Στην υπόθεση 81/83,
Acciaierie e Ferriere Busseni SpA, ήδη υπό δικαστική εκκαθάριση, με έδρα το Nave (Brescia, Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τον διευθύνοντα σύμβουλο της Maurizio Busseni, επικουρούμενο από τους Fabrizio Massoni, Adriano Barone και Ferdinando Pelizzoni, δικηγόρους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον André Elvinger, 15, Côte d'Eich,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Sergio Fabro, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της ατομικής απόφασης της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1982, περί επιβολής προστίμου στην προσφεύγουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Νομικό πλαίσιο της διαφοράς και έκθεση των πραγματικών περιστατικών
1. Νομικό πλαίοιο
α)
Ενώπιον καταστάσεως έκδηλης κρίσεως στην αγορά χάλυ6α κατά την έννοια του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή θέσπισε, με την απόφαση 2794/80 της 31ης Οκτωβρίου 1980 (JO L 291, σ. 1), σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που ίσχυε από 1ης Οκτωβρίου 1980 μέχρι 30 Ιουνίου 1981. Κατά τα άρθρα 2 έως 4 της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο για τις επιχειρήσεις και τα προϊόντα που υπόκεινται στο σύστημα αυτό ποσοστώσεις παραγωγής βάσει της παραγωγής αναφοράς της ενδιαφερόμενης επιχείρησης χρησιμοποιώντας για την παραγωγή αυτή ορισμένα ποσοστά μειώσεων. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, της ανωτέρω απόφασης προβλέπει ότι
«αν κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ Ιουλίου 1977 και Ιουνίου 1980 το μέσο ποσοστό χρησιμοποιήσεως της ικανότητας παραγωγής μιας επιχείρησης βρίσκεται κατά 10 ο/ο ή περισσότερο κάτω του μέσου όρου χρησιμοποιήσεως των ιδίων εγκαταστάσεων των άλλων επιχειρήσεων της Κοινότητας κατά τη διάρκεια των ετών 1977, 1978 και 1979, η Επιτροπή αυξάνει την παραγωγή αναφοράς για την επιχείρηση αυτή μέχρι ενός επιπέδου που αντιστοιχεί σε ποσοστό χρησιμοποιήσεως 5 ο/ο κάτω από τον ανωτέρω μέσο όρο των άλλων επιχειρήσεων:
—
αν η επιχείρηση έχει συμμετάσχει από τον Ιούλιο 1977 μέχρι τον Ιούνιο 1980 στα προγράμματα παραδόσεως προϊόντων που έχει καθορίσει η Επιτροπή,
και
—
αν ο καθορισμός του προγράμματος για την επιχείρηση αυτή στηρίζεται στο έτος 1974,
και
—
αν κατά τη διάρκεια του τελευταίου αυτού έτους οι εγκαταστάσεις της επιχείρησης δεν ήταν ή ήταν μόνο μερικώς σε λειτουργία».
Κατά την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου, η Επιτροπή για να λάβει υπόψη της την αναδιάρθρωση, αυξάνει την παραγωγή αναφοράς έτσι ώστε να επιτύχει το συνολικό ισοδύναμο της παραγωγής του τριμήνου που αντιστοιχεί στο έτος 1974,
«—
αν η συνολική παραγωγή των τεσσάρων ομάδων προϊόντων μιας επιχείρησης κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς βρίσκεται κάτω από την παραγωγή του ιδίου τριμήνου του έτους 1974,
και
—
αν η επιχείρηση αυτή πραγματοποίησε για τη χρήση που λήγει το 1979 κέρδος που αναφέρεται στην έκθεση ετησίας χρήσεως ή έχει δηλωθεί στον επίσημο εθνικό οργανισμό που είναι επιφορτισμένος με την κατάθεση των ετησίων λογαριασμών των εταιριών.»
6)
Δεδομένου ότι περί το μέσο του έτους 1981, η ευρωπαϊκή χαλυβουργία βρίσκονταν ακόμη σε περίοδο έκδηλης κρίσης, η Επιτροπή με την απόφαση 1831/81 της 24ης Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 180, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τις αποφάσεις 1832/81, της 3ης Ιουλίου 1981 (ΕΕ L 184, σ. 1), 2804/81, της 23ης Σεπτεμβρίου 1981 (ΕΕ L 278, σ. 1) και 533/82, της 3ης Μαρτίου 1982 (ΕΕ L 65, σ. 6), θέσπισε νέο σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβος που στηρίζεται επίσης στα άρθρα 47 και 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Ιουλίου 1981 έως 30 Ιουνίου 1982.
Το άρθρο 5 της απόφασης 1831/81 προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο για κάθε επιχείρηση τις ποσοστώσεις παραγωγής και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατόν να διατεθεί στην κοινή αγορά βάσει των παραγωγών αναφοράς και των ποσοτήτων αναφοράς της ενδιαφερόμενης επιχείρησης και χρησιμοποιώντας για τις παραγωγές και για τις ποσότητες αυτές ορισμένα ποσοστά μειώσεως.
Το άρθρο 6 της απόφασης 1831/81 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1, παράγραφος 4, της απόφασης 1832/81 προβλέπει ότι
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7, παράγραφος 2, οι παραγωγές αναφοράς των προϊόντων των κατηγοριών Ια, 16, Ιγ και Ιδ, των επιχειρήσεων οι οποίες παράγουν προϊόντα σε κουλούρες και ταινίες ελασματοποιηθείσες σε ειδικά ελασματουργεία, υπολογίζονται βάσει της παραγωγής αναφοράς της κατηγορίας 1, όπως ορίζεται από το άρθρο 1 για όλα τα είδη και τις ποσότητες χάλυβα, εξαιρουμένων των προϊόντων της κατηγορίας αυτής, τα οποία προορίζονται για την κατασκευή των εξαιρουμένων προϊόντων, τα οποία περιγράφονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και δεύτερη περίπτωση».
Εξάλλου, το άρθρο 14 της απόφασης 1831/81, επίσης όπως έχει διατυπωθεί από το άρθρο 1, παράγραφος 8, της απόφασης 1832/81, ορίζει ότι
«Αν, λόγω του ύψους των ποσοστών μειώσεως της παραγωγής τα οποία εφαρμόζονται επί ένα τρίμηνο, το σύστημα ποσοστώσεως δημιουργήσει εξαιρετικές δυσκολίες σε μια επιχείρηση, η Επιτροπή θα προβεί σε κατάλληλη προσαρμογή των παραγωγών αναφοράς για τις εξεταζόμενες κατηγορίες, εφόσον η επιχείρηση υποβάλλει αίτηση κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα του σχετικού τριμήνου, στις περιπτώσεις όπου:
—
η ολική παραγωγή αναφοράς των κατηγοριών Ια έως Ιδ είναι κατώτερη από 1000000 τόνους ανά έτος και συνίσταται τουλάχιστον κατά 75 % από προϊόντα για τα οποία το ποσοστό μειώσεως της παραγωγής υπερβαίνει το 20 ο/ο,
ή
—
η ολική παραγωγή αναφοράς των κατηγοριών V και VI είναι κατώτερη από 60000 τόνους και το ποσοστό μειώσεως υπερβαίνει το 20 ο/ο».
2. Πραγματικά περιστατικά
Με επιστολές της 16ης Μαρτίου 1982 και της 22ας Ιουνίου 1982 που απέστειλε δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή προσήψε στην εταιρία Busseni ότι υπερέβη κατά 3125 τόνους την ποσόστωση παραγωγής της για το τρίτο τρίμηνο του 1981 και για τα προϊόντα των κατηγοριών V και VI καθώς επίσης και κατά 6079 τόνους την ποσόστωση παραγωγής της για τα προϊόντα των κατηγοριών V και VI και κατά 6565 τόνους το τμήμα της ποσοστώσεως της που μπορούσε να διατεθεί στην κοινή αγορά για το τέταρτο τρίμηνο του 1981. Απαντώντας στις επιστολές αυτές η Busseni ανέφερε με τηλετύπημα της 13ης Μαΐου 1982 και με επιστολή της 29ης Ιουνίου 1982, τις δηλώσεις στις οποίες οι εκπρόσωποι της είχαν προβεί κατά τη διάρκεια προηγουμένης σύσκεψης σχετικά με άλλη παράβαση χωρίς να ζητήσει τη σύγκληση νέας σύσκεψης. Δεν αρνήθηκε τις υπερβάσεις των ποσοστώσεων αλλά προέβαλε ως δικαιολογία σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά βάρη ενώπιον των οποίων βρέθηκε. Θεωρώντας ότι τα επιχειρήματα της Busseni ήταν ανεπαρκή, η Επιτροπή της επέβαλε με απόφαση της 24ης Μαρτίου 1983 πρόστιμο 958084 ELM (ECU), ήτοι 1280536751 λιρέτες.
Στο μεταξύ, η εταιρία Busseni υπεβλήθη στο σύστημα της Cassa Integrazione Guadagni, που αντιστοιχεί στον ιταλικό νόμο 675 της 12ης Αυγούστου 1977, και κατά συνέπεια στο σύστημα της «amministrazione controllata» (ελεγχόμενη διοίκηση). Με Διάταξη του δικαστηρίου της Brescia, της 23ης Απριλίου 1982, η διαδικασία της δικαστικής εκκαθάρισης άρχισε κατά της εταιρίας Busseni.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η εταιρία Busseni άσκησε την προσκείμενη προσφυγή, που έχει εγγραφεί στο πρωτόκολλο της γραμματείας του Δικαστηρίου στις 9 Μαΐου 1983.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή αποδείξεων. Πάντως κάλεσε την προσφεύγουσα να απαντήσει εγγράφως, πριν από τις 19 Μαρτίου 1984, σε ερώτηση που αναφέρεται παρακάτω.
Με Διάταξη της 29ης Φεβρουαρίου 1984, το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του δευτέρου τμήματος.
Η προοφενγονοαζητεί από το Δικαστήριο:
«—
αφού αποφανθεί επί όλων των ουσιωδών στοιχείων της υποθέσεως και διατάξει, προκαταρκτικά την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως που έλαβε η Επιτροπή, να ακυρώσει την απόφαση C (83) 376/9 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24ης Μαρτίου 1983·
—
επικουρικά, να μειώσει τα πρόστιμα που προβλέπει η παραπάνω απόφαση·
—
όλως επικουρικά, να αναστείλει την καταβολή των προστίμων».
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«α)
προκαταρκτικά
—
να κηρύξει απαράδεκτο το αίτημα αναστολής της αποφάσεως,
6)
ως προς την ovaia
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα».
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο της προσφυγής της ότι της ήταν πράγματι αδύνατο να τηρήσει της ποσοστώσεις που της είχε χορηγήσει η Επιτροπή για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981. Η επιπλέον μείωση της παραγωγής της δεν της επέτρεπε να αντιμετωπίσει κανονικά τη λήξη των προθεσμιών ως προς τη διαχείριση της παραγωγικής δραστηριότητας, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που προέκυπταν από τον εξώδικο πτωχευτικό συμβιβασμό που είχε υπογραφεί το 1978 και να εξοφλήσει τα βάρη κοινωνικού χαρακτήρα. Πράγματι, η επιχείρηση αντιμετώπισε περίοδο πολύ σοβαρής κρίσεως που είχε ως χαρακτηριστικό κατά το 1977 το βεβαρυμένο παθητικό της κατά 19 περίπου δισεκατομμύρια λιρέτες, το ότι κατέφυγε επανειλημμένα στην Cassa Integrazione Guadagni, την αισθητή μείωση του προσωπικού, για να φθάσει το 1978 στην υπογραφή εξώδικου πτωχευτικού συμβιβασμού που αναφέρθηκε παραπάνω, και, τέλος, την έναρξη της διαδικασίας της δικαστικής εκκαθαρίσεως από το δικαστήριο της Brescia. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, μείωσε την παραγωγή της χάλυβα από 121804 τόνους το 1976 σε 74446 τόνους το 1981, πράγμα που συνιστά απότομη πτώση της ποσότητας του παραγομένου χάλυβα, κατάσταση που ενισχυόταν από τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας.
Στο δεύτερο λόγο, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι συνάντησε εξαιρετικές δυσκολίες που οδήγησαν την Επιτροπή να εξετάσει την περίπτωση της σε πολύ σύντομες προθεσμίες κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 της απόφασης 1832/81 και να προσαρμόσει ανάλογα την παραγωγή αναφοράς. Εφόσον δεν έγινε τέτοια προσαρμογή, καμιά αιτίαση δεν μπορεί να της καταλογιστεί λόγω υπερβάσεως των ποσοστώσεων αφού δεν ήταν σε θέση να τις τηρήσει χωρίς να χειροτερεύσει ανεπανόρθωτα και ακόμη ταχύτερα την οικονομική και ταμειακή της κατάσταση. Κατά συνέπεια, βρέθηκε «σε απόλυτη αδυναμία να ενεργήσει διαφορετικά».
Στον τρίτο λόγο, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το πρόστιμο επεβλήθη αδικαιολόγητα και πρέπει να ακυρωθεί και για το λόγο επίσης του ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εφαρμόσει έναντι της προσφεύγουσας το άρθρο 4, παράγραφος 5, της απόφασης 2794/80, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 6 της απόφασης 1831/81 όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1832/81.
Πράγματι, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή αυξάνοντας την παραγωγή αναφοράς ώστε να επιτύχει το σύνολο που ισοδυναμεί με την παραγωγή του αντιστοίχου τριμήνου του έτους 1974. Κατά τη διάρκεια αυτού του έτους παραγωγής για το οποίο είχαν δηλωθεί οι συνεισφορές ΕΚΑΧ, η παραγωγή ανήρχετο περίπου σε 180000 τόνους, ενώ ο μέσος όρος των τριών ετών αναφοράς ήταν κατώτερος από 120000 τόνους. Κατά συνέπεια η Επιτροπή όφειλε να θεσπίσει ως ποσόστωση αναφοράς το μέσο όρο των ετών 1977/1979.
Τέλος, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι η εκτέλεση του προστίμου θα προκαλέσει σημαντικές δυσχέρειες στην επιχείρηση εμποδίζοντας την να εξέλθει in bonis από τη διαδικασία της δικαστικής εκκαθάρισης.
Η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως της προβάλλει κατά πρώτον την ένσταση απαραδέκτου του αιτήματος που υποβλήθηκε προκαταρκτικά και αφορά την αναστολή της προσβαλλομένης απόφασης. Κατά την Επιτροπή, το αίτημα αυτό έπρεπε να είχε υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 83, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, με χωριστό δικόγραφο και κατά τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 37 και 38 του παραπάνω κανονισμού και δεν έπρεπε να είχε ενσωματωθεί στην κυρία προσφυγή.
Ως προς τον λόγο που αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εφήρμοσε το άρθρο 14 της απόφασης του 1832/81, η Επιτροπή προβάλλει ότι το άρθρο αυτό δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αφού η παραγωγή της επιχείρησης Busseni για τα προϊόντα των κατηγοριών V και VI ανήρχετο σε 74000 τόνους, ενώ το άρθρο που επικαλείται η προσφεύγουσα απαιτεί παραγωγή αναφοράς κατώτερη από 60000 τόνους κατ' έτος για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση. Εξάλλου, οι ανακοινώσεις της προσφεύγουσας που έγιναν τον Απρίλιο και Μάιο 1981 δεν αναφέρονταν καθόλου στο άρθρο 14 και μόνο με ένα τηλετύπημα της 9ης Δεκεμβρίου 1981 και ύστερα με επιστολή της 17ης Δεκεμβρίου 1981 — κατά συνέπεια πάρα πολύ καθυστερημένα — η προσφεύγουσα αναφέρθηκε στη διάταξη αυτή.
Ως προς τον τρίτο λόγο της προσφεύγουσας, η Επιτροπή παρατηρεί κατά πρώτον ότι το άρθρο 6 της απόφασης 1832/81 δεν επαναλαμβάνει καθόλου το άρθρο 4, παράγραφος 5, της απόφασης 2794/80. Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν πληρούσε ένα από τα κριτήρια που προβλέπονται, δηλαδή το ότι η επιχείρηση πρέπει να έχει πραγματοποιήσει για τη χρήση που λήγει το 1979 κέρδος που να αναφέρεται στην έκθεση ετήσιας χρήσης.
Αντίθετα, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε παρά μόνο τη δήλωση εισοδήματος της για το έτος 1979. Η δήλωση αυτή δεν έχει καμιά σχέση με την έκθεση ετήσιας χρήσης (ισολογισμό της εταιρίας) που αποτελεί το μόνο στοιχείο που επιτρέπει να γίνει αντιληπτό αν μία εταιρία πράγματι έχει πραγματοποιήσει κέρδος. Κατά συνέπεια, αντίθετα με τη δήλωση εισοδήματος, ο ισολογισμός της εταιρίας μπορεί να είναι αρνητικός. Ακριβώς αυτή είναι η περίπτωση της εταιρίας Busseni, της οποίας ο ισολογισμός του 1979 εμφάνισε ζημία 11 837,406 λιρετών. Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν ζήτησε την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως παρά μόνο στις 2 Φεβρουαρίου 1983, ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση 2794/80 δεν ήταν πλέον σε ισχύ, και άφησε αναπάντητη την αίτηση της Επιτροπής της 18ης Φεβρουαρίου 1982 περί υποβολής του ισολογισμού του 1979. Η Επιτροπή καταλήγει ότι ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς τον λόγο κατά τον οποίο το πρόστιμο επεβλήθη αδικαιολόγητα όχι μόνο ως ζήτημα αρχής, αλλά επίσης ως προς το ύψος του, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται παραπάνω. Τέλος, παρατηρεί ότι έδωσε πάντοτε παρατάσεις στις προθεσμίες πληρωμής για τις επιχειρήσεις που αποδεικνύουν ότι βρίσκονται σε οικονομικές δυσχέρειες.
Στην απάντηση της, η προσφεύγουσα επαναλαμβάνει ότι το 1974η παραγωγή της έφθασε περίπου τους 180000 τόνους και κατά το 1976 περισσότερο από 120000 τόνους, και ότι η παραγωγή αυτή ακόμη έπεσε απότομα, λόγω της κρίσεως της επιχείρησης, σε 42256 τόνους, για να ανέλθει κατόπιν σε 59400 τόνους το 1978 και σε 76066 τόνους το 1979. Αν ληφθούν υπόψη οι αριθμοί αυτοί, η προσφεύγουσα έχει δικαίωμα να τις χορηγηθούν ποσοστώσεις αναφοράς διαφορετικές σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 5 του άρθρου 4 της απόφασης 2794/80. Αντίθετα, αν οι ποσοστώσεις αναφοράς που καθόρισε η Επιτροπή είναι ακριβείς, η επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να κλείσει για το λόγο ότι το ποσοστό χρησιμοποιήσεως των εγκαταστάσεων της ανέρχεται έτσι σε 20 μέχρι 25 % που είναι ποσοστό πολύ κατώτερο από το γενικό μέσο όρο, πράγμα που καθιστά τη διοίκηση της επιχείρησης μη αποδοτική.
Ως προς το ζήτημα αν η επιχείρηση πραγματοποίησε το 1979 κέρδος, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι ο ισολογισμός της αν και εμφανίζει ζημία 11837406 λιρέτες εμφάνισε πράγματι κέρδος 414460000 λιρέτες βάσει του οποίου κατέβαλε στο δημόσιο ταμείο φόρο εισοδήματος υπέρ οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (ILOR).
Κατά τη νομοθεσία περί φορολογίας εταιριών, έχει ληφθεί υπόψη για την κατάρτιση του ισολογισμού της χρήσεως 1979 ποσό 62169000 λιρετών προς εγγραφή στο παθητικό, ποσό το οποίο έχει καταβληθεί ως φόρος εισοδήματος υπέρ ορανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (ILOR) για το 1979, ακόμη κι αν το ποσό αυτό πληρώθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία από τις 31 Δεκεμβρίου 1979 βάσει της ίδιας χρήσεως. Από το ποσό των 414460000 λιρετών φορολογητέου εισοδήματος για φόρο εισοδήματος υπέρ οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (ILOR) το έτος 1979, 364128496 λιρέτες χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη προηγουμένων παθητικών αφήνοντας έτσι διαθέσιμο κέρδος χρήσεως ίσο με 50331504 λιρέτες. Είναι κατά συνέπεια εσφαλμένο να γίνεται λόγος για αρνητικό ισολογισμό της επιχείρησης για τη χρήση 1979.
Η Επιτροπή στην αναπάντησή της αντιτάσσει ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ζητήσει με την προσφυγή της εφαρμογή ενδεχομένως του άρθρου 4, παράγραφοι 3 και 5, της απόφασης 2794/80, διότι δεν το είχε ζητήσει κατά την περίοδο κατά την οποία η απόφαση ίσχυε. Κατά πρώτον, οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας ως προς την παραγωγή του 1974 και του 1976 διαψεύδονται από τις δηλώσεις της στην υπηρεσία εισφορών ΕΚΑΧ, οι οποίες αναφέρουν για το 1974 παραγωγή 89200 τόνων σιδηρών ράβδων κυκλικής διατομής και για το 197694146 τόνους εκτός της παραγωγής ακατέργαστου χάλυβα που δεν αποτελεί μέρος της παρούσης διαφοράς.
Δεύτερον, ως προς την εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 4 της απόφασης 2794/80, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε καμία δήλωση που να αναφέρεται στην ικανότητα της για παραγωγή κατά τα έτη 1977 έως 1980. Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατόν να γίνει γνωστό αν το ποσοστό χρησιμοποιήσεως των εγκαταστάσεων της ήταν κατώτερο κατά 10 εκατοστά από το ποσοστό χρησιμοποιήσεως των ίδιων εγκαταστάσεων σε άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας. Επιπλέον, η επιχείρηση Bussed δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις που προβλέπει η παράγραφος 3.
Τρίτον, η Επιτροπή επιμένει στο γεγονός ότι ο ισολογισμός του 1979 εμφανίζει ζημία χρήσεως περισσότερο από 11 εκατομμύρια λιρέτες. Εξάλλου, ο ισολογισμός διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 12 Ιουνίου 1983, δηλαδή σε χρόνο που το πρόστιμο είχε ήδη επιβληθεί με απόφαση.
Εξάλλου, αν η προσφεύγουσα θεωρούσε ότι η χορήγηση των ποσοστώσεων δεν έχει γίνει δίκαια, έπρεπε να το προσβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου, και όπως αδράνησε να το κάνει έγκαιρα αποκλείεται στο εξής να ασκήσει τέτοια προσφυγή.
IV — Απάντηση στο ερώτημα που έθεσε το Δικαστήριο
Αν και το Δικαστήριο ζήτησε από την προσφεύγουσα να παράσχει συμπληρωματικές διευκρινίσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο ζήτησε από την Επιτροπή την εφαρμογή του άρθρου 14 της απόφασης 1832/81 της Επιτροπής, η προσφεύγουσα δεν έλαβε θέση επ' αυτού.
V — Προφορική διαδικασία
Κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 5ης Απριλίου 1984, αγόρευσαν η προσφεύγουσα, εκπροσωπούμενη από τον F. Massoni, δικηγόρο, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον S. Fabro.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 30ής Μαΐου 1984.
Σκεπτικό
1
Με προσφυγή που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Μαΐου 1983, η εταιρία Acciaierie e Ferriere Busseni SpA (στο εξής προσφεύγουσα), με έδρα το Nave (Ιταλία), άσκησε δυνάμει του άρθρου 36, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ προσφυγή κατά της ατομικής αποφάσεως C (83) 376/9 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1983, με την οποία της επιβλήθηκε πρόστιμο κατ' εφαρμογή του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθώς και του άρθρου 12 της γενικής αποφάσεως 1831/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1981, περί εισαγωγής του συστήματος ποσοστώσεων της παραγωγής ορισμένων προϊόντων yta τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβος (ΕΕ L 180, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, από την απόφαση 1832/81 της 3ης Ιουλίου 1981 (ΕΕ L 184, σ. 1).
2
Η προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα υπερέβη αντιστοίχως κατά 3125 τόνους την ποσόστωση παραγωγής της 12975 τόνων για τα προϊόντα της κατηγορίας V και VI για το τρίτο τρίμηνο του 1981 καθώς επίσης και κατά 6079 τόνους την ποσόστωση παραγωγής της 14087 τόνων για τα προϊόντα των κατηγοριών V και VI και κατά 6565 τόνους το τμήμα της ποσοστώσεως της 12914 τόνων που μπορούσε να διατεθεί στην κοινή αγορά για το τέταρτο τρίμηνο του 1981, και ότι οι υπερβάσεις αυτές συνιστούν παραβάσεις της ανωτέρω απόφασης 1831/81.
3
Διαπιστώνοντας ότι οι υπερβάσεις αντιπροσωπεύουν πλέον του 10 % των ποσοστώσεων παραγωγής και του τμήματος της ποσόστωσης που μπορεί να διατεθεί στην κοινή αγορά και ότι κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981η προσφεύγουσα είχε ήδη υπερβεί την ποσόστωση παραγωγής της για τα προϊόντα των κατηγοριών V και VI, η Επιτροπή της επέβαλε, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 12 της παραπάνω απόφασης 1831/81, πρόστιμο προσαυξημένο κατά 10 % σε σχέση με το κανονικό ποσοστό, ήτοι 82,5 ECU κατά τόνο για την υπέρβαση του τρίτου τριμήνου του 1981 και πρόστιμο προσαυξημένο κατά δύο φορές το 10 % σε σχέση με το κανονικό ποσοστό ήτοι 90 ECU κατά τόνο για τις υπερβάσεις του τετάρτου τριμήνου 1981. Το πρόστιμο ανέρχεται επομένως σε 958084 ECU, ήτοι 1280536751 λιρέτες, πληρωτέο εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της επίδικης απόφασης.
4
Οι παραπάνω ποσοστώσεις είχαν χορηγηθεί στην προσφεύγουσα με τις ατομικές αποφάσεις της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 1981, ως προς το τρίτο τρίμηνο του 1981, αντίστοιχα της 26ης Οκτωβρίου 1981 ως προς το τέταρτο τρίμηνο του 1981, κατ' εφαρμογή του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και της παραπάνω απόφασης 1831/81, της γνωστοποιήθηκαν δε, μαζί με τις παραγωγές αναφοράς της, με έγγραφα που έφεραν τις ίδιες ημερομηνίες.
5
Είναι δεδομένο ότι η προσφεύγουσα δεν άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως των εν λόγω ατομικών αποφάσεων εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
6
Με την παρούσα προσφυγή, η προσφεύγουσα, αν και δεν αμφισβητεί το πραγματικό γεγονός των υπερβάσεων που της προσάπτει η Επιτροπή, ζητεί, κατά κύριο λόγο, την ακύρωση της επίδικης απόφασης που καθορίζει το πρόστιμο, επικουρικώς, τη μείωση του και, όλως επικουρικώς, την αναστολή καταβολής του προστίμου. Προς υποστήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα επικαλείται τρεις λόγους, εξαιρετικές κατά την έννοια του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81 δυσκολίες, παράβαση του άρθρου 4 της απόφασης 2794/80 από την Επιτροπή και κατάσταση ανάγκης.
Επί του αιτήματος ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης που επιβάλει το πρόστιμο
7
Με τον πρώτο λόγο, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι της ήταν πράγματι αδύνατο να τηρήσει τις ποσοστώσεις που της χορηγήθηκαν λόγω εξαιρετικών δυσκολιών, οικονομικών και ταμειακών στις οποίες βρέθηκε η επιχείρηση, οι οποίες οδήγησαν την Επιτροπή να προσαρμόσει τις παραγωγές αναφοράς της κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 της απόφασης 1831/81, όπως τροποποιήθηκε με το πρώτο άρθρο, παράγραφος 8, της παραπάνω απόφασης 1832/81.
8
Για την υποστήριξη του λόγου αυτού, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι βρέθηκε σε περίοδο ιδιαίτερα σοβαρής κρίσεως που είχε ως χαρακτηριστικό το 1977 το βεβαρυμένο παθητικό της κατά 19 περίπου δισεκατομμύρια λιρέτες, καθώς επίσης και τη μείωση του προσωπικού από 269 σε 150 πρόσωπα, και το ότι κατέφυγε επανειλημμένα στην Cassa Integrazione Guadagni, για να φθάσει το 1978 σε υπογραφή εξώδικου πτωχευτικού συμβιβασμού και τέλος, το 1982, στην έναρξη δικαστικής εκκαθάρισης από το δικαστήριο της Brescia. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η επιχείρηση μείωσε απότομα την παραγωγή της σε χάλυβα από 121804 τόνους το 1976 σε 74446 τόνους το 1981 (σύνολο της παραγωγής σε τόνους σύμφωνα με τα τιμολόγια).
9
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει εξάλλου, με το δεύτερο λόγο, ότι το πρόστιμο αντίκειται στο άρθρο 4 της απόφασης 2794/80 της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1980 (GU L 291, σ. 1) το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της επαναλαμβάνεται στο άρθρο 6 της απόφασης 1832/81, επειδή η Επιτροπή παρέλειψε να αυξήσει, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 5 του παραπάνω άρθρου 4, τις παραγωγές αναφοράς της, είτε «μέχρι επιπέδου που αντιστοιχεί στο ποσοστό χρησιμοποιήσεως κατά 5 εκατοστά κάτω [από το μέσο ποσοστό χρησιμοποιήσεως των ίδιων εγκαταστάσεων των άλλων επιχειρήσεων της Κοινότητας κατά τα έτη 1977, 1978 και 1979]», είτε «κατά τρόπο που να φθάνει το σύνολο που ισοδυναμεί στην παραγωγή του τριμήνου που αντιστοιχεί στο έτος 1974».
10
Προς υποστήριξη του λόγου αυτού η προσφεύγουσα εκθέτει ότι το 1974η παραγωγή της για την οποία έγιναν δηλώσεις συνεισφορών ΕΚΑΧ ανήλθε περίπου σε 180000 τόνους, ενώ ο μέσος όρος των τριών ετών αναφοράς 1977 μέχρι 1979 ήταν κατώτερος από 120000 τόνους. Το ποσοστό χρησιμοποιήσεως των εγκαταστάσεων της ήταν 20-25 % και συνεπώς κατά πολύ κατώτερο του γενικού μέσου όρου. Υποστηρίζει εξάλλου ότι η επιχείρηση πραγματοποίησε, για τη χρήση που έληγε το 1979, δηλωθέν κέρδος 414460000 λιρετών επί του οποίου καταβλήθηκε στο δημόσιο ταμείο φόρος εισοδήματος υπέρ Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ILOR) και τούτο ενώ ο ισολογισμός της ενεφάνιζε ζημία 11837406 λιρετών.
11
Επί των δύο αυτών λόγων που προέβαλε η προσφεύγουσα πρέπει να παρατηρηθεί ότι αφορούν πράγματι όχι τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης που επιβάλλει πρόστιμο στην προσφεύγουσα, αλλά τη νομιμότητα άλλων ατομικών αποφάσεων της Επιτροπής που επιβάλλουν στην προσφεύγουσα ποσοστώσεις παραγωγής καθώς επίσης την παράλειψη της Επιτροπής να θεσπίσει ατομική απόφαση που να προσαρμόζει τις ποσοστώσεις παραγωγής ή να αυξάνει την παραγωγή αναφοράς της προσφεύγουσας.
12
Επ' αυτού υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο προσφεύγων δεν μπορεί, επ' ευκαιρία προσφυγής ακυρώσεως που στρέφεται κατά ατομικής αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας άλλης ατομικής αποφάσεως της οποίας υπήρξε ο αποδέκτης και η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη.
13
Επίσης, ο προσφεύγων δεν μπορεί, με την ευκαιρία αυτή, να ισχυριστεί ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση να λάβει ατομική απόφαση, δεδομένου ότι δεν άσκησε, αφού προηγουμένως φέρει το θέμα ενώπιον της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της αρνητικής ενδεχομένως αποφάσεως.
14
Οι ατομικές αποφάσεις της Επιτροπής της 6ης Αυγούστου και της 26ης Οκτωβρίου 1981, που χορηγούν ποσοστώσεις παραγωγής στην προσφεύγουσα κατέστησαν απρόσβλητες, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή εμπροθέσμως σύμφωνα με το άρθρο 33 ή το άρθρο 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
15
Πράγματι, αν και η προσφεύγουσα προέβη σε διάφορες γνωστοποιήσεις προς την Επιτροπή με τις οποίες εξέθετε την οικονομική της κατάσταση και ακόμη στην περίπτωση που οι γνωστοποιήσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 14 της απόφασης 1831, του άρθρου 4 της απόφασης 2794/80 και του άρθρου 35, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αλυσιτελής η λεπτομερέστερη εξέταση τους αφού η προσφεύγουσα παρέλειψε, εν πάση περιπτώσει, να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου εντός της μηνιαίας προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 35, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΧ κατά των σιωπηρών αρνητικών αποφάσεων της Επιτροπής επί των αιτήσεων της.
16
Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προβάλει παραδεκτώς, στην παρούσα υπόθεση, την έλλειψη νομιμότητας των ατομικών αποφάσεων που καθορίζουν τις ποσοστώσεις της ή τμήματα ποσοστώσεων για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1981, οι δε λόγοι της προσφεύγουσας που αφορούν το σημείο αυτό πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθούν.
17
Ο τρίτος λόγος της προσφεύγουσας πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι αναγκάστηκε να υπερβεί τις ποσοστώσεις που τις είχαν χορηγηθεί για να περισώσει μια ελάχιστη παραγωγή της επιχειρήσεως ως μέτρο προστασίας του ουσιώδους έννομου αγαθού που συνιστάται στην ίδια της την ύπαρξη και κατά συνέπεια ενήργησε υπό το κράτος κατάστασης ανάγκης.
18
Επί του λόγου αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της καταστάσεως ανάγκης δεν μπορεί να γίνει δεκτή στο ιδιαίτερο πεδίο του συστήματος των ποσοστώσεων που προβλέπεται από το άρθρο 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, και στηρίζεται στην αλληλεγγύη όλων των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας ενώπιον της έκδηλης κρίσης στον τομέα του χάλυβα και αποβλέπει στη δίκαιη κατανομή των θυσιών που προκύπτουν από αναπόφευκτες οικονομικές περιστάσεις (βλέπε κυρίως τις αποφάσεις της 16.11.1983, Thyssen, 188/82, Συλλογή 1983, σ. 3767 επ., και της 14.12.1983, Klöckner, 263/83, Συλλογή 1983, σ. 4143).
19
Δεδομένου ότι ούτε αυτός ο λόγος μπορεί να γίνει δεκτός, το αίτημα περί ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί.
Επί της μειώσεως του επιβληθέντος προστίμου
20
Όπως προκύπτει από το φάκελο, ο τρίτος λόγος που εξετάστηκε παραπάνω μπορεί να θεωρηθεί ότι προβάλλεται επίσης προς υποστήριξη του αιτήματος που αφορά τη μείωση του επιβληθέντος προστίμου όπως επίσης και του αιτήματος για την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
21
Πάντως, το Δικαστήριο κρίνει ότι ακόμη και αν η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η καταβολή του επιβληθέντος προστίμου της προκαλεί σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες και την εμποδίζει να εξέλθει από τη διαδικασία της δικαστικής εκκαθάρισης υπό ευνοϊκές συνθήκες, το περιστατικό αυτό δεν μπορεί να επιτρέψει μείωση του ποσού του προστίμου.
22
Πράγματι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο κατά πάγια νομολογία (αποφάσεις της 11.5.1981, Klöckner 303 και 312/81, της 30.11.1983, Συλλογή 1983, σ. 1507 επ., Ferriere San Carlo, 235/82, Συλλογή, 1983, σ. 3949 επ. και της 1.3.1984, Metalgoi, 10/83, Συλλογή 1984, σ. 1271), το αίτημα που αφορά τη μείωση προστίμου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με το ότι η καταβολή του προστίμου μπορεί να επιφέρει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση. Επ' αυτού έκρινε ότι το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής θα διακυβευόταν σοβαρά αν κάθε επιχείρηση, επικαλούμενη κατάσταση ανάγκης λόγω σοβαρών οικονομικών δυσκολιών, μπορούσε να απαλλάσσεται από τους περιορισμούς και να υπερβαίνει κατά βούληση των ποσόστωση παραγωγής που της έχει χορηγηθεί. Η αλυσωτή αντίδραση που θα προκαλούνταν έτσι θα κατέληγε στην κατάρρευση του συστήματος και το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ θα παρέμενε χωρίς αντικείμενο.
23
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραπάνω νομολογία, το άρθρο 58 της Συνθήκης δεν επιβάλλει στην Επιτροπή ούτε την υποχρέωση να εγγυηθεί σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση, σε βάρος των άλλων επιχειρήσεων της Κοινότητας, ελάχιστη παραγωγή την οποία η επιχείρηση αυτή θεωρεί ενδεδειγμένη σε συνάρτηση με τα δικά της κριτήρια αποδοτικότητας και αναπτύξεως, ούτε την υποχρέωση να εξασφαλίσει την επιβίωση της επιχειρήσεως αυτής.
24
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το αίτημα περί μειώσεως του επιβληθέντος προστίμου πρέπει να απορριφθεί.
Επί του αιτήματος περί αναστολής της καταβολής του προστίμου με κατάλληλη απόφαση του Δικαστηρίου
25
Τέτοια αιτήματα που έχουν στην πραγματικότητα ως σκοπό να απευθύνει το Δικαστήριο διαταγές στην Επιτροπή προς ενέργεια ενώ μόνη αυτή έχει αρμοδιότητα να παράσχει στις επιχειρήσεις, στις οποίες επέβαλε πρόστιμα, ευκολίες πληρωμής, είναι προδήλως απαράδεκτα.
Επί των δικαστικών εξόδων
26
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Bahlmann
Pescatore
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 12 Ιουλίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Κ. Bahlmann
Full & Egal Universal Law Academy