις εταιρίες Kaiser και Transcontinental » . Η παρατήρηση αυτή δεν είναι ουσιώδης για την εφαρμογή του άρθρου 13 , παράγραφος 3 , του Από την εξέταση της υποθέσεως δεν προέκυψαν άλλα στοιχεία , από τα οποία να καταφαίνεται ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του το άρθρο αυτό για τον καθορισμό του ύψους των δασμών
Συνεπώς , πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός θεσπίστηκε χωρίς να ληφθεί υπόψη το προαναφερθέν άρθρο 13 και για το λόγο αυτό πρέπει να
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Κατά το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Επειδή το Συμβούλιο ηττήθηκε ως προς το σύνολο των λόγων που προέβαλε , πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα . H Επιτροπή πρέπει επίσης να καταδικαστεί στα έξοδα της παρεμβάσεώς της .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 ) Ακυρώνει τον κανονισμό 101/83 του Συμβουλίου , της 17ης Ιανουαρίου 1983 .
2 ) Καταδικάζει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα και την Επιτροπή στα έξοδα που προκλήθηκαν από την παρέμβασή της .
Full & Egal Universal Law Academy