Στην υπόθεση 104/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal du travail των Βρυξελλών προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρδρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Salvatore Cinciuolo
και
1. Union nationale des federations mutualistes neutres
και
2. Institut national d'assurance maladie-invalidité,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου του κανονισμού του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Ο αιτών της κύριας δίκης, Cinciuolo, που είναι ιταλικής ιθαγένειας και του οποίου η επαγγελματική σταδιοδρομία ως μισθωτού διανύθηκε στην Ιταλία και εν συνεχεία στο Βέλγιο, λαμβάνει στο Βέλγιο, κατ' εφαρμογή των σχετικών βελγικών διατάξεων, αποζημιώσεις αναπηρίας από 1ης Φεβρουαρίου 1977. Από την ημερομηνία αυτή, λαμβάνει επιπλέον, στην Ιταλία, αφενός, ανάλογη σύνταξη αναπηρίας, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις αρχές του συνυπολογισμούαναλογικού επιμερισμού, οι οποίες διατυπώνονται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73) και, αφετέρου, σύνταξη λόγω επαγγελματικής ασθένειας.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 70, παράγραφος 2, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, οι δύο ιταλικές παροχές αφαιρέθηκαν από τις βελγικές παροχές. Η μείωση αυτή, την οποία επέβαλε μια βελγική διάταξη κατά της σωρεύσεως και το αποτέλεσμα της οποίας ήταν ευνοϊκότερο για τον ενδιαφερόμενο από το αποτέλεσμα που προκύπτει από την εφαρμογή των αρχών του συνυπολογισμούαναλογικού επιμερισμού, που προβλέπει το άρθρο 46, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, δεν αμφισβητείται από τον αιτούντα της κύριας δίκης.
Κατόπιν της αυξήσεως, από 1ης Ιουλίου 1977, της ιταλικής συντάξεως λόγω επαγγελματικής ασθένειας, το Institut national d'assurance maladie-invalidité (στο εξής: INAMI) μείωσε τη βελγική παροχή από την ίδια ημερομηνία. Ύστερα από νέα αύξηση της ιταλικής συντάξεως, που δόθηκε την 1η Ιουλίου 1980, ο INAMI μείωσε και πάλι τη βελγική παροχή.
Ο Cinciuolo αμφισβήτησε τις δύο αυτές μειώσεις, προβάλλοντας ότι έγιναν κατά παράβαση του άρθρου 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, σύμφωνα με το οποίο:
«Αν, λόγω της αυξήσεως του κόστους ζωής, της διακυμάνσεως του ύψους των μισθών ή άλλων λόγων προσαρμογής, τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερομένων κρατών, κατά ένα καθορισμένο ποσοστό ή ποσό, το ποσοστό ή ποσό αυτό πρέπει να εφαρμοστεί απευθείας στις παροχές που καθορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού.»
Ο INAMI αντέταξε ότι το άρθρο 51 αφορά μόνο τις συντάξεις και ότι η εφαρμογή του δεν μπορεί να επεκταθεί σε άλλης φύσεως παροχές.
Ο Cinciuolo υποστήριξε ότι κατά τον υπολογισμό των συντάξεων που χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 46 πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι εθνικοί κανόνες κατά της σωρεύσεως, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 12 του παραπάνω κανονισμού, ότι μια σύνταξη που έχει αρχικά καθοριστεί με βάση τους κανόνες αυτούς περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως εξακολουθεί να υπάγεται στη σταθεροποίηση που προβλέπει το άρθρο 51 του ίδιου κανονισμού και ότι, επομένως, δεν πρέπει να υπολογίζεται εκ νέου βάσει των τροποποιήσεων που επέρχονται, λόγω της αυξήσεως του κόστους ζωής ή του ύψους των μισθών, οι παροχές που έχουν χορηγηθεί από το φορέα άλλου κράτους μέλους και οι οποίες ελήφθησαν υπόψη δυνάμει ενός κανόνα κατά της σωρεύσεως, και μάλιστα ανεξαρτήτως της φύσεως των παροχών αυτών.
Ο INAMI αμφισβήτησε ρητά ότι υπάρχει σχέση μεταξύ του άρθρου 46 και του άρθρου 12 του εν λόγω κανονισμού και παρατήρησε ότι το άρθρο 51 δεν αναφέρεται καθόλου στο άρθρο 12, το οποίο αφορά την απαγόρευση σωρεύσεως των παροχών.
Με δικόγραφα της 31ης Ιουλίου 1979 και της 5ης Δεκεμβρίου 1980, ο Cinciuolo προσέβαλε τις αποφάσεις των βελγικών αρχών περί μειώσεως των εν λόγω παροχών ενώπιον του Tribunal du travail των Βρυξελλών. Το δικαστήριο αυτό ανέβαλε να αποφανθεί οριστικά και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΟΚ 1408/71 της 14ης Ιουνίου 1971 εφαρμόζεται αποκλειστικά στις συντάξεις αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων που αναφέρονται στο άρθρο 46 ή εφαρμόζεται και σε παροχές διαφορετικής φύσεως, όπως οι συντάξεις λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, οι οποίες, δυνάμει των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως σωρεύσεως, επηρέασαν αρχικά το ποσό της συντάξεως που υπολογίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 46 και των οποίων οι μεταγενέστερες προσαρμογές μπορούν να έχουν επιρροή επί της συντάξεως αυτής;
Με άλλα λόγια, πρέπει να γίνει νέος υπολογισμός της συντάξεως, σύμφωνα με το άρθρο 46, σε περίπτωση τροποποιήσεως του ποσού της συντάξεως λόγω επαγγελματικής ασθένειας, το οποίο δεν είναι δυνατό ή είναι εν μέρει μόνο δυνατό να σωρευτεί με τη σύνταξη;»
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Ιουνίου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο αιτών στην κύρια δίκη εκπροσωπούμενος από τον D. Rossini, του Patronato ACLI (Κοινωνική και νομική υπηρεσία για ιταλούς εργαζομένους), καθού, Institut national d'assurance maladie-invalidité (Εθνικό Ίδρυμα Ασφαλίσεως Ασθενείας-Αναπηρίας), εκπροσωπούμενα από τον J. J. Masquelin, δικηγόρο Βρυξελλών, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Griesmar, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον F. Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με διάταξη της 9ης Νοεμβρίου 1983, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, αποφάσισε να αναθέσει την υπόθεση στο δεύτερο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Κατά τον Cindido, το INAMI κακώς ισχυρίζεται ότι το άρθρο 51 αφορά μόνο τις συντάξεις αναπηρίας, γήρατος και επιζώντος και ότι η εφαρμογή του δεν μπορεί να επεκταθεί και σε παροχές άλλης φύσεως. Αντιθέτως, για να κριθεί αν έχει ή όχι εφαρμογή ο κανόνας σταθεροποιήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 51, πρέπει να ληφθεί υπόψη η σχέση που υπάρχει μεταξύ των άρθρων 51, 46 και 12 του κανονισμού 1408/71. Συγκεκριμένα, όταν το άρθρο 51 αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο νέου υπολογισμού των παροχών, παραπέμπει στο άρθρο 46. Το τελευταίο συνδέεται άμεσα με το άρθρο 12, που θεσπίζει τους κανόνες κατά της σωρεύσεως των παροχών. Όμως, η οφειλόμενη δυνάμει μόνης της βελγικής νομοθεσίας παροχή αναπηρίας μειώθηκε από την ημερομηνία χορηγήσεως της, ακριβώς κατόπιν της συνδυασμένης εφαρμογής των δύο αυτών τελευταίων άρθρων με το άρθρο 7, παράγραφος 1, γ, του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138). Για το λόγο αυτό, οι ιταλικές αυξήσεις δεν πρέπει πλέον να επηρεάζουν την εξέλιξη της βελγικής παροχής. Ο Cinciuolo παραπέμπει σχετικώς στην απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 1982 (Sinatra, 7/81, Συλλογή 1982, σ. 137).
Αντιθέτως, πρέπει να ληφθεί υπόψη για το νέο υπολογισμό των παροχών, λόγου χάρη, η επιδείνωση της ανικανότητας του ενδιαφερομένου και η αύξηση του ποσοστού αναπηρίας του. Στην περίπτωση αυτή, έχουν εφαρμογή το άρθρο 51, παράγραφος 2, και η διαδικασία στην οποία αναφέρεται το άρθρο 49 του κανονισμού 574/72.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, ο Cinciuolo θεωρεί ότι η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα μπορεί να είναι η εξής:
«Το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 εφαρμόζεται και σε άλλες παροχές εκτός των συντάξεων, όπως οι συντάξεις λόγω εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας, αν το ποσό της συντάξεως επηρεάστηκε αρχικά από αυτές τις διαφορετικής φύσεως παροχές και αν οι μεταγενέστερες προσαρμογές των παροχών αυτών οφείλονται σε συμβάντα που δεν αφορούν την ατομική κατάσταση του ασφαλισμένου.»
Κατά το INAMI, δεδομένου ότι το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 αναφέρεται μόνο στο άρθρο 46, το τελευταίο αυτό άρθρο αφορά παροχές της ίδιας φύσεως και δεν αναφέρεται καθόλου στο άρθρο 12, επιπλέον δε το άρθρο 12, παράγραφος 2, καθιστά δυνατή την εφαρμογή της εθνικής διατάξεως κατά της σωρεύσεως, όταν ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως, που καταβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 46 και 51 και μία ή περισσότερες παροχές διαφορετικής φύσεως (ή άλλα εισοδήματα), προκύπτει αβίαστα ότι ο μηχανισμός του άρθρου 51 εφαρμόζεται μόνο σε παροχές της ίδιας φύσεως.
Κατά την άποψη του INAMI, η παραπάνω ανάλυση, που είναι μάλλον αναμφισβήτητη, πρέπει να επιβεβαιώνεται με την επίκληση λόγων που αφορούν μάλλον την ουσία παρά τον τύπο.
Όμως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το άρθρο 12 αφορά παροχές ή εισοδήματα που υποτίθεται ότι διαφέρουν κατά πολύ από τις ίδιας φύσεως παροχές, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 46 (καθώς και το κεφάλαιο 2 του τίτλου III). Πρόκειται όχι μόνο για παροχές διαφορετικής φύσεως (άρθρο 12, παράγραφος 2), αλλά και για εισοδήματα ή παροχές που προέρχονται από επαγγελματική δραστηριότητα, για την οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 3 του άρθρου 12 (βλέπε επίσης άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72, στοιχεία 6 και γ, που αφορούν την εφαρμογή τόσο της παραγράφου 2 όσο και της παραγράφου 3 του άρθρου 12).
Το INAMI θεωρεί ότι ο κατά πολύ διαφορετικός χαρακτήρας των εισοδημάτων που αποκτώνται από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας (σε σχέση με τις ίδιας φύσεως παροχές που καταβάλλονται στο πλαίσιο του κεφαλαίου 2, του τίτλου III), δεν συμβιβάζεται με την εφαρμογή, όσον αφορά την προσαρμογή, ενός μηχανισμού όπως αυτός που προβλέπει το άρθρο 51. Παραδείγματος χάρη, στην περίπτωση αναπήρου, τα εισοδήματα που προέρχονται από επαγγελματική δραστηριότητα που αναλαμβάνεται εκ νέου, εν μέρει, αποτελούν στοιχείο το οποίο επιδέχεται αρκετές μεταβολές και αυξήσεις και μειώσεις.
Δεδομένου ότι οι κανόνες περί σωρεύσεως εφαρμόζονται στις παροχές της ίδιας φύσεως και στις άλλες παροχές ή εισοδήματα, το INAMI δεν δέχεται την πρόταση του Gnciulo να μείνει σταθερή η αρχική κατάσταση της παροχής, διότι αυτό θα εμπόδιζε την επανεξέταση της καταστάσεως του ασφαλισμένου αργότερα, όπως λόγου χάρη στην περίπτωση ενός αναπήρου ασφαλισμένου που χρειάστηκε να μειώσει τις δραστηριότητες τις οποίες είχε καταφέρει να αναλάβει εκ νέου.
Ενώ μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσαρμογή στην περίπτωση τροποποιήσεως παροχών της ίδιας φύσεως λόγω αυξήσεως του κόστους ζωής δίνει αποτέλεσμα, σε τελευταία ανάλυση, ισοδύναμο, είναι αντιθέτως φανερό ότι ο μηχανισμός αυτός δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση όπου υπεισέρχονται στον υπολογισμό της παροχής παράγοντες ή στοιχεία που δεν μπορούν να συγκριθούν ή να εξομοιωθούν με παροχή της ίδιας (ρύσεως, όπως τα εισοδήματα από επαγγελματική δραστηριότητα που αναλαμβάνεται εκ νέου, εν μέρει, ή παροχές διαφορετικής φύσεως όπως, λόγου χάρη, οι χορηγούμενες λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, οι οποίες έχουν ιδιαίτερο χαρακτήρα (ενδεχόμενη εξέλιξη που συνεπάγεται τροποποίηση του αρχικού ποσοστού), χαρακτήρα που δεν συμβιβάζεται με το μηχανισμό προσαρμογής που προβλέπει το άρθρο 51.
Το INAMI είναι λοιπόν της γνώμης ότι το άρθρο 51 αναφέρεται αποκλειστικά σε παροχές της ίδιας φύσεως που έχουν καθοριστεί, στα οικεία κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 46 και ότι δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που μειώνονται οι παραπάνω παροχές διότι ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει επίσης διαφορετικής φύσεως παροχή ή άλλα εισοδήματα ή αποδοχές. Κάθε τροποποίηση των παροχών αυτών ή εισοδημάτων μπορεί έτσι να οδηγήσει σε νέο υπολογισμό και, ενδεχομένως, σε νέα μείωση.
Το INAMI προτείνει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
«Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71 δεν αφορούν τις μεταγενέστερες προσαρμογές παροχών διαφορετικής φύσεως, όπως οι συντάξεις λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, οι οποίες επηρέασαν αρχικά το ύψος της συντάξεως αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντος που καθορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού αυτού.»
Η Επιτροπή επικαλείται πρώτον την παραπάνω απόφαση Sinatra, στην οποία το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο κύριος σκοπός του άρθρου 51 είναι η επίτευξη διοικητικής απλουστεύσεως.
Παρατηρεί ότι το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 επιβάλλει πράγματι σύγκριση μεταξύ των «αυτοτελών» παροχών που λαμβάνονται δυνάμει μόνο του εθνικού δικαίου και των «κοινοτικών» παροχών, εκείνων δηλαδή που λαμβάνονται δυνάμει του συνυπολογισμού των περιόδων που προβλέπει το άρθρο 45 του ίδιου κανονισμού.
Για να αποφευχθεί ακριβώς η ανάγκη νέας συγκρίσεως προκειμένου να βρεθεί ευνοϊκότερο σύστημα, σε κάθε τροποποίηση μιας ή περισσότερων χορηγούμενων παροχών, το άρθρο 51 περιορίζει την ανάγκη νέου περιορισμού στις περιπτώσεις και μόνο που αναφέρονται στην παράγραφο 2, δηλαδή της τροποποιήσεως της μεθόδου καθορισμού των κανόνων υπολογισμού των παροχών.
Το προς επίλυση πρόβλημα είναι το αν το άρθρο 46 πρέπει να ερμηνεύεται stricto sensu ή κατά τρόπο ευρύτερο, ώστε να καλύπτει δηλαδή τις διαφορετικής φύσεως παροχές, οι οποίες, μέσω των εθνικών διατάξεων κατά της σωρεύσεως εμπλέκονται στο μηχανισμό του άρθρου αυτού.
Κατά την Επιτροπή, οι παροχές είναι πράγματι διαφορετικής φύσεως εν προκειμένω. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι όταν ένας εργαζόμενος λαμβάνει σε ένα κράτος μέλος, όπως εν προκειμένω, «αυτοτελή» παροχή, δικαιούται την υψηλότερη παροχή μεταξύ, αφενός, της παροχής που μπορεί να διεκδικήσει δυνάμει της νομοθεσίας αυτού του κράτους μέλους στο σύνολο της, περιλαμβανομένων και των διατάξεων κατά της σωρεύσεως που περιέχει ενδεχομένως και, αφετέρου, της παροχής που μπορεί να διεκδικήσει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1408/71 στο σύνολο τους. Όμως, το τμήμα του υπολογισμού που αφορά την «κοινοτική» παροχή στηρίζεται στο άρθρο 46 στο σύνολο του, περιλαμβανομένης και της παραγράφου 3 (βλέπε αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16. 5. 1979, Mura, 236/78, Recueil σ. 1819, και της 5. 5. 1983, Van der Bunt, 238/81, Συλλογή 1983, 6. 1385).
Επομένως, εθνικές διατάξεις κατά της σωρεύσεως λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, γ, του κανονισμού 574/72, πάντα στο πλαίσιο αυτού του υπολογισμού της κοινοτικής συντάξεως. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 46, κατά τον αρχικό υπολογισμό ελήφθησαν υπόψη οι διαφορετικής φύσεως παροχές που καλύπτονται από τις εθνικές διατάξεις κατά της σωρεύσεως.
Κατά την Επιτροπή, από τα παραπάνω προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της ratio legis του άρθρου 51, σύμφωνα με την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο στην παραπάνω απόφαση Sinatra, το άρθρο αυτό, ως εκτελεστική διάταξη του άρθρου 46, καλύπτει όλες τις παροχές που περιελήφθησαν στους αρχικούς υπολογισμούς, περιλαμβανομένων και των διαφορετικής φύσεως παροχών που λαμβάνονται υπόψη στις εθνικές διατάξεις κατά της σωρεύσεως.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή προτείνει την ακόλου9η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΟΚ 1408/71 εφαρμόζεται σε όλες τις παροχές των οικείων κρατών μελών που λαμβάνονται υπόψη για τους υπολογισμούς και τις συγκρίσεις που γίνονται στο πλαίσιο του άρ9ρου 46, περιλαμβανομένης και της παραγράφου 3 του άρ9ρου αυτού, κα9ώς και των διατάξεων ερφαρμογής του.»
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983, ο κα8ού, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο J.J. Masquelin, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον F. Herbert, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 26ης Μαΐου 1983, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Ιουνίου του ίδιου έτους, το Tribunal du travail των Βρυξελλών υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου του 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ 05/001, σ. 73).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο δίκης μεταξύ, αφενός, του Salvatore Cinciuolo, ιταλικής ιθαγένειας, και, αφετέρου, μεταξύ άλλων, του Institut national d'assurance maladie-invalidité (κατωτέρω INAMI), βελγικού φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως.
3
Από την 1η Φεβρουαρίου 1977, ο Cinciuolo λαμβάνει επιδόματα αναπηρίας κατ' εφαρμογή της βελγικής νομοθεσίας. Επιπλέον, λαμβάνει δύο ιταλικές παροχές, δηλαδή, αφενός, ανάλογη σύνταξη αναπηρίας υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις αρχές του συνυπολογισμούαναλογικού επιμερισμού που διατυπώνονται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71 και, αφετέρου, σύνταξη λόγω επαγγελματικής ασθένειας.
4
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 70, παράγραφος 2, του βελγικού νόμου της 9ης Αυγούστου 1963, οι δύο ιταλικές παροχές αφαιρέθηκαν από τη βελγική παροχή. Η μείωση αυτή, την οποία επέβαλε μία βελγική διάταξη περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως και το αποτέλεσμα της οποίας ήταν, για τον ενδιαφερόμενο, ευνοϊκότερο του αποτελέσματος που προκύπτει από την εφαρμογή των αρχών του συνυπολογισμούαναλογικού επιμερισμού του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν αμφισβητείται από τον Cinciuolo.
5
Κατόπιν της αυξήσεως, από πρώτης Ιουλίου 1977, της ιταλικής συντάξεως λόγω επαγγελματικής ασθένειας, το INAMI μείωσε αντίστοιχα τη βελγική παροχή από την ίδια ημερομηνία. Ύστερα από νέα αύξηση της ιταλικής συντάξεως που δόθηκε την 1η Ιουλίου 1980, το INAMI μείωσε και πάλι τη βελγική παροχή.
6
Ο Cinciuolo αμφισβήτησε τις δύο αυτές μειώσεις ενώπιον του Tribunal du travail των Βρυξελλών, προβάλλοντας ότι έγιναν κατά παράβαση του άρθρου 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Το INAMI αντέταξε ότι το άρθρο 51 αφορά μόνο τις συντάξεις αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων και ότι η εφαρμογή του δεν μπορεί να επεκταθεί σε παροχές άλλης φύσεως.
7
Το Tribunal du travail ανέβαλε να αποφανθεί οριστικά και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού ΕΟΚ 1408/71 της 14ης Ιουνίου 1971 εφαρμόζεται αποκλειστικά στις συντάξεις αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων που αναφέρονται στο άρθρο 46 ή εφαρμόζεται και σε παροχές διαφορετικής φύσεως, όπως οι συντάξεις λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, οι οποίες, δυνάμει των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, επηρέασαν αρχικά το ποσό της συντάξεως που υπολογίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 46 και των οποίων οι μεταγενέστερες προσαρμογές μπορούν να έχουν επιρροή επί της συντάξεως αυτής;
Με άλλα λόγια, πρέπει να γίνει νέος υπολογισμός της συντάξεως, σύμφωνα με το άρθρο 46, σε περίπτωση τροποποιήσεως του ποσού της συντάξεως λόγω επαγγελματικής ασθένειας, το οποίο δεν είναι δυνατόν ή είναι εν μέρει μόνο δυνατόν να σωρευτεί με τη σύνταξη;»
8
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευτεί με βάση τη διατύπωση του, τα συμφραζόμενα και τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει.
9
Η πρώτη παράγραφος του άρθρου αυτού ορίζει ότι, αν, λόγω της αυξήσεως του κόστους ζωής, της διακυμάνσεως του ύψους των μισθών ή άλλων λόγων προσαρμογής, τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερομένων κρατών, κατά ορισμένο ποσοστό ή ποσό, το ποσοστό ή ποσό αυτό πρέπει να εφαρμοστεί απευθείας«στις παροχές που καθορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46», χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Αντιθέτως, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, σε περίπτωση τροποποιήσεως του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών πραγματοποιείται νέος υπολογισμός. Αν ληφθεί υπόψη η διατύπωση της πρώτης παραγράφου, για την παραπομπή στο άρθρο 46, διαπιστώνεται ότι η μόνη περίπτωση που ρυθμίζεται ρητώς στο άρθρο 51 είναι η περίπτωση τροποποιήσεως μιας από τις παροχές που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46.
10
Το άρθρο 46 ορίζει τους κανόνες υπολογισμού των ποσών των συντάξεων των εργαζομένων οι οποίοι έχουν υπαχθεί στη νομοθεσία δύο ή περισσότερων κρατών μελών. Συγκεκριμένα, ορίζει τους υπολογισμούς που είναι αναγκαίοι προκειμένου να διαπιστωθεί αν η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, περιλαμβανομένων των οικείων διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, είναι πιο ευνοϊκοί για το συγκεκριμένο εργαζόμενο από το σύστημα του συνυπολογισμού και του αναλογικού επιμερισμού που προβλέπει το άρθρο 46, παράγραφος 2. Επομένως, στους υπολογισμούς που γίνονται δυνάμει του άρθρου 46, μπορούν να ληφθούν υπόψη όχι μόνο οι παροχές, το ποσό των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, αλλά, μέσω των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, και άλλες παροχές που μπορούν μελλοντικά να τροποποιηθούν.
11
Σημειωτέον ότι το άρθρο 51 δεν αποτελεί εξαιρετικό κανόνα σε σχέση με το άρθρο 46, αλλά διάταξη που αφορά τον τρόπο εφαρμογής του. Το γεγονός ότι μια συγκεκριμένη κατάσταση δεν εμπίπτει ρητώς στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής, δεν εμποδίζει την εφαρμογή του, αν αυτό ανταποκρίνεται στους σκοπούς που επιδιώκει.
12
Όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1982 (Sinatra, 7/81, Συλλογή σ. 137), το άρθρο 51 θεσπίστηκε προκειμένου να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση που προκαλεί η επανεξέταση της καταστάσεως του κοινωνικώς ασφαλισμένου ύστερα από κάθε τροποποίηση των χορηγούμενων παροχών. Ο κανονισμός θέλησε κατ' αυτόν τον τρόπο να αποκλείσει τον εκ νέου υπολογισμό, όταν οι προσαρμογές των παροχών προέρχονται από γεγονότα ξένα προς την προσωπική κατάσταση του ασφαλισμένου και αποτελούν συνέπεια της γενικής εξέλιξης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης.
13
Οι ίδιοι λόγοι απλούστευσης και σταθερότητας ισχύουν κατά του νέου υπολογισμού, σε κάθε περίπτωση τροποποιήσεως, λόγω της γενικής αυτής εξέλιξης, μιας παροχής που έχει επηρεάσει τον αρχικό υπολογισμό των συντάξεων, μέσω των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως. Πράγματι, η διάκριση στην οποία προβαίνει το άρθρο 51, αναλόγως του αν η τροποποίηση των παροχών οφείλεται στη γενική εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης ή αποτελεί συνέπεια της τροποποίησης του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών, είναι δεκτική εφαρμογής και σε παροχές άλλες εκτός από εκείνες που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 46.
14
Επομένως, στο ερώτημα που υποβλήθηκε προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται και σε παροχές όπως οι συντάξεις λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, οι οποίες, δυνάμει των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, επηρέασαν αρχικά το ποσό της συντάξεως αναπηρίας που υπολογίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού αυτού και των οποίων οι μεταγενέστερες προσαρμογές μπορούν να έχουν επιρροή επί της συντάξεως αυτής. Επομένως δεν πρέπει να γίνει νέος υπολογισμός της συντάξεως αναπηρίας, σύμφωνα με το άρθρο 46, σε περίπτωση μεταβολής της σύνταξης λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, που επήλθε λόγω της εξέλιξης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης.
Επί των δικαστικών εξόδων
15
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων στην κύρια δίκη, το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμο),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με απόφαση της 26ης Μαΐου 1983, το Tribunal du travail των Βρυξελλών, αποφαίνεται:
Το άρθρο 51 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται και σε παροχές όπως οι συντάξεις λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, οι οποίες, δυνάμει των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως επηρέασαν αρχικά το ποσό της συντάξεως που υπολογίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού αυτού και των οποίων οι μεταγενέστερες προσαρμογές μπορούν να έχουν επιρροή επί της συντάξεως αυτής. Επομένως δεν πρέπει να γίνει νέος υπολογισμός της συντάξεως αναπηρίας, σύμφωνα με το άρθρο 46, σε περίπτωση μεταβολής της σύνταξης λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας που επήλθε λόγω της γενικής εξέλιξης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης.
Bahlmann
Pescatore
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Μαρτίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Κ. Bahlmann
Full & Egal Universal Law Academy