Στην υπόθεση 83/83,
Estel NV, επιχείρηση ολλανδικού δικαίου με έδρα το Nimwegen (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τον ολλανδό δικηγόρο Βρυξελλών T. R. Ottervanger, 66, avenue de Cortenberg, και το δικηγόρο Άμστερνταμ F. Salomonson, De Lairessestraat 139, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ε. Α. Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Rolf Wägen-baur, νομικό σύμβουλο στη νομική της υπηρεσία, επικουρούμενο από τον Ρ. V. F. Bos, δικηγόρο Άμστερνταμ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Μ. Beschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχειως αντικείμενο την ακύρωση της από 24 Μαρτίου 1983 αποφάσεως της Επιτροπής, περί επιβολής προστίμου στην προσφεύγουσα (ΕΕ C 99, σ. 2),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
I — Νομικό πλαίσιο της διαφοράς και πραγματικά περιστατικά
Α — Νομικό πλαίσιο
Ενόψει έκδηλης κρίσεως στην αγορά του χάλυβα κατά την έννοια του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 24 Ιουνίου 1981, την απόφαση αριθ. 1831/81/ΕΚΑΧ, περί εισαγωγής συστήματος επιτηρήσεως και νέου συστήματος ποσοστώσεων της παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 180, σ. 1). Η απόφαση αυτή αντικατέστησε την απόφαση αριθ. 2794/80/ΕΚΑΧ (ΕΕ, ειδ. έκδ. 13/010, σ. 50) και ίσχυσε από 1ης Ιουλίου 1981 μέχρι 30ής Ιουνίου 1982.
Το άρθρο 5 της αποφάσεως προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο, για κάθε επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατό αν διατεθεί στην κοινή αγορά, βάσει των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως και αφού εφαρμόσει στις παραγωγές και στις ποσότητες αυτές ορισμένα ποσοστά μειώσεως.
Το άρθρο 10 της αποφάσεως (1831/81) προβλέπει μία διαδικασία προσαρμογής των ποσοστώσεων για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, τα οποία χρησιμοποιούνται σε κατάσταση θερμής ελάσεως για την παραγωγή στην Κοινότητα συγκολλημένων σωλήνων διαμέτρου μικρότερης ή ίσης προς 406,4 mm· η Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως της επιχειρήσεως που συνοδεύεται από την απόδειξη χρησιμοποιήσεως προς το σκοπό αυτό, προσαρμόζει την ποσόστωση και επιτρέπει τις ανάλογες παραδόσεις.
Το άρ9ρο 12, παράγραφος 1, ορίζει ότι επιβάλλεται πρόστιμο, το οποίο ανέρχεται, κατά κανόνα, σε 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως, στις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν τις ποσοστώσεις παραγωγής τους ή το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατό να διατεθεί στην κοινή αγορά. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει στην παράγραφο 2, μεταξύ άλλων, ότι, αν η επιχείρηση έχει ήδη υπερβεί την ποσόστωση της κατά τη διάρκεια προηγούμενων τριμήνων, το πρόστιμο μπορεί να ανέλθει μέχρι το διπλάσιο του παραπάνω ποσού.
Β — Πραγματικά περιστατικά
Κατ' εφαρμογή της ανωτέρω αποφάσεως, η Επιτροπή ανακοίνωσε στην Estel, με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1981, τις ποσοστώσεις παραγωγής που της χορηγήθηκαν και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να διατεθεί στην Κοινή Αγορά (κατωτέρω «ποσοστώσεις παραδόσεως») για το τέταρτο τρίμηνο του 1981. Οι ποσοστώσεις αυτές καθορίστηκαν ως εξής:
(σε rόνoυς)
Ποσοστώσεις παραγωγής
Ποσοστώσεις παραδόσεως
Κατηγορία Ι α
530 379
343 166
Κατηγορία I β
398 315
238 148
Κατηγορία Ι γ
112 847
66 735
Κατηγορία I δ
86 947
59 040
Κατηγορία V
92 628
61 551
Κατηγορία VI
110 374
94 817
Με έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 1982, η Estel ζήτησε την προσαρμογή, κατά 96643 τόνους, των ποσοστώσεων που της καθορίστηκαν για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 της αποφάσεως 1831/81.
Με έγγραφο της 8ης Μαρτίου 1982, η Επιτροπή προσάρμοσε τις ποσοστώσεις παραγωγής για την κατηγορία Ια, από 530379 σε 613544 τόνους και τις ποσοστώσεις παραδόσεως για την ίδια κατηγορία από 344223 σε 426331 τόνους (στη συνέχεια, για να διορθώσει έναν εσφαλμένο υπολογισμό, αύξησε τις ποσοστώσεις αυτές σε 428566 τόνους). Επομένως, η Επιτροπή ικανοποίησε μόνο εν μέρει το αίτημα περί προσαρμογής, δηλαδή για ποσότητα 84343 τόνων, επικαλούμενη συγχρόνως το γεγονός ότι οι αρχικά χορηγηθείσες ποσοστώσεις περιελάμβαναν ήδη 93341 τόνους προ-προϊόντων. Η διαφορά μεταξύ της προσαρμογής που ζητήθηκε και αυτής που χορηγήθηκε ανήλθε δηλαδή σε 12300 τόνους.
Με έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1982, η Επιτροπή καθόρισε τις οριστικές ποσοστώσεις παραγωγής και παραδόσεως της προσφεύγουσας για το 4ο τρίμηνο του 1981, λαμβάνοντας υπόψη την προσαρμογή που χορηγήθηκε με έγγραφο της 8ης Μαρτίου 1982 και τις ανταλλαγές ποσοστώσεων που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 4, της αποφάσεως 1831/81. Η προσφεύγουσα δεν προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής.
Με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η Estel είχε υπερβεί τις οικείες ποσοστώσεις παραδόσεως για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 και για τα προϊόντα όλων των κατηγοριών, εκτός της κατηγορίας Ια, για τα οποία απέμεινε υπόλοιπο 5056 τόνων, που δεν είχε εξαντληθεί. Συγχρόνως, η Επιτροπή κατέληξε ότι μπορούσε να επιβληθεί πρόστιμο στην Estel δυνάμει του άρθρου 12 της αποφάσεως 1831/81.
Κατά συνέπεια, αφού έδωσε στην προσφεύγουσα την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της και αφού άκουσε τους αντιπροσώπους της, η Επιτροπή έλαβε στις 24 Μαρτίου 1983 την επίδικη απόφαση, με την οποία επέβαλε στην προσφεύγουσα πρόστιμο 2183445 ECU για συνολική υπέρβαση των ποσοστώσεων παραδόσεως κατά 26466 τόνους.
Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην Estel με συστημένη επιστολή της 30ής Μαρτίου 1983, που της επιδόθηκε στις 5 Απριλίου 1983.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Μαΐου 1983, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως.
II — Διαδικασία και αιτήματα
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 1984, το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο δεύτερο τμήμα.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
«I.
κυρίως: να ακυρώσει εν όλω ή τουλάχιστον εν μέρει την απόφαση της Επιτροπής της 24ης Μαρτίου 1983 που απευθύνεται στην προσφεύγουσα-
επικουρικώς: να μηδενίσει ή να μειώσει κατά την κρίση του το πρόστιμο που επιβλήθηκε με την επίδικη απόφαση-
II.
παράλληλα να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο·
III.
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.»
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«κυρίως,
—
να απορρίψει τα αιτήματα της Estel και
—
να καταδικάσει την Estel στα δικαστικά έξοδα, και, επικουρικώς,
—
να απορρίψει, κατά την κρίση του, το ή τα αιτήματα της Estel.»
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα προβάλλει με την προσφυγή, ως πρώτο λόγο ακυρώσεως, ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 15 της συνθήκης ΕΚΑΧ, διότι αιτιολόγησε ανεπαρκώς ή τουλάχιστον κατά τρόπο ακατανόητο την επίδικη απόφαση, όσον αφορά την καταρχήν επιβολή του προστίμου, λόγω υπερβάσεως κατά 5459 τόνους, καθώς και το ποσό του προστίμου. Η αιτιολογία της Επιτροπής δεν λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις που διατύπωσε γραπτώς και προφορικώς η Estel, μεταξύ άλλων, κατά τη διάρκεια της ακροάσεως. Προπάντων, η Επιτροπή δεν εξέτασε καθόλου τα επιχειρήματα που προέβαλε η Estel, ότι δηλαδή όφειλε να λάβει υπόψη, κατά τον καθορισμό του προστίμου, το γεγονός ότι οι ποσοστώσεις δεν είχαν ακόμη καθοριστεί εντός του τετάρτου τριμήνου, ότι καμιά υπέρβαση δεν μπορούσε να προσαφθεί στην Estel και ότι ιδιαίτερες περιστάσεις επιβάλλουν τη μείωση του προστίμου. Εξάλλου, στην επίδικη απόφαση δεν αιτιολογείται ότι η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί περίπτωση που εμπίπτει στο «γενικό κανόνα» σύμφωνα με το άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81 και ότι αρμόζει πρόστιμο 82,5 ECU ανά τόνο υπερβάσεως, δηλαδή 2183445 ECU.
Ως δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της νομιμότητας, στηρίζοντας την επίδικη απόφαση — όσον αφορά την επιβολή προστίμου λόγω υπερβάσεως της ποσοστώσεως παραδόσεως κατά 5459 τόνους — αποκλειστικά στη μέθοδο εφαρμογής του άρθρου 10 της αποφάσεως 1831/81, η οποία δεν κοινοποιήθηκε στην Estel παρά μετά το τέταρτο τρίμηνο του 1981 και η οποία είναι προσδιοριστική της έννοιας του όρου «ποσόστωση», όπως απαντάται στο άρθρο 12 της παραπάνω αποφάσεως.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται επικουρικά, ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή κατά την οποία ουδεμία ποινή επιβάλλεται άνευ πταίσματος, διότι δεν έλαβε υπόψη το ότι η Estel δεν ευθύνεται για την υπέρβαση της ποσοστώσεως παραδόσεως κατά 5459 τόνους.
Επικουρικότερα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι κακώς η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις συνθήκες που οδήγησαν στην υπέρβαση της ποσοστώσεως παραδόσεως κατά 5459 τόνους, τη βαρύτητα της παραβάσεως και το μέρος της ευθύνης που φέρει η Estel.
Προς ενίσχυση αυτού του λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Estel και η Επιτροπή εφάρμοσαν δύο διαφορετικές μεθόδους προσαρμογής της ποσοστώσεως βάσει του άρθρου 10. Η Estel έλαβε ως βάση τις παραδόσεις προ-προϊόντων που έγιναν κατά το τέταρτο τρίμηνο σε αγοραστές, από τους οποίους η ζήτηση των προϊόντων αυτών ήταν μεγαλύτερη παρά κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ζήτησε δε προσαρμογή ίση προς τη διαφορά μεταξύ των παραδόσεων που έγιναν κατά το τέταρτο τρίμηνο και των παραδόσεων που έγιναν προς τους ίδιους αγοραστές κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, λαμβάνοντας υπόψη το ισχύον ποσοστό μειώσεως.
Αντιθέτως, η Επιτροπή προσάρμοσε την ποσόστωση με βάση το σύνολο των παραδόσεων προ-προϊόντων και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των παραδόσεων που έγιναν κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, δηλαδή τις παραδόσεις σε αγοραστές, από τους οποίους η ζήτηση δεν ήταν μεγαλύτερη, υπολογίζοντας και εδώ το ποσοστό μειώσεως.
Κατά την προσφεύγουσα, η διαφορά των μεθόδων υπολογισμού κατέληξε, εν προκειμένω, στα ακόλουθα μεγέθη:
(αε τόνους)
Μέθοδος της Estel
Μέθοδος της Επιτροπής
α)
Παραδόσεις κατά την περίοδο αναφοράς
100 155
116 676
β)
Παραδόσεις κατά την περίοδο αναφοράς μείον ποσοστό μειώσεως 20 %
80 124
93 341
γ)
Παραδόσεις κατά το τέταρτο τρίμηνο
176 767
177 684
δ)
Προσαρμογή (γ μείον 6)
96 643
84 343
Για τις λεπτομέρειες των διαφόρων μεθόδων και τους λόγους για τους οποίους η Estel εφάρμοσε και θεώρησε ότι μπορούσε να εφαρμόσει διαφορετική μέθοδο από την Επιτροπή, καθώς και για το από νομικής πλευράς κατάλληλο της δικής της μεθόδου, η προσφεύγουσα παραπέμπει στην ανάπτυξη της του πρώτου λόγου ακυρώσεως στην υπόθεση 270/82.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι καίτοι κατά το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του 1981η εφαρμογή του άρθρου 10 προκάλεσε, ως νέα διάταξη, μεγάλη σύγχυση, ποτέ δεν τέθηκε θέμα στις συζητήσεις και στην αλληλογραφία μεταξύ της επιχειρήσεως και της Επιτροπής, σχετικά με τη διαφορά μεταξύ των δύο μεθόδων, οπότε η Estel μπορούσε να πιστεύει ότι δεν υπήρχε αμφισβήτηση τουλάχιστον ως προς αυτό το θέμα.
Μόλις κατά την τελευταία εβδομάδα του Νοεμβρίου 1981η Επιτροπή επέστησε την προσοχή της Estel στο γεγονός ότι η τελευταία υποστήριζε διαφορετική μέθοδο. Το Δεκέμβριο του 1981 και τον Ιανουάριο του 1982, η Estel και η Επιτροπή συζήτησαν τη διαφορά των απόψεων τους ως προς το άρθρο 10, η δε Επιτροπή απέρριψε οριστικά τη μέθοδο που υποστήριζε η Estel μόλις με το από 3 Φεβρουαρίου 1982 έγγραφο (για το τρίτο τρίμηνο του 1981). Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα είναι της γνώμης ότι δεν μπορεί να της προσαφθεί καμία αιτίαση για υπέρβαση της ποσοστώσεως κατά 5459 τόνους.
Αν ληφθεί υπόψη ότι η παράδοση ήταν χαμηλότερη της ποσοστώσεως των 5056 τόνων για την κατηγορία Ια και ότι επιτρέπεται η κατά 3 % υπέρβαση δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1831/81, η Επιτροπή υπολόγισε υπέρβαση 22132 τόνων για την κατηγορία 16 και 4334 τόνων για την κατηγορία V και επομένως επέβαλε πρόστιμο για συνολική υπέρβαση 26466 τόνων. Η Estel θα μπορούσε να δεχτεί το πρόστιμο για ποσότητα 21007 τόνων, αλλά αμφισβητεί το πρόστιμο που επιβλήθηκε για υπέρβαση 5459 τόνων. Αν η Επιτροπή είχε εγκρίνει την προσαρμογή της ποσοστώσεως που ζήτησε η Estel για την κατηγορία Ια, σύμφωνα με το άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81, θα είχε λάβει ως βάση, για την κατηγορία Ια, ποσότητα παραδόσεως χαμηλότερη της ποσόστωσης, των 17356 τόνων, αντί 5056 τόνων έτσι ώστε θα απέμενε ποσότητα 12300 τόνων που θα μπορούσε να αντισταθμίσει υπερβάσεις σε άλλες κατηγορίες. Κατ' αυτόν τον τρόπο η υπέρβαση θα ήταν 16673 τόνων για την κατηγορία 16 (αντί 22132 τόνων), δηλαδή κατά 5459 τόνους χαμηλότερη της ποσότητας για την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο με την επίδικη απόφαση.
Δεδομένου ότι δεν είχε καθοριστεί ο τρόπος κατά τον οποίο θα γινόταν η προσαρμογή της ποσοστώσεως βάσει του άρθρου 10 και ότι η Estel δεν μπορούσε να προβλέψει ότι η παράδοση ορισμένης ποσότητας προ-προϊόντων θα κατέληγε σε υπέρβαση της ποσόστωσης παραδόσεως κατά 5459 τόνους, το πρόστιμο αντιβαίνει στην αρχή της νομιμότητας.
Ακόμη και αν, καθ' όλη τη διάρκεια του τέταρτου τριμήνου, η Estel είχε επίγνωση του γεγονότος ότι ήταν δυνατό να εφαρμοστούν άλλες μέθοδοι υπολογισμού — πράγμα που δεν συνέβη —, η Επιτροπή όφειλε να μην επιβάλει πρόστιμο, διότι η μέθοδος της Estel ήταν «εύλογη και απόλυτα υποστηρίξιμη». Το γεγονός ότι η Επιτροπή έλαβε ως βάση μόνο τη δική της μέθοδο, για να προσδιορίσει τις υπερβάσεις για τις οποίες επιβλήθηκε το πρόστιμο, αντιβαίνει επίσης στην αρχή της νομιμότητας, η οποία αποτελεί μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης. Για να στηρίξει την άποψη αυτή, η προσφεύγουσα παραπέμπει σε μια έκθεση του καθηγητή Tiedemann του Πανεπιστημίου του Freiburg (Γερμανία), που προσκομίστηκε ως παράρτημα της απαντήσεως στην υπό9εση 270/82.
Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το πρόστιμο αντιβαίνει στην αρχή «ουδεμία ποινή άνευ πταίσματος». Κατά το τέταρτο τρίμηνο, η Estel βασίμως θεώρησε ότι μπορούσε να εφαρμόσει τη δική της μέθοδο, λόγω του ότι η μέθοδος αυτή ήταν εύλογη και λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 10. Αν επομένως η Estel υπέπεσε σε συγγνωστή πλάνη ως προς την έννοια του άρθρου 10, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για υπέρβαση 5459 τόνων. Για τη σημασία της αρχής «nulla peona sine culpa» στο κοινοτικό δίκαιο, η προσφεύγουσα παραπέμπει επίσης στην έκθεση του καθηγητή Tiedemann.
Εξάλλου η προσφεύγουσα υποστηρίζει, επίσης επικουρικά, ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη ελαφρυντικές περιστάσεις, τη σοβαρότητα της παραβάσεως και το μέρος της ευθύνης, στοιχεία τα οποία εξετάζονται λεπτομερώς στην έκθεση του καθηγητή Tiedemann. Εν προκειμένω, οι ιδιάζουσες περιστάσεις που οδήγησαν σε υπέρβαση 5459 τόνων δικαιολογούν εν πάση περιπτώσει μείωση του προστίμου κατά την κρίση του Δικαστηρίου.
Η Επινροπή, προβάλλει, κυρίως, ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, υποστηρίζοντας ότι το αίτημα της Estel αφορά στην πραγματικότητα τη νομιμότητα της από 8 Μαρτίου 1982 αποφάσεως της Επιτροπής περί προσαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81, της ποσοστώσεως που είχε αρχικά χορηγηθεί στην Estel για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια. Πάντως, δεδομένου ότι η Estel δεν άσκησε προσφυγή εντός της προθεσμίας ενός μηνός που προβλέπει το άρθρο 33 της συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί η απόφαση της 8ης Μαρτίου 1982, ούτε να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως η άποψη της Επιτροπής για την προσαρμογή της ποσοστώσεως. Για να στηρίξει την άποψη αυτή, η Επιτροπή παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στην απόφαση της 31ης Μαρτίου 1965 Macchiorlati Dalmas, 21/64, Jurispr. σ. 228), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής που προβλέπει το άρθρο 33 της συνθήκης ΕΚΑΧ «ανταποκρίνεται στην ανάγκη να αποφεύγεται η επ' αόριστο αμφισβήτηση της νομιμότητας των διοικητικών αποφάσεων». Εξάλλου, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 36, παράγραφος 3, της ΕΚΑΧ, δεδομένου ότι πρόκειται για ατομική απόφαση που απευθύνεται στην Estel.
Ως προς την ουσία, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι δύο λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η Estel είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή φρονεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι αποφάσεις αρκεί να περιέχουν τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζονται και τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να κατανοηθεί ο καθοριστικός για την Επιτροπή συλλογισμός και ότι μια απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη όταν αναφέρει τους λόγους — πραγματικούς και νομικούς — επί των οποίων στηρίζεται, χωρίς να απαιτείται να συζητούνται ενδεχόμενες κατ' αυτής αντιρρήσεις. Επιπλέον, δεν υποχρεούται να διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί σκόπιμο να μη δώσει συνέχεια στις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν ή σε στοιχεία που ασκούσαν, και δεν ήταν δυνατό να ασκούν, επιρροή κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως.
Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81 προβλέπει ποινή που καθορίζεται αντικειμενικά σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοστώσεων και ότι επομένως δεν είναι δυνατό να λαμβάνονται υπόψη υποκειμενικά στοιχεία, όπως η σοβαρότητα του πταίσματος ή ορισμένες ιδιάζουσες περιστάσεις. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την επιβολή του προστίμου, οπότε δεν υποχρεούται να αιτιολογεί πληρέστερα την απόφαση της ως προς αυτό το σημείο.
Η Επιτροπή δεν έχει διακριτική ευχέρεια ούτε κατά τον καθορισμό του προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, και επομένως δεν υποχρεούται να αιτιολογεί πληρέστερα την απόφαση της ως προς το σημείο αυτό. Αντιθέτως, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι διαθέτει κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την αύξηση του προστίμου σε ορισμένες περιπτώσεις, βάσει του άρθρου 12, δεύτερη παράγραφος. Εν πάση περιπτώσει, αν μια επιχείρηση είχε ήδη υπερβεί τις ποσοστώσεις της κατά το προηγούμενο τρίμηνο, ήταν εύλογο να της επιβληθεί επιπλέον πρόστιμο κατά 10 ο/ο, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη αιτιολόγηση. Εν προκειμένω, η Estel είχε ήδη υπερβεί τις ποσοστώσεις της κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981.
Εξάλλου, η επίδικη απόφαση πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με την απόφαση 1831/81 και με την απόφαση της 8ης Μαρτίου 1982. Όλες αυτές οι αποφάσεις διευκρινίζουν κατά τρόπο αναμφίβολο την άποψη της Επιτροπής ως προς τα πραγματικά περιστατικά και τη δικαιολόγηση του ποσού του προστίμου.
Όσον αφορά το δεύτερο λόγο ακυρώσεως της προσφεύγουσας, η Επιτροπή αντιτάσσει, στο πλαίσιο γενικών παρατηρήσεων, ότι οι υπερβάσεις των ποσοστώσεων και οι ποσοστώσεις που δεν έχουν εξαντληθεί, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 11 (δυνατότητα αντισταθμίσεως ορισμένων υπερβάσεων λόγω μη εξαντλήσεως των ποσοστώσεων που έχουν καθοριστεί για άλλες υποδιαιρέσεις της κατηγορίας Ι) δεν έχουν καμία σχέση με την προσαρμογή που προβλέπει το άρθρο 10. Η διάταξη αυτή επιτρέπει αποκλειστικά την προσαρμογή των ποσοστώσεων που έχουν καθοριστεί για την κατηγορία Ια στην περίπτωση και εφόσον οι ποσοστώσεις που έχουν καθοριστεί για προ-προϊόντα, οι οποίες ανήκουν στις ποσοστώσεις αυτές, δεν αρκούν για να καλύψουν τις πραγματικές παραδόσεις προ-προϊόντων στην εσωτερική αγορά κατά το συγκεκριμένο τρίμηνο. Αν είχε εγκριθεί στην Estel η προσαρμογή 12300 τόνων επιπλέον, όπως το ζήτησε, η επιχείρηση αυτή θα είχε επιτύχει δύο φορές πρόσθετη προσαρμογή της ποσότητας αυτής, μια φορά ως στοιχείο της ποσόστωσης παραδόσεως που είχε καθοριστεί αρχικά για τα προ-προϊόντα και μια δεύτερη ως μέρος της προσαρμογής. Εν προκειμένω, η ποσόστωση των 96643 τόνων (84343 τόνοι ως προσαρμογή + 12300 τόνοι ως ποσόστωση παραδόσεως για προ-προϊόντα) αρκούσε για να καλύψει τις πραγματικές παραδόσεις προ-προϊόντων. Η Estel επιδίωξε να χρησιμοποιήσει ορισμένες μη εξαντληθείσες ποσοστώσεις για την κατηγορία Ια, που προορίζονταν για την κάλυψη πραγματικών παραδόσεων προ-προϊόντων αλλά δεν χρησιμοποιήθηκαν προς τούτο, προκειμένου να μειώσει κατά 5459 μέχρι 16673 τόνους την υπέρβαση των 22132 τόνων στην κατηγορία 16 και έτσι να τη μετριάσει κάπως.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, αυτή η συμπεριφορά της Estel μαρτυρεί έλλειψη αλληλεγγύης έναντι των άλλων επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα, δεδομένου ότι η Estel μπορούσε να επιτύχει μεγαλύτερη ποσόστωση εις βάρος άλλων επιχειρήσεων, πράγμα που αποτελεί συμπεριφορά εκ διαμέτρου αντίθετη προς τον αντικειμενικό σκοπό του συστήματος των ποσοστώσεων.
Όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού της προσαρμογής των ποσοστώσεων που εφάρμοσε σύμφωνα με το άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81, η Επιτροπή παρατηρεί ότι έπρεπε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ποσοστώσεις παραγωγής και παραδόσεως, που είχαν καθοριστεί αρχικά, περιελάμβαναν ήδη ορισμένη ποσότητα που προοριζόταν να καλύψει τις παραδόσεις προ-προϊόντων. Εν πάση περιπτώσει η συγκεκριμένη επιχείρηση είχε επιτύχει κάλυψη για όλη την ποσότητα προ-προϊόντων που παραδόθηκαν στην εσωτερική αγορά κατά το εν λόγω τρίμηνο, η οποία εξασφαλίστηκε εν μέρει με την ποσόστωση παραδόσεως (κατά παραχώρηση), που περιελήφθη στη συνολική ποσόστωση παραδόσεως η οποία είχε καθοριστεί αρχικά για την κατηγορία Ια και αντιπροσώπευε επομένως τις κατά μέσο όρο πραγματικές παραδόσεις κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου και εν μέρει με μια ποσόστωση προσαρμογής ίση προς τη διαφορά μεταξύ της ποσότητας που παραδόθηκε πράγματι και της εν λόγω κατά παραχώρηση ποσοστώσεως παραδόσεως (εκφραζόμενης σε επί τοις εκατό ποσοστό), που καθορίστηκε για τα προ-προϊόντα. Από το ίδιο το σύστημα προκύπτει ότι οι προσαρμογές γίνονται πάντα εκ των υστέρων, λόγω του ότι μόνο μετά το τέλος του τριμήνου οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίσουν τις ποσότητες προ-προϊόντων που παραδόθηκαν πράγματι στην κοινή αγορά.
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η μέθοδος υπολογισμού της προσαρμογής δεν ήταν γνωστή κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1981. Η προσφεύγουσα γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τρόπο κατά τον οποίο θα υπολογιζόταν η προσαρμογή, τουλάχιστον δε το γεγονός ότι οι παραγωγές και οι παραδόσεις αναφοράς, καθώς και οι (αρχικές) ποσοστώσεις παραγωγής και παραδόσεως θα καθορίζονταν κατ' αποκοπή και επομένως δεν θα ήταν «kundenorientiert». Επομένως, ο τρόπος υπολογισμού της προσαρμογής ανταποκρίνεται στον τρόπο υπολογισμού της ποσοστώσεως που καθορίστηκε αρχικά. Όπως προκύπτει από το από 29 Σεπτεμβρίου 1981 έγγραφο της Eurofer προς την Επιτροπή, η πρώτη, άρα και η Estel (ως μέλος της Eurofer), δεν είχε να αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα ως προς τη βάση του υπολογισμού της προσαρμογής. Κανείς από τους άλλους παραγωγούς προ-προϊόντων, που ζήτησαν προσαρμογές, δεν χρησιμοποίησε άλλα στοιχεία ως βάση υπολογισμού ούτε άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής.
Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η Estel όφειλε να ζητήσει από την Επιτροπή, ως συντάκτη της αποφάσεως 1831/81, την ακριβή ερμηνεία του άρθρου 10 αμέσως μετά τη θέσπιση της αποφάσεως, όπως έπραξαν άλλες επιχειρήσεις, οπότε αυτή βαρύνει ο σχετικός κίνδυνος. Η μέθοδος της Estel είναι κάπως παράλογη, διότι είναι δυσμενής για τους άλλους παραγωγούς χάλυβα και ανεπέρειστη, διότι δεν συμβιβάζεται προς το σύστημα που θέσπισε η απόφαση 1831/81. Εξάλλου η Estel διέπραξε το σφάλμα να εκλάβει ότι οι παραδόσεις προ-προϊόντων μπορούν να δικαιολογήσουν αντιστάθμιση βάσει του άρθρου 11, πράγμα που αντιβαίνει στο σκοπό τον οποίο επιδιώκει η προσαρμογή που προβλέπει το άρθρο 10. Άρα το πρόστιμο που επιβλήθηκε για υπέρβαση της ποσοστώσεως κατά 5459 τόνους δεν απάδει προς την αρχή της νομιμότητας.
Ως προς το λόγο ακυρώσεως που προβάλλεται ως επικουρικός του δευτέρου, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, κατά την άποψη της, το άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81 προβλέπει ποινή η οποία καθορίζεται αντικειμενικά και δεν αφήνει στην Επιτροπή καμιά ευχέρεια εκτιμήσεως ως προς την επιβολή της. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι μια επιχείρηση υπέπεσε καλόπιστα σε πλάνη ως προς την ερμηνεία ενός άρθρου της παραπάνω αποφάσεως δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή του άρθρου 12. Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεχτεί άλλη ερμηνεία του άρθρου 12, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι είναι δυνατό να κατηγορηθεί η Estel για εσκεμμένη υπέρβαση της ποσοστώσεώς της.
Η Επιτροπή αμφισβητεί εξάλλου ότι παραβίασε την αρχή «ουδεμία ποινή άνευ πταίσματος» δεδομένου ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1981, η Estel γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι υπερέβαινε τις ποσοστώσεις που της είχαν καθοριστεί, πράγμα που αποτελούσε «παράβαση».
Όσον αφορά τον επικουρικότερο λόγο ακυρώσεως, που η Estel αντλεί από το ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις περιστάσεις υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η επίδικη υπέρβαση, τη σοβαρότητα της υπερβάσεως ή το βαθμό υπαιτιότητας της Estel, η Επιτροπή υπογραμμίζει και πάλι ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1831/81 δεν της αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ώστε να μπορεί να μειώσει το πρόστιμο. Μόνο σε περίπτωση αυξήσεως του προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, μπορεί ενδεχομένως να λάβει υπόψη ορισμένα υποκειμενικά στοιχεία. Λαμβανομένου υπόψη ότι, δυνάμει της διατάξεως αυτής, μπορεί να φθάσει μέχρι διπλασιασμού του προστίμου και ότι εν προκειμένω το αύξησε απλώς κατά 10 ο/ο, η Επιτροπή φρονεί ότι έλαβε ήδη επαρκώς υπόψη υποκειμενικά στοιχεία.
Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, κατά την άποψη της, η προσφυγή αφορά μόνο μέρος του προστίμου, δηλαδή το μέρος εκείνο που αντιστοιχεί στην υπέρβαση των ποσοστώσεων κατά 5459 τόνους και ότι κανένας λόγος δεν στηρίζει το αίτημα ακυρώσεως της επίδικης απόφασης στο σύνολο της ή, τουλάχιστον, της εξαφανίσεως του προστίμου.
Επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, η προσφεύγουσα αντιτάσσει, με την ανταπάντηση, ότι δεν ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της νομιμότητας της μεθόδου υπολογισμού της προσαρμογής των προσοστώ-σεων, που εφάρμοσε η Επιτροπή με την απόφαση της 8ης Μαρτίου 1982. Αντιθέτως, αυτό που αμφισβητεί είναι αποκλειστικά το επιβληθέν πρόστιμο και το ποσό του.
Ως προς την ουσία η προσφεύγουσα εμμένει στην άποψη της ότι η επίδικη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Δεδομένου ότι η άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία το άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81 δεν της «αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιβολή της ποινής» δεν είναι ορθή, ήταν απαραίτητη λεπτομερέστερη αιτιολογία. Πραγματι, η ερμηνεία αυτή δεν συμβιβάζεται ούτε με το άρθρο 12 ούτε με τη συνθήκη ούτε με τις διάφορες γενικές αρχές του δικαίου περί ποινικών κυρώσεων, πράγμα που η Estel απέδειξε και στην υπόθεση 270/82. Εξάλλου, η Επιτροπή όφειλε να αναφέρει το λόγο στον οποίο στηρίχτηκε η αύξηση του προστίμου κατά 10 ο/ο και δεν έπρεπε να περιοριστεί να παραπέμψει στις διατάξεις της αποφάσεως 1831/81 και της ατομικής αποφάσεως της 8ης Μαρτίου 1982.
Όσον αφορά το δεύτερο λόγο ακυρώσεως (κύριο), η προσφεύγουσα αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής, ότι η μη εξαντληθείσα ποσότητα που προκύπτει από προσαρμογή βάσει του άρθρου 10 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για αντιστάθμιση. Αντιθέτως, η ίδια η Επιτροπή προσάρμοσε στην προκειμένη υπόθεση την ποσόστωση για την κατηγορία Ια σε 84343 τόνους, πράγμα που κατέληξε σε μη εξαντληθείσα ποσότητα 5056 τόνων στην κατηγορία αυτή· η ποσότητα αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη για την αντιστάθμιση των υπερβάσεων σε όλες τις άλλες κατηγορίες.
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί επίσης ότι γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η μέθοδος υπολογισμού που εφάρμοσε δεν ήταν η κατάλληλη αντιθέτως, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, καθώς και της υπόθεσης 270/82, απέδειξε ότι η μέθοδος υπολογισμού που χρησιμοποίησε είναι απολύτως υποστηρίξιμη. Το έγγραφο της Eurofer της 29ης Σεπτεμβρίου 1981 δεν αφορά το ζήτημα αν η προσαρμογή όφειλε να γίνει κατ' αποκοπή ή να είναι «kundenorientiert». Το ζήτημα αυτό δεν είχε ανακινηθεί ποτέ πριν από την 1η Δεκεμβρίου 1981, με εξαίρεση μια συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε τις 29 Σεπτεμβρίου 1981.
Με την ανταπάντηση της, η Επιτροπή επαναλαμβάνει την άποψη ότι η προσφυγή της Estel στην ουσία στρέφεται κατά της μεθόδου υπολογισμού της προσαρμογής που εφάρμοσε η Επιτροπή και επομένως είναι απαράδεκτη, δεδομένου ότι η Estel δεν προσέβαλε την απόφαση της 8ης Μαρτίου 1982.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Estel, ότι δηλαδή επέβαλε πρόστιμο σχετικά με ποσοστώσεις που δεν είχαν καθοριστεί. Αντιθέτως, η ποσόστωση του τετάρτου τριμήνου του 1981, για την κατηγορία Ια, είχε αντικειμενικά καθοριστεί εκ των προτέρων. Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι αύξηση του συνήθους προστίμου των 75 ECU δικαιολογείται από το ότι η Estel πραγματοποίησε σημαντική υπέρβαση, δεδομένου ότι υπερέβη όχι μόνο την ποσόστωση παραγωγής, αλλά και την ποσόστωση παραδόσεως για τη συγκεκριμένη κατηγορία. Οι δύο αυτές υπερβάσεις αποτελούν χωριστές παραβάσεις. Επιβά-λοντας πρόστιμο 75 ECU στη μεγαλύτερη υπέρβαση και πρόστιμο 20 ο/ο στη μικρότερη, η Επιτροπή έλαβε υπόψη την αναλογικότητα.
Ως προς το δεύτερο λόγο ακυρώσεως (αρχή της νομιμότητας), η Επιτροπή φρονεί, όπως και η Estel, ότι το ζήτημα που ανακύπτει στην υπό κρίση υπόθεση είναι το αν η Estel μπορούσε να χρησιμοποιήσει διαφορετική μέθοδο υπολογισμού από τη μέθοδο που υποστήριξε η Επιτροπή η τελευταία απαντά αρνητικά, για το λόγο ότι οι βάσεις της μεθόδου υπολογισμού της προσαρμογής έπρεπε να είναι οι ίδιες όπως και για τη μέθοδο υπολογισμού της αρχικής ποσόστωσης. Με τηλετύπημα προς την Estel της 1ης Δεκεμβρίου 1981, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη δική της μέθοδο υπολογισμού του άρθρου 10, όπως την είχε ήδη εξηγήσει στην Estel επανειλημμένα κατά το παρελθόν, κατά τη διάρκεια συζητήσεων διά ζώσης και τηλεφωνικώς.
Όσον αφορά τον επικουρικό δεύτερο λόγο ακυρώσεως (ουδεμία ποινή άνευ πταίσματος), η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να εξασφαλίζει την εύρρυθμη λειτουργία του συστήματος των ποσοστώσεων παρά μόνο αν έχει την ευχέρεια να χρησιμοποιεί ένα σύστημα αυτομάτων προστίμων ότι κάθε άλλο σύστημα θα έβλαπτε την ασφάλεια του δικαίου.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 23ης Φεβρουαρίου 1984, η Estel, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο T. R. Ottervanger, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Wägenbaur, νομικό σύμβουλο στη νομική της υπηρεσία, και από το δικηγόρο P.V.F. Bos, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.
Η Επιτροπή υπεστήριξε ότι, κατά την άποψη της, η Estel γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει κατά την αρχή του τετάρτου τριμήνου του 1981 ότι η μέθοδος υπολογισμού που ακολουθούσε, όσον αφορά την προσαρμογή της ποσοστώσεως σύμφωνα με το άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81, δεν ήταν η ορθή, διότι είναι σαφές ότι ο υπολογισμός της προσαρμογής ακολουθεί τον τρόπο υπολογισμού των ποσοτήτων αναφοράς. Εν πάση περιπτώσει, η Estel γνώριζε πράγματι τα ανωτέρω μετά τη λήψη του τηλετυπήματος της Επιτροπής της 1ης Δεκεμβρίου 1981, τροποποίησε δε εγκαίρως το πρόγραμμα παραγωγής για λοιπά προϊόντα εκτός της κατηγορίας Ια.
Αντιθέτως, η Estel υποστηρίζει ότι, ακόμη και κατά το τέλος Νοεμβρίου 1981, η Επιτροπή δεν είχε λάβει οριστική θέση σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού της προσαρμογής. Βεβαίως, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Eurofer, με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1981, ότι θα εφαρμοζόταν η ποσοστιαία μέθοδος.
Αυτό πάντως δεν ήρε τη διάσταση απόψεων όσον αφορά το αν θα εφαρμοζόταν η «kundenorientierte Methode». Αντιθέτως, η επ' αυτού συζητήσεις μεταξύ Επιτροπής και Estel άρχισαν μόλις κατά το τέλος Νοεμβρίου 1981, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο όλες οι συμβάσεις παραδόσεως είχαν ήδη συναφθεί. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή είχε υποχρέωση να κοινοποιήσει στην Estel μέθοδο υπολογισμού που ακολουθούσε στην αρχή του τετάρτου τριμήνου του 1981, πράγμα που δεν έπραξε κατά τρόπο σαφή και οριστικά παρά μετά το τέλος του τριμήνου αυτού.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την ίδια συνεδρίαση.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Μαΐου 1983, η εταιρεία Estel NV (στο εξής Estel), εδρεύουσα στο Nimwegen, άσκησε, δυνάμει των άρθρων 36, δεύτερη παράγραφος, και 33 της συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Μαρτίου 1983, με την οποία της επιβλήθηκε πρόστιμο 2183445 ECU, δηλαδή 5482849 φιορινιών.
2
Η επίδικη απόφαση αιτιολογείται από το γεγονός ότι η Estel υπερέβη τα τμήματα ποσοστώσεων παραγωγής που μπορούν να παραδοθούν στην κοινή αγορά για τα προϊόντα της κατηγορίας Ι6 κατά 22132 τόνους και για τα προϊόντα της κατηγορίας V κατά 4334 τόνους και ότι οι υπερβάσεις αυτές συνιστούν παράβαση της αποφάσεως αριθ. 1831/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1981, περί εισαγωγής συστήματος ποσοστώσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 180, σ. 1).
3
Πρέπει να σημειωθεί ότι με την εν λόγω απόφαση θεσπίστηκε, βάσει του άρθρου 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ, σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα. Το άρθρο 5 της απόφασης αυτής προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο, για κάθε επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατό να διατεθεί στην κοινή αγορά, βάσει των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς, εφαρμόζοντας στις παραγωγές και στις ποσότητες αυτές ορισμένα ποσοστά μειώσεως.
4
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της αποφάσεως, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 6, της αποφάσεως 1832/81 της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 1981 (ΕΕ L 184, σ. 1) επιτρέπει την κατά 3 °/ο υπέρβαση της ποσοστώσεως παραγωγής, αλλά «εξυπακούεται ότι η παραγωγή του συνόλου των κατηγοριών αυτών δεν δύναται να υπερβεί το ποσό των ποσοστώσεων που έχει καθοριστεί για κάθε μία των εν λόγω κατηγοριών προϊόντων».
5
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της ίδιας απόφασης προβλέπει ότι στις επιχειρήσεις που υπερβαίνουν τις ποσοστώσεις παραγωγής τους ή το τμήμα των ποσοστώσεων αυτών που είναι δυνατό να τεθεί στην κοινή αγορά επιβάλλεται, κατά κανόνα, πρόστιμο 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως η παράγραφος 2 ορίζει ότι «στην περίπτωση που η παραγωγή μιας επιχειρήσεως υπερβαίνει την ποσόστωση της κατά 10 ο/ο ή περισσότερο, ή στην περίπτωση που μία επιχείρηση έχει ήδη υπερβεί κατά τη διάρκεια προηγούμενου τριμήνου την ή τις ποσοστώσεις της, τα πρόστιμα ανά τόνο δύνανται να διπλασιαστούν. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν και για την υπέρβαση των ποσοτήτων που είναι δυνατόν να διατεθούν στην κοινή αγορά».
6
Κατ' εφαρμογή της αποφάσεως 1831/81, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Estel, με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1981, τις ποσοστώσεις παραγωγής της και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορούσε να διατεθεί στην κοινή αγορά για το τέταρτο τρίμηνο του 1981. Με έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 1982, η Estel ζήτησε από την Επιτροπή να προσαρμόσει, δυνάμει του άρθρου 10 της αποφάσεως 1831/81, την ποσόστωση που της είχε καθοριστεί για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, που προορίζονται για την παραγωγή εντός της Κοινότητας συγκολλημένων σωλήνων διαμέτρου μικρότερης των 406,4 mm, αυξάνοντάς την σε 96643 τόνους. Όμως η Επιτροπή, με έγγραφο της 8ης Μαρτίου 1981, ενέκρινε στην Estel αύξηση μόνο 84343 τόνων, δηλαδή κατά 12300 τόνους μικρότερη από τη ζητηθείσα, οπότε η Estel άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής.
7
Με έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1982, η Επιτροπή καθόρισε τις οριστικές ποσοστώσεις της Estel για το τέταρτο τρίμηνο του 1981, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως την προσαρμογή που είχε εγκριθεί με το έγγραφο της 8ης Μαρτίου του ίδιου έτους με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Estel ότι είχε υπερβεί τις ποσοστώσεις για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 και ότι, για το λόγο αυτό, θα της επιβαλόταν πρόστιμο.
8
Στις 24 Μαρτίου 1983, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση, με την οποία διαπιστώθηκε οριστικά η υπέρβαση των ποσοστώσεων κατά 26466 τόνους, δηλαδή κατά 22132 τόνους, όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας 16 και κατά 4334 τόνους όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας V και επιβλήθηκε στην Estel πρόστιμο 2183445 ECU, κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 της αποφάσεως 1831/81.
9
Η απόφαση επισημαίνει ότι η Estel είχε ήδη υπερβεί τις ποσοστώσεις παραγωγής και παραδόσεως κατά το προηγούμενο τρίμηνο, αυξάνει δε το πρόστιμο για το τέταρτο τρίμηνο κατά 10% σε σχέση με το σύνηθες πρόστιμο των 75 ECU, αναβιβάζοντας το έτσι σε 82,5 ECU ανά τόνο.
10
Με την υπό κρίση προσφυγή, η Estel ζητεί κυρίως την ακύρωση εν όλω ή εν μέρει της επίδικης απόφασης, με την οποία καθορίζεται πρόστιμο και, επικουρικώς, την εξαφάνιση του προστίμου ή τη μείωση του κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Προς τούτο η Estel επικαλείται διαφόρους λόγους ακυρώσεως, που αναφέρονται στην ελλιπή αιτιολογία, επικουρικά στην παραβίαση της αρχής της νομιμότητας, επικουρικότερα στην παραβίαση της αρχής «ουδεμία ποινή άνευ πταίσματος», καθώς και στην ύπαρξη ιδιαζουσών περιστάσεων.
11
Η Estel δεν αμφισβητεί την υπέρβαση 21007 τόνων από την ποσότητα συνολικής υπερβάσεως των 26466 τόνων που της καταλογίζεται, ποσότητα καθαρή η οποία προκύπτει από την αντιστάθμιση των υπερβάσεων που σημειώθηκαν σε όλες τις κατηγορίες προϊόντων με τη μη εξαντληθείσα ποσότητα των 5065 τόνων της κατηγορίας Ια' κατά συνέπεια, η προσφυγή αφορά μόνο την επιοολή του προστίμου για την επιπλέον υπέρβαση των 5459 τόνων καθώς και το αντίστοιχο ποσό του προστίμου.
Επί του παραδεκτού
12
Η Επιτροπή προβάλλει πρώτον ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής. Ισχυρίζεται σχετικά ότι η προσφυγή αφορά στην πραγματικότητα τη νομιμότητα της από 8 Μαρτίου 1982 απόφασης της Επιτροπής, με την οποία προσαρμόστηκε η ποσόστωση που είχε αρχικά χορηγηθεί στην Estel για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια. Δεδομένου ότι δεν άσκησε εμπροθέσμως προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, η Estel δεν μπορεί πλέον να προσβάλει, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, την προσαρμογή της ποσοστώσεως από την Επιτροπή.
13
Σχετικά πρέπει να σημειωθεί ότι, ναι μεν σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο προσφεύγων δεν μπορεί στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά ατομικής αποφάσεως, να επικαλεστεί το παράνομο άλλης ατομικής αποφάσεως που απευθυνόταν προς αυτόν και κατέστη οριστική, πλην όμως, στην προκειμένη υπόθεση, η προσφυγή δεν αφορά τη νομιμότητα της προσαρμογής της ποσοστώσεως ή τις μεθόδου υπολογισμού που χρησιμοποίησε προς το σκοπό αυτό η Επιτροπή, αλλά αποκλειστικά τη νομιμότητα του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα και το ύψος του, όπως άλλωστε δήλωσε ρητά η Estel.
14
Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου είναι απορριπτέα.
Επί της ουσίας
15
Ως προς την ουσία, η Estel επικαλείται, πρώτον, για να στηρίξει την προσφυγή της, ανεπαρκή αιτιολογία κατά παράβαση του άρθρου 15 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Δεδομένου ότι το βάσιμο αυτού του λόγου ακυρώσεως συνδέεται άμεσα με τους άλλους λόγους ακυρώσεως που προβάλλονται εν προκειμένω, ενδείκνυται να εξεταστεί μετά την εξέταση τους.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της νομιμότητας («nulla poena sine lege»)
16
Με το λόγο αυτό, η Estel υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της νομιμότητας, δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά στη μέθοδο εφαρμογής του άρθρου 10 της αποφάσεως 1831/81, την οποία η Επιτροπή κοινοποίησε στην Estel μόλις μετά το τέταρτο τρίμηνο του 1981 και η οποία είναι καθοριστική για το περιεχόμενο του όρου «ποσόστωση», κατά την έννοια του άρθρου 12 της παραπάνω αποφάσεως.
17
Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81, η Επιτροπή μπορεί να προσαρμόζει τις ποσοστώσεις, κατόπιν αιτήσεως της επιχειρήσεως συνοδευόμενης από την απόδειξη ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα της κατηγορίας Ια χρησιμοποιούνται σε κατάσταση θερμής ελάσεως για την παραγωγή, εντός της Κοινότητας, συγκολλημένων σωλήνων διαμέτρου μικρότερης ή ίσης προς 406,4 mm.
18
Είναι δεδομένο ότι η Estel δεν υπερέβη την ποσόστωση της παραδόσεως για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, μάλιστα δε απομένει στην κατηγορία αυτή ποσότητα 5056 τόνων που δεν εξαντλήθηκε.
19
Πάντως, η Estel ισχυρίζεται ότι, αν η Επιτροπή είχε προσαρμόσει 6άσει του άρθρου 10 της αποφάσεως 1831/81 την ποσόστωση παραδόσεως για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια, σύμφωνα με τη μέθοδο υπολογισμού της Estel, κατά 12300 τόνους περισσότερο, αυξάνοντας την έτσι σε 96643 τόνους (αντί 84343 τόνων), η μη εξαντληθείσα ποσότητα στην κατηγορία αυτή θα είχε ανέλθει σε 17356 τόνους (αντί 5056 τόνων), πράγμα που θα είχε οδηγήσει, μέσω της αντισταθμίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 11 της απόφασης αυτής, σε υπέρβαση 16673 τόνων (αντί 22132 τόνων) προϊόντων της κατηγορίας 16. Συνεπώς, η συνολική υπέρβαση θα ανερχόταν σε 21007 τόνους (16673 τόνους στην κατηγορία 16 και 4334 τόνους στην κατηγορία V) και όχι σε 26446 τόνους, θα ήταν δηλαδή μικρότερη κατά 5459 τόνους.
20
Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ενημέρωσε έγκαιρα την Estel σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 10, η τελευταία θεώρησε και μπορούσε καλόπιστα να θεωρήσει, κατά την αρχή του τέταρτου τριμήνου του 1981, ότι η Επιτροπή θα εφάρμοζε την ίδια μέθοδο, τη στιγμή μάλιστα που επρόκειτο για μέθοδο λογική και υποστηρίξιμη.
21
Η Επιτροπή σχημάτισε οριστική γνώμη ως προς την εφαρμοστέα μέθοδο μόλις κατά τα μέσα Νοεμβρίου 1981, η οριστική δε γνωστοποίηση στην Estel δεν έγινε παρά με έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 1982.
22
Δεδομένου ότι η μέθοδος προσαρμογής της ποσοστώσεως βάσει του άρθρου 10 δεν είχε καθοριστεί κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1981, η Estel δεν μπορούσε να προβλέψει ότι η παράδοση ορισμένης ποσότητας προ-προϊόντων θα οδηγούσε σε υπέρβαση της ποσοστώσεως παραδόσεως, δηλαδή σε αξιόποινη πράξη.
23
H Επιτροπή αμφισβητεί ότι η Estel δεν γνώριζε τη μέθοδο υπολογισμού της προσαρμογής στις αρχές του τέταρτου τριμήνου 1981 και μάλιστα παρά την ανταλλαγή απόψεων μέσω εγγράφων και συζητήσεων με την Eurofer — ένωση ευρωπαϊκών επιχειρήσεων βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα στην οποία ανήκει η Estel — και με την ίδια την Estel. Πράγματι, με έγγραφο της 29ης Σεπτεμβρίου 1981, η Eurofer βεβαίωσε ότι τα μέλη της δεν είχαν να αντιμετωπίσουν κανένα πρόβλημα ως προς τη βάση του υπολογισμού της ποσοστώσεως που προβλέπει το άρθρο 10 με το από 10 Νοεμβρίου 1981 έγγραφο προς την Eurofer και, τέλος, με το από 1 Δεκεμβρίου 1981 τηλετύπημα προς την Estel, η Επιτροπή εξέφρασε σαφώς την άποψη της.
24
Εν πάση περιπτώσει, η Estel γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει ότι η μέθοδος υπολογισμού της προσαρμογής θα ήταν η ίδια με τη μέθοδο υπολογισμού της αρχικής ποσόστωσης η Estel γνώριζε τουλάχιστον ότι οι παραγωγές και οι παραδόσεις αναφοράς, όπως επίσης και οι αρχικά καθορισθείσες ποσοστώσεις παραγωγής και παραδόσεως, είχαν χαρακτήρα κατ' αποκοπήν καθορισμού και δεν συναρτώνταν με ορισμένους συγκεκριμένους αγοραστές, δεν ήταν δηλαδή «kundenorientiert».
25
Κατά συνέπεια, η μέθοδος της Estel δεν ήταν ούτε προφανής ούτε εύλογη, αφού η αρχική ποσόστωση περιελάμβανε ήδη ένα τμήμα που είχε καθοριστεί για τα προ-προϊόντα' αν λοιπόν είχε εγκριθεί στην Estel η προσαρμογή κατά 12300 τόνους που ζήτησε, η Estel θα είχε λάβει αυτή την ποσότητα δύο φορές. Εξάλλου, η Estel εσφαλμένα υπέλαβε ότι οι παραδόσεις προ-προϊόντων δικαιολογούν αντιστάθμισμα βάσει του άρθρου 11 της αποφάσεως.
26
Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η Estel είναι τόσο μεγάλη επιχείρηση ώστε δεν μπορεί να αγνοεί τις βασικές αρχές των μεθόδων υπολογισμού τόσο των ποσοστώσεων όσο και των προσαρμογών τους. Αν υποτεθεί ότι τις αγνοούσε, είναι η μόνη επιχείρηση που δεν αντελήφθη εγκαίρως την ορθή μέθοδο υπολογισμού της προσαρμογής.
27
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα η Estel ανέλαβε εν επιγνώσει τον κίνδυνο σχηματισμού πλεονάσματος παραγωγής, δεδομένου ότι μπορούσε να ζητήσει από την Επιτροπή να ενημερωθεί για την ορθή ερμηνεία του άρθρου 10, όπως έπραξαν άλλες επιχειρήσεις.
28
Η Επιτροπή καταλήγει ότι το υποβληθέν πρόστιμο για την υπέρβαση κατά 5459 τόνους δεν απάδει προς την αρχή της νομιμότητας και ότι επομένως ο σχετικός λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.
29
Το δικαστήριο κρίνει ότι το ερώτημα που ανακύπτει εν προκειμένω είναι το αν η επιβολή προστίμου στην Estel συνάδει προς την αρχή της νομιμότητας, αφού η επιχείρηση αυτή μπορούσε καλόπιστα να βασιστεί σε μέθοδο υπολογισμού διαφορετική από εκείνη που υποστήριζε η Επιτροπή για την προσαρμογή της ποσοστώσεως για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 ή, τουλάχιστον, αφού υπήρχε αβεβαιότητα ως προς την εφαρμοστέα μέθοδο.
30
Ως προς το ζήτημα αν η Επιτροπή εφάρμοσε ορθά το άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81, πρέπει να σημειωθεί ότι η Estel δεν αμφισβήτησε ενώπιον του Δικαστηρίου το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία προσαρμόστηκαν οι ποσοστώσεις της και ότι, το Φεβρουάριο του 1982, η επιχείρηση αυτή συμφώνησε με την άποψη της Επιτροπής στο θέμα αυτό.
31
Όσον αφορά το τρίτο τρίμηνο του 1981, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1984 (Estel, 270/82, που δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στη Συλλογή), έκρινε ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ανακοινώσει η ίδια στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη μέθοδο υπολογισμού που σχεδίαζε να εφαρμόσει και τούτο από την αρχή του αντίστοιχου τριμήνου. Το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι, παραλείποντας να ενεργήσει κατ' αυτό τον τρόπο, η Επιτροπή συνέβαλε στην επικράτηση αβεβαιότητας ως προς την ορθή μέθοδο υπολογισμού, μείωσε δε κατόπιν αυτού το πρόστιμο που είχε επιβληθεί στην Estel.
32
Πάντως, αν πράγματι κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981η Estel διατηρούσε αμφιβολίες ως προς την εφαρμοστέα μέθοδο υπολογισμού της ποσοστώσεως, είχε εντούτοις πληροφορηθεί, το αργότερο κατά τα μέσα Νοεμβρίου 1981, ότι η Επιτροπή θα εφάρμοζε διαφορετική μέθοδο από τη δική της.
33
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι έγινε ευρεία ανταλλαγή απόψεων μεταξύ Estel και Eurofer, αφενός, και Επιτροπής, αφετέρου, σχετικά με τον υπολογισμό της προσαρμογής των ποσοστώσεων και ότι η Επιτροπή άφησε να εννοηθεί εγκαίρως ποια μέθοδο υπολογισμού θεωρούσε ορθή.
34
Ακόμη και αν αυτό δεν συνάγεται από το έγγραφο της Eurofer προς την Επιτροπή, της 29ης Σεπτεμβρίου 1981, προκύπτει εντούτοις σαφώς από το έγγραφο της Επιτροπής προς την Eurofer της 10ης Νοεμβρίου 1981 ότι η Estel έπρεπε να γνωρίζει τη μέθοδο που είχε κρίνει ορθή η Επιτροπή. Με το από 1η Δεκεμβρίου 1981 τηλετύπημα προς την Estel, η Επιτροπή παρέπεμψε στις διάφορες ανταλλαγές απόψεων με την εν λόγω εταιρεία.
35
Επιπλέον, ακόμη κι αν η Estel δεν είχε κατανοήσει τη μέθοδο υπολογισμού της Επιτροπής, γνώριζε τουλάχιστον ότι η Επιτροπή θα εφάρμοζε μέθοδο διαφορετική από τη μέθοδο που είχε υιοθετήσει η ίδια και επομένως μπορούσε να της ζητήσει διευκρινίσεις. Εν πάση περιπτώσει, αν υπήρχε διάσταση απόψεων με την Επιτροπή, η Estel δεν έπρεπε να αντικαταστήσει την άποψη αυτής με τη δική της ερμηνεία.
36
Επομένως, η Estel ανέλαβε συνειδητά τον κίνδυνο να υπερβεί τις ποσοστώσεις της για το τέταρτο τρίμηνο του 1981. Συνεπώς, δεν μπορεί να επικαλεστεί ούτε τη δήθεν καλή πίστη της ούτε ενδεχόμενη αβεβαιότητα ως προς αυτό το σημείο.
37
Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως περί παραβιάσεως της αρχής της νομιμότητας είναι απορριπτέος.
Επί της παραβιάσεως της αρχής «ουδεμία ποινή άνευ πταίσματος»
38
Η Estel ισχυρίζεται επικουρικά ότι κατά το τέταρτο τρίμηνο βασίμως θεώρησε ότι μπορούσε να εφαρμόσει τη δική της μέθοδο υπολογισμού προσαρμογής των ποσοστώσεων. Δεδομένου ότι δεν είχε και δεν μπορούσε να έχει αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια της εν λόγω μεθόδου, υπέπεσε σε συγγνωστή πλάνη περί την ορθή μέθοδο υπολογισμού, η πλάνη δε αυτή δεν μπορεί να της καταλογιστεί.
39
Όπως προκύπτει από την αρχή «ουδεμία ποινή άνευ πταίσματος» — η οποία αποτελεί τμήμα της κοινοτικής εννόμου τάξεως όπως αποδεικνύεται από την έκθεση του καθηγητή Tiedemann που προσαρτάται στην προσφυγή — η υπέρβαση των ποσοστώσεων δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Estel ούτε, επομένως, να της επιβληθεί πρόστιμο στην προκειμένη περίπτωση.
40
Αντιθέτως, η Επιτροπή επιμένει στην ανάγκη συστήματος αυτόματης επιβολής προστίμων. Κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο αν η Estel ευθύνεται ή όχι ή αν υπέπεσε σε συγγνωστή πλάνη.
41
Όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο σχετικά με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε, κυρίως, η Estel, αυτή ανέλαβε πράγματι συνειδητά, υπό τις παραπάνω συνθήκες, τον κίνδυνο ενδεχόμενης πλάνης. Η πλάνη αυτή δεν είναι συγγνωστή, διότι η προσφεύγουσα δεν έπρεπε να αντικαταστήσει την άποψη της Επιτροπής με τη δική της ερμηνεία.
42
Από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει επίσης ότι η Estel μπορούσε να αποφύγει την υπέρβαση των ποσοστώσεων και εντεύθεν την επιβολή του προστίμου, αφού μπορούσε ακόμη να τροποποιήσει το πρόγραμμα παραγωγής της, έστω και αν υποτεθεί ότι πληροφορήθηκε την άποψη της Επιτροπής μόλις με το από 10 Νοεμβρίου 1981 έγγραφο αυτής προς την Eurofer.
43
Κατά συνέπεια, η ενδεχόμενη πλάνη της Estel, όσον αφορά τη μέθοδο προσαρμογής των ποσοστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 10 της αποφάσεως 1831/81, δεν είναι συγγνωστή, η δε Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της οποίας γίνεται επίκληση.
44
Επομένως και αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Επί της μειώσεως του προστίμου
45
Η Estel υποστηρίζει σχετικά ότι συντρέχουν εν προκειμένω ιδιάζουσες περιστάσεις που δικαιολογούν τη μείωση του προστίμου κατά την κρίση του Δικαστηρίου.
46
Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη την ύπαρξη ελαφρυντικών περιστάσεων, τη βαρύτητα της παραβάσεως και το μέρος της ευθύνης, όχι μόνο βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 12 της αποφάσεως 1831/81, αλλά και βάσει της παραγράφου 1 και ότι όφειλε να ενεργήσει αναλόγως στην προκειμένη περίπτωση.
47
Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι και αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος, καθόσον το άρθρο 12, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1831/81 δεν της καταλείπει περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την επιβολή του προστίμου, ώστε να μπορεί να λαμβάνει υπόψη υποκειμενικά στοιχεία, όπως το βαθμό της ευθύνης, ορισμένες ιδιάζουσες περιστάσεις ή τη σοβαρότητα της παραβάσεως.
48
Όσον αφορά το δήθεν αυτόματο χαρακτήρα του προστίμου, το Δικαστήριο παραπέμπει στην πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή έχει την ευχέρεια και μάλιστα την υποχρέωση, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να κλιμακώνει το ύψος των προστίμων αναλόγως των συνθηκών και της σοβαρότητας της παραβάσεως.
49
Εν προκειμένω πάντως, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που να δικαιολογούν μείωση του προστίμου. Αντιθέτως, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο κατά την εξέταση των προηγούμενων λόγων ακυρώσεως, η Estel δεν μπορεί να επικαλεστεί, όσον αφορά το τέταρτο τρίμηνο, ούτε τη δήθεν καλή της πίστη ως προς τη δική της μέθοδο υπολογισμού της προσαρμογής των ποσοστώσεων ούτε αμφιβολίες ή αβεβαιότητες ως προς την άποψη της Επιτροπής.
50
Επομένως, αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι επίσης απορριπτέος.
Επί της ανεπαρκούς αιτιολογίας
51
Προς στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως, η Estel προβάλλει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 15 της συνθήκης ΕΚΑΧ με το να μην αιτιολογήσει επαρκώς την επίδικη απόφαση και το ποσό του προστίμου.
52
Από τις αιτιολογικές σκέψεις και το όλο περιεχόμενο της επίδικης απόφασης προκύπτει ότι η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις αιτιολογήσεως όσον αφορά τα ουσιώδη στοιχεία της επίδικης αποφάσεως. Κατά τα λοιπά, όπως έχει δεχτεί επανειλημμένα το Δικαστήριο, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αντικρούει στην αιτιολογία των αποφάσεων της τις αντιρρήσεις που θα μπορούσαν ενδεχομένως να προβληθούν κατά της απόψεως της.
53
Επομένως, δεδομένου ότι η Επιτροπή παρέσχε όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία ώστε να μπορέσει και η Estel να γνωρίσει τα δικαιώματά της και το Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο του, και αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.
Επί των δικαστικών εξόδων
54
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
55
Δεδομένου ότι η Estel ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Bahlmann
Pescatore
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 17 Μαΐου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
D. Louterman
Διοικητικός υπάλληλος
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Κ. Bahlmann
Full & Egal Universal Law Academy