Στην υπόθεση 93/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht του Ντύσελντορφ προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Zentralgenossenschaft des Fleischergewerbes ε. G. (Zentrag), Φραγκφούρτη επί του Μάιν,
και
Hauptzollamt Bochum,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως όσον αφορά τους κανόνες που διέπουν τον καθορισμό της καταγωγής των εμπορευμάτων σε σχέση με την αποστέωση, την απονεύρωση, την αφαίρεση του λίπους, τον τεμαχισμό και τη συσκευασία τεταρτημορίων βοοειδών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: S. Rozès
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/003, σ. 72) και σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 611/77 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1977, περί καθορισμού της ειδικής εισφοράς για τα ζώντα βοοειδή και τα κρέατα βοοειδών εκτός των κατεψυγμένων κρεάτων (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/018, σ. 3), κατά την εισαγωγή κρεάτων βοοειδών καταγωγής και προελεύσεως Αυστρίας, Σουηδίας και Ελβετίας εισπράττονται ειδικές μειωμένες εισφορές εν σχέσει προς ό,τι γενικά ισχύει για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, διότι στις εν λόγω χώρες η εμπορική διάρθρωση και οι μέθοδοι εκτροφής των βοοειδών είναι ανάλογες εκείνων της Κοινότητας, το δε επίπεδο τιμών του βοείου κρέατος είναι σχετικά υψηλό.
Το άρδρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 20), ορίζει τα εξής:
«Εμπόρευμα, στην παραγωγή του οποίου παρεμβάλλονται δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ως καταγόμενο από τη χώρα όπου έγινε η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία οικονομικώς δικαιολογημένη που επραγματοποιήθη σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτό και που κατέληξε στην κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή ενός προϊόντος αντιπροσωπεύοντας [ή η οποία μεταποίηση ή κατεργασία αντιπροσωπεύει] σημαντικό στάδιο παραγωγής.»
Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού 802/68, θέσπισε τις ακόλουθες διατάξεις με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 964/71, της 10ης Μαΐου 1971, περί καθορισμού της καταγωγής των κρεάτων και βρωσίμων παραπροϊόντων ορισμένων κατοικίδιων ζώων, νωπών, διατηρημένων με απλή ψύξη ή κατεψυγμένων (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 123):
«Άρθρο 1
Η σφαγή των κατοικίδιων ζώων που αναφέρονται στις κλάσεις 01.01 μέχρι 01.04 του κοινού δασμολογίου δεν παρέχει στα κρέατα και τα βρώσιμα παραπροϊόντα νωπά, διατετηρημένα δι' απλής ψύξεως ή κατεψυγμένα, τα οποία προέρχονται από αυτά, την καταγωγή της χώρας ή της Κοινότητος όπου έλαβε χώρα, εκτός αν έγινε μετά την πάχυνση των εν λόγω ζώων μέσα σ' αυτή τη χώρα ή μέσα στην Κοινότητα, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου τουλάχιστον τριών μηνών για τα άλογα, τους όνους, τους ημιόνους και τα βοοειδή και δύο μηνών για τους χοίρους, τα προβατο-ειδή και τα αιγοειδή.
Άρθρο 2
Όταν η σφαγή δεν ικανοποιεί τον όρο που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο, τα κρέατα και τα παραπροϊόντα που αναφέρονται σ' αυτό το άρθρο είναι καταγωγής της χώρας ... όπου τα ζώα έχουν παχυνθεί ή μεγαλώσει κατά τη μεγαλύτερη περίοδο.»
Κατά το χρονικό διάστημα από 18 Φεβρουαρίου μέχρι 18 Μαίου 1982, το Zentralgenossenschaft des Fleischergewerbes e. G, (Zentrag) εκτελώνισε στο Hauptzollamt (Κεντρικό Τελωνείο) του Bochum και έθεσε σε ελεύθερη κυκλοφορία 23 φορτία βοείου κρέατος, τα οποία συνοδεύονταν από αυστριακά πιστοποιητικά καταγωγής του εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου του Graz. Σύμφωνα με τα πιστοποιητικά αυτά, το Hauptzollamţ του Bochum εισέπραξε την ειδική εισφορά που ισχύει για την Αυστρία.
Το Hauptzollamt του Bochum διαπίστωσε αργότερα ότι το κρέας δεν προερχόταν από ζώα που είχαν σφαγεί στην Αυστρία, αλλά είχε αγοραστεί από τον προμηθευτή του Zentrag ως τεταρτημόρια βοοειδών στην Ουγγαρία και κατόπιν είχε εισαχθεί στην Αυστρία, όπου, υπό τελωνειακό έλεγχο, είχε γίνει σε μια επιχείρηση κατεργασίας αποστέωση, απονεύρωση, αφαίρεση του λίπους, τεμαχισμός και συσκευασία εν κενώ. Κατόπιν της διαπιστώσεως αυτής, το Hauptzollamt του Bochum, με απόφαση περί επιβολής δασμού της 3ης Νοεμβρίου 1982, ζήτησε την καταβολή της διαφοράς μέχρι του συνολικού ποσού της εισφοράς που ισχύει για τρίτες χώρες, ύψους 1918 709 γερμανικών μάρκων.
2.
Το Zentrag άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Finanzgericht του Ντύσελντορφ. Επιπλέον, το προσφεύγον υπέβαλε αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβληθείσας αποφάσεως, την οποία στηρίζει στο ότι υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τη νομιμότητα της, διότι η κατεργασία του κρέατος που πραγματοποιήθηκε στην Αυστρία καθορίζει την καταγωγή του, κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68.
Κατά την άποψη του Finanzgericht του Ντύσελντορφ, η απόφαση στην ανωτέρω διαδικασία εξαρτάται από το κύρος του άρθρου 1 του κανονισμού 964/71 της Επιτροπής, καθώς και από την ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68 του Συμβουλίου.
Κατά την άποψη του Finanzgericht του Ντύσελντορφ, είναι κατ' αρχάς αμφίβολο αν η Επιτροπή, με την έκδοση του κανονισμού 964/71, τήρησε τα όρια των αρμοδιοτήτων της για την εκτέλεση των διατάξεων του κανονισμού 802/68 του Συμβουλίου. Στα πλαίσια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, η καταγωγή ενός εμπορεύματος μπορεί να προσδιοριστεί 6άσει τεχνικής περιγραφής ή οικονομικής εκτιμήσεως (κανόνας της ποσοστιαίας αυξήσεως της αξίας), είναι δε επίσης δυνατός ο συνδυασμός των δύο μεθόδων. Στις εργασίες για την παραγωγή κρέατος διαγράφονται τεχνικά τα ακόλουθα στάδια: η εκτροφή και η πάχυνση των ζώων η σφαγή των ζώων και οι εργασίες που συνδέονται άμεσα με αυτή, δηλαδή η αφαίρεση των εντοσθίων, του δέρματος, ο τεμαχισμός σε ημιμόρια και η διατήρηση με απλή ψύξη η περαιτέρω κατεργασία του κρέατος, όπως η αποστέωση, η απονεύρωση, η αφαίρεση του λίπους και ο τεμαχισμός· η κατεργασία σε ποσότητες που προορίζονται για τους καταναλωτές. Στο τελευταίο στάδιο συντελείται η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία. Εφόσον όμως το άρθρο 1 του κανονισμού 964/71 θέτει εν πάση περιπτώσει τη σφαγή ως προϋπόθεση για τον καθορισμό της καταγωγής, δεν συμφωνεί με το άρθρο 5 του κανονισμού 802/68. Εξάλλου, συντρέχει επίσης διαφορετική μεταχείριση του κρέατος κατά την εισαγωγή (είσπραξη εισφοράς) και την εξαγωγή (χορήγηση επιστροφής), διότι κανένας κανονισμός αντίστοιχος του κανονισμού 964/71 δεν εκδόθηκε για την εκτέλεση του κανονισμού (ΕΟΚ) 885/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί θεσπίσεως στον τομέα του βοείου κρέατος των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και περί των κριτηρίων καθορισμού του ύψους των επιστροφών αυτών (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/003, σ. 108).
Στην περίπτωση που το άρθρο 1 του κανονισμού 964/71 είναι άκυρο, είναι περαιτέρω σημαντικό, κατά την άποψη του Finanzgericht του Ντύσελντορφ, το ερώτημα αν η αποστέωση, η απονεύρωση, η αφαίρεση του λίπους, ο τεμαχισμός και η συσκευασία εν κενώ αποτελούν στάδιο κατεργασίας καθοριστικό της καταγωγής κατά την έννοια του άρ9ρου 5 του κανονισμού 802/68. Το Finanzgericht του Ντύσελντορφ κλίνει υπέρ της καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό. Η συσκευασία εν κενώ εξυπηρετεί βέβαια απλώς τις απαιτήσεις της διαθέσεως στο εμπόριο του κρέατος. Απεναντίας, από τα λοιπά στάδια κατεργασίας λαμβάνονται νέα προϊόντα, δηλαδή εμπορεύματα με ιδία αγοραία αξία, ιδίως ειδικά μέρη κρέατος όπως φιλέτα, τεμάχια για ψητό, μπριζόλες, στήθος, επεξεργασμένο κρέας. Έτσι, συντελείται σημαντική μεταβολή του αρχικού κρέατος, το οποίο πλέον αποκτά ιδιαίτερες ιδιότητες και έχει ειδική υφή την οποία δεν είχε προηγουμένως.
Με διάταξη της 20ής Απριλίου 1983, το Finanzgericht του Ντύσελντορφ ανέστειλε κατά συνέπεια τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
1.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 964/71 της Επιτροπής, της 10ης Μαίου 1971, είναι ανίσχυρο διότι προσκρούει στον κανονισμό 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968;
2.
Η αποστέωση, η απονεύρωση, η αφαίρεση του λίπους και ο τεμαχισμός του κρέατος αποτελούν στάδιο επεξεργασίας που καθορίζει την καταγωγή, κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68;
3.
Η διάταξη παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστήριο στις 25 Μαϊου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν το Zentrag, εκπροσωπούμενο από το γραφείο φοροτεχνικών συμβούλων Walter Schürmann und Partner Steuerberatungsgesellschaft mbH, Φραγκφούρτη επί του Μάιν, το Hauptzollamt του Bochum, εκπροσωπούμενο από το διευθυντή του, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jörn Sack, μέλος της νομικής υπηρεσίας της.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση της γενικής εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Με διάταξη της 18ης Οκτωβρίου 1983 το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, στο τρίτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1. Παρατηρήθείς τον lentrag
Κατά την άποψη του Zentrag, τίθεται κατ' αρχάς το ζήτημα του περιεχομένου του άρθρου 1 του κανονισμού 964/71. Το εν λόγω άρθρο περιλαμβάνει απλώς ορισμό της σφαγής κατοικίδιων ζώων ως μιας από τις ενέργειες που είναι δυνατό να καθορίσουν την καταγωγή, από τις οποίες, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, ο «τεμαχισμός» υπάγεται στην έννοια της σφαγής μόνο στο μέτρο που αποτελεί «συναφή επεξεργασία». Αυτό ισχύει μόνο όσον αφορά το βασικό τεμαχισμό σε ημιμόρια ή τεταρτημόρια, ο οποίος έχει σκοπό να καταστήσει δυνατή ή να διευκολύνει την περαιτέρω μεταφορά και την περαιτέρω μεταποίηση ή κατεργασία του σφαγίου.
Κατά συνέπεια, η εν λόγω διάταξη δεν αποκλείει το να καθορίζεται η καταγωγή από τα στάδια επεξεργασίας που έπονται της σφαγής, επομένως και από τον τεμαχισμό που δεν είναι συναφής με τη σφαγή, εφόσον πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68.
Όσον αφορά την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, πρέπει να ληφθεί υπόψη επίσης το γεγονός της συσκευασίας εν κενώ. Δεν είναι ορθό ότι η συσκευασία εν κενώ δεν επηρεάζει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του κρέατος.
2. Παρατηρήσεις τον Hauptzollamt του Bochum
Το Hauptzollamt του Bochum ασχολείται καταρχάς με την ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68. Έχει την άποψη ότι η μεταποίηση ή κατεργασία είναι μόνο τότε «ουσιώδης» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, όταν το προϊόν που προκύπτει από αυτή εμφανίζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και έχει ειδική υφή, την οποία δεν είχε προηγουμένως. Ενέργειες οι οποίες αφορούν την εμφάνιση ενός προϊόντος ενόψει της διαθέσεως του, οι οποίες όμως δεν οδηγούν σε σημαντική ποιοτική μεταβολή των χαρακτηριστικών του, δεν μπορούν να καθορίζουν την καταγωγή.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω κριτήρια, ο τεμαχισμός του κρέατος δεν προσδιορίζει την καταγωγή του, διότι η περαιτέρω κατεργασία του κρέατος μετά τη σφαγή, όπως η αφαίρεση των εντοσθίων και του δέρματος, ο τεμαχισμός του σε ημιμόρια και η διατήρηση με απλή ψύξη, αφήνει αναλλοίωτα τα ιδιαίτερα ουσιώδη χαρακτηριστικά του. Ναι μεν το στάδιο του τεμαχισμού του κρέατος σε διάφορα μέρη, όπως φιλέτα, τεμάχια για ψητό, άνω μηρό, κάτω μηρό — το οποίο προϋποθέτει ειδικές γνώσεις — επιφέρει όχι ασήμαντη αύξηση της αξίας — κατά τους ισχυρισμούς του Zentrag περίπου κατά 30 °/ο —, αφορά όμως αποκλειστικά τη μεταβολή της εμφανίσεως του εμπορεύματος εν όψει της περαιτέρω διαθέσεως του, χωρίς να συνεπάγεται μεταβολή των τεμαχίων του κρέατος ξεχωριστά.
Βάσει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως ορίζεται στον κανονισμό 964/71, μόνο με τη σφαγή επέρχεται ουσιώδης ποιοτική μεταβολή. Επειδή όμως αυτή αποτελεί σχετικά απλή εργασία, πρέπει να ληφθεί υπόψη ένα ακόμη στοιχείο, δηλαδή η πάχυνση ή εκτροφή. Αντίθετα, θα έπρεπε βεβαίως να είναι εξίσου δυνατό να λαμβάνεται επίσης υπόψη ένα πρόσθετο δαπανηρό στάδιο κατεργασίας που έπεται της σφαγής. 'Ετσι, δεν θα υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση καμιά αμφιβολία όσον αφορά την αυστριακή καταγωγή, αν η σφαγή είχε επίσης πραγματοποιηθεί εκεί.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 964/71 δεν εφαρμόζεται συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση. Ο εν λόγω κανονισμός αναφέρεται αποκλειστικά στο ζήτημα ποια στάδια που προηγούνται χρονικά της σφαγής πρέπει να ληφθούν υπόψη μαζί με τη σφαγή, ώστε να μπορεί η σφαγή να καθορίζει την καταγωγή.
3. Παρατηρήθεις νης Επιτροπής
Η Επιτροπή αναφέρεται καταρχάς στο κατά πόσο το πρώτο ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού 964/71 είναι λυσιτελές για την έκδοση αποφάσεως στην κύρια υπόθεση. Αυτό δεν συμβαίνει, γιατί ο κανονισμός 964/71 δεν ρυθμίζει το ζήτημα αν η κατεργασία που εκτίθεται στη διάταξη παραπομπής αρκεί μόνη της για τον καθορισμό της καταγωγής, ή πρέπει να προηγείται σφαγή. Ο εν λόγω κανονισμός ορίζει απλώς ότι η σφαγή ζώων καθώς και ορισμένες εργασίες που συνδέονται με αυτή, όπως η αφαίρεση των εντοσθίων και του δέρματος, ο τεμαχισμός και η διατήρηση με απλή ψύξη του κρέατος, είναι δυνατό να θεωρηθούν ως στοιχεία που καθορίζουν την καταγωγή μόνον όταν της σφαγής προηγήθηκε πάχυνση του ζώου επί τρεις ή δύο τουλάχιστον μήνες στην εν λόγω χώρα, διότι η σφαγή αποτελεί ασήμαντη συμβολή στην αύξηση της αξίας του εμπορεύματος «κρέας» (περίπου 2% της αγοραίας αξίας του ζώντος ζώου). Ο κανονισμός 964/71 δεν αναφέρεται καθόλου στο ζήτημα αν άλλες εντατικότερες μορφές κατεργασίας του κρέατος από τη σφαγή μπορούν να καθορίσουν την καταγωγή κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68.
Η χώρα καταγωγής και η χώρα όπου πραγματοποιείται η σφαγή δεν πρέπει κατ' ανάγκη να συμπίπτουν σε όλες τις περιπτώσεις. Από το γεγονός ότι σε περίπτωση σφαγής της οποίας προηγείται ορισμένη περίοδος παχύνσεως στην ίδια χώρα καθορίζεται η καταγωγή, δεν είναι δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι σε όλες τις περιπτώσεις η καταγωγή είναι δυνατό να καθοριστεί μόνο με το συνδυασμό παχύνσεως και σφαγής. Μια τέτοια ερμηνεία του κανονισμού 964/71, σύμφωνη με τη Συνθήκη, μπορεί εν πάση περιπτώσει να ληφθεί υπόψη, ώστε να μην είναι αναγκαίο να καταλήξει το Δικαστήριο στην ακυρότητα του.
Στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 964/71 δεν ρυθμίζει το ζήτημα αν κατεργασία βοείου κρέατος διαφορετική από τη σφαγή και τις συναφείς εργασίες, σε συνδυασμό με μία ελάχιστη περίοδο παχύνσεως, καθορίζει την καταγωγή.
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η αποστέωση, η απονεύρωση, η αφαίρεση του λίπους και ο τεμαχισμός του βοείου κρέατος δεν αποτελούν ουσιώδη μεταποίηση ή κατεργασία από την οποία λαμβάνεται ένα νέο προϊόν, ούτε αντιπροσωπεύουν σημαντικό στάδιο της παραγωγής, και συνεπώς δεν είναι δυνατό να καθορίζουν την καταγωγή του εμπορεύματος κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68.
Οι εργασίες αυτές απαιτούν μόνο ειδικές επαγγελματικές γνώσεις και όχι ειδικά μηχανήματα ή εργαλεία. Εξάλλου, το αποστεωμένο κρέας δεν διατίθεται πάντοτε καλύτερα στην αγορά από το μη αποστεωμένο, δεδομένου ότι πολλοί ασχολούμενοι με την κατεργασία του κρέατος και πολλοί κρεοπώλες προτιμούν να προβούν μόνοι τους στην αποστέωση σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Επιπλέον, η δυνατότητα διαθέσεως στην αγορά δεν αποτελεί πάντοτε το αποφασιστικό κριτήριο. Με τις εν λόγω εργασίες ούτε μεταβάλλονται τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του εμπορεύματος, ούτε αυξάνεται σημαντικά η αξία του. Στη συνολική οικονομική διαδικασία της παραγωγής βοείου κρέατος, η αποστέωση, η απονεύρωση, η αφαίρεση του λίπους και η συσκευασία δεν έχουν παρά ασήμαντη συμμετοχή. Στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής, η αποστέωση του βοείου κρέατος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων αποθηκεύσεως, αντιπροσωπεύει μόνο περίπου 5 °/ο της αγοραίας αξίας των ζώντων βοοειδών, είναι δε βέβαιο ότι η προστιθέμενη αξία από την αποστέωση και τις συναφείς εργασίες, όπως η απονεύρωση και η αφαίρεση του λίπους, είναι σαφώς κατώτερη του 10 °/ο. Αν και οι εν λόγω εργασίες βελτιώνουν επίσης σε πολύ περιορισμένη έκταση την ποιότητα του εμπορεύματος, δεν προσδίδουν εντούτοις στο εμπόρευμα νέα χαρακτηριστικά, όπως θα συνέβαινε αν από το βόειο κρέας παραγόταν ένα μεταποιημένο προϊόν, όπως «corned-beef» ή λουκάνικα.
Η Επιτροπή παρατηρεί τέλος ότι σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 805/68 και σύμφωνα με τον εκτελεστικό κανονισμό 611/77, η ειδική εισφορά για κρέας καταγωγής Αυστρίας, Σουηδίας και Ελβετίας ισχύει μόνο για το κρέας του οποίου η τιμή βρίσκεται πράγματι στο επίπεδο των τιμών των εν λόγω χωρών. Αυτό όμως δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, διότι το προερχόμενο από την Ουγγαρία κρέας τέθηκε στην Αυστρία σε κυκλοφορία υπό τελωνειακό έλεγχο και συνεπώς δεν χρειάστηκε να καταβληθούν για αυτό οι εκεί ισχύοντες εισαγωγικοί δασμοί.
III — Απαντήσεις στην ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο
Σε απάντηση επί σχετικής ερωτήσεως που έθεσε το Δικαστήριο, οι διάδικοι προέβησαν σε λεπτομερή περιγραφή των εν λόγω εργασιών και των μεταβολών που αυτές επιφέρουν στα χαρακτηριστικά και στην αξία του κρέατος.
Το Zentrag επέμεινε σχετικά κυρίως στη σπουδαιότητα της συσκευασίας εν κενώ, που αποτελεί περίπλοκη και σύγχρονη μέθοδο η οποία παρατείνει τη διάρκεια διατηρήσεως του κρέατος και βελτιώνει την ωρίμανση του. Η συνολοική αύξηση της αξίας που προκύπτει από τις εν λόγω εργασίες ανέρχεται, σύμφωνα με τις ενδείξεις του Zentrag, σε περισσότερο από 200% όσον αφορά ιδιαίτερα τεμάχια κρέατος και σε 17,6 % όσον αφορά τη σύγκριση μεταξύ της τιμής πωλήσεως ενός ημιμορίου βοός και της συνολικής τιμής πωλήσεως του κρέατος του ημιμορίου αυτού τεμαχισμένου, αποστεωμένου, χωρίς λίπος και συσκευασμένου εν κενώ.
Το Hauptzollamt εξέθεσε ότι τυχόν μεταβολή των ιδιοτήτων του κρέατος προκύπτει μόνο από τη συσκευασία εν κενώ, αυτή δε συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράταση της δυνατότητας διατηρήσεως του κρέατος και σε μείωση της απώλειας βάρους κατά 5 % περίπου. Η αύξηση της αξίας είναι εν πάση περιπτώσει κατώτερη από 10 °/ο.
Η Επιτροπή επανέλαβε την άποψη της ότι καμία από τις εν λόγω ενέργειες δεν αποτελεί σημαντικό στάδιο μεταποιήσεως.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 1ης Δεκεμβρίου 1983, το Zentrag, εκπροσωπούμενο από τον Hinrich Glasshoff, φοροτεχνικό σύμβουλο στη Φραγκφούρτη, το Hauptzollamt του Bochum, εκπροσωπούμενο από τον Ambs, Regierungsdirektor στο ομοσπονδιακό υπουργείο τροφίμων, γεωργίας και δασών και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jörn Sack, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και — επικουρούμενοι από τους εμπειρογνώμονες που τους συνόδευαν — απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο.
Η γενική εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 20ής Απριλίου 1983, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Μαΐου 1983, το Finanzgericht του Ντόσελντορφ υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κόρος τους κανονισμού 964/71 της Επιτροπής, της 10ης Μαΐου 1971, περί καθορισμού της καταγωγής των κρεάτων και νωπών παραπροϊόντων, διατηρημένων με απλή ψύξη ή κατεψυγμένων, ορισμένων κατοικίδιων ζώων (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 123) και ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 20).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στα πλαίσια διαφοράς μεταξύ του Zentralgenossenschaft des Fleischergewerbes e. G. (στο εξής Zentrag), Φραγκφούρτη επί του Μάιν, και της γερμανικής διοικήσεως τελωνείων. Η διαφορά αναφέρεται στην καταβολή των εισφορών που επιβάλλονται, δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/003, σ. 72), κατά την εισαγωγή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από την Αυστρία ορισμένων φορτίων βοείου κρέατος σε αποστεωμένα νωπά τεμάχια. Το Zentrag ζητεί, όσον αφορά την εν λόγω εισαγωγή, να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις περί καταβολής ειδικής μειωμένης εισφοράς για τα προϊόντα καταγωγής και προελεύσεως Αυστρίας, Σουηδίας και Ελβετίας, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ανωτέρω άρθρου και τον κανονισμό 611/77 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1977, περί καθορισμού της ειδικής εισφοράς για τα ζώντα βοοειδή και τα κρέατα βοοειδών εκτός των κατεψυγμένων κρεάτων (ΕΕ ειδ. έκδ., 03/018, σ. 3), που του αρνήθηκε η διοίκηση τελωνείων.
3
Τα εν λόγω φορτία κρέατος παραδόθηκαν στο Zentrag από αυστριακό προμηθευτή, συνοδευόμενα από πιστοποιητικά αυστριακής καταγωγής του εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου του Graz. Ο προμηθευτής αυτός είχε αγοράσει στην Ουγγαρία τεταρτημόρια βοοειδών και στη συνέχεια προέβη στην αποστέωση, την απονεύρωση, την αφαίρεση του λίπους, τον τεμαχισμό και τη συσκευασία τους εν κενώ, υπό τελωνειακό έλεγχο, σε επιχείρηση κατεργασίας που βρίσκεται στην Αυστρία. Κατά την άποψη του Zentrag, λόγω των εργασιών αυτών που πραγματοποιήθηκαν στην Αυστρία, πρόκειται για κρέας αυστριακής καταγωγής' η διοίκηση τελωνείων υποστηρίζει αντίθετα ότι οι εργασίες αυτές δεν μετέβαλαν την ουγγρική καταγωγή του κρέατος.
4
Σχετικά με την καταγωγή των εμπορευμάτων, το άρθρο 5 του κανονισμού 802/68 του Συμβουλίου ορίζει τα εξής:
«Εμπόρευμα, στην παραγωγή του οποίου παρεμβάλλονται δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ως καταγόμενο από τη χώρα όπου έγινε η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία οικονομικώς δικαιολογημένη που επραγματοποιήθη σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτό και που κατέληξε στην κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή ένος προϊόντος αντιπροσωπεύοντος (ή η οποία μεταποίηση ή κατεργασία αντιπροσωπεύει) σημαντικό στάδιο παραγωγής.»
Η Επιτροπή, κάνοντας χρήση της δυνατότητας που της παρέχει το άρθρο 14 του εν λόγω κανονισμού να θεσπίζει τις αναγκαίες για την εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου 5 εκτελεστικές διατάξεις, όρισε στο άρθρο 1 του κανονισμού 964/71 ότι η σφαγή των ζώων δεν προσδίδει στα κρέατα που προέρχονται από τη χώρα όπου πραγματοποιήθηκε η σφαγή την καταγωγή της χώρας αυτής «εκτός αν έγινε μετά την πάχυνση των εν λόγω ζώων μέσα σ' αυτή τη χώρα ... κατά τη διάρκεια μιας περιόδου τουλάχιστον τριών μηνών για τα ... βοοειδή».
5
Για να μπορέσει να καθορίσει την καταγωγή του κρέατος που εισήγαγε το Zentrag, προκειμένου να εφαρμοστεί ο κανονισμός 611/77, το Finanzgericht του Ντό-σελντορφ υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 964/71 της Επιτροπής, της 10ης Μαΐου 1971, είναι ανίσχυρο διότι προσκρούει στον κανονισμό 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968;
2.
Η αποστέωση, η απονεύρωση, η αφαίρεση του λίπους και ο τεμαχισμός του κρέατος αποτελούν στάδιο κατεργασίας που καθορίζει την καταγωγή, κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68;
Επί του πρώτου ερωτήματος
6
Από τη διάταξη παραπομπής συνάγεται ότι το πρώτο ερώτημα του Finanzgericht, που αφορά το κατά πόσο συμβιβάζεται ο κανονισμός 964/71 με τα αρχικά κριτήρια που θέτει το άρθρο 5 του κανονισμού 802/68, συνεπάγεται ότι πρέπει να εξεταστεί αν βάσει του κανονισμού 964/71 αποκλείεται να μπορούν οι εργασίες μεταποιήσεως του κρέατος που έπονται της σφαγής, και ιδίως η ετοιμασία τεμαχίων που προορίζονται για πώληση στους καταναλωτές, να προσδώσουν στο κρέας την καταγωγή της χώρας στην οποία πραγματοποιούνται οι εργασίες αυτές και αν είναι γι' αυτό ανίσχυρος ο κανονισμός αυτός.
7
Το Zentrag, η διοίκηση τελωνείων και η Επιτροπή υποστήριξαν σχετικά στις παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κανονισμός 964/71 δεν έχει ως αντικείμενο να ρυθμίσει αν, και υπό ποίες προϋποθέσεις, εργασίες μεταποιήσεως που έπονται της σφαγής είναι ικανές να προσδώσουν στο κρέας που υποβάλλεται σ' αυτές την καταγωγή της χώρας στην οποία πραγματοποιούνται οι εν λόγω εργασίες.
8
Από τη δεύτερη και την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 964/71 συνάγεται ότι η Επιτροπή, προβαίνοντας στη θέσπιση του, έκρινε ότι το γεγονός και μόνο της σφαγής και της εκτελέσεως ορισμένων συναφών εργασιών δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία του κρέατος κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, για το λόγο δε αυτό όρισε ότι η σφαγή προσδίδει στο κρέας την καταγωγή της χώρας στην οποία πραγματοποιείται όταν προηγείται πάχυνση των ζώων κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου εντός της ίδιας αυτής χώρας. Η αιτιολογία αυτή του κανονισμού 964/71 δείχνει ότι η Επιτροπή δεν είχε την πρόθεση να ρυθμίσει το ζήτημα ποιες εργασίες μεταποιήσεως που έπονται της σφαγής μπορούν ενδεχομένως να ληφθούν υπόψη για να προσδώσουν νέα καταγωγή στο κρέας. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από τη διατύπωση των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού 964/71, όπου δεν γίνεται καμία μνεία της μεταποιήσεως του κρέατος μετά τη σφαγή.
9
Στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht του Ντύσελντορφ πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 964/71 της Επιτροπής, της 10ης Μαΐου 1971, δεν αποκλείει να μπορούν οι εργασίες μεταποιήσεως του κρέατος που έπονται της σφαγής να προσδώσουν στο κρέας την καταγωγή της χώρας στην οποία πραγματοποιούνται οι εν λόγω εργασίες.
10
Δεδομένου ότι το ζήτημα αν η αποστέωση, η απονεύρωση, η αφαίρεση του λίπους, ο τεμαχισμός και η συσκευασία εν κενώ του κρέατος μπορούν να προσδώσουν σ' αυτό νέα καταγωγή πρέπει να επιλυθεί μόνο βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, το ερώτημα περί του κύρους του κανονισμού 964/71 που υπέβαλε σχετικά το Finanzgericht του Ντύσελντορφ είναι χωρίς αντικείμενο.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
11
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, με το οποίο ζητείται η ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68 σχετικά προς τις εν λόγω εργασίες μεταποιήσεως, το Zentrag θεωρεί ότι οι εργασίες αυτές ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη. Μ' αυτές καθίσταται το κρέας εμπόρευμα προοριζόμενο για άμεση διάθεση στον καταναλωτή. Η συσκευασία εν κενώ παρατείνει τη διάρκεια διατηρήσεως του κρέατος και βελτιώνει την ωρίμανση του. Επιπλέον, από τις εργασίες αυτές επέρχεται σημαντική αύξηση της αγοραίας αξίας του κρέατος, η οποία ανέρχεται, όσον αφορά ορισμένα ιδιαίτερα τεμάχια κρέατος ποιότητας, σε περισσότερο από 200 °/ο, όσον αφορά δε το σύνολο των τεμαχίων που λαμβάνονται από τον τεμαχισμό ενός τεταρτημορίου βοός σε 17,6 ο/ο ή, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε το Zentrag κατά την προφορική διαδικασία, ακόμη και σε 22 ο/ο εν σχέσει προς την ανά χιλιόγραμμο αξία του τεταρτημορίου βοός.
12
Κατά την άποψη της διοικήσεως τελωνείων και της Επιτροπής, δεν πρόκειται για κατασκευή νέου προϊόντος ή για σημαντικό στάδιο παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, διότι οι εν λόγω ενέργειες αφορούν μόνο την εμφάνιση του προϊόντος και δεν επηρεάζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του. Η αύξηση της αξίας του κρέατος που επιφέρουν ανέρχεται σε 10 ο/ο το πολύ.
13
Πρέπει να υπομνηστεί σχετικά, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1977 (Gesellschaft für Überseehandel, 49/76, Sig. σ. 41), ότι η τελευταία μεταποίηση ή κατεργασία στην οποία αναφέρεται το άρθρο 5 του κανονισμού 802/68 είναι «ουσιώδης», κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, μόνον αν το προϊόν που προέρχεται από αυτήν εμφανίζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και έχει ειδική υφή που δεν είχε πριν από την εν λόγω μεταποίηση ή κατεργασία. Εργασίες που επηρεάζουν την εμφάνιση ενός προϊόντος ενόψει της χρησιμοποιήσεώς του χωρίς όμως να επιφέρουν σημαντική ποιοτική μεταβολή των χαρακτηριστικών του, δεν είναι ικανές να καθορίσουν την καταγωγή του εν λόγω προϊόντος.
14
Εν προκειμένω μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω εργασίες διευκολύνουν τη διάθεση του κρέατος, καθιστώντας δυνατή την προσφορά του στους καταναλωτές μέσω εμπορικών επιχειρήσεων που δεν διαθέτουν δικό τους κρεοπώλη. Αντίθετα, δεν επέρχεται καμία ουσιαστική μεταβολή των χαρακτηριστικών και της συστάσεως του κρέατος από τις εν λόγω εργασίες, οι οποίες έχουν ως κύριο αποτέλεσμα το χωρισμό των διαφόρων τμημάτων του σφαγίου ανάλογα με την ποιότητα και τα προϋπάρχοντα χαρακτηριστικά τους και τη μεταβολή της εμφανίσεως τους προς το σκοπό της διαθέσεως τους. Ορισμένη παράταση της διάρκειας διατηρήσεως και επιβράδυνση της διαδικασίας ωριμάνσεως του κρέατος δεν αποτελούν αρκετά χαρακτηριστική ποιοτική μεταβολή της ουσίας ώστε να πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις. Τέλος, αν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς που το Zentrag έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η αγοραία αξία ενός ολόκληρου τεταρτημορίου βοός που υποβάλλεται στις εν λόγω εργασίες αυξάνει κατά 22 ο/ο, το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό, αυτό και μόνο, να δικαιολογήσει την άποψη ότι οι εργασίες αυτές κατέληξαν στην κατασκευή νέου προϊόντος ή έστω ότι αποτελούν σημαντικό στάδιο παραγωγής.
15
Στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht του Ντύσελντορφ πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αποστέωση, η απονεύρωση, η αφαίρεση του λίπους, ο τεμαχισμός και η συσκευασία εν κενώ κρέατος που προέρχεται από τεταρτημόρια βοοειδών δεν προσδίδει σ' αυτό την καταγωγή της χώρας στην οποία πραγματοποιούνται οι εν λόγω εργασίες.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Finanzgericht του Ντύσελ-ντορφ με διάταξη της 20ής Απριλίου 1983, αποφαίνεται:
1)
Ο κανονισμός 964/71 της Επιτροπής, της 10ης Μαΐου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 123), δεν αποκλείει να μπορούν οι εργασίες μεταποιήσεως του κρέατος που έπονται της σφαγής να προσδώσουν στο κρέας την καταγωγή της χώρας στην οποία πραγματοποιούνται οι εν λόγω εργασίες.
2)
Το άρθρο 5 του κανονισμού 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ., 02/001, σ. 20), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αποστέωση, η απονεύρωση, η αφαίρεση του λίπους, ο τεμαχισμός και η συσκευασία εν κενώ κρέατος που προέρχεται από τεταρτημόρια βοοειδών δεν προσδίδει σ' αυτό την καταγωγή της χώρας στην οποία πραγματοποιούνται οι εν λόγω εργασίες.
Galmot
Everling
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Φεβρουαρίου 1984.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
Full & Egal Universal Law Academy