Στην υπόθεση 106/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale di Genova προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Sermide SpA,
υποστηριζόμενης από τους
Consorzio Nazionale Bieticoltori και
Associazione Nazionale Bieticoltori,
καθώς και τους Μ. Bianchini και C. Merciai,
και
Cassa Conguaglio Zucchero,
Ministero delle Finanze,
Ministero del Tesoro,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΟΚ 700/73 της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 1973, περί καθορισμού ορισμένων αναγκαίων λεπτομερειών για την εφαρμογή του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 73) και του άρθρου 1 του κανονισμού ΕΟΚ 3338/81 της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1981, περί καθορισμού των ποσών της συνεισφοράς στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 έως 30 Ιουνίου 1981 και του ποσού που πρέπει να καταβληθεί από τους ζαχαροσιομήχα-νους στους πωλητές ζαχαρότευτλων (ΕΕ L 339, σ. 17),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore, Α. O'Keeffe, Τ. Koopmans και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Το νομικό πλαίσιο της διαφοράς
Οι κανονισμοί περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974 (GU L 359, σ. 1) και 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981 (EE L 177, σ. 4) θέσπισαν για την κοινοτική παραγωγή ένα σύστημα που διακρίνει μεταξύ τριών τύπων ποσοστώσεων:
—
την ποσόστωση Α, αποκαλούμενη δασική ποσόστωση, η διάθεση της οποίας στην Κοινή Αγορά εξασφαλίζεται με την τιμή παρέμβασης
—
την ποσόστωση Β που συνίσταται στην ποσότητα της παραγωγής ζάχαρης που υπερβαίνει τη βασική ποσόστωση χωρίς να υπερβαίνει τη μεγίστη ποσόστωση και μπορεί να εξάγεται λαμβάνοντας ενίσχυση στην εξαγωγή
—
την ποσόστωση Γ που αφορά την παραγωγή που υπερβαίνει τις ποσοστώσεις Α και Β και του δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο παρά μόνο στις τρίτες χώρες, χωρίς να είναι δυνατό να χορηγηθεί γι' αυτή ενίσχυση λόγω εξαγωγής.
Το σύστημα των ποσοστώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 24 μέχρι 31 του κανονισμού 3330/74 έληξε κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού με το τέλος της ζαχαρικής περιόδου 1979/1980. Εντούτοις, το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1592/80 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 03/029, σ. 48) επεξέτεινε την ισχύ των άρθρων 24 μέχρι 30, του άρθρου 31, εκτός από την παράγραφό του 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 32 του κανονισμού 3330/74 στη ζαχαρική περίοδο 1980/81. Από την 1η Ιουλίου 1981, το παραπάνω σύστημα αντικαταστάθηκε οριστικά από τον κανονισμό 1785/81.
Οι βασικοί κανονισμοί προβλέπουν, για τη ζάχαρη της ποσόστωσης Β, ενίσχυση λόγω εξαγωγής που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της τιμής παρέμβασης και της τιμής της ζάχαρης στην παγκόσμια αγορά. Οι επιστροφές χρηματοδοτούνται μέσω των συνεισφορών που καθορίζονται από την Επιτροπή για κάθε ζαχαρική περίοδο εμπορίας. Ο κανονισμός 1785/81 τροποποίησε το ισχύον μέχρι τότε σύστημα από πολλές απόψεις, μεταξύ άλλων, κατά το ότι, κατά τον κανονισμό 3330/74, μόνο η ζάχαρη της ποσόστωσης Β υπέκειτο στη συνεισφορά, ενώ ο κανονισμός 1785/81 την επεξέτεινε και στη ζάχαρη της ποσόστωσης Α.
Όσον αφορά τον υπολογισμό των συνεισφορών, το άρθρο 7 του κανονισμού 700/73 της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 1973, περί καθορισμού ορισμένων αναγκαίων λεπτομερειών για την εφαρμογή του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 03/009, σ. 73) η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με το άρθρο 44, παράγραφος 4, του κανονισμού 3330/74, αναφέρει, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1573/76 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 03/015, σ. 193) ότι
«1.
Το ποσό της συνεισφοράς στην παραγωγή που ισχύει για μια περίοδο ορίζεται προ της 1ης Δεκεμβρίου της επόμενης ζαχαρικής περιόδου.
2.
Οι συνολικές απώλειες που προκύπτουν από τη διάθεση των ποσοτήτων που παράγονται εντός της Κοινότητος, πέραν της εγγυημένης ποσότητος, υπολογίζονται συναρτήσει:
α)
της συνολικής παραγωγής ζάχαρης στην Κοινότητα, κατά τη διάρκεια της εν λόγω ζαχαρικής περιόδου, εκφρασμένης σε λευκή ζάχαρη και μειωμένης:
—
κατά την εγγυημένη ποσότητα που ισχύει για την εν λόγω ζαχαρική περίοδο,
—
κατά τις ποσότητες που έχουν παραχθεί πάνω από τις μέγιστες ποσοστώσεις,
—
κατά τις ποσότητες που έχουν παραχθεί κάτω από τις μέγιστες ποσοστώσεις που μεταφέρονται δυνάμει του άρθρου 31 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3330/74
6)
ενός κατ' αποκοπήν ποσού κατά μονάδα βάρους για την απώλεια κατά τη διάθεση της εν λόγω ζάχαρης. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο σταθμισμένο μέσο όρο των απωλειών που προκύπτουν κατά τη διάθεση, κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Οκτωβρίου της εν λόγω ζαχαρικής περιόδου μέχρι την 30ή του επομένου Σεπτεμβρίου, ελαττουμένου κατά το ποσό των εισφορών στην εξαγωγή που εισπράχθηκαν κατά την ίδια περίοδο.»
Ο κανονισμός 700/73, σύμφωνα με το άρθρο 9, κατάργησε τον κανονισμό 142/69 της Επιτροπής, της 25ης Ιανουαρίου 1969 (GU L 20, σ. 1) του οποίου το άρθρο 6, παράγραφος 2, προέβλεπε ότι:
«2.
Οι συνολικές απώλειες που προκύπτουν από τη διάθεση της ποσότητας που παρήχθη στην Κοινότητα πέρα της εγγυημένης ποσότητας υπολογίζονται συναρτήσει:
α)
της συνολικής παραγωγής ζάχαρης στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της εν λόγω ζαχαρικής περιόδου που εκφράζεται σε λευκή ζάχαρη και μειώνεται:
—
κατά την εγγυημένη ποσότητα που ισχύει για την εν λόγω ζαχαρική περίοδο,
—
κατά τις ποσότητες που παράχθηκαν πάνω από τις μέγιστες ποσοστώσεις,
—
κατά τις ποσότητες που μεταφέρονται δυνάμει του άρθρου 32 του κανονισμού αριθ. 1009/67/ΕΟΚ και οι οποίες έχουν παραχθεί κάτω από τη μεγίστη ποσόστωση,
β)
ενός κατ' αποκοπή ποσού κατά μονάδα βάρους για την απώλεια κατά τη διάθεση της εν λόγω ζάχαρης. Αυτό το κατ' αποκοπή ποσό υπολογίζεται με βάση ένα σταθμικό μέσο των απωλειών κατά τη διάθεση, κατά τη διάρκεια της εν λόγω ζαχαρικής περιόδου αποκλείοντας τις απώλειες κατά τη διάθεση υπό τις καλύτερες προϋποθέσεις για ποσότητα ίση προς τη διαφορά μεταξύ της εγγυημένης ποσότητας και της ποσότητας που διατέθηκε στην ανθρώπινη κατανάλωση στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της εν λόγω ζαχαρικής περιόδου.»
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3358/81 έχει διατυπωθεί ως εξής:
«1.
Το ποσό της συνεισφοράς στην παραγωγή για τη ζάχαρη για τη ζαχα-ρική περίοδο 1980/81 καθορίζεται σε 3,407 ECU ανά 100 χλγρ. λευκής ζάχαρης.»
Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή, μεταξύ άλλων, του προαναφερθέντος άρθρου 7 του κανονισμού 700/73, καθώς και του κανονισμού 1785/81.
Το άρθρο 48 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι:
«Στην περίπτωση που θα ήταν αναγκαία μεταβατικά μέτρα για να διευκολυνθεί η μετάβαση στο καθεστώς του παρόντος κανονισμού, ιδίως στην περίπτωση που η εφαρμογή του καθεστώτος αυτού στην προβλεπόμενη ημερομηνία θα προσέκρουσε σε αισθητές δυσκολίες, τα μέτρα αυτά αποφασίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 41. Τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται μέχρι τις 30 Ιουνίου 1982 το αργότερο.»
Η διαδικασία που-προβλέπεται στο άρθρο 41 αυτού του κανονισμού ακολουθεί το πρότυπο της διαδικασίας των «επιτροπών διαχείρισης» που εφαρμόζονται συνήθως στο γεωργικό τομέα.
Κατά τα άρθρο 2, παράγροφος 1, του ίδιου κανονισμού η περίοδος εμπορίας της ζάχαρης αρχίζει την 1η Ιουλίου και λήγει στις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους για όλα τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού. Το άρθρο 28 που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1, για τις περιόδους εμπορίας 1981/82 μέχρι 1985/86 ορίζει ότι η συνεισφορά για την παραγωγή της ζάχαρης είναι για κάθε περίοδο εμπορίας η μέση ζημία ανά τόνο ζάχαρης που προκύπτει από τις υποχρεώσεις προς εξαγωγή που πρέπει να πραγματοποιηθούν κατά την τρέχουσα περίοδο.
Ο κανονισμός 1785/81 του Συμβουλίου που αντικατέστησε τον κανονισμό 3330/74, του οποίου το άρθρο 27, παράγραφος 2, πρόβλεπε ότι η συνεισφορά στην παραγωγή έπρεπε να υπολογίζεται, για τις περιόδους που αφορούσε, στις οποίες περιλαμβανόταν η περίοδος 1980/81, σε συνάρτηση με την ποσότητα ζάχαρης που πράγματι διατέθηκε εκτός Κοινότητας.
II — Περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Τα πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους στην κύρια δίκη και μπορούν εν συστομία να συνοψιστούν ως εξής:
Στις 10 Μαΐου 1982, το Ufficio Ricevitoria (Ταμείο Εισπράξεων) του τελωνείου -της Γένοβας διέταξε την εταιρία Seimide να καταβάλει στην Cassa Conguaglio Zucchero συνεισφορά για την παραγωγή ζάχαρης της κατηγορίας Β που παρήγαγε κατά τη διάρκεια της ζαχαρικής περιόδου 1980/81 ύψους 321008350 ιταλικών λιρών (LIT). Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στην κύρια δίκη το ποσό αυτό μειώθηκε στις 261515085 LIT. Η συνεισφορά αυτή υπολογίστηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού 3358/81 και του άρθρου 7 του κανονισμού 700/73 της Επιτροπής, δηλαδή βάσει των ζημιών που προέκυψαν από τις υποχρεώσεις για εξαγωγή της ζάχαρης που είχε παραχθεί καθ' υπέρβαση σε σχέση με τη βασική ποσόστωση κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 1980 και 30 Σεπτεμβρίου 1981.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η εταιρία Sermide άσκησε ανακοπή κατά αυτής της εντολής πληρωμής φόρου επικαλούμενη την παρανομία των εν λόγω δύο διατάξεων λόγω του ότι ήταν αντίθετες προς ορισμένα άρθρα της Συνθήκης της Ρώμης και προς ορισμένες άλλες διατάξεις που περιέχονται σε διάφορους κανονισμούς. Η παρανομία αυτή έχει ως αποτέλεσμα αντικανονική αύξηση της συνεισφοράς που πλήττει τους παραγωγούς για την περίοδο 1980/81 προς όφελος αποκλειστικά των εξαγωγικών επιχειρήσεων, οι οποίες ωφελούνται επιστροφών λόγω εξαγωγής, δηλαδή των γάλλων και γερμανών παραγωγών, σε βάρος δε των ιταλών παραγωγών.
Το Consorzio Nazionale Bieticoltori και η Associazione Nazionale Bieticoltori, καθώς και οι Μ. Bianchini και C Merciai, που παρενέβησαν στην κύρια δίκη υπέρ της προσφεύγουσας, προβάλλουν ότι οι επίδικες διατάξεις πρέπει να κηρυχθούν παράνομες κατά το μέτρο που καθορίζουν το επίδικο τέλος κατά 40 ο/ο σε βάρος της ζαχαροβιομηχανίας και κατά 60 ο/ο σε βάρος των παραγωγών καλλιεργητών τεύτλων.
Στο πλαίσιο μιας ενδιάμεσης διαδικασίας ενώπιον του εισηγητή δικαστή, τα καθών η προσφυγή υπουργεία συντάχθηκαν «ρητώς με τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας όσον αφορά τη μετάθεση της περιόδου αναφοράς και τον υπολογισμό της συνεισφοράς βάσει των υποχρεώσεων για εξαγωγή».
Με Διάταξη της 28ης Μαρτίου 1983, το Tribunale di Genova ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73 της Επιτροπής — που ορίζει ότι οι συνολικές ζημίες που προκύπτουν από τη διάθεση των ποσοτήτων που παρήχθησαν στην Κοινότητα υπολογίζονται βάσει του ποσού που αντιστοιχεί στο σταθμικό μέσο όρο των ζημιών κατά τη διάθεση, οι οποίες σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Οκτωβρίου της τρέχουσας ζαχαρικής περιόδου μέχρι την 30ή του επόμενου Σεπτεμβρίου — δεν είναι παράνομο, επειδή έρχεται σε αντίθεση: α) προς την απαγόρευση των διακρίσεων που θεσπίζεται με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της Συνθήκης της Ρώμης β) προς την απαγόρευση των διακρίσεων που θεσπίζεται με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης της Ρώμης γ) προς το άρθρο 2 του κανονισμού ΕΟΚ 1785/81 του Συμβουλίου, που ορίζει ότι η περίοδος εμπορίας αρχίζει την 1η Ιουλίου και λήγει στις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους' δ) προς το άρθρο 28 του κανονισμού ΕΟΚ 1785/81 του Συμβουλίου που ορίζει ότι η συνεισφορά στην παραγωγή ζάχαρης υπολογίζεται επίσης, για κάθε περίοδο εμπορίας, βάσει του μέσου όρου ζημιών για τις υποχρεώσεις εξαγωγής που πρόκειται να πραγματοποιηθούν στα πλαίσια της τρέχουσας περιόδου;
2.
Υπ' αυτές τις περιστάσεις, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι επίσης παράνομο το άρθρο 1 του κανονισμού ΕΟΚ 3358/81' της Επιτροπής — βάσει του οποίου το ποσό της συνεισφοράς στην παραγωγή ζάχαρης για την περίοδο 1980/81 καθορίζεται σε 3,407 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα λευκής ζάχαρης;
3.
Έστω και σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα δύο πρώτα ερωτήματα, το άρθρο 1 του κανονισμού ΕΟΚ 3358/81 της Επιτροπής — βάσει του οποίου η συνεισφορά στην παραγωγή για την περίοδο 1980/81 καθορίζεται σε 3,407 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα λευκής ζάχαρης — δεν είναι παράνομο, διότι έρχεται σε αντίθεση: α) προς το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΟΚ 3330/74 του Συμβουλίου, δυνάμει του οποίου η συνεισφορά στην παραγωγή καθορίζεται — για την περίοδο 1980/81 — βάσει της ποσότητας ζάχαρης που πράγματι εξήχθη σε εξωκοινοτικές χώρες και β) προς το άρθρο 28 του κανονισμού EOK 1785/81 του Συμβουλίου, κατά το οποίο η συνεισφορά στην παραγωγή ζάχαρης καθορίζεται 6άσει της ποσότητας ζάχαρης, για την οποία έχει απλώς αναληφεí υποχρέωση εξαγωγής, μόνο από την περίοδο 1981/82;»
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Ιουνίου 1983.
Στο σκεπτικό της Διάταξης αυτής το παρα-πέμπον δικαστήριο παρατηρεί ότι το διάστημα των τριών μηνών της περíόδου που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού των ζημιών κατά τη διάθεση είχε ως συνέπεια «σοβαρή και αδικαιολόγητη ζημία» για τους ιταλούς παραγωγούς, τουλάχιστον όσον αφορά την περίοδο 1980/81. Πράγματι, την 1η Ιουλίου 1981, η κοινοτική τιμή παρέμβασης είχε αυξηθεί, ενώ η τιμή στην παγκόσμια αγορά της ζάχαρης ήταν σε κάθοδο, πράγμα που είχε ως συνέπεια, αφενός σημαντική αύξηση του ποσού που καταβάλλεται για τις επιστροφές λόγω εξαγωγής που χορηγούνται κατα τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1ης Ιουλίου και 30 Σεπτεμβρίου 1981, αφετέρου δε ανώμαλη αύξηση της συνεισφοράς που επιβαρύνει την παραγωγή 1980/81 σε σχέση με τις τιμές της επόμενης περιόδου. Πρόκειται, συνεπώς, για μέτρο που συνιστά διάκριση αποκλειστικά προς όφελος των εξαγωγικών επιχειρήσεων ή κατά κύριο λόγο εξαγωγικών, δηλαδή όχι των ιταλικών επιχειρήσεων.
Όσον αφορά την παρανομία του άρθρου 1 του κανονισμού 3358/81, το Tribunale di Genova αναφέρεται στο γεγονός ότι ο κανονισμός 1785/81, κατά τον οποίο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ζημίες που προκαλούνται από τις υποχρεώσεις για εξαγωγή, δεν εφαρμόστηκε παρά από τις 30 Ιουνίου 1982, ενώ ο κανονισμός 3330/74, που εφαρμοζόταν προηγουμένως, όριζε ότι έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη οι απώλειες που προκύπτουν από την πραγματική διάθεση.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον Mauro De André, δικηγόρο Ρώμης, από την ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Sergio Laporta, και από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J.-C. Séché και G. Campogrande, νομικούς συμβούλους στη νομική της υπηρεσία.
Με Διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1983, το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο τέταρτο τμήμα.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Εντούτοις, ζήτησε από την Επιτροπή να απαντήσει στην ερώτηση «αν και, ενδεχομένως, γιατί, θεσπίζοντας τον κανονισμό 3358/81, ο οποίος, όπως βεβαίωσε αυτή η ίδια, αποτελούσε «μεταβατικό μέτρο» για να διευκολυνθεί η οδός προς το σύστημα που προβλέπεται από τον κανονισμό 1785/81, δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73 στη ζαχαρική περίοδο 1980/81, αφενός, του άρθρου 28 του κανονισμού 1785/81 στη ζαχαρική περίοδο 1981/82, αφετέρου, είχε ως συνέπεια ότι ελήφθησαν δύο φορές υπόψη οι ζημίες κατά την εξαγωγή κατά τη διάρκεια του Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 1981, ζημίες που ελήφθησαν υπόψη τόσο για τον καθορισμό της συνεισφοράς σχετικά με τη ζαχαρική περίοδο 1980/81 όσο και για τον καθορισμό της συνεισφοράς αναφορικά με τη ζαχαρική περίοδο 1981/82»,
Η Επιτροπή κατέθεσε την απάντηση στην ερώτηση αυτή στις 6 Φεβρουαρίου 1984.
III — Γραπτές παρατηρήσεις
1. Παρατηρήσεις νης προσφεύγουσας στην κύρια δίκη
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη παρατηρεί όσον αφορά το πρώτο ερώτημα ότι, κατά τη γνώμη της, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73 της Επιτροπής είναι παράνομο για δύο λόγους:
—
πρώτον, είναι αντίθετο προς την απαγόρευση διακρίσεων που προβλέπεται τόσο στο άρθρο 7 όσο και στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης της Ρώμης
—
δεύτερον, είναι αντίθετο προς τα άρθρα 2 και 28 του κανονισμού 1785/81.
α)
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη προβάλλει ότι μέχρι τη θέσπιση του κανονισμού 700/73 οι ζημίες κατά τη διάθεση, βάσει των οποίων υπολογιζόταν η συνεισφορά που πλήττει τη ζάχαρη Β, ήταν οι ζημίες που, κατά το άρθρο 6 του κανονισμού 142/69, προέκυψαν κατά τη διάρκεια της ζαχα-ρικής περιόδου, στην οποία αναφερόταν η συνεισφορά, δηλαδή κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1ης Ιουλίου και 30ής Ιουνίου του επομένου έτους. Πάντως, με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73η περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό του ύψους των ζημιών λόγω εξαγωγής προς τις τρίτες χώρες μετατέθηκε κατά τρεις μήνες, δηλαδή από την 1η Ιουλίου στην 1η Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Η μετατόπιση αυτή κατά τρεις μήνες βλάπτει τις επιχειρήσεις που παράγουν χωρίς να εξάγουν ή που εξάγουν ποσότητες αναλογικά κατώτερες και ευνοεί τις εξαγωγικές ή κατά κύριο λόγο εξαγωγικές επιχειρήσεις, όπως οι γερμανικές και γαλλικές επιχειρήσεις.
Επιπλέον, η ημερομηνία της 1ης Ιουλίου αποτελεί την ημερομηνία, κατά την οποία τίθεται κάθε χρόνο σε ισχύ η νέα κοινοτική τιμή παρέμβασης για τη ζάχαρη. Πράγματι, από την 1η Ιουλίου 1981 η κοινοτική τιμή παρέμβασης αυξήθηκε από 43,27 σε 46,95 ECU, ενώ η τιμή στην παγκόσμια αγορά ζάχαρης έπεφτε κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ Ιουνίου 1980 και Σεπτεμβρίου 1981. Κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις που είχαν εξάγει ζάχαρη που παρήχθη κατά τη διάρκεια της περιόδου 1980/81 κατά τη διάρκεια της περιόδου που περιλαμβάνεται μεταξύ της 1ης Ιουλίου και της 30ής Σεπτεμβρίου 1981 έλαβαν ενίσχυση λόγω εξαγωγής ίση προς τη διαφορά μεταξύ της νέας αυξημένης κοινοτικής τιμής παρέμβασης και της τιμής της εξωκοινοτικής αγοράς, λιγότερο υψηλής από την τιμή που ίσχυε κατά τη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου.
Οι εξαγωγικές επιχειρήσεις καρπώθηκαν, συνεπώς, τη διαφορά μεταξύ της νέας και της παλαιάς τιμής παρέμβασης, πράγμα που είχε ως συνέπεια ότι η σχετική επιβάρυνση (η συνεισφορά στην παραγωγή) που πλήττει όλες τις επιχειρήσεις αυξήθηκε σημαντικά σε βάρος των επιχειρήσεων που δεν εξάγουν ή που εξάγουν ποσότητες αναλογικά κατώτερες. Η διάκριση αυτή είναι παράνομη, επειδή είναι αντίθετη προς την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας που προβλέπεται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και προς την απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών της Κοινότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
6)
Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73 είναι επίσης αντίθετο προς τον κανονισμό 1785/81, ως πηγή δικαίου υπέρτερη του κανονισμού της Επιτροπής. Το άρθρο 2 αυτού του κανονισμού ορίζει ότι η ζαχαρική περίοδος αρχίζει την 1η Ιουλίου και λήγει στις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους. Το άρθρο 28 ορίζει ότι από τη ζαχαρική περίοδο 1980/81η συνεισφορά στην παραγωγή πρέπει να υπολογίζεται βάσει των ζημιών που προκαλούνται από τις υποχρεώσεις για εξαγωγή που πρόκειται να πραγματοποιηθούν στα πλαίσια της ζαχαρικής περιόδου, στην οποία αναφέρεται η συνεισφορά, δηλαδή μεταξύ της 1ης Ιουλίου 1981 και της 30ής Ιουνίου 1982. Συνεπώς, οι ζημίες λόγω εξαγωγής που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της περιόδου που περιλαμβάνεται μεταξύ της 1ης Ιουλίου και της 30ής Σεπτεμβρίου 1981 πρέπει να καλύπτονται με το προϊόν της συνεισφοράς που εισπράττεται επί της ζάχαρης που παράγεται κατά τη διάρκεια της περιόδου 1981/82. Οι ζημίες αυτές δεν μπορούν να ληφ9ούν υπόψη για τον υπολογισμό της συνεισφοράς που αναφέρεται στην περίοδο 1980/81, όπως προβλέπεται από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73. Κάδε άλλη λύση θα συνιστούσε διάκριση και θα ήταν παράλογη.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη έχει τη γνώμη ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3358/81, το οποίο καθορίζει το ύψος της συνεισφοράς που αναφέρεται στην περίοδο 1980/81 6άσει των ζημιών που οφείλονται στις υποχρεώσεις για εξαγωγή, είναι επίσης ανίσχυρο λόγω του ότι παρέχει εξουσίες που εξέρχονται των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής. Πράγματι, επιδρά με καταργητικό αποτέλεσμα στο άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81 που θεσπίστηκε σε προηγούμενη ημερομηνία.
Ως προς το τρίτο ερώτημα, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη θεωρεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3358/81 είναι επίσης παράνομο, επειδή δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 3330/74 και με το άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81. Κατά το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 3330/74η συνεισφορά υπολογίστηκε βάσει των εξαγωγών που πράγματι διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια της ζαχαρικής περιόδου. Αντίθετα, το άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81 όρισε ότι από τη ζαχαρική περίοδο 1981/82, η συνεισφορά πρέπει να καθορίζεται 6άσει των ζημιών που προκύπτουν όχι μόνο από τις εξαγωγές που πράγματι διενεργήθηκαν, αλλά επίσης και από τις υποχρεώσεις για εξαγωγή που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της περιόδου, στην οποία αναφέρεται η συνεισφορά. Αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθόσον το σύστημα συνεισφοράς παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά από της περιόδου 1981/82, μεταξύ άλλων, επειδή η συνεισφορά επιβαρύνει όχι μόνο τη ζάχαρη Β, αλλά επίσης και τη ζάχαρη Α. Η Επιτροπή θεσπίζοντας τον εν λόγω κανονισμό υπερέβη τις εξουσίες της που της είχε χορηγήσει το Συμβούλιο.
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη ζητεί, συνεπώς, από το Δικαστήριο να κηρύξει άκυρο το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73 και το άρθρο 1 του κανονισμού 3358/81.
2. Παρατηρηθείς της ιταλικής κυβέρνησης
Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι μεταξύ των διατάξεων του κανονισμού 3330/74 (που παρατάθηκε με τον κανονισμό 1592/80), αφενός, και των διατάξεων 1785/81, αφετέρου, υφίστανται ορισμένες αποκλίσεις όσον αφορά τους κανόνες που εφαρμόζονται στη συνεισφορά. Οι αποκλίσεις αυτές είναι ικανές να ενισχύσουν τις αμφιβολίες που υφίστανται ως προς τη νομιμότητα των εν λόγω διατάξεων. Πράγματι, ο κανονισμός 1785/81 εισήγαγε, από της περιόδου 1981/82, ριζικούς νεωτερισμούς καθόσον αντικατέστησε το κριτήριο, κατά το οποίο οι ζημίες κατά τη διάθεση των πλεονασμάτων ζάχαρης βαρύνουν εν μέρει τους παραγωγούς, με την αρχή της πλήρους ευθύνης των επιχειρήσεων για τις επιβαρύνσεις που συνδέονται με τη διάθεση στις εξαγωγικές αγορές των ποσοτήτων ζάχαρης (Λ και Β) για τις οποίες χορηγείται απόδοση. Τα χαρακτηριστικά στοιχεία του συστήματος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1785/81 είναι τα ακόλουθα:
—
η βασική ποσόστωση (Λ) υπόκειται επίσης σε συνεισφορά·
—
η συνεισφορά που εφαρμόζεται στην ποσόστωση Β είναι δυνατό να ανέλθει μέχρι 37,5 % της τιμής παρέμβασης'
—
η ζημία που πρέπει να κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών δεν συνίσταται πλέον, όπως στο παρελθόν, στις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στην πραγματική διάθεση που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της περιόδου, αλλά στις επιβαρύνσεις που αφορούν τις υποχρεώσεις για εξαγωγή που πρόκειται να πραγματοποιηθούν κατά την τρέχουσα περίοδο
—
οι ζημίες που δεν καλύπτονται από το προϊόν της συνεισφοράς που αναφέρεται στην περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας προκλήθηκαν, καλύπτονται κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου.
Η ρύθμιση που θεσπίζεται με το άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81 διατάραξε πράγματι το σύστημα που εφαρμοζόταν μέχρι την 30ή Ιουνίου 1981 απόλυτης εγγύησης τιμής και πλήρους και συνολικής διάθεσης της βασικής ποσόστωσης (Α) κάθε επιχείρησης, λόγω του γεγονότος ότι μόνο η ποσόστωση Β υπέκειτο στη συνεισφορά. Ομοίως, το σύστημα των ποσοστώσεων δεν παρουσιάζει πλέον στενή σύνδεση με τη σχέση μεταξύ των πραγματικών εξόδων των επιχειρήσεων που υπήρχε στο παλαιό σύστημα, εφόσον προβλέπει μεταφορά του παθητικού υπόλοιπου διαχείρισης μιας περιόδου στην επόμενη περίοδο, καθώς και μία τελείως καινούργια μέθοδο υπολογισμού της πλεονάζουσας παραγωγής, για την εξαγωγή της οποίας υφίσταται χρηματική ευθύνη των παραγωγών. Κατά τον κανονισμό 1785/81 τα βάρη που φέρουν οι παραγωγοί υπολογίζονται βάσει της διαφοράς μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια μιας περιόδου, έτσι ώστε οι παραγωγοί να βαρύνονται με το κόστος εξαγωγής για το πλεόνασμα που δεν εξήχθη αλλά αποθεμα-τοποιήθηκε εν αναμονή διαθέσεως του στο εμπόριο. Αντίθετα, υπό το καθεστώς της προηγούμενης ρύθμισης η εγγυημένη ποσότητα που εξαιρούνταν από τη συνεισφορά καθοριζόταν όχι βάσει της κατανάλωσης, αλλά του ποσού των ποσοστώσεων Α.
Όσον αφορά το ύψος της συνεισφοράς στην παραγωγή για τη ζαχαρική περίοδο 1980/81, που καθορίστηκε σε 3,407 ECU ανά 100 χλγρ. με το άρθρο 1 του κανονισμού 3358/81, η ιταλική κυβέρνηση έχει τη γνώμη ότι αποτελεί το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού αρχών που δεν δικαιολογείται από καμία διάταξη του κανονισμού 1785/81. Η νέα ρύθμιση, κατά την οποία ο υπολογισμός των ζημιών που αφορούν την εμπορία του προϊόντος γίνεται με αναφορά στην ποσότητα που προκύπτει από τις υποχρεώσεις για εξαγωγή που πρόκειται να πραγματοποιηθούν κατά τη δεδομένη περίοδο αντί της ποσότητας που πράγματι διατέθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου, δεν φαίνεται να είναι κατάλληλη για την περίοδο 1980/81, αυτό δε για τρεις λόγους:
—
από την 1η Ιουλίου 1981 θεσπίστηκαν ουσιώδεις τροποποιήσεις του συστήματος ποσοστώσεων (πλήρης ευθύνη των παραγωγών) ·
—
το σύστημα των ποσοστώσεων του κανονισμού 3330/74 εξακολούθησε να εφαρμόζεται για την περίοδο 1980/81 ελλείψει ενδεχόμενης απόκλισης από το άρθρο 1 του κανονισμού 1592/80'
—
κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1592/80, ο καθορισμός των ζημιών για την περίοδο 1980/81 έπρεπε να διακρίνεται από τον καθορισμό του ύψους των ζημιών που ενδεχομένως δεν καλύφθηκαν από το προϊόν της συνεισφοράς.
Η ιταλική κυβέρνηση συνάγει από τα ανωτέρω ότι για την περίοδο από την 1η Ιουλίου 1980 μέχρι τις 30 Ιουνίου 1981 η χρηματική κάλυψη των ζημιών που αναφέρονται στη διάθεση των πλεονασμάτων ζάχαρης έπρεπε να επιβαρύνει τους παραγωγούς, σύμφωνα με το άρ9ρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού και ότι δεν είναι ορθό να υπολογίζεται το ύψος των ζημιών για την περίοδο 1980/81 βάσει των υποχρεώσεων για εξαγωγή ούτε να γίνεται σύνδεση μεταξύ του υπολογισμού της συνεισφοράς που επιβαρύνει την παραγωγή της περιόδου 1980/81 και του υπολογισμού της συνεισφοράς που αφορά την περίοδο 1981/82. Κατά συνέπεια, το άρ9ρο 1 του κανονισμού 3358/81 είναι αντίθετο προς το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 3330/74 και στα άρθρα 1 και 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1592/80.
Η ιταλική κυβέρνηση αμφισβητεί επίσης τη νομιμότητα της διάταξης του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73, με το οποίο παρατείνεται η περίοδος συμψηφισμού των ζημιών κατά τη διάθεση επί τρεις μήνες μετά την ημερομηνία λήξης της περιόδου παραγωγής (1η Ιουλίου μέχρι 30 Ιουνίου του επόμενου έτους), επειδή η εφαρμογή αυτού του κριτηρίου συνεπάγεται τον κίνδυνο να μεταβάλει αισθητά, τουλάχιστον ως προς την περίοδο 1980/81, την ισορροπία του συστήματος των ποσοστώσεων. Ο συμψηφισμός των ζημιών που πρέπει να καλυφθούν με χρηματοδότηση θα κατέληγε σε διαφορετικά αποτελέσματα αν η περίοδος συμμορφώσεως ποικίλλει επειδή οι ζημίες αποτελούν συνάρτηση μεταβλητών στοιχείων από χρονική άποψη, όπως, κυρίως, της τιμής του προϊόντος στην αγορά ή της τιμής παρέμβασης. Το ποσό των ζημιών θα αύξανε σε ευθεία αναλογία με την πτώση της τιμής στην παγκόσμια αγορά και ακόμη περισσότερο εφόσον η μείωση αυτής της τιμής θα συνοδευόταν από αύξηση της τιμής παρέμβασης, όπως ακριβώς συνέβη μετά την 1η Ιουλίου 1981.
Παρόλο που η παράταση της περιόδου συμψηφισμού των ζημιών θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη αν η ρύθμιση παρέμενε αμετάβλητη, δεν δικαιολογείται για την περίοδο 1980/81, μετά την οποία θεσπίστηκε ένα νέο σύστημα. Η σύμπτωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα το διπλασιασμό του ποσού της συνεισφοράς για τις ζημίες όσον αφορά την περίοδο από Ιούλιο μέχρι Οκτώβριο 1981, οι οποίες καταχωρίστηκαν λογιστικώς τόσο στην περίοδο 1980/81 όσο και στην επόμενη περίοδο.
Κατά συνέπεια, η ιταλική κυβέρνηση έχει τη γνώμη ότι οι παραπάνω σκέψεις της συντελούν στο να θεωρηθούν εύλογες οι αμφιβολίες του εθνικού δικαστηρίου ως προς το κύρος των εν λόγω διατάξεων.
3. Παρανηρήσεις της Επιτροπής
II Επιτροπή υπογραμμίζει, όσον αφορά την εφαρμοστέα ρύθμιση, ότι κατά το χρόνο των υπό κρίση περιστατικών που αφορούν τη ζαχαρική περίοδο 1980/81η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης διέπετο από τον κανονισμό 3330/74, ο οποίος καταργήθηκε από την 30ή Ιουνίου 1981 σύμφωνα με το άρθρο 49, παράγραφος 3, του κανονισμού 1785/81. Αντιθέτως, παρά την άποψη της εταιρίας Seimide, ο νέος βασικός κανονισμός 1785/81 δεν εφαρμόζεται ως προς την περίοδο 1980/81, αλλά αναφέρεται ρητά στις περιόδους 1981/82 μέχρι 1985/86. Πάντως, η Επιτροπή όφειλε να καθορίσει πριν από την 1η Δεκεμβρίου 1981 (κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 700/73), αλλά μετά τη λήξη της περιόδου 1980/81, τα ποσά των συνεισφορών στην παραγωγή για τη ζάχαρη που παράγεται κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Δοθέντος ότι η ρύθμιση που προβλέπεται από το νέο βασικό κανονισμό 1785/81 δεν εφαρμοζόταν στην περίοδο 1980/81, ο κανονισμός 3358/81 που καθορίζει τα ποσά της συνεισφοράς για την περίοδο 1980/81 στηρίχθηκε όχι στο άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81, αλλά στο άρθρο 48 αυτού του ίδιου κανονισμού που εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να θεσπίσει μεταβατικά μέτρα.
Ο κανονισμός 700/73 που αντικατέστησε τον κανονισμό 142/69 εξακολουθούσε να εφαρμόζεται μέχρι τη δέση σε ισχύ του κανονισμού 1443/82 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 158, σ. 17). Ως προς το γεγονός ότι ο κανονισμός αυτός καθόρισε ως περίοδο αναφοράς για τον υπολογισμό των ζημιών όχι τη ζαχαρική περίοδο, αλλά την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 1980 μέχρι την 30ή Σεπτεμβρίου 1981, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι είναι απόλυτα δικαιολογημένο να λαμβάνεται υπόψη περίοδος αναφοράς διαφορετική από τη ζαχαρική περίοδο, για την οποία καθορίστηκε το καθεστώς των τιμών, αυτό δε για τους ακόλουθους λόγους:
—
Αφενός, η έναρξη της ζαχαρικής περιόδου καθορίστηκε από την αρχή της κοινής οργάνωσης στην 1η Ιουλίου κάθε έτους και αυτό λαμβάνοντας υπόψη την όψιμη συγκομιδή τεύτλων στην Ιταλία, για να μπορέσουν οι ιταλοί παραγωγοί ζάχαρης να επωφεληθούν από τις νέες τιμές παρέμβασης για την νέα ζάχαρη και, συνεπώς, για να μπορέσουν οι καλλιεργητές τεύτλων να πετύχουν νέες κατώτατες τιμές.
—
Αφετέρου, δοθέντος ότι η ζάχαρη που παράγεται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου δεν διατίθεται τελείως πριν από το τέλος της περιόδου, οι βασικοί κανονισμοί απέφυγαν να καθορίσουν την περίοδο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των συνολικών βαρών διάθεσης, άφησαν όμως στην Επιτροπή, επικουρούμενη από την επιτροπή διαχείρισης, τη φροντίδα καθορισμού της, πράγμα που συνάγεται, εξάλλου, από το άρθρο 27 του κανονισμού 3330/74.
Ασκώντας τις αρμοδιότητές της η Επιτροπή έλαβε πάντοτε υπόψη, δηλαδή όχι μόνο από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 700/73, αλλά ήδη και υπό την ισχύ του κανονισμού 142/69, την περίοδο αναφοράς της 1ης Οκτωβρίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους, αυτό δε λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ένα μέρος της ζάχαρης διατέθηκε μετά τη λήξη της ζαχαρικής περιόδου και ότι, ενόψει των κοινών εμπορικών πρακτικών και των παραδοσιακών εμπορικών ρευμάτων, οι εξαγωγές κοινοτικής ζάχαρης που παράγεται κατά τη διάρκεια της προηγούμενης ζαχαρικής περιόδου λήγουν κατά το τέλος του Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Συνεπώς, ο κανονισμός 700/73 καθιέρωσε απλώς την πρακτική που ακολουθούνταν προηγουμένως, πράγμα που συνάγεται, εξάλλου, από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού.
Εξάλλου, η νομιμότητα του κανονισμού 700/73 πρέπει να ερευνηθεί υπό το φως του κανονισμού 3330/74, ως βασικού κανονισμού, που παραπέμπει σ' αυτόν με το άρθρο του 44, παράγραφος 4, και το παράρτημα II.
Όσον αφορά την έννοια της διάθεσης του προϊόντος, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι βασικοί κανονισμοί δεν δίνουν σχετικό ορισμό και δεν επιβάλλουν κανένα ιδιαίτερο σύστημα για τον υπολογισμό της. Αυτό που επέλεξε είναι να λαμβάνει υπόψη τις «υποχρεώσεις για εξαγωγή», δηλαδή τις ποσότητες, για τις οποίες, στο πλαίσιο των κατακυρώσεων, χορηγήθηκαν άδειες εξαγωγής με δικαίωμα επιστροφών για πρακτικούς λόγους:
—
Στο πλαίσιο του γενικού συστήματος των αδειών οι επιχειρηματίες υποχρεούνται να προσκομίσουν μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία της εξαγωγής την απόδειξη ότι αυτή πράγματι διενεργήθηκε. Πρέπει, συνεπώς, να περάσουν έξι μήνες μετά τη λήξη της περιόδου αναφοράς για να διαπιστωθεί από τις εθνικές αρχές αν όλες οι εξαγωγές, για τις οποίες υπήρχε «υποχρέωση» πραγματοποιήθηκαν. Ο υπολογισμός της συνεισφοράς που αναφέρεται σε συγκεκριμένη περίοδο καθυστερεί, συνεπώς, κατά έξι μήνες, στους οποίους προστίθεται όλος ο χρόνος που είναι αναγκαίος για τις επαληθεύσεις, στις οποίες προβαίνουν οι εθνικές αρχές.
—
Οι εθνικές αρχές δεν καταγράφουν λογιστικώς (και δεν είναι σε θέση να το κάνουν) τις εξαγωγές ζάχαρης που πραγματοποιήθηκαν 6άσει της περιόδου αναφοράς (ή, τουλάχιστον, της ζαχα-ρικής περιόδου παραγωγής). Η επαλήθευση της συνολικής ποσότητας που πράγματι εξήχθη κατά μία περίοδο αναφοράς (ή περίοδο παραγωγής) απαιτεί σημαντική μεταβολή του τρόπου ελέγχου και λογιστικής καταγραφής στα περισσότερα από τα κράτη μέλη, μεταβολές που τα κράτη μέλη δήλωσαν ρητώς και κατ' επανάληψη ότι δεν είναι σε θέση να κάνουν
—
Υπό ομαλές περιστάσεις ο κίνδυνος μη πραγματοποίησης μιας εξαγωγής για την οποία υφίσταται υποχρέωση, είναι περιορισμένος, επειδή το ποσό της ασφάλειας που επιβάλλεται στους επιχειρηματίες αποθαρρύνει ενδεχόμενες προθέσεις αποχής. Το θέμα πρέπει να αντιμετωπιστεί χρησιμοποιώντας στοιχεία που επιτρέπουν λογική προσέγγιση. Ο κανονισμός 1785/81, κάνοντας λόγο στο άρθρο 28 για «υποχρεώσεις για εξαγωγή», απλώς καθιερώνει και συμπληρώνει την ερμηνεία που ακολουθείται από την ίδρυση της κοινής οργάνωσης. Θεσπίζοντας τον κανονισμό 3358/81, η Επιτροπή παρέμεινε στην αρχή αυτή.
Ως προς τη φερόμενη διάκριση, η Επιτροπή θεωρεί ότι κάθε κατηγορία περί υπάρξεως διάκρισης στερείται ερείσματος, επειδή οι ιταλοί επιχειρηματίες είναι απόλυτα ελεύθεροι, όποιο και αν είναι το ύψος της τιμής παρέμβασης και της τιμής στην παγκόσμια αγορά, να πωλούν ανά πάσα στιγμή τη ζάχαρη τους στα πλαίσια της μέγιστης ποσόστωσης στην εσωτερική αγορά ή στην παγκόσμια αγορά, εισπράττοντας, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, τις προβλεπόμενες επιστροφές, όπως και οι παραγωγοί των άλλων χωρών, μπορούν δε έτσι να συμμετέχουν ομοίως στη δημιουργία συνολικών απωλειών κατά τη διάθεση. Αντιθέτως, μπορούν επίσης να εφαρμόζουν την τιμή της εσωτερικής αγοράς, αυτό δε, εντούτοις, ακριβώς όπως και οι παραγωγοί των άλλων κρατών μελών, έτσι ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος περί περιορισμένης «ιταλικής αγοράς».
Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι μόνο η διάθεση σε τρίτες χώρες επιτρέπει τη διατήρηση σε όλη την Κοινότητα της ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης, η οποία επιτρέπει με τη σειρά της σε όλους τους παραγωγούς να εφαρμόζουν τιμή πώλησης που τείνει να εξισωθεί με την ενδεικτική τιμή. Δεν υπάρχει, συνεπώς, διάκριση από το γεγονός ότι συμμετέχουν όλοι οι παραγωγοί στη χρηματοδότηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής που είναι αναγκαίες για να στηριχθεί η εσωτερική τιμή,
Η Επιτροπή καταλήγει, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
«Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 700/73 της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 1973 ούτε του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3358/81 της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1981.»
IV — Απάντηση της Επιτροπής στην ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο
Η Επιτροπή απάντησε στην ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο ως εξής:
1.
Η εφαρμογή του κανονισμού 3358/81 και του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73 ως προς τη ζαχαρική περίοδο 180/81 και του άρθρου 28 του κανονισμού 1785/81 ως προς την περίοδο 1981/82 δεν είχε ως συνέπεια να ληφθούν διπλά υπόψη οι απώλειες λόγω εξαγωγής κατά τους τρεις μήνες από Ιούλιο μέχρι Σεπτέμβριο 1981, εκτός από ένα μέρος τελείως ασήμαντο.
2.
Η συνεισφορά στην παραγωγή υπό την ισχύ των βασικών κανονισμών 3330/74 και 1785/81 (και των εκτελεστικών τους κανονισμών 700/73 και 1443/82) πρέπει να υπολογίζεται σε συνάρτηση με δύο στοιχεία, δηλαδή ένα ποσοτικό στοιχείο και ένα οικονομικό στοιχείο:
—
Για την περίοδο 1980/81 το ποσοτικό στοιχείο συνίσταται στη συνολική ποσότητα της ζάχαρης που παρήχθη μεταξύ της 1ης Ιουλίου 1980 και της 30ής Ιουνίου 1981 σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο α, του κανονισμού 700/73, μειωμένη κατά την εγγυημένη ποσότητα για την ίδια περίοδο που προβλέπεται στο άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 3330/74.
Για την περίοδο 1981/82 το ποσοτικό στοιχείο καθορίστηκε βάσει της συνολικής ποσότητας ζάχαρης που παρήχθη μεταξύ της 1ης Ιουλίου 1981 και της 30ής Σεπτεμβρίου 1982 σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο α, του κανονισμού 1785/81, μειωμένη κατά την ποσότητα που διατίθεται για κατανάλωση στο εσωτερικό κατά την περίοδο αυτή (βλ. στοιχείο 6 του προαναφερθέντος άρθρου).
Συνεπώς, καμία ποσότητα ζάχαρης που παρήχθη κατά τη διάρκεια μιας περιόδου δεν ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό -ίων απωλειών λόγω εξαγωγής κατά μία άλλη περίοδο. Συνεπώς, αποκλείεται να ελήφθη διπλά υπόψη το ποσοτικό στοιχείο.
—
Το οικονομικό στοιχείο συνίσταται στο μέσο όρο ζημιών λόγω εξαγωγής για δεδομένη ποσότητα ζάχαρης. Αυτός ο μέσος όρος ζημιών πολλαπλασιαζόμενος με το ποσοτικό στοιχείο συνιστά τη συνολική ζημία λόγω εξαγωγής που καλύπτεται από τη συνεισφορά στην παραγωγή.
3.
Ο μέσος όρος ζημιών υπολογίζεται βάσει των επιστροφών που χορηγούνται σύμφωνα με τα δύο συστήματα που προβλέπονται από την εφαρμοστέα ρύθμιση, δηλαδή το σύστημα καθορισμού «με δημοπρασία» και το σύστημα του «περιοδικού καθορισμού».
—
Το πρώτο σύστημα καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών (όπως συνάγεται και από έναν πίνακα σε παράρτημα). Γι' αυτό τον τύπο των επιστροφών γινόταν πάντοτε διάκριση, υπό την ισχύ του κανονισμού 3330/74 που εφαρμόστηκε μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1981 όσον αφορά τον υπολογισμό των συνεισφορών, ως προς τις ποσότητες ζάχαρης, για τις οποίες χορηγούνται οι επιστροφές αυτές αναλόγως της αντίστοιχης περιόδου παραγωγής κατά τη διάρκεια του τριμήνου Ιουλίου/Σεπτεμβρίου κάθε έτους.
Για το σκοπό αυτό, οι άδειες εξαγωγής που χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1981 περιείχαν ημερομηνία λήξης ισχύος (τέλος Σεπτεμβρίου 1981) για τις ποσότητες ζάχαρης που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια της περιόδου 1981/82 και ημερομηνία έναρξης ισχύος (τέλος Σεπτεμβρίου 1981) για τις ποσότητες που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια της περιόδου 1981/82.
Κατ' αυτό τον τρόπο, κατέστη δυνατό να γίνει διάκριση κατά τη διάρκεια του εν λόγω τριμήνου γι' αυτό τον τύπο επιστροφών μεταξύ του μέσου όρου ζημιών για τη ζάχαρη που παρήχθη κατά τη διάρκεια της περιόδου 1980/81 και του μέσου όρου ζημιών σχετικά με τη ζάχαρη της επόμενης περιόδου. Έτσι, αποφεύχθηκε να ληφθεί διπλά υπόψη το μέρος αυτό του οικονομικού ονοιχείου.
—
Ως προς τις επιστροφές που χορηγούνται κατά τη διάρκεια του τριμήνου Ιουλίου/Σεπτεμβρίου κατά το σύστημα του περιοδικού καθορισμού, η Επιτροπή, έχοντας υπόψη την τελείως ασήμαντη επίδρασή τους στον υπολογισμό της συνεισφοράς, ουδέποτε θέσπισε, υπό την ισχύ των κανονισμών 3330/74 και 700/73, σύστημα διαφοροποίησης των αδειών ανάλογα με την περίοδο παραγωγής της ζάχαρης.
Όλες οι επιστροφές αυτού του τύπου που χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια του τριμήνου επιβάρυναν πάντοτε, στο σύνολό τους, την προηγούμενη ζαχαρική περίοδο, όσον αφορά μόνο τον υπολογισμό του οικονομικού ονοιχείου, αυτό δε και για το τρίμηνο Ιουλίου/Σεπτεμβρίου 1981.
Το ενδεχόμενο ανακρίβειας της μεθόδου αυτής είναι, πράγματι, μειωμένο ώστε δεν δικαιολογείται η θέσπιση σχετικά περίπλοκου διοικητικού συστήματος διαφοροποίησης των αδειών.
4.
Η Επιτροπή, στη συνέχεια, αποφάσισε να λάβει εκ νέου υπόψη τις επιστροφές που χορηγήθηκαν από το σύστημα περιοδικού καθορισμού κατά τη διάρκεια του τριμήνου Ιουλίου/Σεπτεμβρίου 1981 (αποκλειστικά για τον υπολογισμό του μέσου όρου ζημιών) και για την περίοδο επίσης 1981/82 για να ικανοποιήσει τους παραγωγούς, οι οποίοι, λόγω της μεταβολής της τάσης της παγκόσμιας αγοράς, αντιμετώπιζαν για την περίοδο 1981/82 πολύ υψηλά βάρη λόγω των συνεισφορών.
Το γεγονός ότι ελήφθη εκ νέου υπόψη το εν λόγω τρίμηνο κατέστησε δυνατή τη μείωση του μέσου όρου ζημιών της περιόδου και, βάσει του σωρευτικού συστήματος που προβλέπεται με το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 1785/81, την προσπάθεια μείωσης των βαρών των παραγωγών για την περίοδο μεταξύ Ιουλίου 1981 και Ιουνίου 1985. Η δεύτερη αυτή ενέργεια δεν είχε οπωσδήποτε επίδραση στον υπολογισμό της συνεισφοράς για την περίοδο 1980/81, υπολογισμό που ενυπήρχε κατά τη θέσπιση του κανονισμού 3358/81.
V — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 1984, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον De André, δικηγόρο Ρώμης, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ι. Μ. Braguglia, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. L. Campogrande, νομική σύμβουλο της νομικής της υπηρεσίας, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μαΐου 1984.
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 28ης Μαρτίου 1983, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Ιουνίου 1983, το Tribunale di Genova υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73 της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 1973, περί καθορισμού ορισμένων αναγκαίων λεπτομερειών για την εφαρμογή του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 73) και του άρθρου 1 του κανονισμού 3358/81 της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1981, περί καθορισμού των ποσών της συνεισφοράς στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 έως 30 Ιουνίου 1981 και του ποσού που πρέπει να καταβληθεί από τους ζαχαροβιομήχανους στους πωλητές ζαχαροτευτλων (ΕΕ L 339, σ. 17).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης που κίνησε η ιταλική εταιρία Sermide SpA, η οποία κηρύχθηκε εν τω μεταξύ σε πτώχευση (εφεξής Sermide) και η οποία παράγει λευκή ζάχαρη, κατά του Cassa Conguaglio Zucchero, καθώς επίσης και των Υπουργείων Οικονομικών και Θησαυροφυλακίου (εφεξής καθών στην κύρια δίκη). Εξάλλου, στη δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου παρενέβησαν υπέρ της Sermide το Consorzio Nazionale Bieticoltori και η Associazione Nazionale Bieticoltori, καθώς και Ol Μ. Bianchini και C Merciai.
3
Η διαφορά αφορά το δικαίωμα του Cassa Conguaglio Zucchero να απαιτήσει ποσό 321008250 λιρών Ιταλίας, το οποίο μειώθηκε κατά τη διάρκεια της κύριας δίκης σε 261515085 λίρες Ιταλίας, ως συνεισφορά στην παραγωγή ζάχαρης που παρήγαγε η εταιρία Sermide κατά τη διάρκεια της ζαχαρικής περιόδου 1980/81 καθ' υπέρβαση της,βασικής ποσόστωσης που της είχε χορηγηθεί και του οποίου η είσπραξη είχε διαταχθεί από το Ufficio Ricevitoria (υπηρεσία εισπράξεων) του τελωνείου της Γένοβας με εντολή πληρωμής φόρου που κοινοποιήθηκε στις 10 Μαΐου 1982.
4
Η εν λόγω συνεισφορά είχε υπολογιστεί βάσει του προαναφερθέντος κανονισμού 3358/81 της Επιτροπής, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 48 του κανονισμού 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 177, σ. 4) και κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του προαναφερθέντος κανονισμού 700/73 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1573/76 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 193).
5
Στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, η εταιρία Sermide προέβαλε το παράνομο των δυο προαναφερθεισών διατάξεων λόγω του ότι συνιστούσαν δυσμενή διάκριση σε βάρος της και, κατά συνέπεια, παράβαση της Συνθήκης ΕΟΚ και άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
6
To Tribunale di Genova θεωρώντας βάσιμες τις αμφιβολίες της εταιρίας Seimide ως προς το κύρος των επίδικων διατάξεων, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«Ι.
Το άρ9ρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73 της Επιτροπής — που ορίζει ότι οι συνολικές ζημίες που προκύπτουν από τη διάθεση των ποσοτήτων που παρήχθησαν στην Κοινότητα υπολογίζονται 6άσει του ποσού που αντιστοιχεί στο σταθμικό μέσο όρο των ζημιών κατά τη διάθεση, οι οποίες σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Οκτωβρίου της τρέχουσας ζαχαρικής περιόδου μέχρι την 30ή του επόμενου Σεπτεμβρίου — δεν είναι παράνομο, επειδή έρχεται σε αντίθεση: α) προς την απαγόρευση των διακρίσεων που θεσπίζεται με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της Συνθήκης της Ρώμης- 6) προς την απαγόρευση των διακρίσεων που θεσπίζεται με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης της Ρώμης' γ) προς το άρθρο 2 του κανονισμού ΕΟΚ 1785/81 του Συμβουλίου, που ορίζει ότι η περίοδος εμπορίας αρχίζει την 1η Ιουλίου και λήγει στις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους- δ) προς το άρθρο 28 του κανονισμού ΕΟΚ 1785/81 του Συμβουλίου που ορίζει ότι η συνεισφορά στην παραγωγή ζάχαρης υπολογίζεται επίσης, για κάθε περίοδο εμπορίας, 6άσει του μέσου όρου ζημιών για τις υποχρεώσεις εξαγωγής που πρόκειται να πραγματοποιηθούν στα πλαίσια της τρέχουσας περιόδου;
2.
Υπ' αυτές τις περιστάσεις, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι επίσης παράνομο το άρθρο 1 του κανονισμού ΕΟΚ 3358/81 της Επιτροπής — βάσει του οποίου το ποσό της συνεισφοράς στην παραγωγή ζάχαρης για την περίοδο 1980/81 καθορίζεται σε 3,407 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα λευκής ζάχαρης ;
3.
Έστω και σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα δύο πρώτα ερωτήματα, το άρθρο 1 του κανονισμού ΕΟΚ 3358/81 της Επιτροπής — 6άσει του οποίου η συνεισφορά στην παραγωγή για την περίοδο 1980/81 καθορίζεται σε 3,407 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα λευκής ζάχαρης — δεν είναι παράνομο διότι έρχεται σε αντίθεση: α) προς το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΟΚ 3330/74 του Συμβουλίου, δυνάμει του οποίου η συνεισφορά στην παραγωγή καθορίζεται — για την περίοδο 1980/81 — βάσει της ποσότητας ζάχαρης που πράγματι εξήχθη σε εξωκοινοτικές χώρες και β) προς το άρθρο 28 του κανονισμού ΕΟΚ 1785/81 του Συμβουλίου, κατά το οποίο η συνεισφορά στην παραγωγή ζάχαρης καθορίζεται βάσει της ποσότητας ζάχαρης, για την οποία έχει απλώς αναληφθεί υποχρέωση εξαγωγής, μόνο από την περίοδο 1981/82;»
Επί των σχετικών με την υπόθεση διατάξεων
7
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunale di Genova πρέπει, πρώτον, να υπομνηστούν τα χαρακτηριστικά στοιχεία, που έχουν σημασία εν προκειμένω, του συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής και του υπολογισμού της συνεισφοράς στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης.
8
Ο βασικός κανονισμός 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 134), ο οποίος διατήρησε το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής που είχε θεσπίσει ο παλαιός βασικός κανονισμός 1009/67 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1967 (GU L 308, σ. 1) διακρίνει τη λευκή ζάχαρη που παράγεται κατά τη διάρκεια ορισμένης ζαχαρικής περιόδου, δηλαδή κατά την περίοδο από 1ης Ιουλίου μέχρι 30 Ιουνίου του επόμενου έτους, σε τρεις κατηγορίες:
—
την ποσότητα, η οποία μπορεί να διατίθεται ελεύθερα στο εμπόριο στην Κοινή Αγορά και η διάθεση της οποίας ασφαλίζεται με την τιμή παρέμβασης (εφεξής ποσόστωση Α)
—
την ποσότητα, η οποία υπερβαίνει την ποσόστωση Α, όχι όμως και ορισμένο ανώτατο όριο (αποκαλούμενο «μέγιστη ποσόστωση», το οποίο είναι ίσο προς την ποσόστωση Α επί ένα συντελεστή) και η οποία μπορεί επίσης να διατίθεται ελεύθερα στο εμπόριο στην Κοινή Αγορά ή να εξάγεται με ενίσχυση λόγω εξαγωγής (εφεξής ποσόστωση Β). Για την ποσότητα αυτή τα κράτη μέλη εισπράττουν από τους ενδιαφερόμενους ζαχαροβιομήχανους συνεισφορά στην παραγωγή, η οποία προορίζεται για τη χρηματοδότηση της ενίσχυσης λόγω εξαγωγής που χορηγείται στη ζάχαρη Β
—
την ποσότητα, η οποία υπερβαίνει τη μέγιστη ποσόστωση και δεν μπορεί να διατεθεί στην Κοινή Αγορά, αλλά πρέπει να εξαχθεί στην κατάσταση που βρίσκεται πριν από την 1η Ιανουαρίου μετά το τέλος της εν λόγω ζαχαρικής περιόδου, χωρίς να είναι δυνατό να της χορηγηθεί ενίσχυση λόγω εξαγωγής (εφεξής ποσόστωση Γ).
9
Κατά το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού, το Συμβούλιο καθορίζει κάθε χρόνο για τη λευκή ζάχαρη τιμή παρεμβάσεως για την περισσότερο πλεονασματική ζώνη και παράγωγες τιμές παρεμβάσεως για τις άλλες ζώνες, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τις περιφερειακές διαφορές της τιμής ζάχαρης.
10
Ο προαναφερθείς βασικός κανονισμός ορίζει επίσης, στο άρθρο 19, ότι στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η εξαγωγή λευκής ζάχαρης στην παγκόσμια αγορά, μπορεί να χορηγηθεί επιστροφή λόγω εξαγωγής, η οποία καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των τιμών στην παγκόσμια αγορά και των τιμών στην Κοινότητα και η οποία είναι η ίδια για όλη την Κοινότητα, ενώ το σύνολο των επιστροφών λόγω εξαγωγής αντιστοιχεί προς την «απώλεια [ζημία] κατά τη διάθεση» που αναφέρει το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο 6, του κανονισμού 700/73.
11
Η συνεισφορά στην παραγωγή που τα κράτη μέλη εισπράττουν από τους ζαχα-ροβιομήχανους για την ποσόστωση Β υπολογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, διαιρώντας τις συνολικές ζημίες που απορρέουν από τη διάθεση της ποσότητας που παρήχθη στην Κοινότητα και υπερβαίνει την εγγυημένη ποσότητα (η οποία αντιστοιχεί τουλάχιστον στην ποσόστωση Α) με το σύνολο των ποσοτήτων που παρήχθησαν πάνω από την ποσόστωση Α από τις επιχειρήσεις της Κοινότητας χωρίς να έχουν υπερβεί τη μέγιστη ποσόστωση. Η εν λόγω συνεισφορά δεν μπορεί πάντως να υπερβεί ποσό ανώτερο του 30 °/ο της τιμής παρεμβάσεως.
12
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής ορίζονται με τον κανονισμό 700/73 της Επιτροπής, ο οποίος εκδόθηκε 6άσει του κανονισμού 1009/67 και παρέμεινε σε ισχύ, με ορισμένες τροποποιήσεις, ιδίως από τον κανονισμό 1573/76 της Επιτροπής, μέχρι την κατάργηση του από τον κανονισμό 1443/82 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 158, σ. 17), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 10 Ιουνίου 1982.
13
Από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1573/76, προκύπτει ότι οι συνολικές απώλειες που αναφέρονται στο άρθρο 27, παράγραφος 2, του δασικού κανονισμού 3330/74, υπολογίζονται 6άσει δύο στοιχείων, δηλαδή ενός στοιχείου αποκαλούμενου ποσοτικού, αφενός, και ενός στοιχείου αποκαλούμενου οικονομικού, αφετέρου. Το ποσοτικό στοιχείο αποτελείται από το σύνολο της παραγωγής λευκής ζάχαρης κατά την εν λόγω ζαχαρική περίοδο, μειωμένο κατά την εγγυημένη ποσότητα που ισχύει για τη συγκεκριμένη ζαχαρική περίοδο, τις ποσότητες που έχουν παραχθεί πάνω από τη μέγιστη ποσόστωση, καθώς επίσης και τις ποσότητες που έχουν παραχθεί κάτω από τη μέγιστη ποσόστωση που μεταφέρονται από τις επιχειρήσεις στην επόμενη ζαχαρική περίοδο. Αντίθετα, το οικονομικό στοιχείο αποτελείται από το σταθμικό μέσο όρο των ζημιών κατά τη διάθεση κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Οκτωβρίου της εν λόγω ζαχαρικής περιόδου μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους (μειωμένες κατά το ποσό των εισφορών λόγω εξαγωγής που έχουν εισπραχθεί κατά την ίδια περίοδο).
14
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι το ποσοτικό στοιχείο υπολογίζεται βάσει της παραγωγής κατά τη ζαχαρική περίοδο, δηλαδή την περίοδο από 1ης Ιουλίου μέχρι 30 Ιουνίου του επόμενου έτους, ενώ το οικονομικό στοιχείο υπολογίζεται βάσει περιόδου, η οποία παρατείνεται κατά τρεις μήνες σε σχέση με τη ζαχαρική περίοδο.
15
Ενώ αρχικά τα άρθρα 24 έως 31 του βασικού κανονισμού 3330/74 περί του καθεστώτος των ποσοστώσεων παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της συνεισφοράς στην παραγωγή, ίσχυαν μόνο για τις ζαχαρικές περιόδους από 1975/76 μέχρι και 1979/80, με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1592/80 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 48), ορίστηκε ότι ισχύουν επίσης και για τη ζαχαρική περίοδο 1980/81 (με εξαίρεση το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1, του άρθρου 31).
16
Ο βασικός κανονισμός 3330/74 καταργήθηκε από τις 30 Ιουνίου 1981 με το άρθρο 49, παράγραφος 3, του νέου βασικού κανονισμού 1785/81, του οποίου τα άρθρα 24 έως 32 που αναφέρονται στο σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής ισχύουν σύμφωνα με το άρθρο του 23, παράγραφος 1, για τις ζαχαρικές περιόδους 1981/82 μέχρι 1985/86.
17
Ο νέος βασικός κανονισμός διατήρησε καταρχήν το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής, αλλά επέφερε σ' αυτό σημαντικές τροποποιήσεις, κυρίως ως προς τη συνεισφορά στην παραγωγή, η οποία, κατά το άρθρο 28, παράγραφος 3, δεν εισπράττεται πλέον από τους ζαχαροβιομήχανους αποκλειστικά και μόνο για την παραγωγή τους ζάχαρης Β, αλλά και για την παραγωγή τους ζάχαρης Α και Β μαζί αυτή, όμως, η κύρια συνεισφορά δεν μπορεί να υπερβεί μέγιστο ποσό ίσο προς 2 ο/ο της τιμής παρεμβάσεως. Όταν το ανώτατο αυτό όριο συνεισφοράς δεν επιτρέπει νακαλυφθεί πλήρως η συνολική ζημία, εισπράττεται συμπληρωματική συνεισφορά από τους βιομηχάνους επί της παραγωγής τους ζάχαρης Β, συνεισφορά που δεν μπορεί να υπερβεί μέγιστο ποσό ίσο προς 30 ο/ο της τιμής παρεμβάσεως (και υπό ορισμένες προϋποθέσεις ποσό ίσο προς 37,5 ο/ο της εν λόγω τιμής).
18
Κατά συνέπεια, κατά το άρθρο 28, παράγραφος 3, του νέου βασικού κανονισμού, η κύρια συνεισφορά υπολογίζεται διαιρώντας την προβλεπόμενη συνολική ζημία με την προβλεπόμενη ποσότητα ζάχαρης Α και Β που παράγεται στο πλαίσιο της τρέχουσας περιόδου. Η προβλεπόμενη συνολική ζημία υπολογίζεται, κατά την παράγραφο 1, στοιχείο δ, του άρθρου 28, λαμβάνοντας υπόψη τον προβλεπόμενο μέσο όρο ζημιών για τις υποχρεώσεις προς εξαγωγή που πρόκειται να εκτελεσθούν κατά την τρέχουσα περίοδο.
19
Όσον αφορά τη συνεισφορά στην παραγωγή για τη ζαχαρική περίοδο 1980/81, το ύψος της καθορίστηκε, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3358/81 της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1981 (ΕΕ L 339, σ. 17), σε 3,407 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα λευκής ζάχαρης. Ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 48 του δασικού κανονισμού 1785/81, ο οποίος εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να θεσπίσει μεταβατικά μέτρα στην περίπτωση που τέτοια μέτρα θα ήσαν αναγκαία για να διευκολυνθεί η μετάβαση στο σύστημα του παρόντος κανονισμού, ιδίως στην περίπτωση που η εφαρμογή του εν λόγω συστήματος κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία θα προσέκρουε σε αισθητές δυσχέρειες. Τέτοιας φύσεως μέτρα ισχύουν μέχρι τις 30 Ιουνίου 1982, το αργότερο.
20
Η Επιτροπή, καθορίζοντας το ύψος της συνεισφοράς στην παραγωγή για τη ζαχαρική περίοδο 1980/81, εφάρμοσε, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 3358/81, τα κριτήρια που θεσπίζει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73, λαμβάνοντας υπόψη κατά τον υπολογισμό του οικονομικού στοιχείου το σταθμικό μέσο όρο των ζημιών κατά τη διάθεση κατά την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 1980 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1981.
Επί του πρώτου ερωτήματος
21
Το πρώτο ερώτημα αφορά δύο διαφορετικά προβλήματα: καταρχάς το πρόβλημα αν το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 700/73, η περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου όρου ζημιών κατά τη διάθεση, από την 1η Οκτωβρίου της τρέχουσας περιόδου μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους, είναι διαφορετική από τη ζαχαρική περίοδο, η οποία εκτείνεται από την 1η Ιουλίου μέχρι τις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους, εφεξής «ασυμφωνία των περιόδων αναφοράς», συνιστά ή όχι διάκριση που απαγορεύεται από το άρθρο 7 και το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης· περαιτέρω, το πρόβλημα αν η εν λόγω ρύθμιση συνιστά παράβαση των άρθρων 2 και 28 του νέου βασικού κανονισμού 1785/81.
Ως προς νη φερόμενη παραβίαοη της αρχής της απαγορεύσεως νων βιακρίσεων
22
Ως προς τη φερόμενη παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι η ασυμφωνία των περιόδων αναφοράς ισοδυναμεί, τουλάχιστον όσον αφορά τη ζαχαρική περίοδο 1980/81, με μέτρο που συνιστά διάκριση σε 6άρος των ιταλικών επιχειρήσεων, οι οποίες βρίσκονται σε περιοχές ελλειμματικές, από τις οποίες δεν γίνονται εξαγωγές ή γίνονται εξαγωγές ποσοτήτων αναλογικά κατώτερων, και προς αποκλειστικό όφελος των επιχειρήσεων του Βορρά, οι οποίες βρίσκονται σε περιοχές πλεονασματικές και με παράδοση στις εξαγωγές.
23
Η διάκριση αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι η αύξηση της κοινοτικής τιμής παρέμβασης που ίσχυσε από την 1η Ιουλίου 1981, αρχή της νέας ζαχαρικής περιόδου, και η ταυτόχρονη πτώση της παγκόσμιας τιμής της ζάχαρης είχαν ως συνέπεια σημαντική αύξηση του ποσού που καταβάλλεται για τις επιστροφές λόγω εξαγωγής (πράγμα που υπήρξε επωφελές για τις επιχειρήσεις του Βορρά) και κατά συνέπεια αφύσικη αύξηση της συνεισφοράς, η οποία επιβάρυνε την παραγωγή 1980/81 της ζάχαρης Β (πράγμα που υπήρξε ζημιογόνο για τις ιταλικές επιχειρήσεις).
24
Η Sermide και η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι συνιστά διάκριση το γεγονός ότι η συνεισφορά στην παραγωγή δεν υπολογίζεται αποκλειστικά και μόνο βάσει των ζημιών κατά τη διάθεση που συμβαίνουν πράγματι κατά τη διάρκεια της ζαχαρικής περιόδου, η παραγωγή της οποίας επιβαρύνεται με τη συνεισφορά. Πράγματι, η νέα κοινοτική τιμή παρέμβασης τίθεται σε ισχύ κάθε χρόνο στην αρχή της εν λόγω περιόδου, η οποία αντιστοιχεί ακριβώς στο φυσικό κύκλο καλλιέργειας του ζαχαρότευτλου στις νότιες περιοχές. Αντίθετα, μόνο οι επιχειρήσεις του Βορρά διαθέτουν, μετά το τέλος της ζαχαρικής περίοδου, χάρη στο δικό τους κύκλο καλλιέργειας του ζαχαρότευτλου, αρκετή ζάχαρη που έχει παραχθεί πριν από την εν λόγω ημερομηνία, ώστε να μπορούν να ωφεληθούν από τις υψηλότερες επιστροφές λόγω εξαγωγής.
25
Επιπλέον, η ιταλική κυβέρνηση και η Sermide υποστηρίζουν ότι, κατά τον υπολογισμό της συνεισφοράς στην παραγωγή, τόσο για το 1980/81 όσο και για το 1981/82, οι επιστροφές που αφορούν τη ζάχαρη που παρήχθη κατά τη ζαχαρική περίοδο 1980/81 και εξήχθη κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981 ελήφθησαν υπόψη δύο φορές. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια σημαντικά και άδικα βάρη για τους παραγωγούς.
26
Αντίθετα, η Επιτροπή αρνείται κάθε κατηγορία περί διακρίσεων και επισημαίνει ότι καθορίζοντας ως περίοδο αναφοράς, για τον υπολογισμό των ζημιών κατά τη διάθεση, την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους (αντί της περιόδου που αντιστοιχεί στη ζαχαρική περίοδο) έλαβε υπόψη της μόνο τους φυσικούς κύκλους καλλιέργειας, καθώς επίσης και την οικονομική πραγματικότητα, δηλαδή την κοινή εμπορική πρακτική και τα παραδοσιακά εμπορικά ρεύματα. Η έναρξη της ζαχαρικής περιόδου ορίστηκε ακριβώς στην 1η Ιουλίου για να μπορέσουν οι ιταλοί παραγωγοί ζάχαρης να ωφεληθούν από τις νέες τιμές παρέμβασης για τη νέα ζάχαρη, ενώ ένα μέρος της ζάχαρης που παράγεται στις βόρειες περιοχές κατά τη ζαχαρική περίοδο εξάγεται παραδοσιακά μόνο μετά την 1η Ιουλίου και μέχρι τη λήξη της περιόδου αναφοράς.
27
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι δεν συνιστά διάκριση το γεγονός ότι υποχρεώνει όλους τους παραγωγούς ζάχαρης που υπερβαίνει την ποσόστωση Α να συμμετέχουν στη χρηματοδότηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής, εφόσον μόνο η διάθεση της πλεονασματικής ζάχαρης στις τρίτες χώρες επιτρέπει τη διατήρηση ισορροπίας στο εσωτερικό της Κοινής Αγοράς μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης, πράγμα που συντελεί στη στήριξη χης εσωτερικής τιμής προς το συμφέρον όλων των παραγωγών, συμπεριλαμβανομένων και των ιταλικών επιχειρήσεων.
28
Πρέπει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών της Κοινότητας που καθιερώνει το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, το οποίο περιλαμβάνει την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της Συνθήκης απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε κατά όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Επομένως τα διάφορα στοιχεία της κοινής οργάνωσης αγοράς, προστατευτικά μέτρα, επιχορηγήσεις, ενισχύσεις και άλλα δεν είναι δυνατόν να διαφοροποιούνται ανάλογα με τις περιοχές και λοιπές συνθήκες παραγωγής ή κατανάλωσης παρά μόνο βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, τα οποία εξασφαλίζουν στους ενδιαφερόμενους αναλογική κατανομή των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των εδαφών των κρατών μελών.
29
Σχετικά με την άποψη αυτή πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ρύθμιση του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73 περί του υπολογισμού της συνεισφοράς στην παραγωγή δικαιολογείται αντικειμενικώς, μολονότι χρησιμοποιεί διαφορετικές περιόδους αναφοράς, δηλαδή αφενός της ζαχαρικής περιόδου για να καθορίσει την ποσότητα της οικείας παραγωγής λευκής ζάχαρης (το αποκαλούμενο ποσοτικό στοιχείο), αφετέρου της περιόδου από την 1η Οκτωβρίου της εν λόγω ζαχαρικής περιόδου μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους για να καθορίσει το μέσο όρο των ζημιών κατά τη διάθεση (το αποκαλούμενο οικονομικό στοιγείο).
30
Όσον αφορά το επιχείρημα ότι αυτή η μέθοδος υπολογισμού είναι αυθαίρετη, διότι αδικεί τους μεσογειακούς παραγωγούς σε σχέση με τους βόρειους παραγωγούς, πρέπει, καταρχάς, να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω ρύθμιση αφορά μόνο τη ζάχαρη που έχει πραγματικά παραχθεί κατά τη διάρκεια της ίδιας ζαχαρικής περιόδου. Το γεγονός ότι λαμβάνονται υπόψη επιστροφές για ποσότητες ζάχαρης που εξήχθησαν μετά το τέλος της ζαχαρικής περιόδου δικαιολογείται αντικειμενικώς, δεδομένου ότι οι ποσότητες αυτές παρήχθησαν κατά την ίδια ζαχαρική περίοδο. Επομένως, είναι συνεπές να λαμβάνονται επίσης υπόψη, κατά τον υπολογισμό των συνολικών ζημιών και, επομένως, της συνεισφοράς στην παραγωγή για ορισμένη ζαχαρική περίοδο, οι ζημίες κατά τη διάθεση της λευκής ζάχαρης που παρήχθη κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, αλλά διατέθηκε μετά τη λήξη της.
31
Το γεγονός ότι οι μεσογειακοί παραγωγοί, αντίθετα με τους βόρειους, δεν διαθέτουν πλέον, λόγω του φυσικού κύκλου καλλιέργειας του ζαχαρότευτλου, μετά το τέλος της ζαχαρικής περιόδου, ζάχαρη που να έχει παραχθεί πριν από την ημερομηνία αυτή και δεν μπορούν ως εκ τούτου να ωφεληθούν από τη νέα τιμή παρέμβασης που ισχύει από την έναρξη της νέας ζαχαρικής περιόδου, ενώ η συνεισφορά που βαρύνει την παραγωγή τους της παλιάς ζαχαρικής περιόδου περιλαμβάνει επίσης τις συνολικές ζημίες που επήλθαν κατά τη διάρκεια του τμήματος της περιόδου αναφοράς το οποίο εκτείνεται πέραν της ζαχαρικής περιόδου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστή. Πράγματι αυτή η επιχειρηματολογία θέτει υπό αμφισβήτηση την επιλογή από το Συμβούλιο της ημερομηνίας ενάρξεως της ζαχαρικής περιόδου και της ημερομηνίας καθορισμού της τιμής παρεμβάσεως, της οποίας επιλογής το κύρος δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση παρά μόνο από άποψη κατάχρησης εξουσίας, πράγμα που δεν προβλήθηκε στην προκειμένη περίπτωση.
32
Εξάλλου, όσον αφορά το επιχείρημα ότι η ασυμφωνία των περιόδων αναφοράς συνεπάγεται αυθαίρετα αποτελέσματα, όσον αφορά το ύψος των επιστροφών και, επομένως, της συνεισφοράς τουλάχιστον για τη ζαχαρική περίοδο 1980/81 ενόψει του ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου της νέας τιμής παρεμβάσεως που ισχύει από την 1η Ιουλίου 1981, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι επιστροφές προορίζονται, όπως διευκρινίζει η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού 3330/74, στη σταθεροποίηση της κοινοτικής αγοράς με το να αποφεύγεται ιδίως η επίπτωση των διακυμάνσεων της τιμής στην παγκόσμια αγορά στην τιμή που ισχύει στο εσωτερικό της Κοινότητας. Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι οι προσαρμογές του ποσού των επιστροφών είναι συμφυείς με το σύστημα των εμπορικών ανταλλαγών με τρίτες χώρες, το οποίο αποτελεί τμήμα της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης.
33
Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η εφαρμογή περιόδον αναφοράς για τον υπολογισμό των ζημιών κατά τη διάθεση που εκτείνεται μετά τη λήξη της ζαχαρικής περιόδου 1980/81 δεν συμβιβάζεται με το γεγονός ότι έχουν επέλθει βαθιές μεταβολές στο ζαχαρικό σύστημα από την 1η Ιουλίου 1981, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή εφάρμοσε την επίδικη ρύθμιση μόνο για τη διάθεση ζάχαρης που παρήχθη πριν από την 1η Ιουλίου 1981. Το γεγονός ότι ορισμένα στοιχεία του επόμενου συστήματος δεν υφίσταντο στο προηγούμενο σύστημα δεν μπορεί, καθαυτό, να συνιστά διάκριση, καθόσον η πράξη που εκδόθηκε δεν υπερβαίνει το πλαίσιο της ευρείας διακριτικής εξουσίας που διαθέτει σχετικά ο κοινοτικός νομοθέτης.
34
Ως προς το επιχείρημα ότι κατά τον υπολογισμό της συνεισφοράς τόσο για το 1980/81 όσο και για το 1981/82, ορισμένες επιστροφές ελήφθησαν δύο φορές υπόψη, το Δικαστήριο δέχεται ότι η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη για τον υπολογισμό του μέσου όρου ζημιών κατά τη ζαχαρική περίοδο 1980/81 τις ζημίες που προήλθαν από τις επιστροφές που είχαν καθοριστεί περιοδικώς για τη ζάχαρη που είχε παραχθεί κατά τη ζαχαρική περίοδο 1980/81 και είχε διατεθεί κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981, περιορίστηκε στην εφαρμογή της ισχύουσας μέχρι τότε ρύθμισης. Η Επιτροπή, λαμβανομένων υπόψη των λόγων που προέβαλε, ιδίως των σημαντικών διοικητικής (ρύσεως δυσχερειών, δεν ήταν υποχρεωμένη να θεσπίσει αποκλειστικά και μόνο για την περίοδο αναφοράς 1980/81, σύστημα καταλογισμού των εν λόγω ζημιών και στη μια και στην άλλη ζαχαρική περίοδο. Το γεγονός ότι η Επιτροπή βασίστηκε, ακόμα και για την υπό κρίση μεταβατική περίοδο στη ρύθμιση που υφίστατο από χρόνια, δηλαδή στον κανονισμό 700/73, δεν είναι αντίθετο προς την απαγόρευση των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης.
35
Αντίθετα όσον αφορά το γεγονός ότι η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη αυτές τις ίδιες ζημίες για τον υπολογισμό του μέσου όρου ζημιών για τη ζαχαρική περίοδο 1981/82, πρέπει να σημειωθεί ότι διπλή επιβάρυνση βάσει ίδιων γεγονότων δεν συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι ελήφθησαν για δεύτερη φορά υπόψη οι εν λόγω απώλειες δεν είχε δυσμενείς συνέπειες για τους παραγωγούς της εν λόγω ζαχαρικής περιόδου, διότι στην πραγματικότητα το γεγονός αυτό είχε απλώς ως συνέπεια μείωση του μέσου όρου ζημιών και, επομένως, μείωση, αν και πολύ περιορισμένη, του ύψους της συνεισφοράς για την εν λόγω περίοδο. Αντίθετα, η Sermide τονίζει ότι αυτού του είδους η «γενναιοδωρία» της Επιτροπής στους υπολογισμούς της στοίχισε στους ιταλούς παραγωγούς «μόνο για την περίοδο 1980/81 7 περίπου δισεκατομμύρια λίρες Ιταλίας, και πιθανώς το ίδιο ποσό για την περίοδο 1981/82». Εντούτοις η Sermide δεν παρέσχε διευκρινίσεις όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εν λόγω ζημίας και των υπολογισμών της Επιτροπής.
36
Υπ' αυτές τις περιστάσεις το επιχείρημα της Επιτροπής φαίνεται επαρκές για να αποκλειστεί παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, δεδομένου ότι προέκυψε σημαντική αύξηση των ζημιών από την εξέλιξη των τιμών στην παγκόσμια αγορά.
37
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73 δεν συνιστά παράβαση του κανόνα της απαγόρευσης των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών της Κοινότητας που θεσπίζει το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης.
Ως προς την παράθαση των άρθρων 2 και 28 τον κανονισμού 1785/81
38
Το εθνικό δικαστήριο ερωτά επίσης αν είναι παράνομο το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/73 ως αντίθετο προς τα άρθρα 2 και 28 του κανονισμού 1785/81, σύμφωνα με τα οποία, η περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου όρου ζημιών κατά τη διάθεση συμπίπτει με τη ζαχαρική περίοδο.
39
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1785/81 ως προς τον υπολογισμό της συνεισφοράς στην παραγωγή εφαρμόζονταν, σύμφωνα με το άρθρο 23, μόνο μετά την έναρξη της ζαχαρικής περιόδου 1981/82 και, επομένως, δεν αφορούν τη συνεισφορά στην παραγωγή που επιβαρύνει τη ζάχαρη που παρήχθη κατά τη ζαχαρική περίοδο 1980/81. Δεδομένου ότι η επιβάρυνση αυτή δεν ήταν δυνατό να γίνει παρά μόνο λίγο μετά το τέλος της περιόδου, δηλαδή ήδη κατά τη διάρκεια της ισχύος του νέου βασικού κανονισμού, το Συμβούλιο, με το άρθρο 48 του κανονισμού 1785/81, εξουσιοδότησε την Επιτροπή να θεσπίσει τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα, βάσει του κανονισμού 700/73 που εξακολούθησε να ισχύει ακόμα και μετά την κατάργηση του κανονισμού 3330/74.
40
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 700/83 δεν είναι ασυμβίβαστο με τα άρθρα 2 και 28 του κανονισμού 1785/81.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
41
Δεδομένου ότι το δεύτερο ερώτημα υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, δεν έχει πλέον αντικείμενο.
Επί του τρίτου ερωτήματος
42
Με το τρίτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν είναι παράνομο το άρθρο 1 του κανονισμού 3358/81 της Επιτροπής ως αντίθετο προς το άρθρο 27, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού 330/74 και προς το άρθρο 28 του νέου βασικού κανονισμού 1785/81, καθόσον η συνεισφορά στην παραγωγή ζάχαρης για τη ζαχαρική περίοδο 1980/81 καθορίζεται 6άσει της ποσότητας της ζάχαρης, για την οποία έχει αναληφθεί υποχρέωση προς εξαγωγή και όχι 6άσει της ποσότητας που πράγματι εξήχθη.
43
Η εταιρία Sermide ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός 3358/81 της Επιτροπής είναι παράνομος, εφόσον η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη, κατά τον υπολογισμό της συνεισφοράς για τη ζαχαρική περίοδο 1980/81, όχι μόνο τις ποσότητες ζάχαρης που είχαν πράγματι εξαχθεί, αλλά επίσης και τις υποχρεώσεις για εξαγωγή ως προς τις οποίες δεν έγινε πραγματική εξαγωγή κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, υπερέβη την εξουσία της, όπως είχε περιοριστεί με τις διατάξεις κανονισμών του Συμβουλίου. Ομοίως, η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι τουλάχιστον για την περίοδο 1980/81, δεν είναι ορθό το ότι ελήφθησαν υπόψη υποχρεώσεις για εξαγωγή. Αντίθετα, η Επιτροπή απαντά ότι ανέκαθεν ακολούθησε, μετά τη δημιουργία της κοινής οργάνωσης της αγοράς ζάχαρης, την ερμηνεία που εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση.
44
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης η ιταλική κυβέρνηση εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά το κύρος του κανονισμού 3358/81 της Επιτροπής, για το λόγο ότι το νόμιμό του έρεισμα, δηλαδή το άρθρο 48 του νέου βασικού κανονισμού 1785/81, δεν αποτελεί επαρκή νομική βάση για τον καθορισμό συνεισφοράς σε βάρος των ζαχαροβιομηχάνων.
45
Δεδομένου ότι η συνεισφορά στην παραγωγή για τη ζαχαρική περίοδο 1980/81 δεν μπορούσε να καθοριστεί παρά μόνο μετά την 1η Ιουλίου 1981, ημερομηνία καταργήσεως του βασικού κανονισμού 3330/74, και ότι η μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο θα ετίθετο υπό αμφισβήτηση αν δεν λαμβάνονταν συμπληρωματικά μέτρα, η Επιτροπή μπορούσε να στηρίξει τον κανονισμό 3358/81 στην εν λόγω διάταξη για να διαφυλάξει την εξακολούθηση του συστήματος της αγοράς ζάχαρης που θέλησε το Συμβούλιο. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ακριβώς η φύση των προβλημάτων της προκειμένης περίπτωσης ήταν ο λόγος υπάρξεως του άρθρου 48 του νέου βασικού κανονισμού 1785/81, το οποίο επιτρέπει τη λήψη των αναγκαίων μεταβατικών μέτρων για να διευκολυνθεί η μετάβαση στο νέο σύστημα της αγοράς ζάχαρης.
46
Όσον αφορά την έννοια της διάθεσης, είναι ακριβές ότι το άρθρο 27, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού 3330/74 αναφέρεται, σχετικά με τον υπολογισμό της συνεισφοράς στην παραγωγή, μόνο στις ζημίες που προκύπτουν από τη διάθεση, χωρίς να αναφέρει τις υποχρεώσεις για εξαγωγή, ενώ το άρθρο 28 του νέου βασικού κανονισμού 1785/81 αφορά ρητώς τις ζημίες για τις υποχρεώσεις προς εξαγωγή που πρέπει να εκτελεσθούν στα πλαίσια της τρέχουσας περιόδου. Ούτε, όμως ο βασικός κανονισμός 3330/74 του Συμβουλίου, ούτε ο κανονισμός 700/73 της Επιτροπής δίνουν ορισμό της έννοιας της διάθεσης' επομένως, οι κανονισμοί αυτοί αφήνουν στην Επιτροπή τη μέριμνα της ερμηνείας της ανάλογα με το στόχο και βάσει των συμφραζομένων της εν λόγω διατάξεως.
47
Η Επιτροπή, όπως επανειλημμένα έχει δεχτεί το Δικαστήριο, μπορεί να κάνει χρήση και να στηρίζεται επί των στοιχείων που προκύπτουν από το σύστημα των αδειών εισαγωγής και εξαγωγής, το οποίο συνεπάγεται για τους δικαιούχους την υποχρέωση να εκτελόύν τις πράξεις που έχουν προγραμματίσει υπό τον όρο παροχής ασφαλείας προκειμένου να καθοριστούν ποσοτικά και να υπολογιστούν τα ρεύματα εισαγωγών και εξαγωγών.
48
Στην προκειμένη περίπτωση η ερμηνεία που έδωσε η Επιτροπή στον όρο «διάθεση» με την έννοια των υποχρεώσεων προς εξαγωγή ήταν ορθή εν όψει του γεγονότος ότι, αφενός, τα κράτη μέλη δεν καταχωρίζουν λογιστικά τις εξαγωγές ζάχαρης που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της ζαχαρικής περιόδου ή της περιόδου αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου όρου ζημιών και ότι, αφετέρου, οι εξαγωγές που γίνονται στο πλαίσιο της μόνιμης δημοπρασίας υπόκεινται στη σύσταση ασφάλειας.
49
Επομένως, από την εξέταση του τρίτου ερωτήματος δεν προκύπτει κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 1 του κανονισμού 3358/81.
50
Ενόψει όλων των προηγούμενων σκέψεων, πρέπει να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο η απάντηση ότι από την εξέταση των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 7 του κανονισμού 700/83 της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 1973, ή το κύρος του άρθρου 1 του κανονισμού 3358/81 της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1981.
Επί των δικαστικών εξόδων
51
Τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκαν η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η ιταλική κυβέρνηση, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται ν' αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Tribunale di Genova με Διάταξη της 28ης Μαρτίου 1983 αποφαίνεται:
Από την εξέταση των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 7 του κανονισμού 700/73 της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 1973, και του άρθρου 1 του κανονισμού 3358/81 της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1981.
Bosco
Pescatore
O'Keeffe
Koopmans
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Δεκεμβρίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
D. Louterman
Υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
G. Bosco
Full & Egal Universal Law Academy