Στην υπόθεση 105/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του College van Beroep voor het Bedrijsleven προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
PAKVRIES BV, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, εκτελωνίστριας, με έδρα το Ρότ-
τερνταμ,
και
MINISTER VAN LANDBOUW ΕΝ VISSERIJ, Χάγη,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία του άρθρου 59 του κανονισμού 542/69 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1969, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Bahlmann, Ρ. Pescatore, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C Ο. Lenz γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Το Δεκέμβριο 1976 και Ιανουάριο 1977, η εταιρία περιορισμένης ευθύνης Pakvries BV, με έδρα το Ρόττερνταμ, υπέβαλε εκτελωνίστρια στο γραφείο είσπραξης δασμών και φόρων κατανάλωσης στο Ρόττερνταμ, δηλώσεις αποστολής τύπου 1, τίτλους κυκλοφορίας κατά τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης βάσει του κανονισμού 542/69 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1969, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως (PB L 77, σ. 1), όπως ίσχυε κατά τον υπό κρίση χρόνο και όπως, εν τω μεταξύ, αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003 σ. 3). Οι δηλώσεις αυτές αφορούσαν τη μεταφορά με φορτηγό αυτοκίνητο έξι παρτίδων βοείου κρέατος προέλευσης Αργεντινής που ήταν αποθηκευμένες στο Ρόττερνταμ με τελωνείο προορισμού το Μιλάνο.
Ο τίτλος II του κανονισμού 542/69 ρυθμίζει κατά λεπτομερή τρόπο τις διαδικασίες της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης. Προβλέπει, ιδίως, στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 12 ότι για το εμπόρευμα πρέπει να γίνεται δήλωση, όπως αποκαλείται, «Τ 1 » που να υπογράφεται από το πρόσωπο που προτίθεται να διενεργήσει τη διαμετακόμιση ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του και να υποβάλλεται σε τρία αντίτυπα τουλάχιστον, στο τελωνείο αναχώρησης. Σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, το τελωνείο αναχώρησης καταχωρεί τη δήλωση Τ 1 και καθορίζει την προθεσμία, μέσα στην οποία τα εμπορεύματα πρέπει να προσκομιστούν στο τελωνείο προορισμού. Το άρθρο 13 προβλέπει την υποχρέωση, να προσκομιστούν τα εμπορεύματα ανέπαφα, μέσα στην προθεσμία που έχει ταχθεί, στο τελωνείο προορισμού. Το τελωνείο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 26, επικυρώνει τα αντίτυπα του δελτίου Τ1 που του υποβάλλονται στα πλαίσια του ελέγχου που διενεργεί και αποστέλλει ένα αντίτυπο στο τελωνείο αναχώρησης.
'Εχει αποδειχθεί ότι τα εμπορεύματα, για τα οποία υποβλήθηκαν δηλώσεις αποστολής από την εταιρία Pakvries, δεν προσκομίστηκαν ποτέ στο τελωνείο προορισμού του Μιλάνου. Από έρευνα που έκανε η ολλανδική φορολογική υπηρεσία ερευνών και πληροφοριών αποκαλύφθηκε ότι τα εμπορεύματα αυτά είχαν τεθεί αντικανονικά σε ελεύθερη κυκλοφορία στο Βέλγιο και ότι τα παραστατικά που είχαν επιστραφεί στο γραφείο είσπραξης του Ρόττερνταμ περιείχαν ψευδείς ενδείξεις και παραποιημένα χαρτόσημα.
Το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 542/69 ορίζει:
Όταν διαπιστώνεται ότι, κατά τη διάρκεια κοινοτικής διαμετακόμισης, ή επ' ευκαιρία αυτής, διαπράχθηκε παράβαση ή παρατυπία σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, το κράτος αυτό εισπράττει τους δασμούς και τις λοιπές επιβαρύνσεις που είναι ενδεχομένως απαιτητές, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις, ανεξάρτητα από την άσκηση ποινικής δίωξης.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, όταν εμπορεύματα έχουν τεθεί παράνομα σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα κράτος μέλος, οι διοικητικές αρχές αυτού του κράτους μέλους είναι αρμόδιες για να προβούν στις επιβαλλόμενες ενέργειες είσπραξης.
Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69:
Κατά παρέκκλιση του παρόντος κανονισμού, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες μπορούν να εφαρμόζουν στα παραστατικά κοινοτικής διαμετακόμισης τις συμφωνίες που συνήψαν ή θα συνάψουν μεταξύ τους, με σκοπό τον περιορισμό ή την κατάργηση των διατυπώσεων διέλευσης των βελγο-λουξεμβουργιανών και βελγο-ολλανδικών συνόρων.
Το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου που περιέχει φορολογικές διατάξεις και αποτελεί παράρτημα στη Σύμβαση της 29ης Απριλίου 1969 περί διοικητικής και δικαστικής συνεργασίας σε δέματα ποινικής καταστολής των ρυθμίσεων που αφορούν την πραγματοποίηση των στόχων της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ, ορίζει:
1.
Όταν παραστατικό που εκδίδεται ή επικυρώνεται προκειμένου να παραγάγει τα αποτελέσματά του σε διάφορες χώρες δεν είναι εκκαθαρισμένο ή δεν είναι πλήρως εκκαθαρισμένο, τα εμπορεύματα, τα οποία αφορά το παραστατικό αυτό, υπόκεινται σε δασμούς, φόρους που καθίστανται απαιτητοί λόγω της ελλείψεως εκκαθαρίσεως ή της ατελούς εκκαθαρίσεως του σχετικού εθνικού παραστατικού σε εκείνη από τις χώρες για τις οποίες έχει εκδοθεί ή επικυρωθεί το παραστατικό Μπενελούξ, στην οποία είναι υψηλότεροι οι φόροι αυτοί στο σύνολό τους.
2.
Οι δασμοί, φόροι κατανάλωσης, τέλη και άλλοι φόροι, καθώς και τα πρόστιμα που ενδεχομένως οφείλονται λόγω της ελλείψεως εκκαθαρίσεως ή της ατελούς εκκαθαρίσεως εισπράττονται για λογαριασμό της από τη χώρα, στην οποία το παραστατικό εκδόθηκε ή επικυρώθηκε.
3.
Αν έχει καθοριστεί η χώρα, στην οποία τα εμπορεύματα βρίσκονται στην ίδια κατάσταση όπως τα εμπορεύματα για τα οποία καταβλήθηκαν δασμοί, φόροι κατανάλωσης, τέλη και άλλοι φόροι σχετικά με αυτά, τα εμπορεύματα αυτά υπόκεινται, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, στους δασμούς, φόρους κατανάλωσης, τέλη και άλλους φόρους που ισχύουν σε αυτή τη χώρα. Αν το παραστατικό δεν έχει εκδοθεί ή επικυρωθεί στη χώρα αυτή, το προϊόν των μη ενοποιηθέντων φόρων περιέρχεται, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 2, στη χώρα αυτή.
Δυνάμει των διατάξεων που ισχύουν στο εσωτερικό της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ εναπόκειται, συνεπώς, στο κράτος έκδοσης των παραστατικών να προβεί στην είσπραξη σε περίπτωση παράνομης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία.
Εφαρμόζοντας τις διατάξεις του κοινού δικαίου της Μπενελούξ το γραφείο είσπραξης δασμών και φόρων κατανάλωσης του Ρόττερνταμ επέδωσε στην εταιρία Pakvries, στις 19 Σεπτεμβρίου 1979, έξι εντάλματα πληρωμής, που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή της ολλανδικής κανονιστικής απόφασης του 1968 για τη ρύθμιση των γεωργικών εισφορών και επιστροφών, από τα οποία εντάλματα πληρωμής προέκυπτε ότι οφειλόταν ποσό ύψους 695945,30 ολλανδικών φιορινιών ως γεωργική εισφορά.
Η εταιρία Pakvries άσκησε στις 17 Οκτωβρίου 1979 ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven (δευτεροβάθμιου δικαστηρίου οικονομικών υποθέσεων των Κάτω Χωρών) προσφυγές ακύρωσης αυτών των αποφάσεων. Δεν αμφισβήτησε ότι τα εμπορεύματα δεν είχαν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού του Μιλάνου, ότι είχαν τεθεί αντικανονικά σε ελεύθερη κυκλοφορία στο Βέλγιο και ότι οι ενδείξεις και παρατηρήσεις που είχαν αναγραφεί στα αντίτυπα των παραστατικών Τ 1 που στάλθηκαν στο γραφείο του Ρόττερνταμ ήταν ψευδείς. Αμφισβήτησε, αντιθέτως, την αρμοδιότητα της ολλανδικής τελωνειακής υπηρεσίας, στηριζόμενη στο άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 542/69. Εν προκειμένω, προβάλλει ότι οι βελγικές διοικητικές αρχές είχαν πράγματι κινήσει τη διαδικασία είσπραξης.
Το ολλανδικό Υπουργείο Γεωργίας και Αλιείας, καθού ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven, ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής, επικαλούμενο την αρμοδιότητα των ολλανδικών αρχών βάσει του άρθρου 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου Μπενελούξ, σε συνδυασμό με το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69.
Θεωρώντας ότι για να αποφανθεί επί των προσφυγών που έχουν ασκηθεί ενώπιόν του, είναι αναγκαίο να γνωρίζει την έκταση εφαρμογής της παρέκκλισης που προβλέπεται υπέρ του δικαίου της Μπενε-λούξ από το άρ9ρο 59, το College van Beroep voor het Bedrijfsleven αποφάσισε με Διάταξη της 20ής Μαΐου 1983, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικώς επί του ακόλουθου ερωτήματος:
Πρέπει το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69, όπως ίσχυε πριν από την 1η Ιουλίου 1977, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι Κάτω Χώρες μπορούν να εφαρμόσουν σε κοινοτικό παραστατικό διαμετακόμισης, συμφωνία Μπενελούξ, η οποία κατά παρέκκλιση από το άρθρο 36, παράγραφος 1, του παραπάνω κανονισμού προβλέπει ότι η είσπραξη φόρων πραγματοποιείται από τη χώρα της Μπενελούξ, στην οποία εκδόθηκε το παραστατικό αυτό, ακόμη και αν διαπιστωθεί ότι κατά τη διενέργεια της κοινοτικής διαμετακόμισης διαπράχθηκαν παρατυπίες σε άλλο κράτος της Μπενελούξ;
Η Διάταξη του College van Beroep πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Ιουνίου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ κατέθεσαν παρατηρήσεις στις 17 Αυγούστου 1983 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Η. van Lier, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Ρ. V. F. Bos, δικηγόρο Άμστερνταμ, στις 26 Αυγούστου 1983 η εταιρία Pakvries, εκπροσωπούμενη από τον J. M. F. Finkensieper, δικηγόρο, φοροτεχνικό σύμβουλο στο Άμστερνταμ και στις 6 Σεπτεμβρίου 1983 η Κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από το γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, Ι. Verkade.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε, πάντως, την Επιτροπή και την Ολλανδική Κυβέρνηση να απαντήσουν εγγράφως σε ορισμένες ερωτήσεις' οι απαντήσεις δόθηκαν μέσα στην προθεσμία που είχε ταχθεί.
Με Διάταξη της 7ης Δεκεμβρίου 1983, το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, αποφάσισε να αναθέσει την υπόθεση στο τέταρτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Η εταιρία Pakvries, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, αφού υπογράμμισε ότι η διαφορά στην κύρια δίκη δεν την αφορά παρά μόνο επειδή τα παραστατικά έχουν εκδοθεί στο όνομά της και ότι δεν έχει κατά κανένα τρόπο ανάμειξη στις παρατυπίες που διαπιστώθηκαν, υποστηρίζει ότι η διαδικασία είσπραξης που κινήθηκε εναντίον της από τις ολλανδικές αρχές είναι αντίθετη προς το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 542/69, ο οποίος καθιστά αρμόδιες τις βελγικές αρχές. Το άρθρο 59 αυτού του κανονισμού δεν μπορεί να παρεκκλίνει, εν προκειμένω, από το άρθρο 36 για διάφορους λόγους.
α)
Από αυτό το ίδιο το γράμμα του άρθρου 59 συνάγεται ότι τα αποτελέσματά του περιορίζονται σαφώς στις διατυπώσεις κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων της Μπενελούξ. Η ρύθμιση διαμετακόμισης της Μπενελούξ δεν μπορεί να αποκλίνει από τους κοινοτικούς κανόνες παρά μόνο στα όρια της κατάργησης των ελέγχων και των διατυπώσεων στα εσωτερικά σύνορα της Μπενελούξ. Καμία παρέκκλιση δεν επιτρέπεται από κανόνες αρχής, όπως το άρθρο 36 σχετικά με τις αρμοδιότητες των κρατών μελών και την εφαρμοστέα νομοθεσία ως προς την είσπραξη.
6)
Τα παραστατικά Τ1 εκδόθηκαν με προορισμό την Ιταλία και για μεταφορά μέσω των Κάτω Χωρών, το Βέλγιο και τη Γαλλία. Τα αποτελέσματα που παράγουν δεν περιορίζονται στην Μπενελούξ. Το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμόζεται, συνεπώς, κατά προτεραιότητα έναντι του άρθρου 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου, που περιορίζεται, από τη φύση του, στα εσωτερικά θέματα της Μπενελούξ.
γ)
Το άρθρο 36 του κανονισμού 542/69 ρυθμίζει εξαντλητικά τις αρμοδιότητες των κρατών μελών ως προς την είσπραξη. Δυνάμει της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, που έχει καθιερωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο κανονισμός υπερισχύει του δικαίου της Μπενελούξ, εκτός αν προβλέπει αυτός ο ίδιος ρητώς τη δυνατότητα πορεκκλίνουσας ρύθμισης. Όμως, το άρθρο 59 δεν περιέχει τέτοια παρέκκλιση ως προς την είσπραξη των δασμών. Η εφαρμογή του άρθρου 36 δεν παρεμποδίζεται επίσης ούτε από τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 1 και 3, τόυ άρθρου 3, του κανονισμού. Πράγματι αυτό το άρθρο δεν επιτρέπει τη διενέργεια μεταφορών εμπορευμάτων 6άσει άλλων παραστατικών από τα κοινοτικά παραστατικά παρά μόνο στο εσωτερικό της Μπενελούξ. Εν προκειμένω, πρόκειται για παρτίδες που προορίζονται για την Ιταλία και διακινούνται βάσει παραστατικών Τ1, εμπίπτουν δε πλήρως στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού κανονισμού. Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 2, του άρθρου 3, τα κοινοτικά μέτρα και, κατά συνέπεια, οι λεπτομέρειες είσπραξης που περιέχονται στο άρθρο 36 παραμένουν εφαρμοστέες.
δ)
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 36 του κανονισμού 542/69 ως προς την είσπραξη υπερισχύει της παρεκκλίνουσας ρύθμισης του άρθρου 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου που περιέχει ειδικές διατάξεις σε θέματα φόρων και που έχει τεθεί ως παράρτημα στη Σύμβαση Μπενελούξ της 29ης Απριλίου 1969.
Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η ρύθμιση που προβλέπεται από το πρωτόκολλο Μπενελούξ, καταλήγει, για λόγους που οφείλονται στην εσωτερική δικαστική οργάνωση, σε μία διαδικασία που είναι αδύνατο να διεξαχθεί σε περίπτωση διαφοράς με τις ολλανδικές αρχές.
Η Κυοέρνηοη τον ΒασιΑείου των Κάτων Χωρών υπογραμμίζει ότι το προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο θίγει ένα ζήτημα αρχής που αναφέρεται στη σχέση μεταξύ του κοινοτικού δικαίου και του δικαίου της Μπενελούξ ως προς την είσπραξη φόρων και εισφορών. Πρόκειται, πιο συγκεκριμένα, για το αν οι Κάτω Χώρες δικαιούνται να προβούν στην επίδικη είσπραξη κατ' εφαρμογή συμφωνίας Μπενελούξ και κατά παρέκκλιση από τις κοινοτικές διατάξεις, ιδίως από το άρθρο 36 του κανονισμού 542/69.
α)
Κατά το άρθρο 233 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι διατάξεις αυτής της Συνθήκης δεν αποτελούν εμπόδιο στην ύπαρξη οικονομικής ένωσης μεταξύ των χωρών της Μπενελούξ. Το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69 δεν αποτελεί παρά εφαρμογή αυτής της αρχής σ' ένα πιο ειδικό τομέα' επιτρέπει στα κράτη της Μπενελούξ να εφαρμόζουν στα παραστατικά της κοινοτικής διαμετακόμισης τις συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ τους. Το άρθρο 36 του κανονισμού δεν εφαρμόζεται βάσει του άρθρου 59 αυτού του κανονισμού, επειδή έχει θεσπιστεί σχετική ρύθμιση στο πλαίσιο της Μπενελούξ.
θ)
Για να καθοριστεί από πραγματική και νομική άποψη το πλαίσιο του προβλήματος πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο των κανόνων της Μπενελούξ. Ως προς αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο αφορά αποκλειστικά την εφαρμογή του δικαίου της Μπενελούξ και όχι την ερμηνεία του, η οποία έχει επιφυλαχτεί στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή ή του Δικαστηρίου της Μπενελούξ.
Η Σύμβαση Μπενελούξ, στην οποία έχει τεθεί ως παράρτημα το πρόσθετο πρωτόκολλο, συνιστά συμφωνία κατά την ένοια του άρθρου 59 του κανονισμού 542/69. Συνεπώς, το άρθρο 75, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου εφαρμόζεται αντί του άρθρου 36 του κανονισμού.
Το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου έχει θεσπίσει σύστημα είσπραξης των φόρων και εισφορών που οφείλονται θάσει των παραστατικών Μπενελούξ. Ένα κοινοτικό τελωνειακό παραστατικό μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως παραστατικό Μπενελούξ, εφόσον θεωρείται ως τέτοιο κάθε παραστατικό έγκυρο σε μία ή περισσότερες χώρες της Μπενελούξ.
Το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου καθορίζει στις παραγράφους 1 και 2 σε ποια χώρα της Μπενελούξ και για ποιό ποσό διενεργείται η είσπραξη. Η ρύθμιση αυτή είναι απαραίτητη σε μια οικονομική ένωση για να αποφεύγονται αμφισβητήσεις ως προς τον καθορισμό της αρμόδιας χώρας.
Εξάλλου, το άρθρο 5 του πρωτοκόλλου εμποδίζει τους ενδιαφερόμενους να προσποριστούν όφελος καταθάλλοντας τους δασμούς σ' αυτή από τις τρεις χώρες της ένωσης, στην οποία είναι λιγότερο υψηλοί. Από την άποψη της κατάργησης των τελωνειακών φραγμών η ρύθμιση αυτή βαίνει σαφώς μακρύτερα από τη σχετική κοινοτική νομοθεσία.
γ)
Από τις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, δηλαδή το άρθρο 233 της
Συνθήκης ΕΟΚ, τα άρθρα 36 και 59 του κανονισμού 542/69 και το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου που περιέχει ειδικές διατάξεις σε θέματα φόρων και έχει τεθεί ως παράρτημα στη Σύμβαση περί διοικητικής και δικαστικής συνεργασίας σε θέματα ποινικής καταστολής στον τομέα των ρυθμίσεων που αφορούν την πραγματοποίηση των στόχων της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ, συνάγεται ότι η διαδικασία είσπραξης δασμών που οφείλονται λόγω μη εκκαθάρισης των κοινοτικών τελωνειακών παραστατικών, τα οποία πρέπει επίσης να θεωρηθούν εν προκειμένω ως παραστατικά Μπενελούξ, πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαίου της Μπενελούξ.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το ερώτημα που υπέβαλε το College van Beroep αφορά τη σχέση μεταξύ του άρθρου 233 της Συνθήκης ΕΟΚ και των ρυθμίσεων της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ. Πρόκειται, πιο συγκεκριμένα, για το αν το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου στη Σύμβαση Μπενελούξ, της 29ης Απριλίου 1969, υπερισχύει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 59 και του άρθρου 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 542/69.
α)
Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για να αποφανθεί στο ερώτημα αυτό στηρίζεται αναντίρρητα στο άρθρο 233 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, πρόκειται για σύγκρουση κανόνων, που προβλέπεται εμμέσως από αυτή τη διάταξη, μεταξύ του δικαίου της Μπενελούξ και του κοινοτικού δικαίου.
6)
Για να διευκρινιστεί η σχέση μεταξύ του άρθρου 59 του κανονισμού και του άρθρου 5 του πρωτοκόλλου, πρέπει να θεωρηθούν τα άρθρα 59 και 36, παράγραφος 1, στο πλαίσιο, στο οποίο εντάσσονται, και να ερμηνευθούν λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική ένωση Μπενελούξ και τις ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή της.
Η ένωση Μπενελούξ τείνει, σε διάφορους ειδικούς τομείς, προς την εδαφική ενοποίηση, επί διοικητικού και δικαστικού επιπέδου σε θέματα ποινικής καταστολής, των τριών χωρών που τη συνθέτουν' η Σύμβαση διεκρινίζει τις λεπτομέρειες αυτές της ενοποίησης.
Η ενοποίηση αυτή πραγματοποιείται στον τομέα των φόρων με το πρόσθετο πρωτόκολλο. Το άρθρο 5 αυτού του πρωτοκόλλου θεσπίζει ειδικό σύστημα για την είσπραξη των δασμών, φόρων κατανάλωσης, τελών και άλλων φόρων σε περίπτωση μη εκκαθάρισης ή ατελούς εκκαθάρισης των παραστατικών των τελωνείων και καθορίζει την αρμοδιότητα του κράτους έκδοσης των παραστατικών για την είσπραξη των δασμών σε περίπτωση παρατυπιών. Η παρέμβαση μιας μόνο διοίκησης, απλοποιεί την είσπραξη και συμβάλλει στην εδαφική ενοποίηση των χωρών της Μπενελούξ.
Θα ήταν παράλογο να αναγνωριστεί στις χώρες της Μπενελούξ το δικαίωμα, βάσει του άρθρου 59 του κανονισμού, να μη ζητούν παραστατικά διαμετακόμισης κατά τη διεύλευση των εσωτερικών τους συνόρων σύμφωνα με τις ρυθμίσεις Μπενελούξ χωρίς να υπάρχει και η δυνατότητα, σε περίπτωση παρατυπιών, της είσπραξης των δασμών κατ' εφαρμογή των άλλων τους ρυθμίσεων. Καίτοι το άρθρο 59 δεν παρέχει ρητώς στις χώρες της Μπενελούξ την αρμοδιότητα να εφαρμόσουν το άρθρο 5 του πρωτοκόλλου κατ' απόκλιση από το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού, αυτό γίνεται εμμέσως υπό το φως του άρθρου 233 της Συνθήκης λόγω της εδαφικής ενοποίησης και της διοικητικής απλοποίησης που επιδιώκει η οικονομική ένωση της Μπενελούξ.
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται ακριβώς από το λόγο ύπαρξης του άρθρου 59 του κανονισμού 542/69. Η διάταξη αυτή αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στα παραστατικά που εκδίδονται από τη χώρα Μπενελούξ αναχώρησης. Τα παραστατικά αυτά επαρκούν για όλη τη διαμετακόμιση Μπενελούξ και καθιστούν, κατά το μέτρο αυτό, περιττά τα παραστατικά που απαιτούνται για το υπόλοιπο μέρος της κοινοτικής διαμετακόμισης. Εφόσον μία μόνο χώρα είναι υπεύθυνη για την έκδοση των παραστατικών που προορίζονται για τη διαμετακόμιση Μπενελούξ, είναι απόλυτα λογικό, λόγω της σημασίας από διοικητική άποψη του άρθρου 59, να έχει η χώρα αυτή την αρμό-' διότητα να προβαίναι στην είσπραξη σε περίπτωση παρατυπιών.
γ)
Το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο επιβάλλει την ακόλουθη απάντηση:
Το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69, όπως ίσχυε πριν από την 1η Ιουλίου 1977, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι Κάτω Χώρες μπορούν να εφαρμόζουν σε παραστατικά κοινοτικής διαμετακόμισης το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου που περιέχει ειδικές φορολογικές διατάξεις και είναι προσαρτησμένο στη σύμβαση Μπενελούξ της 29ης Απριλίου 1969 περί διοικητικής και δικαστικής συνεργασίας σε θέματα ποινικής καταστολής στον τομέα των ρυθμίσεων που αφορούν την πραγματοποίηση των στόχων της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ, εφόσον διαπιστώνεται παρατυπία που διαπράχθηκε σε άλλη χώρα της Μπενελούξ κατά την κοινοτική διαμετακόμιση.
III — Απαντήσεις στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο
Στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο κατά το πέρας της γραπτής διαδικασίας στην ολλανδική κυβέρνηση και στην Επιτροπή δόθηκαν οι απαντήσεις που συνοψίζονται παρακάτω.
Η πρώτη ερώτηση αφορά την άποψη, κατά την οποία το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69 και το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου στη Σύμβαση Μπενελούξ αφορούν μόνο εσωτερικά θέματα Μπενελούξ, έτσι ώστε περίπτωση διαμετακόμισης με προορισμό άλλο κράτος μέλος, εν προκειμένω την Ιταλία, εμπίπτει στο άρθρο 36 του κανονισμού 542/69.
α)
Σχετικά με αυτό το σημείο, η oÅÅav-όική κυβέρνηση αναφέρει ότι το πλαίσιο της οικονομικής ένωσης της Μπενελούξ η Σύμβαση «για την ενοποίηση του τελωνειακού εδάφους της Μπενελούξ», της 29ης Απριλίου 1969, δημιούργησε, όσον αφορά τις εισαγωγές, τελωνειακή ένωση, στην οποία εφαρμόζεται κοινό δασμολόγιο εισαγωγικών δασμών και δεν εισπράττονται εισαγωγικοί δασμοί για τις εσωτερικές ανταλλαγές.
Το άρ9ρο 2 αυτής της σύμβασης ορίζει, όσον αφορά τις εισαγωγές, ότι οι νομοθετικές διατάξεις στον τελωνειακό τομέα που αφορούν τις μεταφορές εμπορευμάτων εφαρμόζονται στο έδαφος και στα εξωτερικά σύνορα της Μπενελούξ. Η Σύμβαση περί διοικητικής και δικαστικής συνεργασίας σε θέματα ποινικής καταστολής στον τομέα των ρυ9μίσεων που αναφέρονται στην πραγματοποίηση των στόχων της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ, της 29ης Απριλίου 1969, περιέχει γενικούς κανόνες για τον κοινό αυτό τελωνειακό χώρο. Το πρόσθετο πρωτόκολλο, που εφαρμόζεται ως προς τις νομοθετικές διατάξεις που αφορούν τα τελωνεία, τους φόρους κατανάλωσης και το φόρο προστιθέμενης αξίας, αποβλέπει στη θέσπιση διοικητικής και δικαστικής συνεργασίας σε θέματα ποινικής καταστολής μέσα στην Μπενελούξ. Οι συντάκτες της Συνθήκης ΕΟΚ είχαν λάβει υπόψη αυτή την τελωνειακή ένωση Μπενελούξ. Έτσι, το άρθρο 19 της Συνθήκης ΕΟΚ αναφέρει τέσσερα τελωνειακά εδάφη μεταξύ των οποίων και την Μπενελούξ.
Εξάλλου, το άρθρο 233 της Συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει ότι, εφόσον οι στόχοι της περιφερειακής ένωσης της Μπενελούξ δεν επιτυγχάνονται με την εφαρμογή της Συνθήκης ΕΟΚ, οι διατάξεις αυτής της Συνθήκης δεν εμποδίζουν την ύπαρξη και ολοκλήρωση της Μπενελούξ. Οι ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή της Συνθήκης ΕΟΚ λαμβάνουν υπόψη την εφαρμογή των διατάξεων Μπενελούξ.
Το άρθρο 3 του κανονισμού 542/69, το οποίο επιτρέπει σε κάθε κράτος να προβλέπει αντί της διαδικασίας της κοινοτικής διαμετακόμισης, εξωτερικής ή εσωτερικής, την εφαρμογή εθνικής διαδικασίας κατά τη μεταφορά των εμπορευμάτων στο έδαφος του, θεωρεί το έδαφος της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ ως έδαφος κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση κοινοτικής διαμετακόμισης δεν υποβάλλεται κανένα δελτίο διέλευσης συνόρων κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων της Μπενελούξ. Αυτό καθιστά αναγκαία τη θέσπιση διοικητικής ρύθμισης μεταξύ των χωρών της Μπενελούξ, ιδίως για να ρυθμιστούν οι εισπράξεις σε περίπτωση παρατυπιών.
Κατά το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου, η μεταφορά εμπορευμάτων σε δύο ή περισσότερες χώρες της Μπενελούξ πρέπει να γίνεται με παραστατικά Μπενελούξ. Θεωρείται ως τέτοιο παραστατικό κάθε «διεθνές» παραστατικό έγκυρο σε δύο ή περισσότερες χώρες Μπενελούξ. 'Ετσι, το παραστατικό Τ εμπίπτει επίσης, ενδεχομένως, στο πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης Μπενελούξ και το σύστημα του πρωτοκόλλου εφαρμόζεται, ως προς την είσπραξη στο εσωτερικό της Μπενελούξ. Συνεπώς, αν μεταφορά με προορισμό χώρα που βρίσκεται εκτός της Μπενελούξ έγινε με κοινοτικό παραστατικό, το παραστατικό αυτό θεωρείται επίσης ως παραστατικό Μπενελούξ για την μεταφορά στο έδαφος των χωρών της Μπενελούξ. Είναι, συνεπώς, αδιάφορο αν τα εμπορεύματα προορίζονται για χώρα της Μπενελούξ ή για την Ιταλία.
6)
Η Επιτροπή, από την πλευρά της, προβάλλει ότι το άρθρο 233 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69 αναγνωρίζουν και τα δύο, από άποψη κοινοτικού δικαίου, τη γεωγραφική ενότητα της Μπενελοόξ όσον αφορά τον περιορισμό ή την κατάργηση των διατυπώσεων κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων της Μπενελούξ. Επειδή η Μπενελούξ συνιστά, από αυτή την άποψη, ένα και το αυτό έδαφος, δεν απαιτείται πλέον κανένα παραστατικό για τη διαμετακόμιση από μία χώρα της Μπενελούξ σε μία άλλη. Το άρθρο 59 του κανονισμού καθιστά δυνατή την απλοποίηση επιτρέποντας την εφαρμογή των συμφωνιών Μπενελούξ που αποβλέπουν στον περιορισμό ή στην κατάργηση των διατυπώσεων στα εσωτερικά σύνορα της Μπενελούξ.
Το να γίνεται διάκριση ως προς τις συμφωνίες που παρεκκλίνουν και χαρακτηρίζονται με την ευρεία ονομασία των συμφωνιών «που αποβλέπουν στον περιορισμό ή στην κατάργηση των διατυπώσεων κατά τη διέλευση των βελγο-λουξεμ6ουργιανών και βελγο-ολλανδικών συνόρων», μεταξύ των διατάξεων που, κυριολεκτικά, αποβλέπουν μόνο στον περιορισμό ή στην κατάργηση των διατυπώσεων κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων και των διατάξεων που ρυθμίζουν την αρμοδιότητα είσπραξης των δασμών και των τελών που οφείλονται συνεπεία παραβάσεως ή κάποιας παρατυπίας θα συνεπήγετο απαράδεκτη κατάσταση από πρακτική άποψη. Η ενοποίηση της Μπενελοόξ δεν θα μπορούσε, στην περίπτωση αυτή, να προχωρήσει πέρα από την εφαρμογή των διατάξεων που περιορίζουν ή καταργούν τις διατυπώσεις, υπό τη στενή έννοια του όρου, κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων. Οι διατυπώσεις Μπενελούξ σχετικά με την είσπραξη των δασμών και των τελών δεν θα μπορούσαν πλέον να διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις Μπενελούξ που λογικά εφαρμόζονται εν προκειμένω, αλλά σύμφωνα με το κοινοτικό σύστημα. Α'υτό δεν μπορεί να είναι ούτε ο στόχος ούτε η λογική συνέπεια του άρθρου 59 του κανονισμού 542/69, πολύ περισσότερο αν το άρθρο αυτό θεωρηθεί σε σχέση με το άρθρο 233 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η άποψη της προσφεύγουσας εταιρίας στην κύρια δίκη ισοδυναμεί με την χρησιμοποίηση κριτηρίου προορισμού προκειμένου να εφαρμοστεί το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου. Το κριτήριο αυτό δεν προσφέρεται. Το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι ο προορισμός των εμπορευμάτων που μπορεί εύκολα να μεταβληθεί κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, αλλά ο τόπος, όπου τα εμπορεύματα πράγματι διατέθηκαν στην κατανάλωση, εφόσον αυτό έγινε νόμιμα ή ο τόπος, όπου θεωρούνται ότι διατέθηκαν στην κατανάλωση κατά νόμιμο τεκμήριο. Τόσο η κοινοτική νομοθεσία όσο και η νομοθεσία Μπενελούξ στηρίζονται στο δεύτερο αυτό κριτήριο. Η αναζήτηση του προορισμού των εμπορευμάτων θα επεφύλασσε στις τελωνειακές αρχές της Μπενελούξ εκπλήξεις στα πλαίσια των διαδικασιών είσπραξης. Η εφαρμογή του κριτηρίου του προορισμού θα ενεθάρρυνε την διάπραξη παρατυπιών.
Η θέση της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι του δικαίου της Μπενελούξ στερείται σημασίας εν προκειμένω, επειδή το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69 προβλέπει ακριβώς παρέκκλιση υπέρ του δικαίου της Μπενελούξ.
Επικουρικώς, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις σχετικά με την είσπραξη που προβλέπονταιστο άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου περιλαμβάνονται στις νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες, κατά το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 542/69, το κράτος μέλος προβαίνει στην είσπραξη. Το δίκαιο της Μπενελούξ αποτελεί μέρος των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των Κάτω Χωρών.
Η ολλανδική κυβέρνηση, από την οποία ζητήθηκε να εξηγήσει, γιατί η εφαρμογή της ρύθμισης που προβλέπεται από το άρθρο 5 του πρόσθετου πρωτοκόλλου στη Σύμβαση Μπενελούξ της φαίνεται απαραίτητη για την καλή λειτουργία της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ και για ποιους λόγους η εφαρμογή σε περίπτωση διαμετακόμισης, όπως η παρούσα, του κανόνα του άρθρου 36 του κανονισμού 542/69 μπορεί να προκαλέσει διατάραξη της κανονικής λειτουργίας αυτής της ένωσης, αναφέρει ότι η σύμβαση Μπενελούξ και το πρόσθετο πρωτόκολλο ρυθμίζουν τη διοικητική συνεργασία στο εσωτερικό της Μπενελούξ. Το άρθρο 5 του πρωτοκόλλου καθορίζει ποια από τις τρεις χώρες προβαίνει στην είσπραξη, καθώς και τους εθνικούς συντελεστές φορολογίας και επιβολής δασμών που εφαρμόζονται. Υπό ορισμένες περιστάσεις, οι ολλανδικές διοικητικές αρχές μπορούν να προβαίνουν στην είσπραξη των εθνικών δασμών και φόρων επιβάλλοντας το βελγικό ή το λουξεμβουργιανό συντελεστή, πράγμα που αποδεικνύει την ύπαρξη συνεργασίας και ολοκλήρωσης, πιο προωθημένης απ' ότι υφίστανται επί κοινοτικού επιπέδου. Το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69 αναγνωρίζει την οικονομική ενότητα της Μπενελούξ και προβλέπει, κατ' απόκλιση, ότι η ρύθμιση Μπενελούξ εφαρμόζεται στα κοινοτικά παραστατικά. Η διοικητική και δικαστική συνεργασία σε θέματα ποινικής καταστολής στο εσωτερικό της Μπενελούξ, επειδή η διοικητική συνεργασία και ο έλεγχος τήρησης των διατάξεων αποτελούν το αντικείμενο ρύθμισης, συνιστούν το αναγκαίο επακόλουθο. Ιδίως, η στενή διοικητική συνεργασία είναι απαραίτητη, επειδή δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 542/69η Μπενελούξ θεωρείται ως ένα τελωνειακό έδαφος.
Η ολλανδική κυβέρνηση, παρακληθείσα να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο αν τα εισαγόμενα εμπορεύματα σε ένα από τα κράτη μέλη της Μπενελούξ που προορίζονται για άλλο κράτος μέλος της Μπενελούξ θεωρούνται ως εμπορεύματα υπό διαμετακόμιση κατά την έννοια του κανονισμού 542/69 και, κατά συνέπεια, καλύπτονται από το παραστατικό Τ 1, καθώς και να αναφέρει, ως παράδειγμα, ποια θα ήταν η κατάσταση, σχετικώς αν το εν λόγω εμπόρευμα είχε εισαχθεί με προορισμό όχι την Ιταλία αλλά το Βέλγιο ή το Λουξεμβούργο, θεώρησε ότι κατ' αρχή τα εμπορεύματα αυτά πρέπει να θεωρηθούν ως εμπορεύματα υπό κοινοτική διαμετακόμιση κατά την έννοια του κανονισμού και ότι οι μεταφορές διενεργούνται με παραστατικό ΤΙ. Απ' αυτό, πάντως, συνάγεται επίσης ότι η ρύθμιση Μπενελούξ εφαρμόζεται στη μεταφορά αυτή. Πράγματι, το παραστατικό Τ θεωρείται ως παραστατικό Μπενελούξ κατά τη μεταφορά στο έδαφος της Μπενελούξ και εμπίπτει, όσον αφορά τα μέτρα της είσπραξης, στη ρύθμιση Μπενελούξ. Από αυτή την άποψη, στερείται σημασίας το άν τα εμπορεύματα προορίζονται για μία από τις άλλες χώρες της Μπενελούξ ή την Ιταλία.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 29ης Φεβρουαρίου 1984, η Κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον Adriaan Bos, βοηθό νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο Ρ. V. F. Bos, επικουρούμενο από τον Raymond Genene, κύριο υπάλληλο διοίκησης στην υπηρεσία της τελωνειακής ένωσης, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους και απάντησαν σε ορισμένες ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Μαρτίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 20ής Μαΐου 1983, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Ιουνίου του ίδιου έτους, το College van Beroep voor het Bedrijfsleven (δευτεροβάθμιο δικαστήριο οικονομικών υποθέσεων των Κάτω Χωρών) υπέθαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 59 του κανονισμού 542/69 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1969, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως (PB L 77, σ. 1), για να διαφωτισθεί επί προβλήματος σύγκρουσης μεταξύ του συστήματος κοινοτικής διαμετακόμισης και του συστήματος διαμετακόμισης Μπενελούξ, στο οποίο αναφέρεται το εν λόγω άρθρο.
2
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Pakvries BV, εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με έδρα στο Ρόττερνταμ, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, είχε υποβάλει υπό την ιδιότητα της ως εκτελωνίστρια το Δεκέμβριο του 1976 και τον Ιανουάριο του 1977, στο γραφείο είσπραξης δασμών και φόρων κατανάλωσης στο Ρόττερνταμ παραστατικά Τ 1, όπως προβλέπονται στον παραπάνω κανονισμό, για τη μεταφορά με φορτηγό αυτοκίνητο έξι παρτίδων βοείου κρέατος προέλευσης Αργεντινής με τελωνείο αναχώρησης το Ρόττερνταμ και τελωνείο προορισμού το Μιλάνο.
3
Είναι αποδεδειγμένο ότι τα προαναφερθέντα εμπορεύματα δεν προσκομίστηκαν ποτέ στο τελωνείο του Μιλάνου. Από έρευνα που έκανε η ολλανδική φορολογική υπηρεσία ερευνών και πληροφοριών αποκαλύφθηκε ότι τα εμπορεύματα είχαν τεθεί αντικανονικά σε ελεύθερη κυκλοφορία στο Βέλγιο και ότι τα παραστατικά που είχαν επιστραφεί στο γραφείο είσπραξης του Ρόττερνταμ περιείχαν ψευδείς ενδείξεις και παραποιημένα χαρτόσημα.
4
Κατ' εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου που ισχύει στο πλαίσιο της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ, δηλαδή της Σύμβασης της 29ης Απριλίου 1969 περί διοικητικής και δικαστικής συνεργασίας σε θέματα ποινικής καταστολής στον τομέα των ρυθμίσεων που αφορούν την πραγματοποίηση των στόχων της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ και, ειδικότερα, του άρθρου 5, παράγραφος 2, του πρόσθετου πρωτοκόλλου που περιέχει φορολογικές διατάξεις και αποτελεί παράρτημα της Σύμβασης αυτής (Tractatenblad van het Koningrijk der Nederlanden, 1969, αριθ. 124) το γραφείο είσπραξης δασμών και φόρων κατανάλωσης του Ρόττερνταμ προέβη σε ενέργειες για την είσπραξη γεωργικών εισφορών κατά της εταιρίας Pakvries εκδίδοντας εντάλματα πληρωμής συνολικού ποσού 695945,30 ολλανδικών φιορινιών.
5
Η προσφεύγουσα αμφισβήτησε την αρμοδιότητα της ολλανδικής τελωνειακής υπηρεσίας επικαλούμενη το άρθρο 36 του κανονισμού 542/69, η παράγραφος 1 του οποίου ορίζει τα εξής:
Όταν διαπιστώνεται ότι, κατά τη διάρκεια κοινοτικής διαμετακόμισης ή επ' ευκαιρία αυτής, διαπράχθηκε παράβαση ή παρατυπία σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, το κράτος αυτό εισπράττει τους δασμούς και τις λοιπές επιβαρύνσεις που είναι ενδεχομένως απαιτητές, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις, ανεξάρτητα από την άσκηση ποινικής δίωξης.
Εφόσον τα εμπορεύματα τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία στο Βέλγιο αρμόδιες για την είσπραξη είναι, επομένως, σύμφωνα με την άποψη της Pakvries, οι βελγικές τελωνειακές αρχές.
6
Η ολλανδική κυβέρνηση, επικαλέστηκε το άρθρο 59 του ίδιου κανονισμού, το οποίο έχει ως εξής:
Κατά παρέκκλιση των διατάξεων, του παρόντος κανονισμού, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες μπορούν να εφαρμόζουν στα παραστατικά κοινοτικής διαμετακόμισης τις συμφωνίες που συνήψαν ή θα συνάψουν μεταξύ τους, με σκοπό τον περιορισμό ή την κατάργηση των διατυπώσεων κατά τη διέλευση των βελγο-λουξεμβουργιανών και βλεγο-ολλανδικών συνόρων.
7
Κατά την άποψη της η είσπραξη διαφυγόντων δασμών και επιβαρύνσεων πρέπει, επομένως, να πραγματοποιείται δυνάμει των διατάξεων που ισχύουν στο εσωτερικό της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ, όπως καθορίζονται από το άρθρο 5 του πρόσθετου προωτοκόλλου της Σύμβασης Μπενελούξ της 29ης Απριλίου 1969, το οποίο αναφέρεται παρακάτω και ορίζει τα εξής:
1.
Όταν παραστατικό που εκδίδεται ή επικυρώνεται προκειμένου να παραγάγει τα αποτελέσματα του σε διάφορες χώρες δεν είναι εκκαθαρισμένο ή δεν είναι πλήρως εκκαθαρισμένο, τα εμπορεύματα, τα οποία αφορά το παραστατικό αυτό, υπόκεινται σε δασμούς, φόρους κατανάλωσης, τέλη και άλλους φόρους του καθίστανται απαιτητοί λόγω της ελλείψεως εκκαθαρίσεως ή της ατελούς εκκαθαρίσεως του σχετικού εθνικού παραστατικού σε εκείνη από τις χώρες, για τις οποίες έχει εκδοθεί ή επικυρωθεί το παραστατικό Μπενελούξ, στην οποία είναι υψηλότεροι οι φόροι αυτοί, στο σύνολό τους.
2.
Οι δασμοί, φόροι κατανάλωσης, τέλη και άλλοι φόροι, καθώς και τα πρόστιμα που ενδεχομένως οφείλονται λόγω της ελλείψεως εκκαθαρίσεως ή της ατελούς εκκαθαρίσεως εισπράττονται για λογαριασμό της από τη χώρα, στην οποία το παραστατικό εκδόθηκε ή επικυρώθηκε.
3.
Αν έχει καθοριστεί η χώρα, στην οποία τα εμπορεύματα βρίσκονται στην ίδια κατάσταση όπως τα εμπορεύματα, για τα οποία καταβλήθηκαν δασμοί, φόροι κατανάλωσης, τέλη και άλλοι φόροι σχετικά με αυτά, τα εμπορεύματα αυτά υπόκεινται, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 1, στους δασμούς, φόρους κατανάλωσης, τέλη και άλλους φόρους που ισχύουν σε αυτή τη χώρα. Αν το παραστατικό δεν έχει εκδοθεί ή επικυρωθεί στη χώρα αυτή, το προϊόν των μη ενοποιηθέντων φόρων περιέρχεται, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 2, στη χώρα αυτή.
Σύμφωνα με αυτό το κείμενο, η ολλανδική διοίκηση είναι, επομένως, αρμόδια να προβεί στην είσπραξη.
8
Το College van Beroep, προκειμένου να επιλύσει τη διαφορά αυτή, διατύπωσε το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69, όπως ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 1977, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι Κάτω Χώρες μπορούν να εφαρμόσουν σε κοινοτικό παραστατικό διαμετακόμισης συμφωνία Μπενελούξ, η οποία κατά παρέκκλιση από το άρθρο 36, παράγραφος 1, του παραπάνω κανονισμού προβλέπει ότι η είσπραξη φόρων πραγματοποιείται από την χώρα της Μπενελούξ, στην οποία εκδόθηκε το παραστατικό αυτό, ακόμη και αν διαπιστωθεί ότι κατά την διενέργεια της κοινοτικής διαμετακόμισης διαπράχθηκαν παρατυπίες σε άλλο κράτος της Μπενελούξ;»
9
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη θεωρεί ότι το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69 αφορά μόνο εσωτερικά θέματα της Μπενελούξ. Η εξαίρεση, επομένως, που προβλέπεται δεν πρέπει να επεκταθεί στην περίπτωση διαμετακόμισης με προορισμό άλλο κράτος μέλος, εν προκειμένω την Ιταλία. Συνεπώς, θα πρέπει να εφαρμοσθεί ο κανόνας του άρθρου 36 του κανονισμού. Εφόσον το εμπόρευμα έχει διατεθεί στην κατανάλωση στο Βέλγιο, οι αρχές αυτού του κράτους είναι οι μόνες αρμόδιες για να φροντίσουν για την είσπραξη των δασμών και άλλων απαιτητών επιβαρύνσεων, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν σ' αυτό το κράτος. Εξάλλου, από αυτό το ίδιο το γράμμα του άρθρου 59 συνάγεται ότι τα αποτελέσματα του περιορίζονται στις διοικητικές διατυπώσεις κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων της Μπενελούξ και δεν είναι δυνατό να επεκταθούν σε κανόνες ουσίας σχετικά με την αμοδιότητα των κρατών μελών και την εφαρμοστέα νομοθεσία σε θέματα είσπραξης.
10
Αντιθέτως, η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή συμφωνούν ότι το άρ9ρο 59 του κανονισμού 542/69, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 233 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να θεωρηθεί ότι αναγνωρίζει την προτεραιότητα των κανόνων διαμετακόμισης Μπενελούξ έναντι των κανόνων κοινοτικής διαμετακόμισης, οποιοσδήποτε και αν είναι ο προορισμός του εμπορεύματος. Η ολλανδική κυβέρνηση επισημαίνει ως προς αυτό το θέμα, ειδικότερα, δύο γεγονότα: αφενός την κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της Μπενελούξ, αφετέρου την απλοποίηση των διατυπώσεων που καθίσταται δυνατή από το ότι κάθε κράτος μέλος της Μπενελούξ έχει την εξουσία και την υποχρέωση να διενεργεί ελέγχους και να προβαίνει στις σχετικές εισπράξεις προς το συμφέρον των άλλων κρατών μελών της ένωσης. Δεν θα ήταν λογικό να καθιερωθεί διάκριση μεταξύ των διατάξεων που, υπό αυστηρή έννοια, αποβλέπουν μόνο στην απλοποίηση των διοικητικων οιατυπώσεων κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων και αυτών που ρυθμίζουν την αρμοδιότητα και τις λεπτομέρειες της είσπραξης των δασμών και τελών που οφείλονται λόγω παρατυπίας.
11
Πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 233 της Συνθήκης, οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν παρεμποδίζουν την ύπαρξη και την ολοκλήρωση της ένωσης που έχει συσταθεί μεταξύ του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και των Κάτω Χωρών, στο βαθμό που οι στόχοι αυτής της ένωσης δεν επιτυγχάνονται με την εφαρμογή της Συνθήκης. Η διάταξη αυτή έχει ως αντικείμενο να αποφευχθεί από την εφρμογή του κοινοτικού δικαίου η διάσπαση της περιφερειακής ένωσης μεταξύ αυτών των τριών κρατών μελών ή η παρακώλυση της ανάπτυξης της. Η διάταξη αυτή επιτρέπει, επομένως, στα εν λόγω τρία κράτη μέλη, να εφαρμόζουν τους κανόνες που ισχύουν στο πλαίσιο της ένωσης τους κατά παρέκκλιση από τους κανόνες της Κοινότητας, στο βαθμό που αυτή η ένωση προηγείται, όσον αφορά την πραγματοποίηση της κοινής αγοράς.
12
Υπό το φως αυτών των σκέψεων πρέπει να εξετασθεί αν δικαιολογείται η εφαρμογή του συστήματος διαμετακόμισης που προβλέπεται στο πλαίσιο της Μπενελούξ έναντι του συστήμτος που έχει θεσπίσει η Κοινότητα.
13
Σύμφωνα με τον τίτλο II του κανονισμού 542/69 (άρθρο 12), η διαδικασία της κοινοτικής διαμετακόμισης έχει οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε για κάθε εμπόρευμα υπό διαμετακόμιση εκδίδεται έντυπο Τ 1 σύμφωνα με το υπόδειγμα που ορίζεται στο παράρτημα Α του κανονισμού. Το παραστατικό συνοδεύει το εμπόρευμα μέχρι τον τόπο προορισμού του η δε αποστολή ενός των αντιτύπων επιτρέπει στο τελωνείο αναχώρησης να εξακριβώσει αν η διαμετακόμιση πραγματοποιήθηκε υπό κανονικές συνθήκες. Σύμφωνα με το άρθρο 21, τα αντίτυπα του παραστατικού Τ 1 πρέπει να προσκομίζονται κατά τη διάρκεια της διαδρομής σε κάθε τελωνείο διέλευσης· σύμφωνα με το άρθρο 22, ο μεταφορέας υποχρεούται να παραδίδει σε κάθε τελωνείο διέλευσης «δελτίο διέλευσης» σύμφωνα με το υπόδειγμα που περιέχεται στο παράρτημα Ε. Πρέπει να σημειωθεί ότι το παραστατικό Τ 1 χρησιμοποιείται επίσης ως έγγραφο διαμετακόμισης στο εσωτερικό της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ.
14
Στο πλαίσιο ακριβώς αυτής της διαδικασίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 36 σχετικά με τη διαπίστωση των παραβάσεων ή παρατυπιών και την είσπραξη των δασμών και άλλων επιβαρύνσεων που είναι ενδεχομένως απαιτητές στην περίπτωση που η διαμετακόμιση δεν έχει διεξαχθεί κανονικά. Το άρθρο αυτό προβλέπει διάφορες περιπτώσεις, ανάλογα με το αν είναι δυνατό να προσδιοριστεί ή όχι ο τόπος που διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία. Από αυτές τις διατάξεις και, ειδικότερα, από τις διατάξεις που αναφέρονται στην περίπτωση που ο τόπος της παράβασης ή της παρατυπίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί, προκύπτει ότι η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών συνδέεται στενά με τους τελωνειακούς ελέγχους που διενεργούνται στα σύνορα αυτών των κρατών και με την κατάρτιση των δελτίων διέλευσης κατά τη διέλευση αυτών των συνόρων.
15
Από την ανάλυση αυτής της διαδικασίας καταφαίνεται ότι το σύστημα του άρθρου 36 δεν μπορεί να λειτουργήσει αυτούσιο στο εσωτερικό της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ δεδομένου ότι, συνεπεία των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο αυτής της ένωσης, έχουν καταργηθεί σε μεγάλο βαθμό οι έλεγχοι στα εσωτερικά σύνορα μεταξύ Βελγίου, Λουξεμβούργου και Κάτω Χωρών. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι πιά δυνατό να γίνουν, στο έδαφος της ένωσης Μπενελούξ, οι αναγκαίες διαπιστώσεις για τη λειτουργία του καθεστώτος διαμετακόμισης , όπως προβλέπεται από τον κανονισμό.
16
Εν όψει αυτής της κατάστασης, το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 542/69 προέβλεψε ότι το έδαφος της οικονομικής ένωσης Μπενελούξ θεωρείται ως το έδαφος ενός μόνου κράτους μέλους, το δε άρθρο 59 του ίδιου κανονισμού αναγνώρισε ότι εφαρμόζονται στα παραστατικά κοινοτικής διαμετακόμισης οι συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιο αυτής της ένωσης προκειμένου να μειωθούν ή καταργηθούν οι διατυπώσεις διέλευσης των βελγο-λουξεμβουργιανών και βελγο-ολλανδικών συνόρων.
17
To άρθρο 59 πρέπει, λοιπόν, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι κανόνες της ένωσης Μπενελούξ μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του άρθρου 36 του ιδίου κανονισμού, όσον αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων και τις άλλες λεπτομέρειες εφαρμογής σχετικά με την είσπραξη των απαιτητών δασμών και άλλων επιβαρύνσεων.
18
Στο ερώτημα, συνεπώς, που υπέβαλε το College van Beroep, προσήκει η απάντηση ότι το άρ9ρο 59 του κανονισμού 542/69 περί κοινοτικής διαμετακομίσεως, όπως ίσχυε πριν από την 1η Ιουλίου 1977, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι οι Κάτω Χώρες μπορούν να εφαρμόζουν σε παραστατικά κοινοτικής διαμετακόμισης συμφωνία Μπενελούξ, η οποία προβλέπει, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 36, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, ότι η είσπραξη των φόρων διενεργείται από τη χώρα της Μπενελούξ, στην οποία έχει εκδοθεί το παραστατικό, ακόμη κι όταν διαπιστώνεται ότι έχει γίνει παρατυπία, επ' ευκαιρία της κοινοτικής διαμετακόμισης, σε άλλη χώρα της Μπενελούξ.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το College van Beroep voor het Bedrifsleven, με Διάταξη της 20ής Μαΐου 1983, αποφαίνεται:
Το άρθρο 59 του κανονισμού 542/69 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1969, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι Κάτω Χώρες μπορούν να εφαρμόζουν σε παραστατικά κοινοτικής διαμετακόμισης συμφωνία Μπενελούξ, η οποία προβλέπει, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 36, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, ότι η είσπραξη των φόρων διενεργείται από τη χώρα της Μπενελούξ στην οποία έχει εκδοθεί το παραστατικό, ακόμη κι όταν διαπιστώνεται ότι έχει γίνει παρατυπία, επ' ευκαιρία της κοινοτικής διαμετακόμισης, σε άλλη χώρα της Μπενελούξ.
Koopmans
Bahlmann
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συζήτηση στο Λουξεμβούργο στις 16 Μαΐου 1984.
Ο γραμματέας κ.α.α.
J.Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy