Στην υπόθεση 107/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation της Γαλλίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Ordre des avocats au barreau de Paris
και
Onno Klopp, δικηγόρου Ντύσελντορφ η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 52 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και Υ. Galmot, προέδρους τμήματος, Ρ. Pescatore, Α. Ο' Keeffe, G. Bosco, Ο. Due και U. Everling, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Περιστατικά
1.
Στις 20 Ιανουαρίου 1981, ο Klopp, γερμανός υπήκοος και δικηγόρος εγγεγραμμένος στο δικηγορικό σύλλογο Ντύσελντορφ, ζήτησε να του επιτραπεί να δώσει τον όρκο του δικηγόρου και να εγγραφεί στον πίνακα των ασκουμένων του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού, όπου σκόπευε να εγκαταστήσει γραφείο, παραμένοντας συγχρόνως δικηγόρος στο δικηγορικό σύλλογο Ντύσελντορφ, όπου Sa διατηρούσε επίσης την κατοικία του και το γραφείο του. Από το φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι ο Klopp είχε αναγορευθεί, το 1969, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Παρισιού, σχολή νομικών και οικονομικών επιστημών και είχε υποστεί με επιτυχία, στις 17 Νοεμβρίου 1980, τις εξετάσεις για την απόκτηση του πιστοποιητικού ικανότητας ασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου.
Με απόφαση της 17ης Μαρτίου 1981, το διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού απέρριψε την αίτηση αυτή, με την αιτιολογία ότι ο Klopp, μολονότι συγκέντρωνε το σύνολο των λοιπών προϋποθέσεων για να γίνει δικηγόρος, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 83 του Διατάγματος 72-468 (Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας της 11ης Ιουνίου 1972) και του άρθρου 1 του εσωτερικού κανονισμού του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού, δυνάμει των οποίων ο δικηγόρος μπορεί να έχει μόνο μια επαγγελματική κατοικία, κειμένη εντός της περιφερείας δικαιοδοσίας του Tribunal de grande instance όπου έχει εγκατασταθεί.
Το άρθρο 83 του προαναφερθέντος διατάγματος ορίζει ότι
«ο δικηγόρος υποχρεούται να καθορίσει την επαγγελματική του κατοικία εντός της περιφερείας δικαιοδοσίας του Tribunal de grande instance όπου είναι εγκατεστημένος».
Το άρθρο 1 του εσωτερικού κανονισμού του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού διατυπώνεται ως εξής:
«1.
Ο δικηγόρος του Cour του Παρισιού πρέπει όντως να ασκεί το επάγγελμα του.
2.
Για την εν λόγω άσκηση, πρέπει να είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα των δικηγόρων ή των ασκουμένων και να έχει την επαγγελματική του κατοικία στο Παρίσι ή στα διαμερίσματα των Hauts-de-Seine, του Seine-Saint-Denis ή του Val-de-Marne.
3.
Ανεξαρτήτως του κυρίου γραφείου του, μπορεί, μέσα στα ίδια γεωγραφικά όρια, να ανοίξει δεύτερο γραφείο.»
Με απόφαση της 24ης Μαρτίου 1982, το Cour d'appel του Παρισιού ακύρωσε την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου, με την αιτιολογία ότι, μολονότι δυνάμει των επίδικων διατάξεων ο δικηγόρος δεν μπορεί να έχει, στο γαλλικό έδαφος, παρά μια και μόνη επαγγελματική κατοικία, απ'αυτό δεν μπορεί να συναχθεί η απαγόρευση να ανήκει συγχρόνως σε ένα γαλλικό δικηγορικό σύλλογο και σε ένα ή σε περισσότερους αλλοδαπούς
δικηγορικούς συλλόγους. Η κατάσταση αυτή θα ήταν εξάλλου σύμφωνη με την αρχή της ισότητας που καθιερώνει η Συνθήκη, καθόσον ο Klopp θα υπέκειτο, στη Γαλλία, σε όλες τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους γάλλους δικηγόρους και, εξάλλου, ο δικηγορικός σύλλογος Παρισιού συνηθίζει να επιτρέπει στους γάλλους δικηγόρους να ζητούν την εγγραφή τους σε αλλοδαπούς δικηγορικούς συλλόγους.
Ο δικηγορικός σύλλογος του Παρισιού άσκησε αναίρεση κατά της παραπάνω αποφάσεως.
Το Cour de cassation, κρίνοντας ότι η διαφορά έθετε πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, με απόφαση της 3ης Μαΐου, ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφανθεί:
«ερμηνεύοντας τα άρθρα 52 επ. της Συνθήκης της Ρώμης, αν, καίτοι δεν υπάρχει οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περί συντονισμού των διατάξεων που αφορούν την είσοδο στο επάγγελμα του δικηγόρου και την άσκηση του, το γεγονός ότι απαιτείται από δικηγόρο υπήκοο κράτους μέλους, που επιθυμεί να ασκεί ταυτόχρονα το επάγγελμα του δικηγόρου σε άλλο κράτος μέλος, να έχει μια μόνο επαγγελματική κατοικία, απαίτηση που απορρέει από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως και εξασφαλίζει στη χώρα αυτή τη λειτουργία της δικαιοσύνης και την τήρηση της δεοντολογίας, συνιστά περιορισμό που δεν συμβιβάζεται με την ελευθερία εγκαταστάσεως, που εγγυάται το άρθρο 52 της Συνθήκης της Ρώμης».
2.
Η απόφαση περί παραπομπής καταχωρίστηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Ιουνίου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Orino Klopp, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο παρ' Αρείω Πάγω και Συμβουλίω Επικρατείας Bruno Odent ο δικηγορικός σύλλογος Παρισιού, εκπροσωπούμενος από τον πρόεδρο του και από τη δικηγορική εταιρία J. G. Nicolas — Η. Masse-Dessen, δικηγόρο παρά τω Cour de cassation και Conseil d' État· η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Paul Costes, ενεργούντα για λογαριασμό του γενικού γραμματέα της διυπουργικής επιτροπής για τα θέματα Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας· η βρετανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Dagtoglou, του Treasury Solicitor's Department· η δανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Laurids Mikaelsen· η ολλανδική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από το Ι. Verkade, γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Jacques Delmoly και Γεώργιο Κρεμλή, μέλη της νομικής της υπηρεσίας.
Μετά από έκθεση του εισηγητή δικαστή και ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις
Ο Klopp, οι κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, της Δανίας και των Κάτω Χωρών, καθώς και η Επιτροπή προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Κατ'αυτούς, η υποχρέωση του δικηγόρου να έχει μια και μόνη επαγγελματική κατοικία — υπό την έννοια ότι απαγορεύεται να έχει επίσης επαγγελματική κατοικία σε άλλο κράτος μέλος — αποτελεί, ακόμη και ελλείψει οδηγίας, περιορισμό ασυμβίβαστο προς την αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Αντίθετα, ο δικηγορικός σύλλογος και η γαλλική κυβέρνηση θεωρούν ότι στο ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.
1.
Ο Klopp παρατηρεί ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης, στο οποίο το Δικαστήριο, με πάγια νομολογία, έχει αναγνωρίσει άμεσο αποτέλεσμα, είναι αντίθετο προς τον κανόνα της μοναδικότητας της επαγγελματικής κατοικίας. Η διάταξη αυτή αποσκοπεί επίσης στο να ευνοήσει τη διπλή εγκατάσταση, καταργώντας προοδευτικά τους περιορισμούς μεταξύ άλλων, τη δημιουργία πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών.
Με την απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974 (van Binsbergen, 33/74, Recueil σ. 1299) δέχτηκε ότι η νομοθεσία κράτους μέλους μπορεί να επιβάλλει μια μόνιμη κατοικία στον παρέχοντα τις υπηρεσίες.
Πάντως, η απόφαση αυτή αιτιολογήθηκε ακριβώς από την ιδιάζουσα φύση της παροχής υπηρεσιών και επομένως δεν μπορεί να μεταφερθεί στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
Επιπλέον, η προαναφερθείσα απόφαση όρισε ότι η απαίτηση μόνιμης κατοικίας πρέπει να αιτιολογείται από την εφαρμογή επαγγελματικών κανόνων, δικαιολογούμενων από το γενικό συμφέρον, οι οποίοι βαρύνουν κάθε πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στο έδαφος του κράτους όπου παρέχεται η υπηρεσία. Το να έχει ο δικηγόρος διπλή επαγγελματική κατοικία δεν είναι δυνατό να παρακωλύσει τη λειτουργία της δικαιοσύνης, αρκεί μόνο να έχει πράγματι κατοικία εντός της περιφερείας του δικηγορικού του συλλόγου και να μπορούν οι δικαστικές αρχές να έρθουν σε επαφή μαζί του. Ούτε μπορούν να θιγούν η επαγγελματική ηθική και η δεοντολογία, εφόσον ο δικηγορικός σύλλογος μπορεί να επιτηρεί, στη Γαλλία, τη δραστηριότητα του αλλοδαπού δικηγόρου, τόσο καλά όσο και τη δραστηριότητα των άλλων δικηγόρων.
Ο Klopp προσθέτει, επικουρικώς, ότι ο κανόνας της μοναδικότητας της επαγγελ^ ματικής κατοικίας, όπως τον ερμηνεύει ο δικηγορικός σύλλογος, δεν απορρέει στην πραγματικότητα από τη γαλλική νομοθεσία, η οποία αντίθετα δέχεται ρητώς ότι οι επαγγελματικές εταιρίες δικηγόρων μπορούν να έχουν, εκτός την κύριας εγκαταστάσεως τους, ένα ή περισσότερα δευτερεύοντα γραφεία. Κατά τα λοιπά, ένας τέτοιος κανόνας, έστω και αν υποτεθεί ότι υφίσταται, δεν μπορεί παρά να έχει εφαρμογή επί εθνικού επιπέδου.
Εν πάση περιπτώσει, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων εμποδίζει να αντιταχθεί στους δικηγόρους υπηκόους άλλων κρατών μελών η υποχρέωση του να έχουν μια επαγγελματική κατοικία, διότι η υποχρέωση αυτή δεν θα μπορούσε, στην πράξη, να εφαρμοστεί στους γάλλους υπηκόους. Πράγματι, αρκετοί παριζιάνοι δικηγόροι έχουν εγκαταστήσει ένα ή περισσότερα γραφεία στο εξωτερικό. Ο ίδιος ο δικηγορικός σύλλογος έχει συνάψει συμβάσεις με αλλοδαπούς δικηγορικούς συλλόγους, όπως με τη «Law Society of England and Wales» και «The senate of the Inns of Court and the Bar». Οι συμβάσεις αυτές προβλέπουν ρητά ότι οι παριζιάνοι δικηγόροι μπορούν, καίτοι παραμένουν εγγεγραμμένοι στο δικηγορικό σύλλογο Παρισιού, να εγκατασταθούν στην αλλοδαπή και να ασκούν εκεί το επάγγελμα.
Τέλος, θα πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που αντλούνται από τη φερόμενη έλλειψη αμοιβαιότητας και τη φερόμενη αντίστροφη διάκριση, δεδομένου ότι το γερμανικό δίκαιο δεν περιέχει καμιά απαγόρευση να έχει ο δικηγόρος περισσότερες επαγγελματικές κατοικίες και ότι, εξάλλου, ο Klopp 3α βρισκόταν στην ίδια κατάσταση με τους γάλλους συναδέλφους του, οι οποίοι, εκτός από την επαγγελματική τους κατοικία στη Γαλλία, θα μπορούσαν να έχουν μια ή περισσότερες άλλες κατοικίες στο εξωτερικό.
Κατά συνέπεια, ο Klopp προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
«το γεγονός να υποχρεώνεται ένας δικηγόρος υπήκοος κράτους μέλους, ο οποίος θέλει να ασκεί συγχρόνως το επάγγελμα του δικηγόρου σε άλλο κράτος μέλος, να έχει μια μόνο επαγγελματική κατοικία, αποτελεί ασυμβίβαστο προς τη Συνθήκη της Ρώμης περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως».
2.
Ο δικηγορικός avÅÅoyog Παρισιού εκθέτει, πρώτον, ότι το επάγγελμα του δικηγόρου διέπεται σήμερα μόνο από την οδηγία 77/249 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 06/001, σ. 249).
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης έχει εν μέρει άμεσο αποτέλεσμα, κατά το μέτρο που πρόκειται για τον κανόνα της ίσης μεταχειρίσεως, αλλά δεν υπεισέρχεται κατ' ανάγκη σε περιπτώσεις περιορισμών, άσχετων προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Επομένως, η ελεύθερη εγκατάσταση, δεν πρέπει να εξαρτάται από την έκδοση οδηγιών, όσον αφορά την ισότητα μεταχειρίσεως. Πάντως, οι τεχνικές λεπτομέρειες εφαρμογής, μεταξύ των οποίων ο κανόνας περί της μοναδικότητας της επαγγελματικής κατοικίας, εμπίπτουν, ελλείψει οδηγίας, στο εθνικό δίκαιο, καθόσον μια τέτοια υποχρέωση δεν αποτελεί προδήλως υπερβολικό εμπόδιο ή αντικειμενικά ασυμβίβαστο προς το γενικό συμφέρον.
Με την απόφαση της 28ης Απριλίου 1977 (Thieffry, 71/76, Recueil σ. 765), προσδιορίστηκε η έννοια των υπερβολικών και ασυμβίβαστων προς τη Συνθήκη λεπτομερειών εφαρμογής. Το Δικαστήριο αναγνώρισε σχετικά ότι πρέπει να συμβιβάζεται η ελευθερία εγκαταστάσεως με τους εθνικούς επαγγελματικούς κανόνες που δικαιολογούνται από το γενικό συμφέρον, ιδίως τους κανόνες οργανώσεως, περί προσόντων, δεοντολογίας, ελέγχου και ευθύνης, υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή τους γίνεται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις.
Η απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974 (van Binsbergen, προαναφερθείσα), σχετική με το αν συμβιβάζονται αυτοί οι κανόνες γενικού συμφέροντος με την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο όπως και η παρούσα υπόθεση. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι η υποχρέωση, για τους επικουρικούς λειτουργούς της δικαιοσύνης, να έχουν μια σταθερή επαγγελματική εγκατάσταση σε συγκεκριμένη δικαστική περιφέρεια, δικαιολογείται από την ανάγκη των δικαστηρίων να διαθέτουν, εντός της περιφερείας δικαιοδοσίας τους, κοντινούς επικουρικούς λειτουργούς της δικαιοσύνης, γνωστούς στους δικαστές και δυνάμενους να επισπεύδουν τις διαδικασίες σε στενό σύνδεσμο μαζί τους.
Μεταφέροντας τις σκέψεις αυτές στο πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης εγκαταστάσεως, έπεται ότι ο κανόνας της μοναδικότητας της επαγγελματικής κατοικίας του δικηγόρου — υπό την έννοια της απαγορεύσεως να έχει επίσης επαγγελματική κατοικία σε άλλο κράτος μέλος — πρέπει να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με το άρθρο 52 της Συνθήκης, καθόσον εξασφαλίζει, κατά τρόπο αποκλείοντα τις δυσμενείς διακρίσεις, τη σταθερότητα της εγκαταστάσεως, η οποία έχει επιλεγεί ελεύθερα εντός της περιφερείας του δικαστηρίου, είναι δε απαραίτητος για την εγγύηση της τηρήσεως των επαγγελματικών κανόνων.
Ο δικηγορικός σύλλογος αναλύει εν συνεχεία τους λόγους θεσπίσεως του κανόνα αυτού. Ο δικηγόρος πρέπει να είναι οπωσδήποτε συνδεδεμένος με ένα νόμο, σύνδεσμος που πραγματοποιείται με την εγγραφή του στο σύλλογο. Διπλός ή πολλαπλός σύνδεσμος δεν μπορεί να νοηθεί, παρά βάσει μιας εναρμονίσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που γεννώνται από κάθε σύνδεσμο. Μακροπρόθεσμα, ένας ενιαίος κώδικας δεοντολογίας και κοινός σε ολόκληρο τον κοινοτικό χώρο θα μπορούσε να καταργήσει τον κανόνα του ενιαίου συνδέσμου. Η ανάγκη αυτή έχει γίνει εξάλλου αισθητή από τους επαγγελματικούς συλλόγους που εκπροσωπούνται στη συμβουλευτική επιτροπή των ευρωπαϊκών δικηγορικών συλλόγων, κατά τις προπαρασκευαστικές διαδικασίες σχεδίου οδηγίας σχετικής με την ελεύθερη εγκατάσταση των δικηγόρων.
Κατά συνέπεια, «κατά την παρούσα κατάσταση πραγμάτων, ο κανόνας της μοναδικότητας της επαγγελματικής κατοικίας» θα πρέπει να θεωρηθεί ως «αντικειμενικά αναγκαίος περιορισμός και σύμφωνος προς το γενικό συμφέρον, στο πεδίο εφαρμογής της ελευθερίας εγκαταστάσεως, της οποίας η αρχή και το άμεσο αποτέλεσμα, που της έχουν αναγνωριστεί, δεν προσβάλλεται στο ελάχιστο».
3.
Σύμφωνα με τη γαλλική κνδέρνηοη, το κύριο ερώτημα που ανακύπτει στην υπόθεση αυτή είναι το αν ο εσωτερικός γαλλικός κανόνας, που επιβάλλει στο δικηγόρο μία και μόνο επαγγελματική κατοικία, αποτελεί εμπόδιο στο δικαίωμα εγκαταστάσεως, κατά το ότι λαμβάνει υπόψη τη συσταθείσα σε άλλο μέλος κατοικία για να αρνηθεί τη σύσταση δεύτερης εγκαταστάσεως στη Γαλλία. Στο ερώτημα αυτό αρμόζει αρνητική απάντηση, δεδομένου ότι οι διατάξεις περί των οποίων πρόκειται δεν θίγουν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, ενώ συγχρόνως ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εσωτερικής οργανώσεως του επαγγέλματος.
Σχετικά, η γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί ότι τα άρθρα 52 εδάφιο 2 και 54 της Συνθήκης παραπέμπουν, για την απόκτηση και την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης εγκαταστάσεως, στις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως. Βάσει του γενικού προγράμματος περί καταργήσεως των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως, που υιοθέτησε το Συμβούλιο στις 18 Δεκεμβρίου 1961, μόνο οι περιορισμοί που συνιστούν διαφορετική μεταχείριση των υπηκόων άλλων κρατών μελών έναντι των ημεδαπών πρέπει να καταργηθούν. Υπό την ίδια έννοια ακόμα, το Δικαστήριο έκρινε, ιδίως με την προαναφερθείσα απόφαση του στην υπόθεση Thieffry, ότι οι εθνικοί επαγγελματικοί κανόνες, που δικαιολογούνται από το γενικό συμφέρον, προστατεύονται από την αρχή του δικαιώματος εγκαταστάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή τους δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις.
Η γαλλική κυβέρνηση εκθέτει εν συνεχεία ότι το άρθρο 83 του διατάγματος 72-468, που αποτελεί κανόνα μη εισάγοντα διακρίσεις, στηρίζεται στην πραγματική άσκηση του επαγγέλματος στην περιφέρεια ενός δικαστηρίου και, ειδικότερα, στο ότι ο δικηγόρος πρέπει να είναι διαθέσιμος στον πελάτη και στο δικαστήριο.
Ο εν λόγω κανόνας ανατρέχει στην περίοδο κατά την οποία η προετοιμασία των διαδικαστικών πράξεων στις δικηγορικές υποθέσεις, δηλαδή το δικαίωμα καταθέσεως εγγράφων προτάσεων, ήταν ανατεθειμένο στους Avoués. Πάντως, ακόμα και μετά την εξάλειψη της διακρίσεως, με το νόμο της 31ης Δεκεμβρίου 1971, μεταξύ του επαγγέλματος του Avoué και του Avocat, αυτός ικανοποιεί πάντοτε ανάγκες ουσίας.
Πράγματι, ο γαλλικός κώδικας πολιτικής δικονομίας υποχρεώνει τους διαδίκους, πλην αντίθετης διάταξης, να διορίζουν δικηγόρο ενώπιον του πρωτοδικείου, ο διορισμός δε αυτός ισοδυναμεί με διορισμό αντικλήτου. Η διαδικασία, ιδίως, «mise en état des causes», που προβλέπεται από το νέο κώδικα πολιτικής δικονομίας της 13ης Οκτωβρίου 1965, προϋποθέτει προσωπική επαφή μεταξύ του επιφορτισμένου με τη διεξαγωγή αποδείξεων δικαστή και του δικηγόρου, πράγμα που απαιτεί συνεχή παρουσία στο δικαστήριο. Το να υποχρεούται ο δικηγόρος να έχει μόνο μιά επαγγελματική κατοικία δεν αποτελεί επομένως ένα απλό δικονομικό κανόνα, αλλά συγχρόνως παρουσιάζεται ως κανόνας που αφορά την οργάνωση των δικαστηρίων και τη δεοντολογία.
Η γαλλική κυβέρνηση προσθέτει ότι επιβάλλεται στενή ερμηνεία της αρχής της ελευθερίας εγκαταστάσεως, λόγω επίσης του ειδικού χαρακτήρα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε σχέση με το δικαίωμα εγκαταστάσεως, για να μην καταστεί κενό περιεχομένου το τελευταίο.
4.
Η βρετανική κνδέρνηοη, η οποία ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί εν ολομέλεια, φρονεί ότι το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι να καταστεί γνωστό αν ένα κράτος μέλος μπορεί να συνδέσει την εγκατάσταση στο έδαφος του ενός νομικού άλλου κράτους μέλους, ο οποίος είναι είτε δικηγόρος είτε μέλος οποιουδήποτε επαγγελματικού νομικού συλλόγου σε ένα κράτος μέλος, με τον όρο ότι αυτός εγκαταλείπει την εγκατάσταση του στο δικό του κράτος μέλος. Στο ερώτημα αυτό προσήκει αρνητική απάντηση, λαμβανομένων υπόψη συγχρόνως του πνεύματος και του γράμματος της Συνθήκης.
Αφενός, το άρθρο 52 της Συνθήκης περιλαμβάνει μεταξύ των καταργητέων περιορισμών και εκείνους που ισχύουν για τη σύσταση πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιριών. Η ελευθερία αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη εταιριών και επιχειρήσεων που έχουν εγκατασταθεί σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη.
Αφετέρου, το άρθρο 54, παράγραφος 1, αναφέρεται στην κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως «εντός της Κοινότητας».
Είναι προφανές ότι, όσον αφορά το δικαίωμα της εγκαταστάσεως, η Κοινότητα πρέπει να θεωρείται ως ένας ενιαίος χώρος και ότι, κατά συνέπεια, ελλείψει αντίθετης κανονιστικής ρύθμισης εφαρμοζόμενης στο σύνολο της Κοινότητας, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός στον αριθμό των κρατών μελών εντός των οποίων μπορεί να εγκατασταθεί ένα πρόσωπο.
Πρέπει να προστεθεί ότι, μολονότι το άρθρο 52, εδάφιο δεύτερο, αφήνει τα κράτη μέλη ελεύθερα να θεσπίζουν τους εθνικούς κανόνες τους διέποντες τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας ήδη εγκατεστημένος δικηγόρος μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα, η ελευθερία αυτή δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα θεσπίσεως εθνικής νομοθεσίας αποκλείουσας πλήρως το δικαίωμα εγκαταστάσεως, επιτρέποντας στο άτομο να εγκατασταθεί σε άλλο τμήμα της Κοινότητας, υπό τη μοναδική προϋπόθεση ότι θα εγκαταλείψει την εγκατάσταση του σε άλλο τμήμα της Κοινότητας.
Επιπλέον, οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται από το εθνικό δίκαιο στους υπηκόους άλλου κράτους μέλους δεν μπορούν να είναι αυστηρότερες από εκείνες που επιβάλλονται στους ημεδαπούς. Επομένως, αν το γαλλικό δίκαιο επιτρέπει στους γάλλους δικηγόρους να έχουν δεύτερη εγκατάσταση στο εξωτερικό — όπως προκύπτει από το φάκελο της υποθέσεως — δεν είναι δυνατό να εμποδιστούν οι αλλοδαποί δικηγόροι να έχουν δεύτερη εγκατάσταση στη Γαλλία. Επομένως, δεν πρόκειται περί αντίστροφης διακρίσεως, καθόσον το γαλλικό δίκαιο επιτρέπει στους γάλλους δικηγόρους, καθώς και στους αλλοδαπούς δικηγόρους, να έχουν επαγγελματική κατοικία σε δύο τόπους.
Τέλος, 9α πρέπει να απορριφθεί η άποψη κατά την οποία η υποχρέωση να έχει ο δικηγόρος μια και μόνο επαγγελματική κατοικία δικαιολογείται, προκειμένου να εξασφαλίζεται η λειτουργία της δικαιοσύνης και η τήρηση της δεοντολογίας. Βεβαίως, η υποχρέωση σταθερής επαγγελματικής εγκαταστάσεως εντός συγκεκριμένης περιφερείας ενός δικαστηρίου, που έγινε δεκτή με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση van Binsbergen, επιτρέπει στην εθνική νομοθεσία να επιβάλλει στους επικουρικούς λειτουργούς της δικαιοσύνης να διατηρούν μόνιμη εγκατάσταση εντός της οικείας περιφέρειας του δικαστηρίου, πλην όμως ουδόλως επιτρέπει την επιβολή της υποχρεώσεως να έχει μια και μόνη μόνιμη εγκατάσταση εντός της Κοινότητας.
Η βρετανική κυβέρνηση παρατηρεί σχετικά ότι σε κανένα τμήμα του βρετανικού εδάφους δεν περιορίζεται ο αριθμός των γραφείων στα οποία μπορεί να ασκεί το επάγγελμα του ένας δικηγόρος ούτε ο αριθμός των γραφείων που μπορεί να διατηρεί ένας «solicitor», καίτοι απαιτείται συχνά η άδεια του επαγγελματικού συλλόγου, όταν τα γραφεία είναι περισσότερα από δύο. Επίσης, οι εγκατεστημένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο δικηγόροι μπορούν να διατηρούν γραφεία σε άλλο κράτος μέλος. Τελικά, η βρετανική κυβέρνηση προτείνει να δοθεί, στο υποβληθέν ερώτημα, η απάντηση ότι «η υποχρέωση ότι οι δικηγόροι υπήκοοι ενός κράτους μέλους, που επιθυμούν να ασκήσουν συγχρόνως το επάγγελμα του δικηγόρου και σε άλλο κράτος μέλος, οφείλουν να έχουν μία και μόνη επαγγελματική εγκατάσταση εντός της Κοινότητας αποτελεί περιορισμό ασυμβίβαστο προς το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ, παρόλο που αποβλέπει στην εξασφάλιση της καλής απονομής της δικαιοσύνης και στην τήρηση της δεοντολογίας.»
5.
Η δανική κνδέρνηση παρατηρεί αρχικά ότι κατά την άποψη της η δραστηριότητα του ασκούμενου δικηγόρου που προτίθεται να αναλάβει ο Klopp, δεν εμπίπτει στους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που αφορούν τους εργαζομένους ή τους παρέχοντες υπηρεσίες.
Όσον αφορά το υποβληθέν ερώτημα, η εν λόγω κυβέρνηση φρονεί ότι, υπό το φως των σκέψεων της αποφάσεως της 21ης Ιουνίου 1974 (Reyners, 2/74, Recueil, σ. 631), η υποχρέωση που επιβάλλει ένα κράτος μέλος στους δικηγόρους του να έχουν μία και μόνη επαγγελματική κατοικία συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, εφόσον η σχετική διάταξη δεν διακρίνει αναλόγως της ιθαγένειας των δικηγόρων και εφόσον έχει ως μόνο αποτέλεσμα να απαγορεύει στους δικηγόρους να έχουν περισσότερες επαγγελματικές κατοικίες στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
Αντιθέτως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύσει στους δικηγόρους που έχουν ήδη επαγγελματική κατοικία σε άλλο κράτος μέλος να εγκατασταθούν και στο δικό του έδαφος. Είναι θεμελιώδους σημασίας για την ελευθερία εγκαταστάσεως το να μπορούν οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους, έστω και αν δεν υπάρχει σχετική οδηγία, να εγκαθίστανται όχι μόνο σε άλλο κράτος μέλος, αλλά και σε περισσότερα συγχρόνως, εφόσον πληρούν τις γενικές προϋποθέσεις που διέπουν την εγκατάσταση στα κράτη αυτά.
Η δανική κυβέρνηση εκθέτει εν συνεχεία τη σχετική δανική νομοθεσία. Το άθρο 124, παράγραφος 1, του κώδικα πολιτικής δικονομίας ορίζει ότι οι δικηγόροι δεν μπορούν να διατηρούν συγχρόνως δύο γραφεία σε περισσότερες της μιας δικαστικές περιφέρειες. Πάντως, ο κανόνας αυτός ερμηνεύεται από τις επαγγελματικές οργανώσεις ως αναφερόμενος αποκλειστικά στα γραφεία δικηγόρων εντός της Δανίας και όχι στους εγκατεστημένους στη Δανία, δανούς δικηγόρους, που επιθυμούν να εγκαταστήσουν γραφεία παροχής συμβουλών στο εξωτερικό ούτε στους δικηγόρους άλλων κρατών μελών που επιθυμούν να εγκατασταθούν σε δικαστική περιφέρεια εντός της Δανίας, διατηρώντας συγχρόνως επαγγελματική κατοικία και στη χώρα καταγωγής τους.
Τελικά, η δανική κυβέρνηση προτείνει την ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα:
«Οι εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν στους δικηγόρους την υποχρέωση να έχουν μία και μόνη επαγγελματική κατοικία δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον ερμηνεύονται κατά την έννοια ότι απαγορεύουν στους δικηγόρους να έχουν περισσότερες επαγγελματικές κατοικίες στη χώρα εγκαταστάσεως. Αντιθέτως, οι εθνικές αυτές διατάξεις δεν απαγορεύουν στους δικηγόρους να έχουν επαγγελματική κατοικία σε περισσότερες χώρες εγκαταστάσεως, εφόσον πρόκειται για χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.»
6.
Η ολλανδική κνοέρνηση παρατηρεί οτι, υπό το φως των αποφάσεων στις προαναφερθείσες υποθέσεις Reyners και van Binsbergen, δεν μπορεί να τεθεί, όσον αφορά την εγκατάσταση παροχής υπηρεσιών, κανένας όρος ως προς την ιθαγένεια και την κατοικία, παρόλον ότι δεν έχουν εκδοθεί σχετικές οδηγίες, όπως προβλέπεται στα άρθρα 54 και 57 της Συνθήκης. Στην παρούσα υπόθεση, πρόκειται για προϋπόθεση ως προς την κατοικία, που εισάγει πράγματι δυσμενή διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 52 της Συνθήκης.
Η ερμηνεία που δίνει το διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου στο άρθρο 83 του διατάγματος 72-468 ισοδυναμεί με το ότι οι δικηγόροι δεν μπορούν να είναι συγχρόνως εγγεγραμμένοι σε δικηγορικό σύλλογο της χώρας τους και σε δικηγορικό σύλλογο άλλου κράτους μέλους. Ο περιορισμός αυτός, που έχει μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα να απαγορεύει την είσοδο στο επάγγελμα του δικηγόρου και την άσκηση του επαγγέλματος αυτού μόνο στους αλλοδαπούς, δεν συμβιβάζεται με την αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως, δεδομένου ότι αίρει την αποτελεσματικότητα του άρθρου 52 της Συνθήκης.
Στη συνέχεια, η ολλανδική κυβέρνηση αναλύει τη νομοθεσία που ισχύει στις Κάτω Χώρες. Δυνάμει του Advocatenwet (ολλανδικός νόμος περί του καθεστώτος που διέπει το επάγγελμα του δικηγόρου), οι δικηγόροι μπορούν να εγγραφούν μόνο σε ένα δικηγορικό σύλλογο και υποχρεούνται να έχουν το γραφείο τους στην περιφέρεια του δικαστηρίου, στο δικηγορικό σύλλογο της οποίας είναι εγγεγραμμένοι. Πάντως, οι διατάξεις αυτές αφορούν μόνο την εγγραφή (σε δικηγορικό σύλλογο) και την ίδρυση γραφείου στις Κάτω Χώρες και δεν ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι αποκλείουν την εγγραφή των αλλοδαπών δικηγόρων που πληρούν τις άλλες προϋποθέσεις εγγραφής, υπό το πρόσχημα ότι είναι μέλη αλλοδαπού δικηγορικού συλλόγου.
7.
Η Επιτροπή παρατηρεί προκαταρκτικά ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως, που διασφαλίζεται με το άρθρο 52 της Συνθήκης, στηρίζεται στην αρχή της μεταχειρίσεως των αλλοδαπών ως ημεδαπών, που περιλαμβάνει το δικαίωμα των υπηκόων των κρατών μελών να εγκαθίστανται σε άλλο κράτος μέλος υπό τους ίδιους όρους όπως και οι ημεδαποί ενόψει της ασκήσεως αυτοτελούς δραστηριότητας. Η εγκατάσταση υπό την κοινοτική έννοια αντιστοιχεί με την ίδρυση επαγγελματικής έδρας που, κατά την πρόθεση αυτού που την ιδρύει ή την αποκτά, προορίζεται να διατηρηθεί επί σχετικά μεγάλο διάστημα.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου, τη σχετική με την ελευθερία εγκαταστάσεως, προκύπτουν οι ακόλουθες αρχές:
α)
Η ελευθερία εγκαταστάσεως αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο υφίσταται ανεξαρτήτως την εκδόσεως οδηγιών που προβλέπει το άρθρο 57 της Συνθήκης. Οι εν λόγω οδηγίες απλώς διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως σε συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας.
6)
Κάθε περιορισμός στην ελευθερία εγκαταστάσεως που επιβάλλεται με διάταξη εσωτερικού δικαίου πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται σύμφωνα με τους στόχους του κοινοτικού δικαίου. Έτσι, το άρθρο 52 της Συνθήκης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά μια εθνική διάταξη ανίσχυρη έναντι των κοινοτικών υπηκόων.
γ)
Οι έμμεσοι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως είναι ενδεχομένως ασυμβίβαστοι προς το άρθρο 52 της Συνθήκης, όπως ακριβώς και οι άμεσοι περιορισμοί.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξετάζει τα επιχειρήματα που πρόβαλε το διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου.
Πρώτον, το άρθρο 83 του διατάγματος 72-463 δεν έχει την έννοια ότι αναφέρεται στην είσοδο στο επάγγελμα του δικηγόρου. Κατά τα λοιπά, η έννοια της επαγγελματικής κατοικίας, όπως αναφέρεται σε ένα εθνικό νομοθετικό κείμενο, μπορεί να εφαρμοστεί νομίμως μόνο σε καταστάσεις που βρίσκονται μέσα στα ίδια εδαφικά όρια, όπως εκείνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κειμένου, αποκλειόμενης της επεκτάσεως της πέραν των ορίων αυτών. Αυτό σημαίνει ότι μόνον όταν ένας δικηγόρος εγκαθίσταται στην περιφέρεια του δικαστηρίου εντός του γαλλικού εδάφους είναι ενδεχομένως δυνατό να μην του επιτραπεί να ανοίξει δεύτερο γραφείο στο ίδιο έδαφος.
Δεύτερον, το επιχείρημα από τη λεγόμενη έλλειψη αμοιβαιότητας μεταξύ των δικηγορικών συλλόγων Παρισιού και Ντύσελντορφ είναι απορριπτέο. Το άρθρο 52 της Συνθήκης παράγει πλήρως το αποτέλεσμα του χωρίς να θέτει κανένα όρο του είδους αυτού.
Τρίτον, δεν υπάρχει σύγκρουση κανόνων δεοντολογίας, διότι ουδόλως προκύπτει ότι, επειδή ο Klopp ανήκει σε γερμανικό δικηγορικό σύλλογο, ενδέχεται να βρεθεί στη Γαλλία υπό συνθήκες που δεν του επιτρέπουν να τηρήσει τους γαλλικούς κανόνες δεοντολογίας. Κατά τα λοιπά, είναι παγκοίνως γνωστό ότι πολλά μέλη του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού είναι μέλη και αλλοδαπών δικηγορικών συλλόγων.
Τέταρτον, η Επιτροπή αμφισβητεί την άποψη ότι από το κοινοτικό δίκαιο δεν προκύπτει η ύπαρξη προσωπικού δικαιώματος εγκαταστάσεως, σε ένα κράτος μέλος, δικηγόρου εγγεγραμμένου στο δικηγορικό σύλλογο άλλου κράτους μέλους. Αντιθέτως, όπως προκύπτει τόσο από το άθρο 52 της Συνθήκης όσο και από το γενικό πρόγραμμα για την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως, πρέπει να αρθούν όλοι οι περιορισμοί στην ανάληψη ή στην άσκηση ανεξάρτητων δραστηριοτήτων, οι οποίοι, καίτοι προφανώς εφαρμόζονται χωρίς εξαίρεση λόγω ιθαγένειας, εμποδίζουν αποκλειστικώς ή κυρίως την ανάληψη ή την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών από αλλοδαπούς. Όμως, ο κανόνας της επαγγελματικής κατοικίας, όπως ερμηνεύεται και εφαρμόζεται από το διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου, αποτελεί περιορισμό αυτού του είδους, διότι στην πραγματικότητα πλήττει μόνο τους αλλοδαπούς δικηγόρους, απαγορεύοντας τους την είσοδο στο επάγγελμα του δικηγόρου, ενώ δεν εφαρμόζεται στους γάλλους δικηγόρους που είναι ήδη εγκατεστημένοι στο γαλλικό έδαφος.
Επομένως, ο επίδικος κανόνας έχει ως πρακτικό αποτέλεσμα ότι επιτρέπει την εγκατάσταση στη Γαλλία μόνον των νέων δικηγόρων, υπηκόων άλλου κράτους μέλους, που περάτωσαν στη Γαλλία τις απαραίτητες
σπουδές για την άσκηση του επαγγέλματος. Η πρακτική αυτή περιορίζει την ελευθερία εγκαταστάσεως σε οριακές περιπτώσεις και στερεί κατά μεγάλο μέρος το περιεχόμενο του άρθρου 52 της Συνθήκης, πλήττοντας την πρακτική του αποτελεσματικότητα.
Τέλος, πρέπει να γίνει αναφορά στις εργασίες της συμβουλευτικής επιτροπής των ευρωπαϊκών δικηγορικών συλλόγων, όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως και, ειδικότερα, στο σχέδιο οδηγίας της επιτροπής αυτής (Αθήνα 5/82), το οποίο προβλέπει το «διπλό γραφείο». Δυνάμει του σχεδίου αυτού, έναντι των δικηγόρων που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος «δεν ισχύει κανένας κανόνας του κράτους αυτού που να τους απαγορεύει να διατηρούν γραφείο στο οικείο κράτος μέλος εγγραφής ή σε άλλο κράτος μέλος όπου είναι επίσης εγκατεστημένοι ως δικηγόροι». Τα αποτελέσματα των εργασιών αυτών δείχνουν σαφώς ότι οι ευρωπαϊκοί δικηγορικοί σύλλογοι δεν θεωρούν ότι η διατήρηση περισσότερων γραφείων εντός της Κοινότητας αντιβαίνει στην ομαλή λειτουργία της δικαιοσύνης.
Τελικά, η Επιτροπή προτείνει την ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα:
«Η απαίτηση ότι ο υπήκοος κράτους μέλους, που είναι ήδη εγγεγραμμένος στο δικηγορικό σύλλογο και εγκατεστημένος ως δικηγόρος σε ένα κράτος μέλος και επιθυμεί να εγγραφεί και να εγκατασταθεί ως δικηγόρος σε άλλο κράτος μέλος, οφείλει να έχει μία και μόνη επαγγελματική εγκατάσταση ενώ πληροί όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος από ημεδαπούς, αποτελεί, παρόλο ότι δεν έχει εκδοθεί οδηγία κατά το άρθρο 57, περιορισμό ασυμβίβαστο προς την αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως που διασφαλίζει το άρθρο 52 της Συνθήκης».
III — Απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεσε το Δικαστήριο
1.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος vov Παριοιοΰ κλήθηκε να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:
«Σε ποια ερμηνεία των εθνικών διατάξεων στηρίζει ο δικηγορικός σύλλογος την πρακτική του, κατά την οποία, αφενός, σύμφωνα με τη συνήθεια του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού, έχει από μακρού χρόνου επιτραπεί στους γάλλους δικηγόρους να ζητούν την εγγραφή τους σε αλλοδαπούς δικηγορικούς συλλόγους και, αφετέρου, σε αλλοδαπό δικηγόρο, όπως ο Klopp, δεν επιτρέπεται η εγγραφή του στο δικηγορικό σύλλογο Παρισιού, λόγω της εγγραφής του δε αλλοδαπό σύλλογο;
Πόσοι δικηγόροι του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού ήταν, κατά το χρόνο της επίδικης απόφασης, εγγεγραμμένοι συγχρόνως σε αλλοδαπό δικηγορικό σύλλογο;»
Από την απάντηση του Συλλόγου προκύπτει ότι ο εσωτερικός κανονισμός του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού δεν επιτρέπει διπλή εγγραφή, αλλ' απλώς διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ δικηγόρων εγγεγραμμένων στο δικηγορικό σύλλογο Παρισιού και δικηγόρων εγγεγραμμένων σε αλλοδαπό δικηγορικό σύλλογο. Δυνάμει του κανονισμού αυτού, ο δικηγόρος που είναι εγγεγραμμένος στο Παρίσι μπορεί, υπό την επιφύλαξη προηγούμενης συναίνεσης του προέδρου του δικηγορικού συλλόγου, να ανοίξει δεύτερο γραφείο στην αλλοδαπή ή να συνάψει σύμβαση συνεργασίας. Οι δυνατότητες αυτές αποκλείουν πάντως κάθε έννοια εγγραφής. Πρόκειται για απλές μεθοδεύσεις συνεργασίας, που δεν συνεπάγονται καμιά ταυτόχρονη εγγραφή σε δυο διαφορετικούς συλλόγους.
Ο σύλλογος προσθέτει ότι, μολονότι μπορούν να υπάρξουν ατομικές περιπτώσεις διπλής εγγραφής, αυτή η κατάσταση πραγμάτων αντιβαίνει στα ισχύοντα νομοθετικά και κανονιστικά κείμενα.
2.
Όλοι οι όιάόικοι, οι οποίοι κατέθεσαν έγγραφες παρατηρήσεις, κλήθηκαν να απαντήσουν στα ακόλουθα ερωτήματα:
«Αν ένας δικηγόρος είναι εγγεγραμμένος συγχρόνως σε δικηγορικούς συλλόγους δύο κρατών μελών ή ενός κράτους μέλους και μιας τρίτης χώρας, ποιες είναι οι νομικές διατάξεις ή οι κανόνες δεοντολογίας που έχουν εφαρμογή σε δραστηριότητες που ασκούνται συγχρόνως στα δύο κράτη, προπάντων αν οι δραστηριότητες αυτές έχουν υπερμεθοριακά αποτελέσματα, όσον αφορά ιδίως την επαγγελματική ευθύνη, την αμοιβή, τη σχέση με άλλο δικηγόρο ή το δικαίωμα να είναι εργοδότης ή μισθωτός;
Ποιες είναι οι συνέπειες των πειθαρχικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής απαγορεύσεως, τα οποία λαμβάνονται σε ένα κράτος για την άσκηση του επαγγέλματος σε άλλο κράτος, όπου ο δικηγόρος είναι επίσης εγγεγραμμένος στο σύλλογο;»
α)
Απαντώντας στα ερωτήματα αυτά, ο δικηγορικός σύλλογος Παρισιού παρατηρεί ότι το γαλλικό δίκαιο δεν επιτρέπει επί του παρόντος τη διπλή εγκατάσταση, οπότε δεν τίθεται το ζήτημα. Ο σύλλογος δεν μπορούσε επομένως παρά να καταφύγει σε υποθέσεις στο ζήτημα αυτό.
Φαίνεται ότι η λύση έγκειται είτε στην υιοθέτηση της κλασικής μεθόδου της άρσεως συγκρούσεως των νόμων, είτε την υιοθέτηση της μονομερούς μεθόδου, κατά την οποία γίνεται προσφυγή στο εσωτερικό δίκαιο, όταν πρόκειται να γίνει εφαρμογή νόμου επιτακτικού χαρακτήρα, δημοσίας τάξεως. Το θέμα της προσωπικής καταστάσεως του δικηγόρου και τα νομοθετικά κείμενα που ρυθμίζουν την ικανότητα του είναι κατ' ουσία κείμενα δημοσίας τάξεως, από τα οποία δεν γίνεται δεκτή καμιά παρέκκλιση.
Η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος θα πρέπει να είναι, υπό τη γενομένη υπόθεση, ότι το πειθαρχικό δίκαιο κυριαρχείται από την αρχή της αυτοτέλειας. Το διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου θα επελαμβάνετο αυτεπαγγέλτως, αν είχε γνώση διαγραφής πέραν των συνόρων. Αν, εδώ και εκεί, τα ίδια παραπτώματα συνεπάγονται τις ίδιες ποινές, δεν υπάρχει δυσχέρεια. Αν, αντίθετα, η έννοια του παραπτώματος δεν λαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο, το θέμα παραμένει ανοικτό.
6)
Η γαλλική κυβέρνηση φρονεί ότι καμιά νομοθετική ή κανονιστική διάταξη δεν απαγορεύει σε δικηγόρο, εγγεγραμμένο σε δικηγορικό σύλλογο, να είναι συγχρόνως μέλος δικηγορικού συλλόγου άλλου κράτους, υπό τον όρον ότι οι προϋποθέσεις ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, που ισχύουν στο αλλοδαπό οικείο κράτος, δεν αντιβαίνουν στους επαγγελματικούς κανόνες που επιβάλλει η Γαλλία. Συνεπώς, ο δικηγόρος που είναι εγγεγραμμένος σε γαλλικό δικηγορικό σύλλογο δεν μπορεί, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του στην αλλοδαπή, να παραβεί τους επαγγελματικούς κανόνες που του επιβάλλονται κατά την άσκηση της δραστηριότητας του στη Γαλλία.
Εξάλλου, αν προσαφθεί έλλειψη ήθους, εντιμότητας ή ευπρέπειας, έστω κι αν αφορά εξωεπαγγελματικές πράξεις που διέπραξε στο εξωτερικό δικηγόρος εγγεγραμμένος σε γαλλικό δικηγορικό σύλλογο και του έχει προς τούτο επιβληθεί η πειθαρχική κύρωση από αλλοδαπό δικαιολοτικό όργανο, αυτό 8α μπορούσε επίσης να δώσει λαβή, στη Γαλλία, για πειθαρχική ποινή.
γ)
Από την απάντηση της βρετανικής κυβερνήσεως προκύπτει ότι η κατάσταση διαφέρει στην Αγγλία και στην Ουαλλία, στη Σκωτία και στη Βόρεια Ιρλανδία, ποικίλλει δε, εξάλλου, ανάλογα με το αν πρόκειται για «Barristers» (ή Advocates») ή για «Solicitors». Οι γνωστές αρχές μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Το βρετανικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε δικηγόρο που είναι εγκατεστημένος στο Ηνωμένο Βασίλειο να εγκατασταθεί και σε δικηγορικό σύλλογο άλλου κράτους και να συνεταιριστεί προς τούτο με αλλοδαπούς νομικούς συμβούλους. Πρέπει πάντως να τηρεί τους κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς που ισχύουν στο Ηνωμένο Βαλί-λειο, έστω κι αν ασκεί το επάγγελμα στο εξωτερικό. Συνεπώς, υπόκειται στους κανόνες δεοντολογίας τόσο του δικού του επαγγελματικού συλλόγου όσο και του επαγγελματικού συλλόγου του κράτους υποδοχής. Όσον αφορά τις δικηγορικές αμοιβές, οι εφαρμοστέες διατάξεις είναι εκείνες που διέπουν την οικεία ενέργεια.
Πειθαρχικά μέτρα που έχουν ληφθεί σε άλλο κράτος, λόγω κακής επαγγελματικής συμπεριφοράς, δεν έχουν αυτομάτως αποτέλεσμα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θα μπορούσαν πάντως να δώσουν λαβή σε αυτοτελή κίνηση πειθαρχικής διώξεως σύμφωνα με τους κανόνες του βρετανικού δικαίου.
δ)
Κατά τη δανική κυβέρνηση, οι δικηγόροι που είναι εγκαταστημένοι τόσο στην αλλοδαπή όσο και στη Δανία οφείλουν να ανταποκρίνονται στις ίδιες απαιτήσεις ήθους και αυστηρότητας όπως είναι εκείνες που επιβάλλονται στους άλλους δανούς δικηγόρους. Πάντως, δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας στρεφόμενης κατά τέτοιου δικηγόρου για παράβαση κανόνων ήσσονος σημασίας, ο δικηγορικός σύλλογος μπορεί να προσδώσει σημασία στο γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έχει συνηθίσει σε άλλους κανόνες εντός άλλης χώρας εγκαταστάσεως. Ο δικηγορικός σύλλογος μπορεί επίσης να λάβει υπόψη τις αμοιβές που συνήθως ζητούνται στην άλλη χώρα εγκαταστάσεως.
Εξάλλου, πειθαρχικά μέτρα που επιβάλλονται σε άλλο κράτος μέλος μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο το δικαίωμα ενός δικηγόρου, μέλους δανικού δικηγορικού συλλόγου, να εξακολουθήσει τη δικηγορική του δραστηριότητα στη Δανία.
ε)
Η Επιτροπή φρονεί ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας δικηγόρος είναι εγγεγραμμένος συγχρόνως σε δικηγορικό σύλλογο κράτους μέλους και σε δικηγορικό σύλλογο άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπόκειται, κάθε φορά, στις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, καθώς και στους κανόνες δεοντολογίας, που ισχύουν στο έδαφος του κράτους όπου ασκεί τις δραστηριότητες του. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, μέχρι τώρα, δεν περιήλθε σε γνώση της καμιά υπόθεση που να αφορά σύγκρουση μεταξύ των κανόνων δύο κρατών εγκαταστάσεως.
3.
Η Επιτροπή κλήθηκε εξάλλου να δηλώσει που βρίσκονται οι κοινοτικές εργασίες σχετικά με την οδηγία για το δικαίωμα εγκαταστάσεως των δικηγόρων.
Διευκρίνισε ότι η Επιτροπή δεν είχε επεξεργαστεί κανένα σχέδιο οδηγίας περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως των δικηγόρων. Εντούτοις, είχαν αρχίσει από τη Συμβουλευτική Επιτροπή των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας προπαρασκευαστικές εργασίες, προκειμένου να εξεταστεί με ποιο μέσο το δικαίωμα εγκαταστάσεως δικηγόρων θα μπορούσε να διευκολυνθεί, ελλείψει εναρμονίσεως των νομικών σπουδών και αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων. Οι εργασίες της Συμβουλευτικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έλαβαν τη μορφή προσχεδίου οδηγίας (Α$ήνα 5/82), που αποτέλεσε το αντικείμενο ανταλλαγής απόψεων μεταξύ Επιτροπή και της εν λόγω Συμβουλευτικής Επιτροπής.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Μαρτίου 1984, ο Onno Klopp, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Παρισιού Β. Odent, εκπροσωπούμενο από το δικηγόρο J. G. Nicolas, η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από το. G. Guillaume, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το J. Delmoly, ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις και απάντησαν σε ερωτήματα του Δικαστηρίου.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Μαΐου 1984.
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 3ης Μαΐου 1983, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Ιουνίου 1983, το γαλλικό Cour de cassation υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 52 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά την είσοδο στο δικηγορικό επάγγελμα.
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού και του Klopp, γερμανού υπηκόου και δικηγόρου εγγεγραμμένου στο δικηγορικό σύλλογο Ντύσελντορφ. Ο τελευταίος είχε ζητήσει να του επιτραπεί να ορκιστεί δικηγόρος και να εγγραφεί ως ασκούμενος στο δικηγορικό σύλλογο Παρισιού, εξακολουθώντας να είναι δικηγόρος στο δικηγορικό σύλλογο Ντύσελντορφ και διατηρώντας επίσης κατοικία και γραφείο στην πόλη αυτή.
3
Με απόφαση της 17ης Μαρτίου 1981, το διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού απέρριψε την αίτηση αυτή, για το λόγο ότι ο Klopp, μολονότι συγκέντρωνε όλες γενικά τις λοιπές προϋποθέσεις για να γίνει δικηγόρος, ιδίως όσον αφορά τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα και διπλώματα, δεν ανταποκρινόταν στην απαίτηση των διατάξεων του άρθρου 83 του διατάγματος 72-468 (Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας της 11ης Ιουνίου 1972) και του άρθρου 1 του εσωτερικού κανονισμού του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού, δυνάμει των οποίων ο δικηγόρος δεν μπορεί να έχει παρά μόνο μία επαγγελματική κατοικία, κειμένη στην περιφέρεια του πρωτοδικείου όπου είναι εγκαταστημένος.
4
Κατά το άρθρο 83 του προαναφερθέντος διατάγματος, «ο δικηγόρος υποχρεούται να καθορίσει την επαγγελματική του κατοικία εντός της περιφερείας του πρωτοδικίου όπου είναι εγκαταστημένος». Το άρθρο 1 του εσωτερικού κανονισμού του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού ορίζει ότι «ο δικηγόρος στο Cour του Παρισιού πρέπει όντως να ασκεί το επάγγελμα του», ότι, «για την εν λόγω άσκηση, πρέπει να είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα των δικηγόρων ή των ασκουμένων και να έχει την επαγγελματική του κατοικία στο Παρίσι ή στα διαμερίσματα των Hauts de Seine, του Seine-Saint-Denis ή του Val de Marne» και ότι, «ανεξαρτήτως του κύριου γραφείου του, μπορεί, μέσα στα ίδια γεωγραφικά όρια, να ανοίξει δεύτερο γραφείο».
5
Δεδομένου ότι το Cour d'appel του Παρισιού ακύρωσε την προαναφερθείσα απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου με απόφαση της 24ης Μαρτίου 1982, ο δικηγορικός σύλλογος Παρισιού άσκησε αναίρεση ενώπιον του Cour de cassation, το οποίο, κρίνοντας ότι στην υπόθεση ανέκυπτε θέμα κοινοτικού δικαίου, ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφανθεί
«ερμηνεύοντας τα άρθρα 52 επ. της Συνθήκης της Ρώμης, αν, καίτοι δεν υπάρχει οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περί συντονισμού των διατάξεων που αφορούν την είσοδο στο επάγγελμα του δικηγόρου και την άσκηση του, το γεγονός ότι απαιτείται από δικηγόρο υπήκοο κράτους μέλους, που επιθυμεί να ασκεί ταυτόχρονα το επάγγελμα του δικηγόρου σε άλλο κράτος μέλος, να έχει μια μόνο επαγγελματική κατοικία, απαίτηση που απορρέει από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως και εξασφαλίζει στη χώρα αυτή τη λειτουργία της δικαιοσύνης και την τήρηση της δεοντολογίας, συνιστά περιορισμό που δεν συμβιβάζεται με την ελευθερία εγκαταστάσεως, που εγγυάται το άρθρο 52 της Συνθήκης της Ρώμης».
6
Με το ερώτημα αυτό ερωτάται κατ' ουσίαν αν, ελλείψει οδηγίας σχετικής με την εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων περί εισόδου στο επάγγελμα του δικηγόρου και την άσκηση του, αντιβαίνει προς τα άρθρα 52 επ. της Συνθήκης το να αρνούνται οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία και τους ισχύοντες σ' αυτά κανόνες δεοντολογίας, σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους το δικαίωμα εισόδου στο επάγγελμα του δικηγόρου και την άσκηση του για μόνο το λόγο ότι διατηρεί συγχρόνως επαγγελματική κατοικία δικηγόρου σε άλλο κράτος μέλος.
7
Ο δικηγορικός σύλλογος Παρισιού υποστηρίζει πρώτον ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης έχει μερικό μόνον άμεσο αποτέλεσμα, καθόσον θεσπίζει τον κανόνα ισότητας μεταχειρίσεως, αλλά δεν υπεισέρχεται κατ' ανάγκη σε άλλες περιπτώσεις. Επομένως, ελλείψει οδηγιών, ο τρόπος, στην πράξη, ασκήσεως του δικαιώματος της ελεύθερης εγκατάστασης αφορά το εθνικό δίκαιο, αρκεί αυτό να μην εισάγει δυσμενείς διακρίσεις ή να μην αποτελεί προδήλως υπερβολικά ή αντικειμενικά μη σύμφωνο προς το γενικό συμφέρον εμπόδιο.
8
Πρέπει να υπομνηστεί ότι η Συνθήκη επιτάσσει, με τις διατάξεις του άρθρου 52, πρώτη παράγραφος, την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως των υπηκόων κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
9
Για την προοδευτική πραγματοποίηση του στόχου αυτού, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 18 Δεκεμβρίου 1961, σύμφωνα με το άρθρο 54 της Συνθήκης, το γενικό πρόγραμμα για την κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως (JO 1962, σ. 36). Για τη θέση σε εφαρμογή του προγράμματος αυτού, το άρθρο 54, παράγραφος 2, της Συνθήκης προβλέπει ότι το Συμβούλιο εκδίδει οδηγίες που αποβλέπουν στην πραγματοποίηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως για τις διάφορες δραστηριότητες. Εξάλλου, με το άρθρο 57 της Συνθήκης ανατίθεται στο Συμβούλιο η έκδοση οδηγιών για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων, καθώς και για το συντονισμό των νομοθετικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων. Μολονότι το επάγγελμα του δικηγόρου διέπεται ήδη, όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, από την οδηγία 77/249 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 06/001, σ. 249), δεν έχει εκδοθεί, δυνάμει των άρθρων 54 και 57 της Συνθήκης, καμιά οδηγία σχετική με το δικαίωμα εγκαταστάσεως, που να αφορά το επάγγελμα του δικηγόρου.
10
Πάντως, όπως έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο, ιδίως με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1974 (Revners, 2/74, Recueil σ. 631), το άρθρο 52, ορίζοντας ότι μέχρι το τέλος της μεταβατικής περιόδου θα πραγματοποιηθεί η ελευθερία εγκαταστάσεως, καθορίζει υποχρέωση συγκεκριμένου αποτελέσματος, η εκτέλεση της οποίας θάπρεπε να διευκολυνθεί και να μη γίνει υπό τον όρο της θέσεως σε
εφαρμογή προγράμματος προοδευτικών μέτρων. Συνεπώς, δεν μπορεί να προβληθεί, κατά της εκτελέσεως της εν λόγω υποχρεώσεως, το γεγονός ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να εκδώσει τις οδηγίες που προβλέπουν τα άρθρα 54 και 57.
11
Πρέπει επομένως να διερευνηθεί ποιο είναι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 52 της Συνθήκης, ως κανόνα κοινοτικού δικαίου απευθείας εφαρμοστέου, από την άποψη της εγκαταστάσεως, σε κράτος μέλος, δικηγόρου ήδη εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος, ο οποίος διατηρεί την αρχική αυτή εγκατάσταση του.
12
Ο Δικηγορικός Σύλλογος και η γαλλική κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης παραπέμπει, όσον αφορά τη γένεση και την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστασης, στις προϋποθέσεις που ορίζονται από το κράτος μέλος εγκαταστάσεως. Τόσο το άρθρο 83 του διατάγματος 72-468 όσο και το άρθρο 1 του εσωτερικού κανονισμού του δικηγορικού συλλόγου Παρισιού, τα οποία προπαρατέθηκαν, έχουν αδιακρίτως εφαρμογή στους γάλλους υπηκόους και στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών. Οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν στο δικηγόρο να έχει μια και μόνον επαγγελματική κατοικία.
13
Σχετικά, ο αιτών αντιτείνει πρώτον ότι η γαλλική νομοθεσία, όπως εφαρμόζεται, δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις και αντιβαίνει επομένως στο άρθρο 52 της Συνθήκης, δεδομένου ότι ο δικηγορικός σύλλογος επέτρεψε ή ανέχτηκε την πρακτική ορισμένων μελών του, η οποία συνίσταται στο να έχουν δεύτερη επαγγελματική κατοικία σε άλλες χώρες, ενώ δεν επέτρεψε στον αιτούντα να εγκατασταθεί στο Παρίσι, διατηρώντας συγχρόνως την κατοικία του και το γραφείο του στο Ντύσελντορφ.
14
Πάντως, στο πλαίσιο της κατανομής εξουσιών μεταξύ του Δικαστηρίου και του εθνικού δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, στο τελευταίο εναπόκειται να διαπιστώσει αν η πρακτική εφαρμογή της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως δημιουργεί πράγματι δυσμενείς διακρίσεις. Επομένως, στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί απάντηση χωρίς να ληφθεί θέση ως προς την ένσταση που αντλείται από ενδεχόμενη δυσμενή εφαρμογή του εν λόγω εθνικού δικαίου.
15
Δεύτερον, ο αιτών και οι κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δανίας, καθώς και η Επιτροπή, φρονούν ότι η νομοθεσία του κράτους μέλους εγκαταστάσεως, μολονότι έχει εφαρμογή για την είσοδο και την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στο κράτος αυτό, δεν μπορεί να απαγορεύσει σε δικηγόρο, υπήκοο άλλου κράτους μέλους, να διατηρεί εκεί την εγκατάσταση του.
16
Ο δικηγορικός σύλλογος και η γαλλική κυβέρνηση παρατηρούν σχετικά ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης επιβάλλει την εξ ολοκλήρου εφαρμογή του δικαίου του κράτους μέλους εγκαταστάσεως. Ο λεγόμενος κανόνας της μοναδικότητας της επαγγελματικής κατοικίας του δικηγόρου έχει το έρεισμα του στην ανάγκη πραγματικής ασκήσεως του επαγγέλματος εντός της περιφερείας ενός δικαστηρίου, εξασφαλίζοντας το να βρίσκεται ο δικηγόρος στη διάθεση τόσο του εν λόγω δικαστηρίου όσο και των πελατών του. Ο κανόνας αυτός πρέπει να τηρείται τόσο ως κανόνας οργανώσεως δικαστηρίων όσο και δεοντολογίας, που είναι αντικειμενικά απαραίτητος και σύμφωνος με το γενικό συμφέρον.
17
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δυνάμει του άρθρου 52, δεύτερη παράγραφος, η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων «σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους». Από τη διάταξη αυτή και τα συμφραζόμενα της προκύπτει ότι, ελλείψει ειδικών σχετικών κοινοτικών κανόνων, κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο να ρυθμίζει την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στο έδαφος του.
18
Πάντως, ο κανόνας αυτός δεν σημαίνει ότι η νομοθεσία ενός κράτους μέλους μπορεί να υποχρεώσει ένα δικηγόρο να έχει μια και μόνη εγκατάσταση σε ολόκληρο το κοινοτικό έδαφος. Τόσο αυστηρή ερμηνεία θα είχε πράγματι ως αποτέλεσμα ότι ο δικηγόρος, άπαξ και εγκατασταθεί σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί τις ελευθερίες της Συνθήκης, προκειμένου να εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος, παρά μόνο αν εγκαταλείψει την ήδη υφιστάμενη εγκατάσταση του.
19
Η άποψη ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως δεν περιορίζεται στο δικαίωμα δημιουργίας μιας και μόνης εγκαταστάσεως στο εσωτερικό της Κοινότητας επιβεβαιώνεται από τις ίδιες τις διατάξεις του άρθρου 52 της Συνθήκης, δυνάμει του οποίου η προοδευτική κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως εκτείνεται επίσης στους περιορισμούς για την ίδρυση πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιριών από τους υπηκόους κράτους μέλους που είναι εγκαταστημένοι στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Ο κανόνας αυτός πρέπει να θεωρηθεί ως ειδική έκφραση γενικής αρχής, που έχει επίσης εφαρμογή στα ελευθέρα επαγγέλματα, δυνάμει της οποίας το δικαίωμα εγκαταστάσεως συνεπάγεται επίσης τη δυνατότητα δημιουργίας και διατηρήσεως, εφόσον τηρούνται οι επαγγελματικοί κανόνες, περισσότερων από ένα κέντρων δραστηριότητας στο έδαφος της Κοινότητας.
20
Πάντως, λαμβανομένων υπόψη των ιδιομορφιών του δικηγορικού επαγγέλματος, πρέπει να αναγνωριστεί στο κράτος μέλος υποδοχής το δικαίωμα, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αξιώνει από τους δικηγόρους που είναι εγγεγραμμένοι σε δικηγορικό σύλλογο του εδάφους του να ασκούν τις δραστηριότητες τους κατά τρόπο ώστε να διατηρούν επαρκή επαφή με τους πελάτες τους και τις δικαστικές αρχές και να τηρούν τους κανόνες δεοντολογίας. Οι υποχρεώσεις όμως αυτές δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν τους υπηκόους άλλων κρατών μελών να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμα εγκαταστάσεως, το οποίο τους εγγυάται η Συνθήκη.
21
Σχετικά, πρέπει να σημειωθεί ότι τα σημερινά μέσα μεταφορών και τηλεπικοινωνίας προσφέρουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζεται κατάλληλα η επαφή με τις δικαστικές αρχές και τους πελάτες. Ομοίως, η ύπαρξη δεύτερης επαγγελματικής κατοικίας σε άλλο κράτος μέλος δεν αποτελεί εμπόδιο στην εφαρμογή των κανόνων δεοντολογίας στο κράτος μέλος υποδοχής.
22
Επομένως, στο ερώτημα που υποβλήθηκε προσήκει η απάντηση ότι, έστω και ελλείψει οδηγίας περί συντονισμού των εθνικών διατάξεων για την είσοδο στο δικηγορικό επάγγελμα και την άσκηση του, τα άρθρα 52 επ. της Συνθήκης δεν επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να αρνηθούν, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία και τους εκεί ισχύοντες κανόνες δεοντολογίας, σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους το δικαίωμα εισόδου στο δικηγορικό επάγγελμα και ασκήσεως του για μόνο το λόγο ότι διατηρεί συγχρόνως επαγγελματική κατοικία δικηγόρου σε άλλο κράτος μέλος.
Επί των δικαστικών εξόδων
23
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Δανίας και των Κάτω Χωρών, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο των
Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με την από 3 Μαΐου 1983 απόφαση το γαλλικό Cour de cassation, αποφαίνεται:
Έστω και ελλείψει οδηγίας περί συντονισμού των εθνικών διατάξεων για την είσοδο στο δικηγορικό επάγγελμα και την άσκηση του, τα άρθρα 52 επ. της Συνθήκης δεν επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να αρνηθούν, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία και τους εκεί ισχύοντες κανόνες δεοντολογίας, σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους το δικαίωμα εισόδου στο δικηγορικό επάγγελμα και ασκήσεως του για μόνο το λόγο ότι διατηρεί συγχρόνως επαγγελματική κατοικία δικηγόρου σε άλλο κράτος μέλος.
Mackenzie Stuart
Koopmans
Bahlman
Galmot
Pescatore
O'Keeffe
Bosco
Due
Everling
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
Full & Egal Universal Law Academy