Στην υπόθεση 89/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
και
DiMEX Nahrungsmittel Im- Und Export GmbH & Co. KG,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΟΚ 876/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί καθορισμού στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους τους, του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 11, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του κανονισμού ΕΟΚ 192/75 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1975, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Bahlmann, Ρ. Pescatore, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Νομοθετικό πλαίσιο
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 3, του κανονισμού ΕΟΚ 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ., τόμ. 03/003, σ. 82), το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 28 Ιουνίου 1968, τον κανονισμό ΕΟΚ 876/68 περί καθορισμού στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή [λόγω εξαγωγής] και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους τους (ΕΕ ειδ. έκδ., τόμ. 03/003, σ. 105), του οποίου το άρθρο 6 ορίζει τα εξής:
1.
Η επιστροφή καταβάλλεται όταν προσκομισθεί η απόδειξη ότι τα προϊόντα:
—
έχουν εξαχθεί εκτός της Κοινότητος, και
—
είναι κοινοτικής καταγωγής, εκτός της περιπτώσεως εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 7.
2.
Σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 4, η επιστροφή καταβάλλεται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1, υπό την προϋπόθεση ότι θα προσκομισθεί η απόδειξη ότι το προϊόν έχει φθάσει στον προορισμό, για τον οποίο έχει καθορισθεί η επιστροφή.
Εντούτοις, είναι δυνατό να προβλεφθούν αποκλίσεις από αυτό τον κανόνα κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 3, με την επιφύλαξη προϋποθέσεων που πρέπει να καθορισθούν, κατά τρόπο ώστε να παρέχονται ισοδύναμες εγγυήσεις.
3.
Συμπληρωματικές διατάξεις είναι δυνατό να θεσπισθούν κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 804/68.
Σε εκτέλεση της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, θεσπίστηκαν «συμπληρωματικές διατάξεις» με τον κανονισμό ΕΟΚ 192/75 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1975, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ABI. L 25, σ. 1).
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει:
Η πληρωμή της επιστροφής εξαρτάται, εκτός από την προϋπόθεση ότι το προϊόν πρέπει να έχει απομακρυνθεί από το γεωγραφικό χώρο της Κοινότητας, από την προϋπόθεση ότι το προϊόν έχει εισαχθεί σε τρίτη χώρα και, ανάλογα με την περίπτωση, σε καθορισμένη τρίτη χώρα, εκτός αν καταστραφεί κατά τη διάρκεια της μεταφοράς συνεπεία περιπτώσεως ανωτέρας βίας
α)
όταν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την άφιξη στον πραγματικό προορισμό του προϊόντος ή
6)
όταν το προϊόν μπορεί να επανεισαχθεί στην Κοινότητα λόγω της διαφοράς μεταξύ του συντελεστή της επιστροφής που εφαρμόζεται στο εξαγόμενο προϊόν και της επιβάρυνσης κατά την εισαγωγή που εφαρμόζεται σε όμοιο προϊόν κατά την ημέρα της συμπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων για την εξαγωγή.
Τελικά, το άρθρο 11, παράγραφος 1, όπως ισχύει μετά την έκδοση του κανονισμού ΕΟΚ 2818/75 της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 1975 (ABl. L 280, σ. 31), στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 6, ορίζει ότι:
Στις περιπτώσεις διαφοροποίησης του συντελεστή της επιστροφής ανάλογα με τον προορισμό, η πληρωμή της επιστροφής για τις εξαγωγές προς τις τρίτες χώρες εξαρτάται, με επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2, από την προϋπόθεση ότι το προϊόν έχει εισαχθεί στην τρίτη χώρα, ή σε μία από τις τρίτες χώρες, για την οποία προβλέπεται η επιστροφή.
Το προϊόν θεωρείται ότι εισήχθη, όταν έχουν συμπληρωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία στην τρίτη χώρα. Η απόδειξη της συμπλήρωσης των διατυπώσεων αυτών παρέχεται με την υποβολή του τελωνειακού έγγραφου ή του ακριβούς αντιγράφου του ή φωτοαντίγραφου επικυρωμένου από τον αρμόδιο οργανισμό.
Εντούτοις, αν η απόδειξη της συμπλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων δεν είναι δυνατό να παρασχεθεί λόγω γεγονότων που είναι ανεξάρτητα από τη βούληση του εισαγωγέα ή θεωρείται ως ανεπαρκής, ενόψει της ιδιάζουσας κατάστασης στη χώρα προορισμού, οι αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών απαιτούν την απόδειξη της εκφόρτωσης του προϊόντος στη χώρα προορισμού για την οποία πρόκειται. Η απόδειξη αυτή θεωρείται ότι παρέχεται με την υποβολή ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα έγγραφα:
αντίγραφο του εγγράφου που έχουν εκδώσει ή έχουν θεωρήσει οι λιμενικές αρχές της χώρας προορισμού,
—
βεβαίωση που έχουν εκδώσει οι δημόσιες υπηρεσίες ενός των κρατών μελών, οι οποίες είναι εγκατεστημένες στη χώρα προορισμού,
—
βεβαίωση που χορηγούν εταιρίες εξειδικευμένες σε διεθνές επίπεδο στον τομέα του έλεγχου και της επίβλεψης και εγκεκριμένες από το κράτος μέλος, στο οποίο συμπληρώθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις για την εξαγωγή,
—
τραπεζικό έγγραφο που έχει χορηγηθεί από εγκεκριμένα υποκαταστήματα που είναι εγκατεστημένα στην Κοινότητα και με το οποίο βεβαιώνεται ότι η πληρωμή που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη εξαγωγή έχει πιστωθεί στο λογαριασμό που έχει ανοίξει ο εξαγωγέας στα υποκαταστήματα αυτά, όσον αφορά τις τρίτες χώρες που εξαρτούν τη μεταφορά χρήματος από την εισαγωγή του προϊόντος,
—
βεβαίωση παραλαβής που έχει χορηγήσει δημόσιος οργανισμός της ενδιαφερόμενης τρίτης χώρας, στην περίπτωση που αγοραστής είναι η χώρα αυτή ή ένας δημόσιος οργανισμός της ή στην περίπτωση επισιτιστικής βοήθειας,
—
βεβαίωση παραλαβής που έχει χορηγήσει διεθνής οργανισμός στην περίπτωση επισιτιστικής βοήθειας.
—
Η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 38 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ και τα αντίστοιχα άρθρα των άλλων κανονισμών περί κοινής οργανώσεως των αγορών, μπορεί να προβλέψει, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, οι οποίες πρέπει να καθοριστούν, ότι η απόδειξη της εισαγωγής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο θεωρείται ότι έχει παρασχεθεί με την υποβολή ιδιαίτερου έγγραφου.
Εξάλλου, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να υποβάλει σε όλες τις περιπτώσεις αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο του παραστατικού της μεταφοράς εγγράφου.
Β — Πραγματικά περιστατικά
Η εταιρία Dimex Nahrungsmittel Im- und Export GmbH & Co. KG (στο εξής: Dimex), προς εκτέλεση σύμβασης πωλήσεως που είχε συνάψει με την Agriculture Company του Κουβέιτ απέστειλε με φορτηγό στο Λιβόρνο 900 δοχεία τυριού φέτα, που είχε παρασκευαστεί στη Γερμανία και τοποθετηθεί σε άλμη, για να τα φορτώσει στο πλοίο Rostock με προορισμό το λιμάνι του Shuwaikh (Κουβέιτ). 'Οταν το εμπόρευμα έφτασε στο Λιβόρνο, διαπιστώθηκε ότι ένα μέρος της άλμης είχε διαρρεύσει έξω από τα δοχεία. Σύμφωνα με την επιστολή της Middle East Verschiffungsagentur GmbH, της 2ας Μαρτίου 1978, οι ζημιές, εξάλλου ασήμαντες, περιορίζονταν στη συσκευασία. Για τη φόρτωση του εμπορεύματος, το ναυτιλιακό πρακτορείο Interschiff GmbH, εξέδωσε τη φορτωτική αριθ. 62 της 9ης Αυγούστου 1976. Στις 27 Αυγούστου 1976 το Rostock έφθασε στο λιμάνι του Schuwaikh, και εκεί, σύμφωνα με τη βεβαίωση εκφόρτωσης, έγινε η εκφόρτωση μεταξύ της 27ης Σεπτεμβρίου και της 6ης Οκτωβρίου 1976. Βάσει της εκθέσεως της εταιρίας Lloyd's, το εμπόρευμα προσκομίστηκε για εκτελωνισμό και έμεινε στο τελωνείο μεταξύ της 22ας Σεπτεμβρίου και της 7ης Οκτωβρίου 1976, εκτελωνίστηκε δε στις 5 Οκτωβρίου 1976. Σύμφωνα πάντοτε με την έκθεση αυτή, κατά τη διάρκεια ελέγχου του εμπορεύματος που έγινε στις ψυκτικές εγκαταστάσεις του παραλήπτη στις 7 Οκτωβρίου 1976, διαπιστώθηκε ότι το εμπόρευμα ήταν «χτυπημένο, τρυπημένο και ανοιγμένο». Η Dimex χρέωσε στις 10 Αυγούστου το εμπόρευμα στον αγοραστή, ο οποίος και κατέβαλε το αντίτιμο την 1η Σεπτεμβρίου 1976 μέσω τραπεζικής εγγυήσεως που είχε εκδώσει προηγουμένως. Στις 25 Οκτωβρίου 1976, η Dimex έλαβε από τον αγοραστή ένα τηλετύπημα, με το οποίο την πληροφορούσε ότι μετά από εξέταση που έγινε στο υγειονομικό εργαστήριο του Κουβέιτ, διαπιστώθηκε ότι το εμπόρευμα ήταν ακατάλληλο για την ανθρώπινη κατανάλωση και ότι έπρεπε να καταστραφεί ή να επανεξαχθεί.
Μετά από αίτηση της Dimex, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas [Κεντρικό Τελωνείο Hamburg-Jonas] (στο εξής: το Hauptzollamt), με απόφαση της 20ής Αυγούστου 1976, κατέβαλε στη Dimex, ως προκαταβολή, διαφοροποιημένη επιστροφή λόγω εξαγωγής, ύψους 31948,02 γερμανικών μάρκων (DM). Η απόφαση αυτή εκδόθηκε με την επιφύλαξη ότι θα προσκομιστεί εντός εύλογου χρόνου η απόδειξη που προβλέπει ο κανονισμός ΕΟΚ 192/75 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1975, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό ΕΟΚ 2818/75 της 30ής Οκτωβρίου 1975, ότι «το εμπόρευμα έχει εγκαταλείψει το γεωγραφικό χώρο της Κοινότητας και ότι έχει εισαχθεί στη χώρα προορισμού». Επειδή δεν μπόρεσε να προσκομίσει το πρωτότυπο του αντίτυπου ελέγχου εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της συμπλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων, η Dimex ζήτησε να της επιτραπεί να αποδείξει μέσω άλλων εγγράφων ότι τα εμπορεύματα είχαν εξαχθεί και είχαν εισαχθεί στη χώρα προορισμού, αποστέλλοντας με επιστολή της 7ης Απριλίου 1977 τη φορτωτική που είχε εκδοθεί με ημερομηνία 9 Αυγούστου 1976, από το ναυτιλιακό πρακτορείο Interschiff GmbH, το τιμολόγιο που εξέδωσε η ίδια στις 10 Αυγούστου 1976, τον αναλυτικό λογαριασμό της αντιστοιχούσας αξίας βάσει εγγράφων που εξέδωσε η τράπεζα και τέλος, τη βεβαίωση εκφόρτωσης, που χορήγησε στις 11 Οκτωβρίου 1976 η General Superintendance Company. Το Hauptzollamt δέχτηκε ότι τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν «ισοδύναμα δικαιολογητικά» και ότι ίσχυαν ως απόδειξη κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, και του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75.
Μετά από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στη Dimex, το Hauptzollamt κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, επειδή κατά την άφιξη του στο Κουβέιτ το εμπόρευμα αποδείχθηκε ακατάλληλο για την ανθρώπινη κατανάλωση, δεν εκτελωνίστηκε ούτε τέθηκε σε κυκλοφορία στη χώρα αυτή και με απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1978, ζήτησε την απόδοση της επιστροφής λόγω εξαγωγής που καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία. Στις 30 Ιανουαρίου 1979, το Hauptzollamt απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση που υπέβαλε κατά της απόφασης αυτής η Dimex, βασιζόμενο σε πληροφορίες που πήρε από την Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο Κουβέιτ, σύμφωνα με τις οποίες: «σε περίπτωση που η υγειονομική υπηρεσία αμφισβητήσει την ποιότητα του εμπορεύματος και αυτό θα πρέπει ή να καταστραφεί ή να επανεξαχθεί, το εμπόρευμα δεν εκτελωνίζεται, δηλαδή δεν επιτρέπεται να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία».
Η Dimex ζήτησε από το Finanzgericht να ακυρώσει την απόφαση περί αποδόσεως που εκδόθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1978, όπως επικυρώθηκε με την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1979, η οποία εκδόθηκε επί της ενστάσεως. Το Finanzgericht έκανε δεκτή την προσφυγή αυτή με την αιτιολογία ότι η Dimex δεν μπόρεσε να προσκομίσει τα τελωνειακά έγγραφα περί εισαγωγής συνεπεία γεγονότων που ήταν ανεξάρτητα από τη βούληση της και ότι η βεβαίωση εκφόρτωσης, όπως καταρχάς αναγνώρισε και το ίδιο το Hauptzollamt, έπρεπε να θεωρηθεί ως ισοδύναμο έγγραφο. Το γεγονός ότι τα εμπορεύματα ενδεχομένως καταστράφηκαν μετά την εκφόρτωση τους στο Κουβέιτ, επειδή ήταν ακατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση, δεν εμπόδιζε τη χορήγηση της επιστροφής λόγω εξαγωγής, αν είχε παρασχεθεί κανονικά η απόδειξη ότι έγινε η εξαγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού ΕΟΚ 192/75. Δεχόμενο την προσφυγή, το Finanzgericht υιοθέτησε την άποψη, σύμφωνα με την οποία η απόδειξη που απαιτείται από το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΟΚ 876/68, ότι το εμπόρευμα έφτασε στη χώρα προορισμού για την οποία καθορίστηκε η επιστροφή, παρέχεται κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση με την προσκόμιση ενός άλλου έγγραφου κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού ΕΟΚ 192/75, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό ΕΟΚ 2818/75. Δεν ήταν δυνατό να απαιτηθεί επιπλέον να έχει διατεθεί το εμπόρευμα στο εμπόριο στην τρίτη χώρα.
Το Hauptzollamt άσκησε Revision (αίτηση αναιρέσεως) κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundesfinanzhof ισχυριζόμενο ότι, επειδή το Finanzhof δεν εξέτασε επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά και ιδίως αν το εμπόρευμα δεν είχε ήδη υποστεί ζημιές κατά το χρόνο της εξαγωγής του από το Λιβόρνο, υπήρχαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν κατά την ημερομηνία αυτή συγκεντρώνονταν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 192/75. Εξάλλου, επειδή το πνεύμα και ο σκοπός των επιστροφών λόγω εξαγωγής είναι να καταστούν τα προϊόντα της Κοινότητας ανταγωνιστικά ως προς τις τιμές, στην αγορά των τρίτων χωρών, για να χορηγηθούν επιστροφές ήταν απαραίτητο να φθάσει το εμπόρευμα στην αγορά, για την οποία προοριζόταν. Επειδή η απόδειξη ότι ένα εμπόρευμα τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία, αποτελεί απλώς ένδειξη που μπορεί να ανατραπεί ότι πράγματι διατέθηκε στο εμπόριο στην αγορά της χώρας προορισμού, το Finanzgericht έσφαλε θεωρώντας την προσκόμιση του πιστοποιητικού εκφόρτωσης ως δήθεν πλήρη απόδειξη, η οποία δικαιολογεί την καταβολή της επιστροφής κατ' εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 192/75. Τελικά, το να γίνει δεκτή μια τέτοια απόδειξη υπό τις συνθήκες που διέπουν την υπό κρίση υπόθεση, αντιβαίνει στο ίδιο το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 192/75. Η έκφραση «γεγονότα που είναι ανεξάρτητα από τη βούληση του εισαγωγέα» δεν είναι δυνατόν να αφορά παρά μόνο τα γεγονότα που είναι δυνατό, παραδείγματος χάρη, να προκύπτουν από το ότι λόγω νομικών διατάξεων που ισχύουν μόνο στην τρίτη χώρα, τα εμπορεύματα είναι δυνατό να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα αυτή, χωρίς να εκτελωνιστούν.
Επειδή έκρινε ότι από τη διαφορά ανακύπτουν ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το Bundesfinanzhof, με Διάταξη της 21ης Απριλίου 1983, υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Η κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75 απαιτούμενη απόδειξη ότι το προϊόν έχει φθάσει στη χώρα προορισμού, θεωρείται ότι έχει προσκομιστεί κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, όταν ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει άλλο έγγραφο που ζητείται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 192/75;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα: Ισχύει αυτό και όταν η αρμόδια αρχή έχει απαιτήσει την προσκόμιση του άλλου εγγράφου και εκ των υστέρων προκύπτει ότι η απόδειξη για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, εδάφιο 2, του κανονισμού 192/75 δεν ήταν αδύνατη “λόγω γεγονότων που είναι ανεξάρτητα από τη βούληση του εισαγωγέα” (άρθρο 11, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 192/75); Πώς πρέπει να ερμηνευτεί η τελευταία αυτή φράση του άρθρου 11, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 192/75;
3.
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα: Ένα προϊόν “έχει φθάσει” κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 192/75, στη χώρα προορισμού, αν μερικές ημέρες μετά την άφιξη στη χώρα αυτή είτε καταστράφηκε είτε επανεξήχθη; Ως προς το σημείο αυτό, έχει σημασία αν το προϊόν καταστράφηκε ή επανεξήχθη πριν ή μετά τον εκτελωνισμό ενόψει της θέσεως του σε ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα αυτή και αν η αλλοίωση του εμπορεύματος που είναι η αιτία της καταστροφής ή της επανεξαγωγής επήθε πριν ή μετά τον εκτελωνισμό αυτό;»
Γ — ώαάικαοία
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Μαΐου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Β. Jansen, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, εκπροσωπούμενο από τον Μ. Bastein, leitender Regierungsdirektor στην Oberfinanzdirektion του Αμβούργου, και η Dimex Nahrungsmittel Im- und Export GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τον F. Modest, δικηγόρο Αμβούργου.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Ζήτησε, όμως, από τη Dimex να προσκομίσει αντίγραφο της σύμβασης πωλήσεως και της σύμβασης ασφαλίσεως που συνήφθη σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής. Εξάλλου, ζήτησε από το Hauptzollamt να διαψεύσει ή να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό της Dimex, σύμφωνα με τον οποίο το εμπόρευμα ανασυσκευάστηκε στο Λιβόρνο.
Με Διάταξη της 1ης Φεβρουαρίου 1984, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφο I και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την υπόθεση στο τέταρτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Α — Παρατηρήσεις πον κατέ&εσε η Επιτροπή
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Επιτροπή υπενθυμίζει, παραπέμποντας σε αυτά που είχε ήδη την ευκαιρία να εκθέσει στην υπόθεση 125/75, Milch-, Fett- und Eierkontor (απόφαση της 2.6.1976, Sig. σ. 771), ότι, επειδή σκοπός του συστήματος των διαφοροποιημένων επιστροφών λόγω εξαγωγής είναι να ανοίξει ή να διατηρήσει ανοικτές στις κοινοτικές εξαγωγές τις αγορές των ενδιαφερομένων τρίτων χωρών, είναι απαραίτητο το επιδοτούμενο προϊόν να τεθεί σε κυκλοφορία στη χώρα προορισμού. Συνεπώς, οι προσκομιζόμενες αποδείξεις πρέπει να δημιουργούν τη βεβαιότητα ότι το προϊόν πράγματι έφτασε στην αγορά αυτή. Η προϋπόθεση αυτή μπορεί γενικά να θεωρηθεί ότι έχει πληρωθεί, όταν το εμπόρευμα έχει διασαφηθεί για να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα προορισμού, επειδή αυτό του εξασφαλίζει την πρόσβαση στην αγορά της χώρας προορισμού. Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία αποτελεί εντούτοις απλή ένδειξη ότι το εμπόρευμα θα καταλήξει στην αγορά της χώρας αυτής. Εξάλλου, για το λόγο αυτό το άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 192/75 προβλέπει ρητά τη δυνατότητα των αρμόδιων αρχών να απαιτήσουν και άλλες αποδείξεις, όταν η απόδειξη της συμπλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων θεωρείται ανεπαρκής, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν στη χώρα προορισμού. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, επιτρέπει την αντικατάσταση του τελωνειακού έγγραφου και άλλα παραστατικά, περίπτωση που, εξαιτίας γεγονότων που είναι ανεξάρτητα από τη βούληση του εισαγωγέα, δεν είναι δυνατό να παρασχεθεί η απόδειξη της συμπλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων, αυτό δε, για να μην αντιμετωπίσουν οι επιχειρηματίες ανυπέρβλητες δυσκολίες, που είναι δυνατό να ματαιώσουν την πραγματοποίηση του στόχου του συστήματος επιστροφών που αναφέρθηκε παραπάνω, επειδή, σε πολλές περιπτώσεις, τα απαιτούμενα τελωνειακά έγγραφα δεν είναι δυνατό να χορηγηθούν, ή χορηγούνται με πολύ μεγάλη δυσκολία. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η απόδειξη της συμπλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων στη χώρα προορισμού και, ακόμη περισσότερο, η απόδειξη της εκφόρτωσης του προϊόντος στη χώρα αυτή, αποτελούν απλώς ενδείξεις, που μπορούν να ανατραπούν, της πραγματοποίησης στη συγκεκριμένη περίπτωση του στόχου της επιστροφής λόγω εξαγωγής.
Η αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα που η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο, καθιστά, κατ' αυτήν, περιττή οποιαδήποτε απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Τέλος, όσον αφορά το τρίτο ερώτημα υπογραμμίζει ότι αυτό που ενδιαφέρει, ενόψει της σημασίας και του στόχου του συστήματος διαφοροποιημένων επιστροφών, είναι αν το προϊόν έφθασε ή όχι στην αγορά για την οποία προορίζεται. Όταν το εμπόρευμα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει φθάσει στην αγορά αυτή, ο μελλοντικός προορισμός του δεν παίζει πλέον κανένα ρόλο, όσον αφορά τη νομοθεσία περί επιστροφών. Συνεπώς, δεν έχει σημασία αν το εμπόρευμα έφθασε στον τελικό καταναλωτή ή αν, αφού φθάσει στην αγορά, έχει υποστεί φθορές, έχει καταστραφεί ή έχει επανεξαχθεί, εφόσον είναι βέβαιο ότι μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο κατά το χρονικό σημείο που έφθασε στην αγορά αυτή και, αν προορίζεται για την ανθρώπινη κατανάλωση, ότι είναι σύμφωνο με τις απαιτήσεις των υγειονομικών υπηρεσιών της χώρας προορισμού. Είναι λογική η απαίτηση να ανταποκρίνεται το εμπόρευμα στις προϋποθέσεις αυτές κατά το χρονικό σημείο που τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία σ' αυτή τη χώρα. Ομοίως, αν το γεγονός, στο οποίο οφείλεται η αλλοίωση, επήλθε πριν τεθεί ήδη σε ελεύθερη κυκλοφορία, η μεταγενέστερη αλλοίωση του δικαιολογεί τη μη καταβολή της επιστροφής, επειδή δε συμφέρει την Κοινότητα να επιδοτεί ένα εμπόρευμα που έχει υποστεί ζημιές και δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί, όπως απαιτείται για να μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο.
Ενόψει των παρατηρήσεων αυτών, η Επιτροπή θεωρεί ότι η απάντηση στο τρίτο ερώτημα πρέπει να διατυπωθεί ως εξής:
«Προϊόν που μετά την εκφόρτωση του στη χώρα προορισμού έπρεπε να καταστραφεί ή να επανεξαχθεί, επειδή είχε υποστεί αλλοίωση, δεν θεωρείται ότι εισήχθη στη χώρα προορισμού κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΟΚ 876/68 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΟΚ. 192/75, παρά μόνο αν η αλλοίωση του εμπορεύματος καθώς και το ζημιογόνο γεγονός που ενδεχομένως αποτελεί την αιτία της αλλοίωσης αυτής, επήλθαν μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία του προϊόντος στη χώρα προορισμού.»
Β — Παρατηρήσεις που κατέαεοε το Hauptzottamt
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, το Hauptzollamt παρατηρεί ότι στην υπόθεση 125/75 που προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο, στο οποίο υποβλήθηκε το ερώτημα αν η απόδειξη της εκφόρτωσης στη χώρα προορισμού ήταν επαρκής για να δικαιολογήσει την πληρωμή της διαφοροποιημένης επιστροφής λόγω εξαγωγής, η οποία προβλέπεται για τη χώρα αυτή, ερμήνευσε το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 836/68 υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διαφοροποίησης της επιστροφής, το εμπόρευμα έπρεπε να έχει εκτελωνιστεί και να έχει τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα προορισμού, θεωρώντας ιδίως ότι η διαφοροποιημένη επιστροφή αποβλέπει στο να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε αγοράς και ότι χάνει το λόγο υπάρξεως της, αν το εμπόρευμα δεν έχει φθάσει στην αγορά για την οποία προορίζεται (σκέψεις 5 και 6).
Εξάλλου, υπενθυμίζει ότι στην υπόθεση 6/71 (απόφαση της 27.10.1971, Rheinmühlen, Sig. σ. 823), το δικαστήριο είχε ήδη διευκρινίσει ότι η έννοια της «εξαγωγής προς τις τρίτες χώρες», που επαναλαμβάνεται σήμερα στο άρθρο 17 του κανονισμού 804/68, προϋποθέτει τουλάχιστον τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία του εμπορεύματος σε τρίτη χώρα, προσθέτοντας επίσης ότι δεν ήταν δυνατόν να αναφερθούν εξαντλητικά όλες οι ενδείξεις που είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως επαρκής απόδειξη ότι έγινε εξαγωγή προς την τρίτη χώρα. Το αν μια ένδειξη είναι επαρκής εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και κυρίως από το σύνολο των διαθέσιμων ενδείξεων (σκέψεις 8 και 9 της απόφασης).
Κατά το Hauptzollamt, παρόλο που, αφενός το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68 απαιτεί να έχει διεισδύσει το εμπόρευμα στην αγορά της χώρας προορισμού, αφετέρου τα αποδεικτικά στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 192/75 έχουν περιορισμένη σημασία, τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι αποτελούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να δημιουργηθεί δικαίωμα για την πληρωμή διαφοροποιημένης επιστροφής.
Η χρήση του όρου «θεωρείται» στο άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 192/75 δεν συνεπάγεται αναγκαία ότι οι προϋποθέσεις υπάρξεως του δικαιώματος προς καταβολή της διαφοροποιημένης επιστροφής αποδεικνύονται κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση με την προσκόμιση των άλλων εγγράφων που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο. Ο κανονισμός 2730/79 (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/027, σ. 70) όπως ήδη ισχύει, επιβεβαιώνει την άποψη αυτή, επειδή το άρθρο 10, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, παρότι παραπέμπει στο άρθρο 20, παράγραφος 2, βάσει του οποίου η απόδειξη ότι το προϊόν εισήχθη θεωρείται ομοίως ότι προσκομίστηκε όταν έχουν συμπληρωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις για τη διάθεση του προς κατανάλωση στη χώρα, επιτρέπει να απαιτηθούν πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να καταφαίνεται ότι το σχετικό προϊόν «έχει πραγματικά διατεθεί στην αγορά της τρίτης χώρας εισαγωγής».
Η προσκόμιση των αποδείξεων που απαριθμούνται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 192/75 αποδεικνύει μόνον ότι το εμπόρευμα πέρασε από συγκεκριμένες φάσεις κατά τη μεταφορά του από την Κοινότητα μέχρι τη χώρα προορισμού (παραδείγματος χάρη, εκφόρτωση, εκτελωνισμό ή παραλαβή στη χώρα προορισμού), αλλά δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το εμπόρευμα διατέθηκε στην αγορά παρά μόνο αν δεν υπάρχουν αντίθετα στοιχεία.
Οι συλλογισμοί αυτοί δικαιολογούν να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα του Bundesfinanzhof.
Όσον αφορά το οεντερο ερώτημα το Hauptzollamt καταρχάς παρατηρεί ότι, αν η έλλειψη τελωνειακού έγγραφου δεν οφείλεται σε γεγονότα ανεξάρτητα από τη βούληση του εισαγωγέα, δεν είναι δυνατό να γίνουν δεκτά άλλα έγγραφα, ακόμη και αν έχουν ήδη γίνει δεκτά από την αρμόδια αρχή, επειδή υπέθεσε ότι τα γεγονότα αυτά συνέβησαν. Η απόφαση να γίνουν δεκτά άλλα έγγραφα δεν είναι σε καμία περίπτωση αυθαίρετη. Βασίζεται σε ερμηνεία του εφαρμοστέου δικαίου και η διαδικασία εκδόσεως της είναι δυνατό να επαληθευθεί από τον ενδιαφερόμενο.
Επειδή ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να εξακριβώσει την ορθότητα της απόφασης, θα έπρεπε να αναμένει ανάκληση της απόφασης, με την οποία γίνονται δεκτά άλλα έγγραφα, αν η απόφαση αυτή είναι εσφαλμένη. Η ανάκληση της δεν θίγει την αρχή της θεμιτής εμπιστοσύνης αν, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, η αρμόδια αρχή δεν γνώριζε ουσιώδη στοιχεία, όταν δέχτηκε την απόδειξη περί εκφορτώσεως.
Όσον αφορά την έκφραση «γεγονότα ανεξάρτητα από τη βούληση του εισαγωγέα», η έννοια της συνάγεται από το πνεύμα και το σκοπό των επιστροφών λόγω εξαγωγής, ειδικά από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2818/75. Με τις αιτιολογικές αυτές σκέψεις διευκρινίζεται ιδίως ότι για ορισμένες εξαγωγές είναι δυνατόν να δημιουργηθούν δυσκολίες σχετικά με την έκδοση των εγγράφων που η προσκόμιση τους είναι αναγκαία και ότι οι επιταγές του αγώνα κατά των καταχρήσεων δεν μπορούν να θίγονται λόγω του ότι γίνονται δεκτά άλλα έγγραφα. Τα εν λόγω «γεγονότα» αφορούν, συνεπώς, αφενός τα γεγονότα που είναι συνέπεια του ότι ο εισαγωγέας δεν είναι σε θέση να προσκομίσει το τελωνειακό έγγραφο λόγω των ιδιομορφιών της εθνικής διαδικασίας εισαγωγής. Αφετέρου αφορούν επίσης τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες, εφόσον το προϊόν έχει διατεθεί στο εμπόριο, το τελωνειακό έγγραφο εισαγωγής, παραδείγματος χάρη, χάθηκε για λόγους για τους οποίους ο εισαγωγέας δεν ευθύνεται. Αντίθετα, δεν αφορούν γεγονότα που οφείλονται στο ότι το εμπόρευμα δεν διατέθηκε στην αγορά της χώρας προορισμού, επειδή, στην περίπτωση αυτή, δεν αποκλείεται να υποβληθεί κατά κατάχρηση αίτηση για την καταβολή επιστροφής λόγω εξαγωγής.
Συνεπώς, το Hauptzollamt προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο δεύτερο ερώτημα:
«Η απόδειξη ότι το προϊόν έχει εισαχθεί στη χώρα προορισμού, που απαιτείται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΟΚ 876/68, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΟΚ 192/75, δεν θεωρείται ότι προσκομίστηκε κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο όταν, αφού γίνει δεκτό το άλλο έγγραφο, γίνεται φανερό ότι η απόδειξη της συμπλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων κατά την έννοια των άρθρων 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ΕΟΚ 192/75 δεν ήταν αδύνατη λόγω γεγονότων που ήταν ανεξάρτητα από τη βούληση του εισαγωγέα. Ως γεγονότα ανεξάρτητα από τη βούληση του εισαγωγέα, που αναφέρονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, πρώτη φράση, του κανονισμού ΕΟΚ 192/75, πρέπει να θεωρηθούν τα γεγονότα που οφείλονται όχι στο ότι το εμπόρευμα δεν διατέθηκε στο εμπόριο στη χώρα προορισμού, αλλά στο ότι δεν ήταν δυνατό να χορηγηθεί στον εισαγωγέα τελωνειακό έγγραφο, παρότι είχε προβεί σε όλες τις ενέργειες που μπορεί κανείς εύλογα να απαιτήσει απ' αυτόν για το σκοπό αυτό.»
Τέλος, όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, το Hauptzollamt αναφερόμενο στις παρατηρήσεις του σχετικά με το πρώτο ερώτημα υπενθυμίζει ότι, κατ' αυτό, η έννοια «έχει εισαχθεί» προϋποθέτει εν πάση περιπτώσει, ότι το εμπόρευμα έχει καταλήξει στην αγορά της χώρας προορισμού. Δεδομένου ότι απαιτείται να έχει διατεθεί το προϊόν στην αγορά, δεν είναι δυνατόν να δοθεί απάντηση με ένα ναι ή ένα όχι στο ερώτημα αν το εμπόρευμα πρέπει ακόμη να θεωρηθεί ότι έχει εισαχθεί, αν λίγες μέρες μετά την εκφόρτωση στη χώρα προορισμού, καταστράφηκε ή επανεξήχθη.
Κατά το Hauptzollamt δεν υπάρχει, εντούτοις, καμία αμφιβολία ότι το εμπόρευμα δεν έφτασε στην αγορά της χώρας προορισμού και δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι εισήχθη, αν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, καταστράφηκε ή επανεξάχθηκε, είτε λόγω ελαττωματικής συσκευασίας, είτε λόγω ακατάλληλης μεταχείρισης κατά τη διάρκεια της μεταφοράς ή αμέσως μετά την εκφόρτωση και επειδή οι υγειονομικές υπηρεσίες δεν επέτρεψαν την πώληση του στην αγορά της χώρας προορισμού.
Βάσει των ανωτέρω, η απάντηση στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να διατυπωθεί ως εξής:
«Προϊόν δεν θεωρείται ότι “έχει εισαχθεί” στη χώρα προορισμού, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΟΚ 876/68 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΟΚ 192/75 αν καταστράφηκε ή επανεξήχθη πριν φθάσει στην αγορά της χώρας προορισμού και αν η καταστροφή ή επανεξαγωγή δεν οφείλονται σε ανωτέρα 6ία.»
Το Hauptzollamt, θεωρεί ότι είναι περιττό να λάβει θέση σχετικά με το δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, επειδή από το περιεχόμενο της απόφασης περί παραπομπής συνάγεται ότι η Dimex δεν απέδειξε ότι το εμπόρευμα τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία και εισήχθη στο Κουβέιτ, ενώ, ως αιτούσα τη διαφοροποιημένη επιστροφή, όφειλε να προσκομίσει την απόδειξη αυτή. Εξάλλου, η απόδειξη βάσει τεκμηρίου και η θέση που πήρε η Πρεσβεία της Γερμανίας στις 23 Νοεμβρίου 1978 αποτελούν σοβαρή ένδειξη ότι το εμπόρευμα δεν είχε εισαχθεί. Ο υγειονομικός έλεγχος που διενεργήθηκε με σκοπό τον εκτελωνισμό, προηγείται των τελωνειακών διατυπώσεων. Δεδομένου ότι μετά από αυτόν τον έλεγχο το εμπόρευμα καταστράφηκε και έτσι δεν διατέθηκε στην αγορά του Κουβέιτ, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι εκτελωνίστηκε και τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Γ — Παρατηρήσεις που υπέβαλε η Dimex
Η Dimex διατυπώνει προκαταρκτικά ορισμένες γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τα γεγονότα που βρίσκονται στη βάση της διαφοράς στην κύρια δίκη και έχουν σχέση με τη νομοθεσία περί επιστροφών, με το σκοπό των επιστροφών, καθώς και με την ερμηνεία που, κατ' αυτήν, πρέπει να δοθεί στις κυριότερες διατάξεις σχετικά με το θέμα αυτό.
Όσον αφορά τα περιστατικά, αναφέρει ότι, κατά τη στιγμή της εκφόρτωσης στο Λιβόρνο, το τυρί φέτα που είχε πωλήσει στο Κουβέιτ ήταν ποιοτικά σε καλή κατάσταση και κατάλληλο να διατεθεί στο εμπόριο. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο πλοίαρχος του πλοίου υπέγραφε «καθαρή» φορτωτική. Αν το τυρί φέτα είχε αλλοιωθεί κατά το χρονικό αυτό σημείο, αυτό θα γινόταν αντιληπτό εξωτερικά λόγω φουσκώματος των δοχείων που προκαλείται από το σχηματισμό αερίου. Ο πλοίαρχος του πλοίου θα το είχε παρατηρήσει και δεν θα είχε τότε υπογράψει «καθαρό παραστατικό». Το εμπόρευμα υπέστη φθορά μόνο αφού εγκατέλειψε το γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας, ενδεχομένως κατά τη μεταφορά, αλλά πιθανώς μετά την άφιξη στο λιμάνι του Κουβέιτ, πριν ή μετά τον εκτελωνισμό.
Όσον αφορά τα όνο πρώτα ερωτήματα, θεωρεί ότι στην ουσία αποσκοπούν να διευκρινιστεί με ποιο τρόπο και υπό ποιες προϋποθέσεις η απόδειξη που παρέχει ο εξαγωγέας σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 192/75, προσκομίζοντας έγγραφα άλλα από το τελωνειακό έγγραφο, είναι δυνατό να μη γίνει δεκτή από την αρχή που είναι επιφορτισμένη με την πληρωμή της επιστροφής. Η διατύπωση τους όμως, είναι αντιφατική. Το δεύτερο ερώτημα που υποβάλλει το παραπέμπον δικαστήριο, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, δεν έχει νόημα παρά μόνο αν δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό.
Καίτοι το δημόσιο συμφέρον απαιτεί να μπορεί η αρχή που είναι αρμόδια για τις επιστροφές, αφενός μεν να εξετάζει εκ των υστέρων αν συγκεντρώνονταν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση των επιστροφών ή αν δεν συγκεντρώνονταν οι προϋποθέσεις αυτές για ορισμένους λόγους ή αν δεν πληρούνται πλέον, αφετέρου δε να έχει το δικαίωμα να μη δέχεται στη συνέχεια τις αποδείξεις που της παρασχέθηκαν και που αρχικά είχε δεχτεί και να αναζητεί τις επιστροφές που έχουν ήδη καταβληθεί, οι αρμοδιότητες αυτές έχουν ορισμένα όρια που προκύπτουν από τις αρχές της ασφάλειας του δικαίου και της προστασίας της θεμιτής εμπιστοσύνης, καθώς και από το σκοπό της επιστροφής.
Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να μπορεί να ζητεί την απόδοση της επιστροφής, όταν αποδεικνύει ότι τα έγγραφα που υποβλήθηκαν είναι πλαστά ή περιέχουν ψευδή στοιχεία ή ότι ο εξαγωγέας επικαλέστηκε παραπλανητικά γεγονότα, όπως συνέβη στην υπόθεση 125/75 που προαναφέρθηκε και στην υπόθεση 250/80 (απόφαση της 27.10.1981, Anklagemyndigheden, Συλλογή 1981, σ. 2465). Αντίθετα, δεν είναι δυνατό, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της θεμιτής εμπιστοσύνης, να δηλώσει εκ των υστέρων ότι τα έγγραφα που της προσκομίστηκαν αντί για το τελωνειακό έγγραφο και που έκρινε επαρκή κατά το χρονικό σημείο της καταβολής της επιστροφής, δεν επαρκούν πλέον και να ζητήσει την απόδοση της επιστροφής, επειδή ο εξαγωγέας δεν υπέβαλε το. τελωνειακό έγγραφο της χώρας προορισμού ή άλλες αποδείξεις. Ομοίως, δεν μπορεί, όταν εκ των υστέρων προσκομιστεί κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση η απόδειξη ότι το εμπόρευμα πράγματι τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα προορισμού ή ότι δεν εκτελωνίστηκε, να απαιτήσει εκ των υστέρων τα τελωνειακά έγγραφα στην πρώτη περίπτωση και, στη δεύτερη περίπτωση, να απαιτήσει την απόδοση της επιστροφής, επειδή το εμπόρευμα δεν τέθηκε σε κυκλοφορία στη χώρα προορισμού. Ως προς το σημείο αυτό, ισχυρίζεται ότι δεν είναι δυνατό να συναχθεί ούτε από το σκοπό ούτε από το πνεύμα του συστήματος των επιστροφών ότι η χορήγηση τους εξαρτάται από την αναγκαία προϋπόθεση — ακόμα και όταν το ποσό τους είναι διαφοροποιημένο — ότι το εμπόρευμα που έχει εξαχθεί έχει τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, όντας σε καλή κατάσταση, στη χώρα προορισμού και ότι έχει διατεθεί στην αγορά της χώρας αυτής. 'Εναντι του σκοπού της επιστροφής, ακόμη και όταν ο συντελεστής της είναι διαφοροποιημένος, αρκεί ότι το εμπόρευμα που έχει εξαχθεί έφθασε στη χώρα προορισμού και ενδεχομένως εκφορτώθηκε εκεί, καταβλήθηκαν δε και τα σχετικά έξοδα μεταφοράς. Παρόλο που, κατά κανόνα, το εμπόρευμα εκτελωνίζεται στη χώρα προορισμού και τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα αυτή, είναι όμως δυνατό, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χωρίς ο κοινοτικός εξαγωγέας να έχει επέμβει ως προς το σημείο αυτό ή ακόμη και χωρίς να το γνωρίζει — το εμπόρευμα να μην προσκομιστεί στις τελωνειακές αρχές για να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, επειδή καταστράφηκε ή απλώς επειδή παρέμεινε υπό διαμετακόμιση στο λιμένα της χώρας προορισμού για να εξαχθεί, χωρίς να το γνωρίζει ο εξαγωγέας, προς μια άλλη τρίτη χώρα. Ο κοινοτικός εξαγωγέας, δεν είναι δυνατόν να είναι υπεύθυνος σε όλες αυτές τις περιπτώσεις που αποκλίνουν από το γενικό κανόνα. Αυτό που είναι αποφασιστικό, είναι ότι ο εξαγωγέας συνήψε σοβαρή και έγκυρη σύμβαση μεταφοράς και ότι την εκτέλεσε πλήρως, ώστε το εμπόρευμα που έχει εξαχθεί να έχει φθάσει στη χώρα προορισμού και να έχει εκφορτωθεί εκεί. Μόνο τα παραπάνω στοιχεία είναι οννατόν να ανατραπούν εκ των υστέρων, με πλήρεις αποδείξεις. Η εκ των υστέρων διαπίστωση ότι το εμπόρευμα που εξήχθη και εκφορτώθηκε στη χώρα προορισμού δεν τέθηκε σ' ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα αυτή για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του εξαγωγέα δεν δικαιολογεί την ανάκληση της επιστροφής.
Όσον αφορά την ερμηνεία της φράσης «λόγω γεγονότων που είναι ανεξάρτητα από τη βούληση του εισαγωγέα» που περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 192/75, η Dimex υπογραμμίζει καταρχάς ότι, κατ' αυτήν, η χρησιμοποίηση του όρου «εισαγωγέας» είναι εσφαλμένη. Ο όρος αυτός πρέπει να αντικατασταθεί από τον όρο «εξαγωγέας», όπως το προβλέπει ήδη ρητά το άρθρο 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 2730/79 της Επιτροπής, που αντικατέστησε τον κανονισμό 192/75. Αν γίνει η διόρθωση αυτή και γίνει δεκτό ότι αποφασιστική είναι η βούληση του εξαγωγέα, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι απλή, επειδή πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο εξαγωγέας δεν είναι σε θέση να αναγκάσει τον πελάτη του στην τρίτη χώρα να εκτελωνίσει επίσης στη χώρα προορισμού το εμπόρευμα που του παραδόθηκε για να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία Kat στη συνέχεια να θέσει στη διάθεση του τα τελωνειακά έγγραφα. Εξάλλου, η πείρα διδάσκει ότι οι ιρανοί και οι άραβες αγοραστές δεν ανταποκρίνονται στις παρακλήσεις του εξαγωγέα και δεν ενδιαφέρονται να αποστείλουν τα τελωνειακά έγγραφα στους δικαιούμενους μετά την εκτέλεση την σύμβασης, ακόμη κι αν τα έχουν στη διάθεση τους. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι αποφασιστική είναι η βούληση του εισαγωγέα, πώς θα πρέπει ο εξαγωγέας να αποδείξει τις προθέσεις του εισαγωγέα, όταν αυτός δεν έχει αποστείλει τα τελωνειακά έγγραφα; Πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο εισαγωγέας δεν αφήνει συνειδητά και εσκεμμένα το εμπόρευμα να καταστραφεί και ότι είναι δυνατό να μην είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο δεν το προσκομίζει στις τελεωνειακές αρχές, αλλά η αλλοίωση του εμπορεύματος οφείλεται τελικά σε αμέλεια του ή σε αμέλεια των συνεργατών του, επειδή ενδεχομένως δεν προσκόμισαν το εμπόρευμα στις τελωνειακές αρχές.
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, η Dimex παρατηρεί ότι υποβλήθηκε ενόψει ιδίως των δεδομένων της προκειμένης περίπτωσης, από την οποία συνάγεται ότι το εμπόρευμα που είχε εξαχθεί έφθασε στο λιμάνι προορισμού και εκφορτώθηκε αλλά αλλοιώάηκε κατά τη διάρκεια της μεταφοράς ή στη χώρα προορισμού και συνεπώς καταστράφηκε. Το ερώτημα αυτό αναφέρεται στο αν, σε μια τέτοια περίπτωση, το δικαίωμα προς καταβολή της επιστροφής εξαρτάται από το αν η αλλοίωση του προϊόντος επήλθε πριν ή μετά τις τελωνειακές διατυπώσεις.
Παραπέμποντας στις γενικές παρατηρήσεις της περί του σκοπού του συστήματος των επιστροφών (οι επιστροφές αποτελούν κυρίως μέτρα παρέμβασης υπέρ των παραγωγών γάλακτος, αναπόφευκτες και αναγκαίες συνέπειες της οργάνωσης της αγοράς γάλακτος, η οποία εξασφαλίζει στους παραγωγούς την πώληση των προϊόντων τους μέσα στην Κοινότητα σε τιμή ανώτερη από την τιμή που επικρατεί στην παγκόσμια αγορά και δεν έχουν ως στόχο να επηρεάσουν τις εσωτερικές αγορές των τρίτων χωρών μέσω προϊόντων που εξάγονται από την Κοινότητα αυξάνοντας ή μειώνοντας την προσφορά), ισχυρίζεται ότι ούτε το Bundesfinanzhof έχει αμφιβολίες ότι ο εξαγωγέας έχει δικαίωμα να του καταβληθεί επιστροφή και διατηρεί το δικαίωμα αυτό, όταν το εμπόρευμα αλλοιώθηκε στη χώρα προορισμού αφού διασαφήθηκε για να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία και καταστράφηκε. Η λογική επιβάλλει να μην υπάρχει διαφορετική μεταχείριση, όσον αφορά τη νομοθεσία περί επιστροφών, στην περίπτωση που το εμπόρευμα αλλοιώθηκε και καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της μεταφοράς ή μέσα στο γεωγραφικό χώρο του κράτους προορισμού πριν συμπληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις. Σε μια τέτοια περίπτωση η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία δεν είναι δυνατό να αποτελεί κριτήριο για να εκτιμηθεί αν ο εξαγωγέας έχει ή όχι δικαίωμα για την καταβολή επιστροφής. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και αν, αντίθετα από την άποψη που υποστήριξε, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το δικαίωμα για την καταβολή επιστροφής προϋποθέτει τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων για να τεθεί το εμπόρευμα που έχει εξαχθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στο κράτος προορισμού. Πράγματι, η αλλοίωση του εμπορεύματος κατά τη διάρκεια της μεταφοράς ή στο γεωγραφικό χώρο του κράτους προορισμού, για την οποία δεν ευθύνεται ο εξαγωγέας, αποτελεί μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση. Τα αποτελέσματα της αλλοίωσης αυτής είναι τα ίδια, τόσον όσον αφορά το συμφέρον της Κοινότητας όσο και του κράτους προορισμού και δεν έχει σημασία αν η αλλοίωση του εμπορεύματος επέρχεται πριν ή μετά τον εκτελωνισμό του στη χώρα προορισμού.
Συνεπώς, προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof:
Όταν ένα εμπόρευμα, που έχει κανονικά φορτωθεί σε πλοίο από κοινοτικό εξαγωγέα με προορισμό ορισμένη χώρα, αλλοιώνεται κατά τη διάρκεια της μεταφοράς ή μέσα στο γεωγραφικό χώρο της χώρας προορισμού, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι το εμπόρευμα αλλοιώθηκε και καταστράφηκε μετά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων στο κράτος προορισμού ή ότι το γεγονός αυτό επήλθε πριν από τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων. Ο εξαγωγέας δεν είναι υπεύθυνος και διατηρεί σε μια τέτοια περίπτωση πλήρες δικαίωμα για την καταβολή της επιστροφής.
II — Προφορική διαδικασία
Το αναιρεσείον στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από τον F. Modest, δικηγόρο Αμβούργου, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Β. Jansen ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 1 Ιης Απριλίου 1984.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 29ης Μαΐου 1984.
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 21ης Απριλίου 1983 που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Μαΐου 1983, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί καθορισμού στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 105) και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1975, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ABI. L 25, σ. 1).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίστιο της ασκήσεως Revision κατά της αποφάσεως του Finanzgericht του Αμβούργου, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση του Hauptzollamt Hamburg-Jonas της 27ης Φεβρουαρίου 1978, όπως επικυρώθηκε με την κατόπιν ενστάσεως εκδοθείσα απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1979, περί αναζητήσεως των ποσών που καταβλήθηκαν ως διαφοροποιημένη επιστροφή λόγω εξαγωγής παρτίδας δοχείων τυριού φέτας σε άλμη με προορισμό το Κουβέιτ.
3
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το Hauptzollamt ζήτησε την απόδοση του ποσού που αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ του ελάχιστου ποσού της επιστροφής λόγω εξαγωγής που ίσχυε όταν έγιναν οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής και του ποσού της διαφοροποιημένης επιστροφής λόγω εξαγωγής που πραγματικά χορηγήθηκε, όταν πληροφορήθηκε μετά από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στην επιχείρηση Dimex Nahrungsmittel ότι το εμπόρευμα, παρόλο που εκφορτώθηκε στο Κουβέιτ, δεν έφθασε στην αγορά της χώρας προορισμού, διότι έπρεπε να καταστραφεί ή να επανεξαχθεί, δεδομένου ότι οι υγειονομικές αρχές του Κουβέιτ το έκριναν ακατάλληλο για την ανθρώπινη κατανάλωση.
4
Σύμφωνα με τη Διάταξη παραπομπής, το Finanzgerichthof πρόβαλε ως κύριο λόγο για την ακύρωση αυτής της απόφασης ότι, αφού δέχτηκε το Hauptzollamt να προσκομιστούν αντί του τελωνειακού εγγράφου, ως ισοδύναμα δικαιολογητικά, ορισμένα από τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 192/75, συγκεκριμένα η βεβαίωση εκφόρτωσης, παρεσχέθη κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο η απόδειξη ότι το εμπόρευμα έφθασε στην χώρα προορισμού για την οποία είχε καθοριστεί η επιστροφή. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν δυνατό να απαιτηθεί επιπλέον η απόδειξη ότι το εμπόρευμα διατέθηκε στο εμπόριο στην τρίτη χώρα.
5
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Η κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75 απαιτούμενη απόδειξη ότι το προϊόν έχει φθάσει στη χώρα προορισμού, θεωρείται ότι έχει προσκομιστεί κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, όταν ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει άλλο έγγραφο που ζητείται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 192/75;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα: Ισχύει αυτό και όταν η αρμόδια αρχή έχει απαιτήσει την προσκόμιση του άλλου εγγράφου και εκ των υστέρων προκύπτει ότι η απόδειξη για τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, εδάφιο 2, του κανονισμού 192/75 δεν ήταν αδύνατη «λόγω γεγονότων που είναι ανεξάρτητα από τη βούληση του εισαγωγέα» (άρθρο 11, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 192/75); Πώς πρέπει να ερμηνευτεί η τελευταία αυτή φράση του άρθρου 11, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 192/75;
3.
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα: Ένα προϊόν “έχει φθάσει” κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75, στη χώρα προορισμού, αν μερικές ήμερες μετά την άφιξη στη χώρα αυτή είτε καταστράφηκε είτε επανεξήχθη; Ως προς το σημείο αυτό, έχει σημασία αν το προϊόν καταστράφηκε ή επανεξήχθη πριν ή μετά τον εκτελωνισμό ενόψει της θέσεως του σε ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα αυτή Kat αν η αλλοίωση του εμπορεύματος που είναι η αιτία της καταστροφής ή της επανεξαγωγής επήλθε πριν ή μετά τον εκτελωνισμό αυτό;»
α) Επί του πρώτου ερωτήματος
6
Με το πρώτο του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά ουσιαστικά αν η κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75, απαιτούμενη απόδειξη, ότι το προϊόν έχει φθάσει στη χώρα προορισμού του, παρέχεται κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, όταν ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει αντί του τελεωνειακού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, εδάφιο 1, του κανονισμού 192/75 ένα από τα έγγραφα που απαριθμούνται στο τρίτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 11, παράγραφος 1, ειδικότερα δε τη βεβαίωση εκφορτώσεως.
7
Κατά την άποψη του εθνικού δικαστηρίου, από το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 192/75, σε συνδυασμό με το εδάφιο 2 και τον όρο «θεωρείται» που χρησιμοποιείται εν προκειμένω, είναι δυνατό να συναχθεί καταφατική απάντηση σ'αυτό το ερώτημα. Από την άλλη πλευρά, κατά την άποψη του, είναι επίσης δυνατό η διάταξη αυτή να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα αποτελούν απλώς ένδειξη που μπορεί να ανατραπεί ότι το εμπόρευμα έχει εισαχθεί στην τρίτη χώρα.
8
Όπως τόνισε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 2ας Ιουνίου 1976 (Eier-Kontor, 125/75, Sig. σ. 771), το σύστημα των διαφοροποιημένων επιστροφών λόγω εξαγωγής έχει ως σκοπό να ανοίξει ή να διατηρήσει ανοικτές για τις κοινοτικές εξαγωγές τις αγορές των τρίτων χωρών, τις οποίες αφορά, η δε διαφοροποίηση της επιστροφής οφείλεται ακριβώς στην επιθυμία να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε αγοράς εισαγωγής, στην οποία η Κοινότητα θέλει να διαδραματίσει κάποιο ρόλο.
9
Με την προαναφερθείσα απόφαση, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (πρβλ. ιδίως απόφαση της 2.3.1977, Eier-Kontor, 44/76, Sig. σ. 393), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο λόγος υπάρξεως του συστήματος διαφοροποίησης της επιστροφής δεν θα ελαμβάνετο υπόψη, αν για την καταβολή της επιστροφής με υψηλότερο συντελεστή θα αρκούσε το εμπόρευμα να έχει απλώς εκφορτωθεί, χωρίς να έχει φθάσει στην αγορά της χώρας προορισμού, για την οποία καθορίστηκε η διαφοροποιημένη επιστροφή και χωρίς να έχει διατεθεί στο εμπόριο στη συγκεκριμένη αγορά.
10
Εξάλλου, για το λόγο αυτό ακριβώς το άρθρο 11, παράγραφος 1, εδάφιο 1, του κανονισμού 192/75 εξαρτά την καταβολή της διαφοροποιημένης επιστροφής από τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην τρίτη χώρα, δεδομένου ότι η συμπλήρωση των εν λόγω διατυπώσεων διασφαλίζει καταρχήν την πραγματική είσοδο του εμπορεύματος στην αγορά της χώρας προορισμού.
11
Το γεγονός ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του προαναφερθέντος κανονισμού δίνει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να απαιτήσουν άλλα έγγραφα όταν, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης κατάστασης της χώρας προορισμού, θεωρούν την απόδειξη της συμπλήρωσης των τελωνειακών διατυπώσεων ως ανεπαρκή, καταδεικνύει ότι αυτή η απόδειξη αποτελεί απλή ένδειξη της πραγματοποίησης στην συγκεκριμένη περίπτωση του σκοπού των διαφοροποιημένων επιστροφών λόγω εξαγωγής, που μπορεί να ανατραπεί.
12
Όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, η δυνατότητα αυτή προϋποθέτει, κατά μείζονα λόγο, ότι τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, εδάφιο 3, και προσκομίζονται αντί του τελωνειακού εγγράφου, όπως 13 βεβαίωση εκφόρτωσης ή ακόμη το τραπεζικό έγγραφο, συνιστούν και αυτά απλώς ένδειξη που μπορεί να ανατραπεί εφόσον δεν εξασφαλίζουν ούτε καν την είσοδο του εμπορεύματος στην αγορά προορισμού, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με τις τελωνειακές διατυπώσεις.
13
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι η απαιτούμενη απόδειξη, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75, όιτι το προϊόν έφθασε στη χώρα προορισμού, δεν παρέχεται κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο στην περίπτωση που προσκομίζονται αντί του τελωνειακού εγγράφου περί θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία τα έγγραφα που απαριθμούνται στο άρθρο 11, παράγαρφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 192/75.
6) Επί του δευτέρου ερωτήματος
14
Δεδομένου ότι το δεύτερο ερώτημα υποβάλλεται για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα απαντούσε καταφατικά στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση σε αυτό.
γ) Επί του τρίτου ερωτήματος
15
Με το τρίτο του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, αν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ένα προϊόν «έχει φθάσει» στη χώρα προορισμού υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75, σε περίπτωση που καταστράφηκε ή επανεξήχθη λίγες ημέρες μετά την εκφόρτωση του σ' αυτή τη χώρα. Ζητεί, επιπλέον, να αποσαφηνιστεί αν το γεγονός ότι το προϊόν καταστράφηκε ή επανεξήχθη πριν τεθεί ή αφού τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα και το γεγονός ότι η αλλοίωση του εμπορεύματος, που είναι η αιτία της καταστροφής ή της επανεξαγωγής του, επήλθε πριν τεθεί ή αφού τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία έχουν σημασία εν προκειμένω.
16
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι είναι απαραίτητο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων του συστήματος των διαφοροποιημένων επιστροφών, τα προϊόντα που επιδοτούνται με παρόμοια επιστροφή να φθάνουν πραγματικά στην αγορά προορισμού προκειμένου να διατεθούν εκεί στο εμπόριο.
17
Δεδομένου ότι η πραγματική είσοδος στην αγορά προορισμού ^ εξαρτάται καταρχήν από τη συμπλήρωση των διατυπώσεων για τη θέση σ' ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα προορισμού, το γεγονός ότι το προϊόν καταστράφηκε ή επανεξήχθη πριν τεθεί σ' ελεύθερη κυκλοφορία αποκλείει τη δυνατότητα να θεωρηθεί, ενόψει καταβολής του ποσού της διαφοροποιημένης επιστροφής, ότι έχει εισαχθεί κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75.
18
Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση που η καταστροφή ή η επανεξαγωγή που πραγματοποιείται μετά τη συμπλήρωση, στη χώρα προορισμού, των διατυπώσεων, από τις οποίες το κράτος αυτό εξαρτά τη θέση του προϊόντος σε ελεύθερη κυκλοφορία ή τη διάθεση του στο εμπόριο στο έδαφος του, εφόσον η καταστροφή ή η επανεξαγωγή του προϊόντος είναι το αποτέλεσμα των αποφάσεων που έλαβαν οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους προορισμού κατά τη συμπλήρωση αυτών των διατυπώσεων και η αλλοίωση που αποτελεί την αίτια της καταστροφής ή της επανεξαγωγής επήλθε πριν από τη συμπλήρωση τους. Διότι, και σ' αυτή την περίπτωση η πραγματική είσοδος στην αγορά προορισμού δεν είναι δυνατή.
19
Για τους λόγους αυτούς, στο τρίτο ερώτημα προσήκει επομένως η απάντηση ότι προϊόν που καταστράφηκε ή επανεξήχθη μετά την εκφόρτωση του στη χώρα προορισμού δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως εισαχθέν κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75 σε περίπτωση που η καταστροφή του ή η επανεξαγωγή του αποτελούν συνέπεια των αποφάσεων που έλαβαν οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους προορισμού κατά τη συμπλήρωση των διατυπώσεων, από τις οποίες το εν λόγω κράτος εξαρτά τη θέση του προϊόντος σε ελεύθερη κυκλοφορία ή τη διάθεση του στο εμπόριο στο έδαφος του και εφόσον η αλλοίωση που αποτελεί την αιτία αυτής της καταστροφής ή της επανεξαγωγής επήλθε πριν από τη συμπλήρωση των εν λόγω διατυπώσεων.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundesfinanzhof, με Διάταξη της 21ης Απριλίου 1983, αποφαίνεται:
1)
Η απαιτούμενη απόδειξη, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75, ότι το προϊόν έφθασε στη χώρα προορισμού, δεν παρέχεται κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο στην περίπτωση που προσκομίζονται αντί του τελωνειακού εγγράφου περί θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία τα έγγραφα που απαριθμούνται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 192/75.
2)
Προϊόν που καταστράφηκε ή επανεξήχθη μετά την εκφόρτωση του στη χώρα προορισμού δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως εισαχθέν κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75 σε περίπτωση που η καταστροφή του ή η επανεξαγωγή του αποτελούν συνέπεια των αποφάσεων που έλαβαν οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους προορισμού κατά τη συμπλήρωση των διατυπώσεων, από τις οποίες το εν λόγω κράτος εξαρτά τη θέση του προϊόντος σε ελεύθερη κυκλοφορία ή τη διάθεση του στο εμπόριο στο έδαφος του και εφόσον η αλλοίωση που αποτελεί την αιτία αυτής της καταστροφής ή της επανεξαγωγής επήλθε πριν από τη συμπλήρωση των εν λόγω διατυπώσεων.
Koopmans
Bahlmann
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Ιουλίου 1984.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy