Στην υπόθεση 76/83,
Usines Gustave Boël, ανώνυμη εταιρεία βελγικού δικαίου με έδρα τις Βρυξέλλες,
και, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο,
Fabrique de fer de Maubeuge, ανώνυμη εταιρεία γαλλικού δικαίου με έδρα το Louvroil (Nord), Γαλλία,
και οι δύο εκπροσωπούμενες από τον Gutt, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J. Loesch, 2, rue Goethe, Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπης των Ευρωπαϊκων Κοινοτητων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Étienne Lasnet, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1983, η οποία κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 20ής Μαρτίου 1983 και αφορά πρόστιμο που επιβλήθηκε βάσει του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ στην επιχείρηση Usines Gustave Boël, La Louvière,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart και G. Bosco, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοίκησης
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
I — Περίληψη των πραγματικών περιστατικών και της έγγραφης διαδικασίας
Σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 9, παράγραφος 2, της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1981, περί «εισαγωγής συστήματος επιτηρήσεως και νέου συστήματος ποσοστώσεων της παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα» (ΕΕ L 180 της 1. 7. 1981), η Επιτροπή απέστειλε στην SA Usines G. Boël, La Louvière, έγγραφο με το οποίο ανακοίνωνε στην «επιχείρηση» αυτή ή στον «όμιλο επιχειρήσεων» τις ποσοστώσεις παραγωγής και τα τμήματα των εν λόγω ποσοστώσεων που μπορούν να διατεθούν στην κοινή αγορά για το τρίτο τρίμηνο του 1981 (έγγραφο της 29ης Ιουλίου 1981) και για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 (έγγραφο της 4. 11. 1981).
Για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, οι ποσοστώσεις αυτές παραγωγής, προσαρμόστηκαν και αυξήθηκαν με αποφάσεις της Επιτροπής, βάσει του άρθρου 10 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ τόσο για το τρίτο τρίμηνο 1981 (έγγραφο της 1. 2. 1982) όσο και για το τέταρτο τρίμηνο του 1982 (έγγραφο της 11. 3. 1982).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ, η Επιτροπή προσάρμοσε επίσης τις ποσοστώσεις παραγωγής και τα τμήματα ποσοστώσεων που μπορούν να διατεθούν στην κοινή αγορά για το τρίτο τρίμηνο του 1981, ως προς τα προϊόντα της κατηγορίας Ια και 16 (έγγραφο της 22. 3. 1982).
Με έγγραφο της 10ης Αυγούστου 1982 που η Επιτροπή απέστειλε στην SA Usines G. Boël, La Louvière, της προσήπτε ότι υπερέβη την ποσόστωση παραγωγής για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ και το τμήμα της ποσόστωσης αυτής, το οποίο μπορούσε να διαθέσει στην κοινή αγορά για το τρίτο τρίμηνο του 1981, καθώς και ότι υπερέβη την ποσόστωση παραγωγής για την κατηγορία Ιγ και τα τμήματα ποσοστώσεων παραγωγής που μπορούσαν να διατεθούν στην κοινή αγορά για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια και Ιγ για το τέταρτο τρίμηνο του 1981.
Αφού έλαβε γνώση των παρατηρήσεων των επιχειρήσεων Boël, η Επιτροπή, με απόφαση της 24ης Μαρτίου 1983, επέβαλε ως κύρωση για τις εν λόγω υπερβάσεις ποσοστώσεων πρόστιμο 2403043 ECU, δηλαδή 111024570 βελγικών φράγκων (BFR ). Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στις 30 Μαρτίου 1983. Με την παρούσα προσφυγή, που φέρει ημερομηνία 29 Απριλίου 1983 και πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, ζητείται η ακύρωση της απόφασης αυτής.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 1983, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 95 του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρώτο τμήμα.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24ης Μαρτίου 1983 περί επιβολής προστίμου κατά της επιχείρησης Usines Gustave Boël, La Louvière, η οποία ελήφθη βάσει του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ
—
όλως επικουρικώς, να μειώσει το ποσό του προστίμου·
—
να αναγνωρίσει ότι οι προσφεύγουσες διατηρούν το δικαίωμα να αξιώσουν από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα την αποκατάσταση της ζημίας που προκύπτει γι' αυτές, λόγω των σχετικών επιβαρύνσεων, κυρίως της τραπεζικής εγγύησης που απαιτεί η Επιτροπή για να καλύψει τα πρόστιμα, τα οποία θα αποδειχθούν εν όλω ή εν μέρει αδικαιολόγητα'
—
να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Η καθής ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
—
επικουρικώς, να την απορρίψει ως αβά-σιμη·
—
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων κατά την έγγραφη διαδικασία
Α — Επί τον παραδεκτού
Προς στήριξη της προσφυγής τους κατά της απόφασης της 24ης Μαρτίου 1983, οι προσφεύγουσες επικαλούνται εννιά λόγους ακύρωσης. Η. καθής θεωρεί ότι οι επτά πρώτοι λόγοι ακύρωσης είναι απαράδεκτοι.
1.
Παραδεκτό του πρώτου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έκτου λόγου ακύρωσης
Η καθής θεωρεί ότι με τους λόγους αυτούς αμφισβητούνται οι αποφάσεις που επέβαλαν στις προσφεύγουσες ποσοστώσεις παραγωγής για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981, ή αφορούσαν την προσαρμογή ή την άρνηση προσαρμογής των ποσοστώσεων παραγωγής των προσφευγουσών βάσει του άρθρου 14 της γενικής απόφασης. Η Επιτροπή προβάλλει ότι οι προσφεύγουσες έπρεπε να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις αυτές εντός προθεσμίας ενός μηνός από την κοινοποίηση τους και ότι, ελλείψει μιας τέτοιας προσφυγής, οι προσφεύγουσες δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να επικαλεστούν την ακυρότητα των εν λόγω αποφάσεων, ούτε και της γενικής απόφασης στην οποία βασίζονται οι αποφάσεις αυτές.
Με την απάντηση τους, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι δικαιούνται, επ' ευκαιρία προσφυγής ακύρωσης που στρέφεται κατά ατομικής απόφασης, να προβάλουν τον παράνομο χαρακτήρα ορισμένων διατάξεων γενικών αποφάσεων, εφαρμογή των οποίων αποτελεί η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι η ατομική απόφαση βασίζεται επί των κανόνων, των οποίων αμφισβητείται ενδεχομένως η νομιμότητα (απόφαση της 28. 10. 1981, Krupp, 215/80 και 24/81, Συλλογή σ. 2489, σκέψη 32). Η απόφαση της 24ης Μαρτίου 1983, με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο στις προσφεύγουσες, βασίζεται επί των διαφόρων άρθρων της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ που αμφισβητούνται με την προσφυγή.
Οι προσφεύγουσες έχουν επίσης τη δυνατότητα να προβάλλουν, στην παρούσα διαδικασία, τον παράνομο χαρακτήρα των αποφάσεων με τις οποίες η καθής τους κοινοποίησε τις ποσοστώσεις παραγωγής για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981. Πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για ατομική απόφαση, αλλά για την κοινοποίηση που έγινε, σε κάθε επιχείρηση ή όμιλο, γενικής απόφασης η οποία αφορά το τρίμηνο, κατά το μέτρο που η εν λόγω απόφαση τις ενδιαφέρει. Εξάλλου, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν προς την καθής αίτηση προσαρμογής των ποσοστώσεων για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981, τη στιγμή ακριβώς που τους κοινοποιήθηκαν οι ποσοστώσεις για τα τρίμηνα αυτά. Εφόσον υπέβαλαν αιτήσεις για την αύξηση των ποσοστώσεων, στις οποίες η καθής όφειλε να απαντήσει, οι προσφεύγουσες είχαν την υποχρέωση να αναμένουν την απάντηση αυτή.
Αν ληφθούν υπόψη οι αναγκαιότητες της οικονομικής ζωής και το γεγονός ότι η καθής κλήθηκε ρητά να λάβει αμέσως θέση μετά τη λήψη της αίτησης για την αύξηση των ποσοστώσεων, οι προσφεύγουσες πραγματοποίησαν στο τέλος του τρίτου και τέταρτου τρίμηνου τις αιτηθείσες παραγωγές. Ενδεχόμενη προσφυγή που θα είχαν ασκήσει οι προσφεύγουσες κατά τη στιγμή αυτή, δηλαδή μετά την παραγωγή των αιτηθεισών ποσοτήτων, 9α έπρεπε να είχε κριθεί απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος. Μόνο από τη στιγμή που η κα9ής κοινοποίησε την ατομική της απόφαση περί επιβολής προστίμου εγεννή9η το έννομο συμφέρον των προσφευγουσών, το οποίο τους επέτρεπε να προβάλουν τον παράνομο χαρακτήρα των διατάξεων γενικών αποφάσεων, που συνιστούν την αναμφισβήτητη βάση της ατομικής απόφασης, με την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο.
Με την ανταπάντηση της η καθής 9εωρεί ότι η νομολογία που προκύπτει κυρίως από την απόφαση Krupp (προαναφερόμενη) δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Μόνο επ' ευκαιρία ατομικών αποφάσεων που χορηγούν είτε τις «αρχικές» τριμηνιαίες ποσοστώσεις είτε που προσαρμόζουν τις ποσοστώσεις αυτές βάσει του άρθρου 14 της γενικής απόφασης, οι προσφεύγουσες 9α είχαν τη δυνατότητα, με την προβολή της ένστασης έλλειψης νομιμότητας, να αμφισβητήσουν διάταξη της γενικής απόφασης, εφόσον 9α υπήρχε άμεση σχέση μεταξύ της ατομικής απόφασης και της διάταξης της επικρινόμενης γενικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, με τους περισσότερους από τους επικαλούμενους λόγους, προς στήριξη της προσφυγής ακύρωσης της απόφασης περί επιβολής προστίμου, λόγω υπέρβασης των ποσοστώσεων, αμφισβητείται το προηγούμενο στάδιο, δηλαδή εκείνο του καθορισμού ή της προσαρμογής των ποσοστώσεων. Η επίδικη απόφαση, με την οποία καθορίζεται το πρόστιμο, βασίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 12 της γενικής απόφασης και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η προσφεύγουσα μπορεί μόνο, προς στήριξη της προσφυγής της περί ακύρωσης, να εγείρει ένσταση έλλειψης νομιμότητας ως προς το εν λόγω άρθρο 12.
Η καθής αναφέρεται σχετικά στην απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1965(Maccbior/ati Dalmas, 21/64, Rec. σ. 229) με την οποία το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η αποσβεστική προθεσμία των προσφυγών που προβλέπει το άρθρο 33 ανταποκρίνεται «στην αναγκαιότητα να αποφεύγεται η επ' αόριστον αμφισβήτηση της νομιμότητας των διοικητικών αποφάσεων».
Η καθής υπενθυμίζει ακόμη ότι οι αποφάσεις, με τις οποίες ορίζονται και κοινοποιούνται σε κάθε επιχείρηση οι τριμηνιαίες ποσοστώσεις, είναι ατομικές αποφάσεις ενώ οι αποφάσεις, με τις οποίες ορίζονται ανά τρίμηνο τα ποσοστά μείωσης, συνιστούν γενικές αποφάσεις.
Τέλος, όσον αφορά την έννοια της «νομιμοποίησης», η καθής διαπιστώνει ότι οι προσφεύγουσες ανέλαβαν με δικό τους κίνδυνο την πρωτοβουλία να προσαρμόσουν οι ίδιες τις ποσοστώσεις τους βάσει του άρθρου 14 και από αυτό συνάγουν το συμπέρασμα ότι δεν είχαν πλέον έννομο συμφέρον να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες κοινοποιήθηκαν οι ποσοστώσεις παραγωγής ή χορηγήθηκε μερική αύξηση των ποσοστώσεων αυτών.
2.
Παραδεκτό του δεύτερου και έβδομου λόγου
Κατά τη γνώμη της καθής , οι λόγοι ή τα σκέλη του δεύτερου και έβδομου λόγου με τους οποίους προσάπτεται στην Επιτροπή ότι δεν απάντησε επί ορισμένων σημείων των αιτήσεων προσαρμογής των ποσοστώσεων των προσφευγουσών για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 14 της γενικής απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ, ή ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση της περί προσαρμογής των ποσοστώσεων για το τρίτο τρίμηνο, δεν είναι παραδεκτοί. Πράγματι, οι προσφεύγουσες έπρεπε να αμφισβητήσουν, κατά την Επιτροπή, τη νομιμότητα της ατομικής απόφασης με την οποία προσαρμόστηκαν μόνο οι ποσοστώσεις των προϊόντων Ια και 16 για το τρίτο τρίμηνο του 1981 και δεν έγινε δεκτή η προσαρμογή για το σύνολο της κατηγορίας Ι για το τέταρτο τρίμηνο του 1981. Η καθής απέρριψε σιωπηρά τις αιτήσεις αυτές εκτός από τις αιτήσεις που αφορούσαν το τρίτο τρίμηνο του 1981 για τα προϊόντα Ια και 16 επειδή, ακριβώς, για το τρίμηνο αυτό και για τα δύο αυτά προϊόντα, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 14 και, ιδίως, το ποσοστό μείωσης υπερέβαινε το 20 ο/ο. Η καθής συνάγει από αυτό, ιδίως, ότι οι προσφεύγουσες έπρεπε κατά τη στιγμή εκείνη να ασκήσουν προσφυγή λόγω παραλείψεως, βάσει του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Κατά τις προσφεύγουσες, η επιχειρηματολογία της καθής είναι αντιφατική. Πράγματι, η προσφυγή λόγω παραλείψεως δεν μπορούσε να ασκηθεί κατά της σιωπηρής αρνητικής απόφασης. Επιπλέον, η προσφυγή λόγω παραλείψεως θα είχε κριθεί απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου διαδικαστικού συμφέροντος, γεγεννημένου και ενεστώτος.
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η ατομική απόφαση της 22ας Μαρτίου 1982, η οποία αφορούσε μόνο τα προϊόντα των κατηγοριών Ια και 16 για το τρίτο τρίμηνο του 1981, δεν περιείχε στην πραγματικότητα καμιά απάντηση στην αίτηση τους να αυξηθούν, για το τρίμηνο του 1981, οι ποσοστώσεις παραγωγής των προϊόντων Ιγ, και για το τέταρτο τρίμηνο του 1981, οι ποσοστώσεις παραγωγής των προϊόντων Ια, 16, Ιγ και Ιδ.
Επιπλέον, ακόμη και αν έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η απόφαση της καθής συνιστούσε σιωπηρή απάντηση στις αιτήσεις των προσφευγουσών, οι τελευταίες δεν είχαν κατά τη στιγμή αυτή έννομο συμφέρον να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της απορριπτικής απάντησης ως προς την αύξηση των ποσοστώσεων παραγωγής, εφόσον η προταθείσα παραγωγή είχε πραγματοποιηθεί από τις προσφεύγουσες κατά τη λήξη των τριμήνων για τα οποία πρόκειται.
Η καθής εμμένει, με την ανταπάντηση της, όσον αφορά το επιχείρημα που συνάγεται από τη δήθεν έλλειψη έννομου συμφέροντος, ότι δεν απόκειται στις προσφεύγουσες, ιδία πρωτοβουλία, αλλά στην Επιτροπή να προσαρμόσει τις ποσοστώσεις παραγωγής 6άσει του άρθρου 14.
Β — Επί νης ουσίας
Πρώτος λόγος (παράβαση του άρθρου 12 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ, και παρα-6ίαση των γενικών αρχών του δικαίου περί της ασφαλείας του δικαίου και του προσωπικού χαρακτήρα της ποινής): Κατά τις προσφεύγουσες οι υπερβάσεις των ποσοστώσεων για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ που δέχτηκε η καθής, έπρεπε να καταλογιστούν στην Sa Fabrique de fer de Maubeuge, εταιρεία διάφορη της Sa Usines Gustave Boël.
Πράγματι, το πρόστιμο επιβλήθηκε στην εταιρεία «Usines Gustave Boël, La Louvière» και αφορούσε υπερβάσεις ιδίως για την κατηγορία Ιγ. Όμως, τα προϊόντα της κατηγορίας αυτής παράγονται από την εταιρεία «Fabrique de fer de Maubeuge à Lou-vroil» (στο εξής: FFM ) εταιρεία εντελώς διάφορη, γαλλικού δικαίου, της οποίας οι μετοχές είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο Λίλλης. Η Επιτροπή ήταν εν γνώσει της διακρίσεως αυτής. Μη λαμβάνοντας υπόψη την εν λόγω διάκριση, η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων και αρχών του δικαίου που αναφέρονται στο λόγο ακύρωσης, πράγμα που συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης της.
Η καθής 9εωρεί, όσον αφορά την ουσία, ότι, εν προκειμένω, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 12, αλλά το άρθρο 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ. Η διάταξη αυτή αποτελεί τη νομική 6άση επί της οποίας στηρίχτηκε η Επιτροπή για να χορηγήσει τις ποσοστώσεις «στους ομίλους επιχειρήσεων», εν προκειμένω, στον όμιλο Boël.
Πράγματι, είναι πρόσφορο να ορίζεται ως αποδέκτης του συστήματος των ποσοστώσεων, και κυρίως για να εξασφαλιστεί η τήρηση του συστήματος αυτού, εκείνος ο οποίος έχει τη δυνατότητα να προσδιορίζει τη δραστηριότητα της επιχείρησης στο επίπεδο της παραγωγής. Με απόφαση της 7ης Ιουλίου 1975«σχετικά με την ίδρυση του Queensborough Steel Co. Ltd από τις Usines Gustave Boël SA και Helical Bar Ltd», η Επιτροπή είχε ήδη προβάλει ότι η επιχείρηση Boel έχει τη δυνατότητα «να ελέγχει, κατά την έννοια της απόφασης 24.54» ιδίως την FFM και ότι η Maubeuge Kat η Boël «συνιστούν, επομένως, συγκέντρωση επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66, παράγραφος 1».
Τέλος, η αρχή του προσωπικού χαρακτήρα της ποινής είναι αρχή του ποινικού δικαίου, η οποία δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες διοικητικής φύσης.
Η προσφεύγονσα Boël προβάλλει με την απάντηση της ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ δεν προβλέπει καθόλου ότι τα πρόστιμα μπορούν να επιβάλλονται σε οιαδήποτε επιχείρηση του ομίλου, ακόμη και αν η επιχείρηση δεν είχε καμία ανάμειξη στην επικαλούμενη υπέρβαση των ποσοστώσεων. Καίτοι η έννοια του «ομίλου» αναγνωρίζεται στο κοινοτικό δίκαιο, επιβάλλεται εν τούτοις η διαπίστωση ότι η κύρωση που συνεπάγεται μέτρα εκτέλεσης, δεν μπορεί να πλήττει παρά μόνο υποκείμενα δικαίου αναγνωριζόμενα από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, επομένως, ένα ή περισσότερα καθορισμένα νομικά ή φυσικά πρόσωπα, έναντι των οποίων παρόμοια κύρωση δικαιολογείται.
Έτσι, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχτεί όπως η Επιτροπή επιβάλει κύρωση στη μόνη εταιρεία Boël, η οποία δεν έχει τη νομική δυνατότητα να μετακυλίσει το βάρος της κύρωσης αυτής, ολικώς ή μερικώς, επί άλλης εταιρείας του ομίλου.
Η κaθήç, με την ανταπάντησή της, προβάλλει ότι η υπέρβαση των ποσοστώσεων για την οποία επιβλήθηκαν τα πρόστιμα, αφορά την επιχείρηση προς την οποία χορηγήθηκαν οι ποσοστώσεις παραγωγής. Αν οι προσφεύγουσες δεν ήταν ικανοποιημένες από το σύστημα αυτό, θα έπρεπε να αμφισβητήσουν αμέσως είτε τη νομιμότητα του άρθρου 2, παράγραφος 4, της γενικής απόφασης είτε τη νομιμότητα των ατομικών αποφάσεων που καθόρισαν τις τριμηνιαίες ποσοστώσεις για την Boël και όχι για την FFM.
Όσον αφορά το νέο επιχείρημα, κατά το οποίο οι κανόνες του εθνικού δικαίου δεν επιτρέπουν την κατανομή μεταξύ των προσφευγουσών του βάρους του προστίμου, πρόκειται για εσωτερικά προβλήματα συναφή στους ομίλους επιχειρήσεων που δεν μπορούν να θίξουν τον κανόνα, ο οποίος είναι προσαρμοσμένος στις ειδικές ανάγκες του συστήματος ποσοστώσεων και των σκοπών που πρέπει να επιτευχθούν στο πλαίσιο του συστήματος αυτού (απόφαση της 13. 7. 1962, Klöckner και Hoesch, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 17 και 20/61, Rec. σ. 646).
Δεύτερος λόγος (παραβίαση της γενικής αρχής του δικαίου περί των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, την οποία καθιερώνουν, μεταξύ άλλων, το άρθρο 6 της Σύμβασης περί προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που συνεπάγεται την υποχρέωση αιτιολογίας των αποφάσεων, και τα άρθρα 5, 15, 33 και 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ): Κατά τις προσφεύγουσες, ορισμένοι ισχυρισμοί που αναπτύχθηκαν ενώπιον της καθής δεν εξετάστηκαν ούτε αντικρούστηκαν.
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, πρώτον, ότι η καθής όφειλε να αιτιολογήσει την απόφαση της περί επιβολής προστίμου στην Boël για τις υπερβάσεις ποσοστώσεων από τη FFM. Η καθής δεν απάντησε ούτε στην αίτηση της Boël περί τροποποίησης των ποσοστώσεων για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ, για το τρίτο τρίμηνο του 1981, ούτε για τις κατηγορίες Ια μέχρι Ιδ για το τέταρτο τρίμηνο του 1981.
Δεύτερον, η καθής, με την απόφαση της της 24ης Μαρτίου 1983, δεν απάντησε σε ορισμένους ισχυρισμούς που επικαλέστηκαν οι προσφεύγουσες για να αποδείξουν ότι δεν είχαν υπερβεί τις ποσοστώσεις που τους είχαν χορηγηθεί.
Ως προς την ουσία, η καθής θεωρεί ότι, όσον αφορά το πρόβλημα της προσαρμογής των ποσοστώσεων, εφάρμοσε απλώς το άρθρο 14 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ. Έτσι, έκρινε ότι οι προϋποθέσεις προσαρμογής των ποσοστώσεων δεν συνέτρεχαν όταν το ποσοστό μείωσης για κάθε κατηγορία προϊόντων και για τις υποδιαιρέσεις της για ορισμένο τρίμηνο δεν υπερέβαιναν το 20%, πράγμα το οποίο εγνώριζαν καλώς οι προσφεύγουσες.
Κατά τα λοιπά, η καθής υπενθυμίζει ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (απόφαση της 12. 10. 1980, «Fedetab»209 μέχρι 215 και 218/78, Rec. σ. 3125, σκέψη 81).
Όσον αφορά τη δήθεν ανεπαρκή αιτιολογία της απόφασης της 24ης Μαρτίου 1983, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, καίτοι η Επιτροπή υποχρεούται, δυνάμει διατάξεων των διαφόρων συνθηκών, να αιτιολογεί τις αποφάσεις της, αναφέροντας τα πραγματικά και νομικά περιστατικά από τα οποία εξαρτάται η νόμιμη δικαιολόγηση του μέτρου και τις σκέψεις που την οδήγησαν να λάβει την απόφαση, δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή να πραγματεύεται όλα τα πραγματικά και νομικά σημεία που προέβαλε κάθε ενδιαφερόμενος κατά τη διοικητική διαδικασία. Η καθής απάντησε στο σύνολο των ισχυρισμών και αιτιολόγησε επαρκώς και νομίμως το σύνολο της απόφασης της. Πάντως, δεν αντίκρουσε κάθε επιχείρημα, ιδίως όταν το επιχείρημα αυτό αφορούσε το σύστημα των ποσοστώσεων και όχι το πρόστιμο.
Οι προσφεύγουσες, με την απάντηση τους αμφισβητούν, αφενός, ότι εγνώριζαν καλώς το γεγονός ότι η καθής δεν υπείχε την υποχρέωση να απαντήσει στις αιτήσεις τους, διότι δεν πληρούσαν δήθεν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 14 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ. Αφετέρου, καίτοι μπορεί ενδεχομένως να γίνει δεκτό ότι δεν απαιτείται η καθής να πραγματεύεται όλα τα πραγματικά και νομικά σημεία που προέβαλε κάθε ενδιαφερόμενος κατά τη διοικητική διαδικασία, η οποία κατέληξε στη λήψη της γενικής απόφασης, δεν συμβαίνει το ίδιο όταν πρόκειται για ατομική απόφαση, με την οποία επιλύεται σαφής και συγκεκριμένη περίπτωση κατόπιν ειδικής διαδικασίας. Είναι απαραίτητο να παρέχεται στην επιχείρηση αυτή η ευκαιρία να κατανοεί τους λόγους για τους οποίους δεν έγιναν δεκτές οι παρατηρήσεις της.
Η καΰ-ής, με την ανταπάντηση της, εμμένει ότι το πρόβλημα της προσαρμογής των ποσοστώσεων εμπίπτει μάλλον στη διοικητική πρακτική και λειτουργία, ιδίως, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί ότι η αίτηση προσαρμογής δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Η έλλειψη απάντησης ισοδυναμεί με σιωπηρή απορριπτική απόφαση.
Τρίτος λόγος (παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου, προσβολή των δικαιωμάτων της υπεράσπισης και παράβαση της απαγόρευσης καταχρήσεως εξουσίας): Κατά τις προσφεύγουσες, η καθής έχει επεκτείνει στα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ το σύστημα των ποσοστώσεων όπως διαμορφώθηκε προηγουμένως, χωρίς να δώσει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις — στις οποίες περιλαμβάνεται και η FFM — τη δυνατότητα να επανεξετάσουν την περίοδο αναφοράς ανάλογα με την παραγωγή όπως προσδιορίστηκε τελευταία.
Πράγματι, η καθής αιτιολόγησε την απόφαση της καθορισμού των ποσοστώσεων με τον αμετάβλητο χαρακτήρα της περιόδου αναφοράς που επελέγη κατ' εφαρμογή της απόφασης 2790/80/ΕΚΑΧ. Η απόφαση αυτή όμως, δεν εφαρμοζόταν στα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ, τα οποία περιελήφθησαν στο σύστημα ποσοστώσεων μόνο το επόμενο έτος. Επομένως, πριν υποβάλει τα προϊόντα αυτά στο σύστημα ποσοστώσεων με την απόφαση της 1831/81/ΕΚΑΧ, η καθής έπρεπε να λάβει τη γνώμη των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων όσον αφορά τη διατήρηση ή την τροποποίηση της περιόδου αναφοράς.
Η καΰής υπογραμμίζει ως προς την ουσία ότι, αν υποτεθεί ότι μπορεί να γίνει επίκληση των δικαιωμάτων της υπεράσπισης στην προπαρασκευή της νομοθετικής διαδικασίας, η απόφαση της ελήφθη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 58, παράγραφος 2, της Συνθήκης, βάσει μελετών που έγιναν σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις και μετά από διαβούλευση με τις τελευταίες. Ομοίως, δεν σταθεροποίησε την κατάσταση και δεν «έχει επεκτείνει στα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ το σύστημα ποσοστώσεων, όπως είχε διαμορφωθεί προηγουμένως....Τέλος, η περίοδος αναφοράς καθορίστηκε βάσει των αναφορών του ομίλου κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ.
Με την απάντηση τους, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι η Επιτροπή έλαβε τη γνώμη τους.
Η καΰής υπενθυμίζει ότι διαβουλεύτηκε με τις «επιχειρήσεις υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 58, παράγραφος 2, της Συνθήκης», πράγμα που δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή οφείλει να διαβουλεύεται με κάθε επιχείρηση ατομικώς (απόφαση της 16. 2. 1982, Rumi, 258/80, Συλλογή σ. 487).
Τέταρτος λόγος (παραβίαση της γενικής αρχής του δικαίου η οποία απαγορεύει τη δυσμενή διάκριση, παράβαση των άρθρων 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και 6, 7 και 8 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ): Κατά τις προσφεύγουσες, το κριτήρio που δέχτηκε η καθής, προκειμένου να καθορίσει τις παραγωγές αναφοράς, μετέβαλε την παραδοσιακή μερίδα των επιχειρήσεων αυτών στην παραγωγή χάλυβα, αντίθετα από τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις από τις οποίες ορισμένες δεν χρησιμοποίησαν πλήρως τις ποσοστώσεις τους παραγωγής για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ.
Έτσι, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν το κριτήριο που δέχτηκε η Επιτροπή, προκειμένου να καθορίσει τις παραγωγές αναφοράς. Κατά τη Νομολογία του Δικαστηρίου, οι παραγωγές αυτές έπρεπε να στηρίζονται στην πραγματική παραγωγή και όχι στην ικανότητα παραγωγής των επιχειρήσεων. Το κριτήριο που δέχτηκε η Επιτροπή μετέβαλε εις βάρος των προσφευγουσών τη θέση τους στην αγορά σε σχέση με τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις.
Έτσι, για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981, οι ποσοστώσεις που αφορούσαν την κατηγορία Ιγ αποδείχτηκαν υψηλότερες από την κοινοτική παραγωγή, ενώ η FFM παρεμποδιζόταν συνεχώς από τις ποσοστώσεις της. Από αυτό οι προσφεύγουσες συνάγουν το συμπέρασμα ότι η FFM υπήρξε αντικείμενο δυσμενούς διάκρισης.
Όσον αφορά την ουσία, η καθής δεν διακρίνει ως προς τι προέβη σε οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση. Στο πλαίσιο της εξουσίας εκτίμησης της, όπως αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο, η καθής προσπάθησε να διατηρήσει μια ισορροπία μεταξύ του συνόλου των επιχειρήσεων που επηρεάστηκαν από τους περιορισμούς της παραγωγής. Από το σύστημα αυτό δεν προκύπτει ότι το εν λόγω σύστημα πρέπει κατ' ανάγκη να εξασφαλίζει τα μερίδια της αγοράς κάθε επιχείρησης, ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη η δυσκολία ποσοτικού υπολογισμού του μεριδίου αυτού και η εξέλιξη του.
Η καθής αμφισβητεί επίσης ότι οι υπερβάσεις ποσοστώσεων της FFM περιλαμβάνονταν στην κοινοτική παραγωγή. Διερωτάται ως προς το αντικείμενο του συστήματος ποσοστώσεων αν, εκ των προτέρων, ήταν δυνατό να υπολογίζονται οι μη επιτρεπόμενες υπερβάσεις.
Οι προσφεύγουσες, με την απάντηση τους, δεν αντιλαμβάνονται πώς είναι δυνατό να λεχθεί ότι η παραγωγή των προϊόντων της κατηγορίας Ιγ περιορίστηκε ως προς κάθε επιχείρηση, ενώ γίνεται δεκτό ότι το σύνολο των κοινοτικών επιχειρήσεων δεν κατόρθωσε να εξαντλήσει τις καθορισθείσες ποσοστώσεις.
Η καθής, με την ανταπάντηση της, εμμένει στο ότι η ίδια η ουσία του συστήματος που εφαρμόστηκε βάσει του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ συνίσταται στον περιορισμό της παραγωγής. Ο περιορισμός αυτός αφορά κάθε επιχείρηση προκειμένου να εξασφαλιστεί η αλληλεγγύη, αν ληφθεί υπόψη η κρίση της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
Πέμπνος λόγος (παράβαση των άρθρων 5, 15, 33, 36 και 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και παραβίαση της γενικής αρχής του δικαίου που απαγορεύει τη δυσμενή διάκριση): Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι το σύστημα ποσοστώσεων που θεσπίστηκε με την απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ, σε σύγκριση με εκείνο της απόφασης 2794/80/ΕΚΑΧ, είχε ως αποτέλεσμα την προφανή επιδείνωση της θέσης τους.
Κατά τις προσφεύγουσες, το άρθρο 14 της απόφασης 1831/81 /ΕΚΑΧ (το οποίο περιλαμβάνει ρήτρα προσαρμογής των παραγωγών αναφοράς σε περίπτωση εξαιρετικών δυσκολιών) δεν περιέχει πλέον, αντίθετα από το άρθρο 14 της απόφασης 2794/80/ΕΚΑΧ, γενική ρήτρα επιείκειας. Αντίθετα, οι δυνατότητες προσαρμογής υπόκεινται στο εξής σε περιοριστικές προϋποθέσεις. Έτσι, οι προσφεύγουσες όχι μόνο έχασαν μέρος της αγοράς, αλλά επιπλέον τους επιβλήθηκε περιορισμός της παραγωγής, χωρίς να μπορούν να επικαλεστούν τη γενική ρήτρα επιείκειας που θα τους επέτρεπε να επιτύχουν προσαρμογή των ποσοστώσεων, προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο εξαφάνισης. Επιπλέον, η απόφαση να εγκαταλειφθεί η εν λόγω γενική ρήτρα επιείκειας δεν είναι αιτιολογημένη. Αλλά αν υπήρχε παρόμοια ρήτρα, οι προσφεύγουσες θα μπορούσαν να είχαν επωφεληθεί εφόσον η καθής αναγνώρισε, πολλές φορές, ότι ο όμιλος Boël αντιμετώπιζε δυσκολίες που έθεταν σε κίνδυνο την επιβίωση του και ότι οι δύο προσφεύγουσες υποχρεώθηκαν να διακόψουν προσωρινά τις δραστηριότητες τους, μετά την εισαγωγή του συστήματος ποσοστώσεων.
Η καθής υπενθυμίζει, όσον αφορά την ουσία, ότι το ζήτημα των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81 /ΕΚΑΧ υπήρξε αντικείμενο της υπόθεσης 317/82, στην οποία διάδικοι ήταν επίσης οι προσφεύγουσες και η Επιτροπή. Το άρθρο 14 τροποποιή9ηκε κυρίως για να ληφ9εί υπόψη — όπως αναφέρεται στο σημείο 7 των αιτιολογικών σκέψεων της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ — οι επιχειρήσεις μεσαίου μεγέ9ους, όπως οι προσφεύγουσες, «οι οποίες απειλούνται ιδιαίτερα από τα πολύ υψηλά ποσοστά μειώσεως της παραγωγής». Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για δυσμενή διάκριση εις βάρος των προσφευγουσών.
Οι προοφεύ}>ονοες, με την απάντηση τους, προβάλλουν ότι η υπό9εση 317/82 αφορούσε μόνο το άρ9ρο 14 της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ, του οποίου η διατύπωση είναι διαφορετική από εκείνη του άρ9ρου 14 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ. Επιπλέον, είναι αντιφατικός ο ισχυρισμός ότι το άρθρο 14 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ θεσπίστηκε για να ληφ9ούν υπόψη οι επιχειρήσεις μεσαίου μεγέ9ους, ενώ το άρθρο αυτό είναι περισσότερο περιοριστικό από το άρθρο που αντικατέστησε.
Η καθής, με την ανταπάντηση της, θεωρεί ότι όσον αφορά την απαίτηση ότι για κά9ε κατηγορία ή υποδιαίρεση κατηγορίας προϊόντων, το ποσοστό μείωσης πρέπει να είναι ανώτερο του 20 ο/ο, η παραπομπή στην υπό9εση 317/82 είναι αποφασιστική και αναφέρεται σχετικά στη σκέψη 12 της απόφασης που εκδόθηκε στις 22 Ιουνίου 1983. Κατά τα λοιπά, εμμένει στις παρατηρήσεις της.
Έκτος λόγος (παράβαση των άρθρων 3στ, 58, 61, 73 και 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ): Οι προοφείγονοες, θεωρούν ότι επιβάλλοντας ποσοστώσεις παραγωγής, οι οποίες ισχύουν και για την παραγωγή που προορίζεται προς εξαγωγή και θεσπίζοντας σύστημα ποσοστώσεων παράδοσης, η καθής υπερέβη τις αρμοδιότητες που της χορηγήθηκαν και για τις οποίες ήταν αναγκαίο να προσφύγει στη διαδικασία του άρ9ρου 95 της Συν-9ήκης ΕΚΑΧ.
Πράγματι, λαμβάνοντας την απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ, η κα9ής περιόρισε έμμεσα τις εξαγωγές, πράγμα που αντιβαίνει στην κατανομή των αρμοδιοτήτων που 9έσπισε η Συν9ήκη ΕΚΑΧ, η οποία επιφυλάσσει, με το άρ9ρο της 73, τη ρύ9μιση των εξωτερικών συναλλαγών στα κράτη μέλη. Η κα9ής ήταν αρμόδια μόνο για τον καθορισμό των ποσοστώσεων στο επίπεδο των προβλεπομένων πωλήσεων στην κοινή αγορά, δηλαδή για την προβλεπόμενη κοινοτική ζήτηση, αφαιρώντας από την πραγματική παραγωγή τις ποσότητες για τις οποίες θα αποδεικνυόταν ότι είχαν εξαχθεί προς τρίτες χώρες.
Επιπλέον, στο άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ γίνεται λόγος μόνο για τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής και όχι των ποσοστώσεων παράδοσης. Επομένως, θεσπίζοντας την κανονιστική ρύθμιση που αφορά το τμήμα των ποσοστώσεων παραγωγής που μπορούσε να διατεθεί στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, η καθής υπερέβη επίσης τα όρια της αρμοδιότητας της.
Η κααής υπογραμμίζει, όσον αφορά την ουσία, ότι τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι προσφεύγουσες ανασκευάστηκαν από το Δικαστήριο ιδίως με την απόφαση του της 11ης Μαΐου 1983 (υπόθεση 244/81, Klöckna; Συλλογή 1983, σ. 1451, σκέψεις 39 μέχρι 47).
Οι προοφείψονοες, με την απάντηση τους, θεωρούν ότι η κα9ής δεν απαντά έτσι στο λόγο που στηρίζεται στην εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 29 και 73 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πράγμα που η καθής αμφισβητεί.
Έδομος λóyoç (παραβίαση της γενικής αρχής περί των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, της γενικής αρχής του δικαίου η οποία επιβάλλει στην Επιτροπή να αποφαίνεται επί κάθε κεφαλαίου της αίτησης που της υποβάλλεται, παράβαση του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, των άρθρων 12 και 14 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ): Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι, μη αποδεχόμενη την αίτηση κατάλληλης προσαρμογής των αναφορών για το τρίτο τρίμηνο 1981, κατά το μέτρο που η αίτηση αυτή αναφερόταν στην κατηγορία των προϊόντων Ιγ, για το μόνο λόγο ότι τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ δεν υπόκεινταν σε ποσοστό μείωσης τουλάχιστον 20 ο/ο για το τρίμηνο αυτό, η καθής, προσθέτοντας προϋπόθεση που το άρθρο 14 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ της 24ης Ιουνίου 1981 δεν περιείχε, παρέβη τη διάταξη που επεδίωκε να εφαρμόσει.
Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι η καθής δεν έλαβε θέση επί των αιτήσεων τους περί προσαρμογής των ποσοστώσεων για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ για το τρίτο τρίμηνο του 1981, και των κατηγοριών Ια μέχρι Ιδ για το τέταρτο τρίμηνο του 1981. Είναι πιθανόν ότι η καθής δεν έλαβε θέση επί των αιτήσεων αυτών επειδή θεώρησε ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 14 δεν συνέτρεχαν. Αλλά, οι προσφεύγουσες θα είχαν επιτύχει προσαρμογή των ποσοστώσεων αν η γενική απόφαση περιελάμβανε γενική ρήτρα επιείκειας.
Σχετικά, οι προσφεύγουσες προβάλλουν εκ νέου επιχειρήματα παρόμοια με εκείνα που ανέπτυξαν στην υπόθεση 317/82 σχετικά με το άρθρο 14 της απόφασης 1696/82/ΕΚΑΧ, όσον αφορά την ερμηνεία που θεωρούν ότι πρέπει να δοθεί στο άρθρο 14 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ.
Η καθής προβάλλει, όσον αφορά την ουσία, ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 14 δεν συνέτρεχαν, πράγμα που οι προσφεύγουσες γνωρίζουν καλώς. Η καθής παραπέμπει κατά τα λοιπά στις παρατηρήσεις που κατέθεσε στην υπόθεση 317/82.
Όγδοος λόγος (παραβίαση της γενικής αρχής του δικαίου η οποία απαγορεύει τη διάψευση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης): Με τον όγδοο λόγο τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η καθής δεν απάντησε σε επιστολή της 28ης Οκτωβρίου 1981, με την οποία η Boël ζητούσε όπως «εκτός αντίθετης ειδοποίησης της Επιτροπής, θα θεωρούσε ότι η Επιτροπή ήταν σύμφωνη επί των ποσοστώσεων παραγωγής που αυτή (η Boël) είχε προτείνει», επιτρέποντας έτσι στις προσφεύγουσες να συναγάγουν δικαιολογημένα το συμπέρασμα ότι η καθής ενέκρινε τις προτεινόμενες ποσοστώσεις.
Μόνο πολύ πιο αργά η καθής γνώρισε στην Boël ότι η σιωπή της δεν μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για παρέκκλιση από τους ισχύοντες κανονισμούς. Κατά τις προσφεύγουσες, η ταχεία απάντηση της Επιτροπής επιβαλλόταν ακόμη περισσότερο, αφού στον επαγγελματικό αυτό τομέα συνηθίζεται να γίνονται διαπραγματεύσεις πριν από την αρχή του τριμήνου, επί συνολικών συμβάσεων που αφορούν ορισμένη ποσότητα παραγωγής και που πρέπει να παραδοθεί κατά τη διάρκεια του εν λόγω τριμήνου.
Η καθής αμφισβητεί την πρακτική που συνίσταται στο να θεωρείται δεδομένη η συμφωνία της Επιτροπής σε περίπτωση σιωπής της τελευταίας. Αυτό είναι ακόμη περισσότερο αληθές αφού πρόκειται για κανονιστική ρύθμιση που εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις άνθρακα και χάλυβα τις οποίες αφορά το σύστημα. Η εφαρμογή του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ δεν παρέχει έδαφος ώστε οι προσαρμογές στο γενικό σύστημα των ποσοστώσεων, οι οποίες πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, να μπορούν να αποφασίζονται με ένα είδος σιωπηρής συμφωνίας του αρμόδιου κοινοτικού οργάνου ελλείψει αντίδρασης του τελευταίου.
Εξάλλου, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αναφέρεται κανονικά στα χορηγηθέντα δικαιώματα και όχι στην απλή δυνατότητα χορήγησης πρόσθετων δικαιωμάτων.
Κατά την απάντηση των προοφευγουσών, είναι ανακριβές το να υποστηρίζεται ότι η σιωπή της διοίκησης πρέπει να εξομοιωθεί σε όλες τις περιπτώσεις με απορριπτική απόφαση. Πράγματι, η γενική αρχή του δικαίου που καθιερώνει την αυτονομία της βούλησης, αναγνωριζόμενη από τα κράτη μέλη, εφαρμόζεται και στο κοινοτικό δίκαιο. Η ρήτρα, εκτός αντίθετης ειδοποίησης, απέκλειε με το περιεχόμενο της τη σιωπή σε περίπτωση διαφωνίας της Επιτροπής.
Η καθής, με την ανταπάντηση της, αντιτάσσει ότι, η επίκληση της «γενικής αρχής του δικαίου που καθιερώνει την αυτονομία της βούλησης», δεν είναι βάσιμη στο πλαίσιο της δημόσιας κανονιστικής ρύθμισης, και α fortiori στο εσωτερικό ενός κοινοτικού συστήματος περιορισμού της προσφοράς, λόγω της σοβαρής κρίσης της κοινοτικής βιομηχανίας άνθρακα και χάλυβα.
Ένατος λόγος (παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου που καθιερώνουν την ασφάλεια του δικαίου, τον προσωπικό χαρακτήρα της ποινής, την υποχρέωση επαρκούς κατά νόμο αιτιολογίας των αποφάσεων, την απαγόρευση προσβολής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παράβαση του κανόνα patere legem quam ipse fediti, των άρθρων 5, 15, 33, 36 και 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και 12 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ): Κατά τις προσφεύγουσες, η καθής δεν μπορούσε να προσθέσει μονομερώς και post factum λεπτομέρειες επιβολής του προστίμου που δεν περιλαμβάνονται στο άρθρο 12 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ, όπως το έπραξε στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων το γεγονός ότι η επιχείρηση έχει ισολογισμό εμφαίνοντα θετικά αποτελέσματα, ότι η τελευταία έχει ήδη υπερβεί κατά τη διάρκεια ενός από τα προηγούμενα τρίμηνα την ή τις ποσοστώσεις της και ότι οι υπερβάσεις είναι 10 °/ο ή περισσότερο.
Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι η καθής αιτιολόγησε το πρόστιμό της ιδίως με την ακόλουθη αιτιολογική σκέψη:
«ότι πρέπει για τις επιχειρήσεις με θετικό ισολογισμό, να αυξάνεται το πρόστιμο κατά 25 ο/ο, ήτοι 93,75 ECU ανά τόνο υπέρβασης, αν η επιχείρηση έχει ήδη υπερβεί κατά τη διάρκεια ενός από τα προηγούμενα τρίμηνα την ή τις ποσοστώσεις της ή αν οι υπερβάσεις είναι 10 % ή περισσότερο
πρέπει, για τις επιχειρήσεις με θετικό ισολογισμό, να αυξάνεται το πρόστιμο κατά 50 %, ήτοι 112,50 ECU ανά τόνο υπέρβασης, αν η επιχείρηση συγκεντρώνει τις δύο προϋποθέσεις της προηγούμενης αιτιολογικής σκέψης».
Όμως, το άρθρο 12 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ ορίζει: «Στις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν τις ποσοστώσεις παραγωγής τους, ή το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατό να διατεθεί στην κοινή αγορά, επιβάλλεται κατά κανόνα πρόστιμο 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως. Στην περίπτωση που η παραγωγή μιας επιχειρήσεως υπερβαίνει την ποσόστωση της κατά 10 % ή περισσότερο, ή στην περίπτωση που μια επιχείρηση έχει ήδη υπερβεί κατά τη διάρκεια προηγούμενου τριμήνου την ή τις ποσοστώσεις της, τα πρόστιμα ανά τόνο δύνανται να διπλασιασθούν ...»
Εφόσον η καθής επέλεξε τα κριτήρια αυτά δεν μπορούσε να εφαρμόσει post factum άλλες λεπτομέρειες επιβολής του προστίμου όπως το έπραξε στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η επιχείρηση έχει θετικό ισολογισμό. Τροποποιώντας a posteriori τα κριτήρια της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ, χωρίς διαβούλευση της Συμβουλευτικής Επιτροπής και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, η καθής παρέβη τις διατάξεις και τις αρχές που αναφέρονται στο λόγο ακύρωσης.
Επιπλέον, η Επιτροπή προέβη έτσι σε δυσμενή διάκριση αυξάνοντας το πρόστιμο λόγω του ότι η επιχείρηση για την οποία πρόκειται έχει θετικό ισολογισμό, χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός, ότι στην τελευταία δεν χορηγούνται ειδικές ενισχύσεις.
Εξάλλου, η απόφαση αυτή δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς.
Τέλος, οι προσαπτόμενες παραβάσεις, όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ, δεν διεπράχθησαν από την πρώτη προσφεύγουσα στην οποία η Επιτροπή επέβαλε το πρόστιμο αλλά από την FFM. Η τελευταία όμως δεν είχε θετικό ισολογισμό το 1981 και δεν είχε ήδη υπερβεί κατά τη διάρκεια του προηγούμενου τριμήνου την ή τις ποσοστώσεις της.
Η καθής υπενθυμίζει ότι με το άρθρο 12 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ, καθόρισε τις κατευθυντήριες γραμμές της δράσης της στον τομέα αυτό. Η διατύπωση του εν λόγω άρθρου καταδείχνει ότι η Επιτροπή διατηρεί, εντός των γενικών αυτών κριτηρίων, ορισμένη εξουσία εκτίμησης. Δεν μπορεί να της προσάπτεται ότι δεν εφάρμοσε τα κριτήρια του άρθρου 12 με όλη την αυστηρότητά τους.
Η προσφεύγουσα παραπονείται κατά κάποιο τρόπο ότι επλήγη με πρόστιμο 112,5 ECU ανά τόνο υπέρβασης αντί 150 ECU ανά τόνο.
Οπωσδήποτε, η προσαρμογή του προστίμου αναλόγως του θετικού ή αρνητικού ισολογισμού της επιχείρησης αντιστοιχεί σε διαφορετική αντιμετώπιση δύο καταστάσεων που δεν συγκρίνονται. Η έννοια αυτή είναι αρκετά απλή καθεαυτή ώστε να μη χρειάζεται καμιά ανεπτυγμένη αιτιολογία. Αιτιολογείται με τις σκέψεις που ανέπτυξε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 18ης Μαρτίου 1980(SPA Ferriera Valsabbia, συ-νεκδικασθείσες υποθέσεις 154,205,206,226 μέχρι 228, 263 και 264/78, 39, 31, 83 και 85/79, Rec. σ. 1026, σκέψεις 157 μέχρι 159). Με την απόφαση αυτή διασαφηνίζεται πώς η εν λόγω διάκριση μεταξύ επιχειρήσεων, ανάλογα με την κατάσταση του ισολογισμού τους, προκειμένου να προσαρμοστεί το ύψος του προστίμου στις συγκεκριμένες περιστάσεις, υπαγορεύεται από την αρχή της αλληλεγγύης.
Εξάλλου, δεν υπήρχε λόγος διαβούλευσης με τη Συμβουλευτική Επιτροπή και το Συμβούλιο κατά το μέτρο που επρόκειτο για την εφαρμογή των λεπτομερειών εκτέλεσης του άρθρου 12 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ στο πλαίσιο της εξουσίας εκτίμησης που το εν λόγω άρθρο αφήνει στην Επιτροπή.
Τέλος, ο καθορισμός των ποσοστώσεων έγινε στην περίπτωση των συγκεντρωμένων επιχειρήσεων, κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚΑΧ, για τον όμιλο υπό την ιδιότητα αυτή. Και ο όμιλος Boël είναι αποδέκτης των αποφάσεων με τις οποίες καθορίστηκαν οι ποσοστώσεις και επιβλήθηκαν τα πρόστιμα για υπέρβαση των εν λόγω ποσοστώσεων, και όχι η FFM.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι προσφεύγουσες, εκπροσωπούμενες από τον Ε. Gutt, δικηγόρο Βρυξελλών, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Ε. Lasnet, επικουρούμενο από τον πραγματογνώμονα Gerin, ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις και τις απαντήσεις τους στα ερωτήματα που υπέβαλε το Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση της 24ης Νοεμβρίου 1983.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της στη συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Απριλίου 1983, η ανώνυμη εταιρεία βελγικού δικαίου Usines Gustava Boel και η ανώνυμη εταιρεία γαλλικού δικαίου Fabrique de fer de Maubeuge άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 33, δεύτερη παράγραφος, και 36, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητούν, αφενός, την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 24ης Μαρτίου 1983, που κοινοποιήθηκε στις 30 Μαρτίου του ίδιου έτους στην επιχείρηση Usines Gustave Boel, ανώνυμη εταιρεία, La Louvière, Βέλγιο, με την οποία επιβλήθηκε στην εν λόγω επιχείρηση, βάσει του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πρόστιμο 111024570 βελγικών φράγκων, αφετέρου δε, και επικουρικώς, τη μείωση του προστίμου.
2
Με το πρώτο της άρθρο, η προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνει ότι «η επιχείρηση Boel παραβίασε το σύστημα ποσοστώσεων που θεσπίστηκε με την απόφαση 1831/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180, σ. 1), υπερβαίνοντας την ποσόστωση παραγωγής για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ κατά 1007 τόνους και το τμήμα της ποσόστωσης αυτής που μπορούσε να διατεθεί στην κοινή αγορά κατά 3878 τόνους για το τρίτο τρίμηνο του 1981, καθώς και την ποσόστωση παραγωγής για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ κατά 14943 τόνους και τα τμήματα της ποσόστωσης που μπορούσαν να διατεθούν στην κοινή αγορά για τις κατηγορίες των προϊόντων Ια και Ιγ κατά 161 και 14921 τόνους αντιστοίχως, για το τέταρτο τρίμηνο του 1981.
3
Με τον πρώτο και τρίτο μέχρι έβδομο λόγο ακύρωσης, οι προσφεύγουσες προσβάλλουν τις αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή καθόρισε τις ποσοστώσεις τους ή αρνήθηκε την προσαρμογή των ποσοστώσεων αυτών και επικαλούνται τον παράνομο χαρακτήρα των γενικών αποφάσεων επί των οποίων στηρίζονται οι εν λόγω ατομικές αποφάσεις. Με τον πρώτο λόγο, οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι αντιμετώπισε από κοινού την ανώνυμη εταιρεία Fabrique de fer de Maubeuge και την ανώνυμη εταιρεία Usines Gustave Boël, ενώ οι δύο αυτές εταιρείες είναι ξεχωριστές. Με τον τρίτο και τέταρτο λόγο, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την επέκταση στα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ του συστήματος ποσοστώσεων όπως θεσπίστηκε προηγουμένως και, αντιστοίχως, το κριτήριο που δέχτηκε η Επιτροπή προκειμένου να προσδιορίσει τις παραγωγές αναφοράς. Με τον πέμπτο και έκτο λόγο προσάπτουν στο σύστημα ποσοστώσεων που επέβαλε η Επιτροπή ότι δεν προβλέπει γενική ρήτρα επιεικείας και ότι εφαρμόζεται στην παραγωγή, η οποία προορίζεται προς εξαγωγή και προς παράδοση. Τέλος, με τον έβδομο λόγο οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τη σιωπηρή άρνηση της Επιτροπής να προσαρμόσει τις παραγωγές αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 14 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ.
4
Με τους λόγους αυτούς, οι προσφεύγουσες δεν αρνούνται το γεγονός της υπέρβασης της ποσόστωσης, αλλά αμφισβητούν αποκλειστικά τη νομιμότητα των ατομικών αποφάσεων της Επιτροπής, οι οποίες κατέστησαν οριστικές, εφόσον δεν προσβλήθηκαν εντός της προθεσμίας που ορίζει η Συνθήκη. Από δε την πάγια νομολογία προκύπτει ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί, επ' ευκαιρία προσφυγής ακυρώσεως, στρεφόμενης κατά ατομικής απόφασης, να επικαλεστεί με ένσταση την έλλειψη νομιμότητας άλλης ατομικής απόφασης, της οποίας υπήρξε αποδέκτης και που κατέστη οριστική. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να επικαλεστούν λυσιτελώς την έλλειψη νομιμότητας των ατομικών αποφάσεων με τις οποίες καθορίστηκαν οι ποσοστώσεις τους ή τμήματα των ποσοστώσεων για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981 ή δεν έγινε δεκτή η προσαρμογή των εν λόγω ποσοστώσεων, και, επομένως, τα πιο-πάνω αιτήματα είναι, κατά το μέτρο αυτό, απορριπτέα.
5
Εξάλλου, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να προβάλλουν ούτε την ένσταση έλλειψης νομιμότητας των διατάξεων γενικής απόφασης, η οποία δεν αποτελεί τη βάση της προσβαλλόμενης ατομικής απόφασης (απόφαση της 28. 10. 1981, Krupp, 275/80 και 24/81, Συλλογή σ. 2489). Οι δε διατάξεις της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ, των οποίων οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τη νομιμότητα, δεν αναφέρονται στην επιβολή του προστίμου αλλά μόνο στη θέσπιση ποσοστώσεων και στην προσαρμογή τους.
6
Εσφαλμένως οι προσφεύγουσες επικαλούνται προς υπεράσπιση τους το ότι είχαν ήδη υπερβεί τις ποσοστώσεις που τους είχαν χορηγηθεί, για να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι, ελλείψει έννομου συμφέροντος, δεν προσέβαλαν εμπροθέσμως τις ατομικές αποφάσεις με τις οποίες καθορίστηκαν οι ποσοστώσεις τους ή δεν έγινε δεκτή η προσαρμογή των ποσοστώσεων αυτών. Πράγματι, τίποτε δεν επέτρεπε στις προσφεύγουσες να υπερβούν μονομερώς την ποσόστωση παραγωγής που τους επέβαλε η Επιτροπή.
7
Τέλος, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, με την απόφαση του της 31ης Μαρτίου 1965(Macchiorlati Dalmas, 21/64, Rec. σ. 229), έκρινε ότι η ανατρεπτική προθεσμία της προσφυγής ακύρωσης αντιστοιχεί στην ανάγκη να αποφεύγεται η επ' αόριστον αμφισβήτηση της νομιμότητας των διοικητικών αποφάσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τις σκέψεις αυτές, όλοι οι προαναφερόμενοι λόγοι πρέπει να κριθούν απαράδεκτοι.
8
Με την ίδια αιτιολογία είναι και ο δεύτερος λόγος ακύρωσης απαράδεκτος κατά το μέτρο που προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν απάντησε επί ορισμένων σημείων στις αιτήσεις προσαρμογής των ποσοστώσεων των προσφευγουσών για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981 ή ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση της περί προσαρμογής των ποσοστώσεων για το τρίτο τρίμηνο στην ανεπαρκή αιτιολογία της απόφασης της 24ης Μαρτίου 1983 που προσβάλλεται με την παρούσα προσφυγή.
9
Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα περισσότερα από τα επιχειρήματα με τα οποία οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν απάντησε, αναφέρονται στον καθορισμό των ποσοστώσεων, και όχι στην επιβολή του προστίμου. Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι απέφυγε να απαντήσει σε σκέψεις ξένες προς την εξεταζόμενη απόφαση. Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Επιτροπή ανάπτυξε με την απόφαση της τους ουσιώδεις λόγους που την οδήγησαν στην επιβολή προστίμου στον όμιλο Boël λόγω υπέρβασης των ποσοστώσεων, έτσι ώστε και ο δεύτερος λόγος να καθίσταται απορριπτέος.
10
Με τον όγδοο λόγο, οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν απάντησε στην επιστολή της 28ης Οκτωβρίου 1981, με την οποία η ανώνυμη εταιρεία Usines Gustave Boël ζητούσε την προσαρμογή των ποσοστώσεων της παραγωγής και κατέληγε ότι, εκτός αντίθετης ειδοποίησης, θα θεωρούσε ότι η Επιτροπή ήταν σύμφωνη με τις ποσοστώσεις παραγωγής που πρότεινε η εταιρεία. Προ της σιωπής της Επιτροπής, οι προσφεύγουσες δικαιολογημένα συνήγαγαν το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή ενέκρινε τις προταθείσες ποσοστώσεις.
11
Σχετικά, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το σύστημα περιορισμού της παραγωγής των επιχειρήσεων άνθρακα και χάλυβα δεν επιτρέπει παρά μόνο κατ' εξαίρεση την προσαρμογή των ατομικών ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν σε ορισμένες επιχειρήσεις, και προς το σκοπό αυτόν απαιτείται κατ' ανάγκη θετική απόφαση χορήγησης συμπληρωματικών ποσοστώσεων. Η σιωπή της Επιτροπής — όσο λυπηρή και αν είναι — δεν μπορεί επομένως παρά να εξομοιωθεί με σιωπηρή απορριπτική απόφαση και όχι με σιωπηρή συναίνεση της τελευταίας. Επομένως, και ο όγδοος λόγος είναι απορριπτέος.
12
Με τον ένατο λόγο, οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι προσέθεσε post factum — χωρίς διαβούλευση ούτε με τη Συμβουλευτική Επιτροπή ούτε με το Συμβούλιο — κανόνες προσδιορισμού των προστίμων που δεν περιλαμβάνονται στο άρθρο 12 της γενικής απόφασης και που βασίζονται στο γεγονός ότι ο ισολογισμός της επιχείρησης εμφανίζει θετικά αποτελέσματα. Εξάλλου, η ανώνυμη εταιρεία Fabrique de fer de Maubeuge είχε αρνητικά αποτελέσματα κατά την οικονομική χρήση, γεγονός το οποίο η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη.
13
Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το Δικαστήριο έκρινε ήδη δικαιολογημένη την προσαρμογή του προστίμου σε συνάρτηση με την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης (απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980, SpA Ferriera Valsabbia, συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 154, 205, 206, 226 μέχρι 228, 263 και 264/78, 39, 83 και 85/79, Rec. σ. 1026). Εξάλλου, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, δεν πρέπει να λαμβάνεται η γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής ούτε του Συμβουλίου, όταν πρόκειται για απλή εφαρμογή των κανόνων εκτέλεσης του άρθρου 12 της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτίμησης που το άρθρο αυτό αφήνει στην Επιτροπή. Τέλος, η Επιτροπή δεν έπρεπε να εκτιμήσει την οικονομική κατάσταση των θυγατρικών εταιρειών της Boël λαμβανομένων ατομικά, εφόσον πρέπει, κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης, να θεωρείται ως μία μόνο επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της απόφασης 1831/81/ΕΚΑΧ, ο όμιλος συγκεντρωμένων επιχειρήσεων, ακόμη και αν οι επιχειρήσεις αυτές είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη.
14
Η προσφυγή είναι επομένως απορριπτέα στο σύνολο της.
Επί των δικαστικών εξόδων
15
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Koopmans
Mackenzie Stuart
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Φεβρουαρίου 1984.
Κατ' εντολή του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmanns
Full & Egal Universal Law Academy