Στην υπόθεση 108/83,
Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενο από τον Julien Alex, διευθυντή διεθνών οικονομικών σχέσεων του υπουργείου εξωτερικών υποθέσεων, επικουρούμενο από το δικηγόρο Λουξεμβούργου και αντίκλητο του Andre Elvinger,
προσφεύγον,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από το γενικό διευθυντή του Francesco Pasetti-Bombardella και το νομικό του σύμβουλο Roland Bieber, με τόπο επιδόσεων τη γενική γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, υψίπεδο του Kirchberg, Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 20ής Μαΐου 1983, «σχετικά με τα συμπεράσματα που εξάγονται (τις συνέπειες που προκύπτουν) από την έγκριση της έκθεσης Žagari από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 7 Ιουλίου 1981» (ΕΕ C 161, σ. 155),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Menens de Wilmars, πρόεδρο, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann, Y. Galmot, προέδρους τμήματος, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco, O. Due, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων έχουν συνοπτικά ως εξής:
1 Πραγματικά περιστατικά
1.
Στις 9 Μαρτίου 1983, πρόταση ψηφίσματος του βουλευτή von Hassel «σχετικά με τα συμπεράσματα που εξάγονται [τις συνέπειες που προκύπτουν] από την έγκριση της έκθεσης Žagari από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 7 Ιουλίου 1981», φέρουσα 238 υπογραφές, συνεπώς περισσοτέρων από τα μισά μέλη του Κοινοβουλίου, διαβιβάστηκε στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Το περιεχόμενο της προτάσεως αυτής είναι το ακόλουθο:
«Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
Α.
έχοντας υπόψη τις εμπειρίες του εδώ και τρία σχεδόν χρόνια σ' ό,τι αφορά τους τόπους εργασίας του,
Β.
έχοντας υπόψη τις αποφάσεις που ελήφθησαν στις 7 Ιουλίου 1981 βάσει της εκθέσεως Žagari,
Γ.
έχοντας υπόψη ότι έχει το δικαίωμα να λάβει, όσον αφορά την οργάνωση των εργασιών του, κάθε πρόσφορη απόφαση, εφόσον δεν απαιτείται η συμμετοχή ή η έγκριση του Συμβουλίου,
Δ.
έχοντας υπόψη ότι σε εκτέλεση των αποφάσεων της 7ης Ιουλίου 1981 όλες οι σύνοδοι της ολομέλειας πραγματοποιούνται στο Στρασβούργο, επίσημο τόπο εργασίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
Ε.
έχοντας υπόψη ότι οι συνεδριάσεις των επιτροπών και των πολιτικών ομάδων πραγματοποιούνται γενικά στις Βρυξέλλες,
ΣΤ.
εκτιμώντας ότι το Λουξεμβούργο προορίζεται να παραμείνει η έδρα των δικαστικών και οικονομικών οργάνων,
1.
αποφασίζει:
α)
να συναγάγει στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του 1983 και των μεταγενέστερων προϋπολογισμών, τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1981·
6)
να προβεί στην ορθολογικότερη δυνατή κατανομή του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας μεταξύ των τόπων εργασίας:
—
προβλέποντας να εγκατασταθούν μόνιμα στον τόπο εργασίας όπου γίνονται οι σύνοδοι της ολομέλειας, δηλαδή στο Στρασβούργο, οι υπηρεσίες που συμβάλλουν κυρίως στις εργασίες των συνόδων της ολομέλειας,
—
προβλέποντας να εγκατασταθούν στις Βρυξέλλες οι υπηρεσίες που συμβάλλουν κυρίως στις εργασίες των επιτροπών·
γ)
να λάβει υπόψη στο εξής αυτή την κατανομή κατά τις νέες προσλήψεις·
δ)
να λάβει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα του προσωπικού με κατά το δυνατό ευρύτερη εφαρμογή της αρχής της οικειοθελούς μετακινήσεως και να συνεργαστεί πλήρως με τους εκπροσώπους του προσωπικού κατά τη λήψη των αποφάσεων στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος ψηφίσματος,
2.
αναθέτει στο προεδρείο να προβεί σε διαρθρωτικές μεταβολές στη διοίκηση ώστε να επιτευχθεί ελαστικότερος ρυθμός εργασίας, για παράδειγμα η ταχεία οργάνωση των ειδικών συνόδων του Κοινοβουλίου,
3.
αναθέτει στο γενικό γραμματέα να προετοιμάσει χωρίς καθυστέρηση τα μέτρα αναδιοργανώσεως που επιβάλλει το παρόν ψήφισμα.»
2.
Το άρθρο 49 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου προβλέπει την έγκριση ψηφισμάτων χωρίς συζήτηση και χωρίς ψηφοφορία, με «έγγραφη διαδικασία», η οποία συνίσταται κατ' ουσία στην καταχώρηση της προτάσεως σε πρωτόκολλο και στην προσυπογραφή της.
3.
Κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1983, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου προέβη στην ακόλουθη δήλωση:
«Πληροφορώ το Κοινοβούλιο ότι η πρόταση ψηφίσματος του κ. von Hassel και άλλων σχετικά με τα συμπεράσματα που εξάγονται [τις συνέπειες που προκύπτουν] από την έγκριση της έκθεσης Žagari από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 7 Ιουλίου 1981 (έγγρ. I-15/83) συγκέντρωσε τις υπογραφές περισσοτέρων από τα μισά μέλη του Κοινοβουλίου.
Εντούτοις, επειδή αυτή η πρόταση ψηφίσματος κατατέθηκε με όλες τις υπογραφές, δεν μπόρεσε να αποτελέσει το αντικείμενο της διαδικασίας που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 49, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα των βουλευτών να καταθέσουν τροπολογίες.
Κρίνω ότι υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω πρόταση ψηφίσματος πρέπει να αναρτηθεί επί 30 τουλάχιστον ημέρες πριν διαβιβασθεί ενδεχομένως κατόπιν στα αρμόδια όργανα του Κοινοβουλίου, που θα εξετάσουν τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στο κείμενο αυτό, υπό το φως ιδίως της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση 230/81, κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.» (ΕΕ C 96, σ. 45).
Το ψήφισμα κατά συνέπεια αναρτήθηκε. Στη συνέχεια, μία υπογραφή αποσύρθηκε και τέσσερις άλλες προστέθηκαν.
4.
Επειδή διατυπώθηκαν επιφυλάξεις όσον αφορά το παραδεκτό της προτάσεως ψηφίσματος μέσω έγγραφης διαδικασίας, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ζήτησε στις 21 και 23 Μαρτίου 1983 τη γνώμη της επιτροπής κανονισμού και αναφορών σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 49 του Κανονισμού.
5.
Πριν από τη διαβίβαση της γνώμης της εν λόγω επιτροπής, η προεδρεύουσα της συνόδου της ολομέλειας Lady Elles, αντιπρόεδρος, πληροφόρησε κατά τη συνεδρίαση της 20ής Μαΐου 1983 το Κοινοβούλιο ότι:
«σύμφωνα με την ανακοίνωση του προέδρου κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1983, η πρόταση ψηφίσματος του κ. van Hassel σχετικά με τα συμπεράσματα που εξάγονται [τις συνέπειες που προκύπτουν] από την έγκριση της έκθεσης Žagari από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 7 Ιουλίου 1981, φέρουσα 238 υπογραφές, διαβιβάστηκε στις 9 Μαρτίου στα μέλη του προεδρείου και στο γενικό γραμματέα, εξυπακούεται δε ότι η διαβίβαση αυτή δεν προδικάζει καθόλου το αποτέλεσμα των διασκέψεων της επιτροπής κανονισμού και αναφορών.» (ΕΕ C 161, σ. 154).
Η διαβίβαση αυτή έγινε σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του ψηφίσματος και κατ' εφαρμογή του άρθρου 49, παράγραφος 5. του Κανονισμού του Κοινοβουλίου.
6.
Η απάντηση στην αίτηση του προέδρου, σύμφωνα με το άρθρο 111, παράγραφος 3, του Κανονισμού, διαβιβάστηκε από την επιτροπή κανονισμού και αναφορών στον πρόεδρο στις 2 Ιουνίου 1983. Ερμηνεύοντας το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Κανονισμού, η γνώμη (έγγραφο ΡΕ 84.980) κατέληγε σε αρνητικό συμπέρασμα.
7.
Κατά τη συνεδρίαση της 10ης Οκτωβρίου 1983, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου προέβη στην ακόλουθη δήλωση:
«... θεωρώ ότι αίρονται οι επιφυλάξεις όσον αφορά το παραδεκτό του ψηφίσματος που κατέθεσαν ο κ. von Hassel και άλλοι.
Όσον αφορά την ουσία και το περιεχόμενο του εν λόγω ψηφίσματος, επαναλαμβάνω ό,τι δήλωσα κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1983. Τα αρμόδια όργανα του Κοινοβουλίου θα εξετάσουν τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στο κείμενο αυτό, υπό το φως ιδίως της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση 230/81, κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.» (ΕΕ C 307 της 14. 11. 1983, σ. 3).
8.
Φαίνεται ότι μέχρι σήμερα, ούτε το προεδρείο ούτε ο γενικός γραμματέας έλαβαν μέτρα κατόπιν του επιδίκου ψηφίσματος, ενώ.τους διαβιβάστηκε η γνώμη της επιτροπής κανονισμού και αναφορών.
II — 'Εγγραφη διαδικασία
1.
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στις 10 Ιουνίου 1983, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου άσκησε προσφυγή κατά του εν λόγω ψηφίσματος, επικαλούμενο κυρίως τα άρθρα 31 και 38 της συνθήκης ΕΚΑΧ και επικουρικά, εφόσον παρίσταται ανάγκη, το άρθρα 173 της συνθήκης ΕΟΚ και 146 της συνθήκης ΕΚΑΕ.
2.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε πάντως το Κοινοβούλιο να απαντήσει γραπτώς σε ερώτηση πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
III — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Το Μεγάλο Δουκάτο τον Αουξεμοούργον ζητεί από το Δικαστήριο:
«—
να κάνει δεκτή την παρούσα προσφυγή όπως έχει·
—
να την κρίνει παραδεκτή·
—
να την κρίνει βάσιμη επί της ουσίας·
—
να κάνει δεκτή τη δήλωση του προσφεύγοντος ότι επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά την κανονικότητα του προσβαλλόμενου ψηφίσματος·
—
να κηρύξει άκυρα και χωρίς έννομο αποτέλεσμα λόγω αναρμοδιότητας το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το αποκαλούμενο «Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τα συμπεράσματα που εξάγονται [τις συνέπειες που προκύπτουν] από την έγκριση της εκθέσεως Žagari από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 7 Ιουλίου 1981» που αποτέλεσε το αντικείμενο της δηλώσεως του προεδρεύοντος της συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 20ής Μαΐου 1983, σύμφωνα με την οποία το εν λόγω ψήφισμα διαβιβάστηκε στα μέλη του προεδρείου και στο γενικό γραμματέα·
—
να κάνει δεκτή τη δήλωση του προσφεύγουντος ότι επιφυλάσσεται όσον αφορά κάθε άλλο δικαίωμα και ενέργεια».
2.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Ως προς τον οριστικό χαρακτήρα τον ψηφίσματος
Το Κοινοοονλιο αμφισβήτησε στο υπόμνημα αντικρούσεως τον οριστικό χαρακτήρα του ψηφίσματος, δεδομένου ότι η επιτροπή κανονισμού και αναφορών επελήφθη του ζητήματος της εφαρμογής του άρθρου 49.
Μεγάλο μέρος της απαντήσεως της κυβερνήσεως του Αουξεμόονργον αφιερώνεται σε σκέψεις σχετικά με τον οριστικό χαρακτήρα του επίδικου ψηφίσματος, ο οποίος εντούτοις δεν τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση διότι στην ανταπάντηση του το Κοινοβούλιο δηλώνει ότι δεν εμμένει στην αντίρρηση του.
Β — Ως προς το χαρακτήρα αποφάσεως τον ψηφίσματος
Το KoivooovÅw προβάλλει ότι το ψήφισμα δεν έχει δεσμευτικά αποτελέσματα και δεν ισχύει άμεσα. Διότι δεν αποτελεί παρά μη δεσμευτική διατύπωση απόψεως της Συνελεύσεως όσον αφορά την οργάνωση της Γενικής Γραμματείας της, ζήτημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του προεδρείου δυνάμει των άρθρων 22 και 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού. Εφόσον το προσβαλλόμενο ψήφισμα δεν επιφέρει μεταβολή των εξουσιών του προεδρείου — μεταβολή που μπορεί εν πάση περιπτώσει να επέλθει μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 112 —, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι το ψήφισμα παράγει αυτό και μόνο έννομα αποτελέσματα. Πρόκειται συνεπώς για απλή προτροπή προς ενέργεια, όπως συνέβαινε και με το ψήφισμα της 7ης Ιουλίου 1981 όσον αφορά την οργάνωση της Γενικής Γραμματείας, που αποτέλεσε το αντικείμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 10ης Φεβρουαρίου 1983 στην υπόθεση 230/81, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή). Κατά συνέπεια, η νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη εφαρμόζεται και εν προκειμένω.
Η κνοέρνηση τον ΛονξεμοΌνργον παρατηρεί ότι το Κοινοβούλιο φαίνεται έτσι ότι αναγνωρίζει την αντικανονικότητα της ακολουθηθείσας διαδικασίας. Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, το προσφεύγον επαναλαμβάνει ότι επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου. Προβάλλει εντούτοις ότι η θέση αυτή ουδόλως συνεπάγεται αναγνώριση αρμοδιότητας του διευρυνθέντος προεδρείου του Κοινοβουλίου επί ζητημάτων που αναφέρονται στην έδρα και στους προσωρινούς τόπους εργασίας των οργάνων.
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου θεωρεί ότι το επίδικο ψήφισμα δεν αποτελεί απλή προτροπή προς ενέργεια αλλά αναμφισβήτητα απόφαση, όπως προκύπτει από τους όρους του ψηφίσματος που, στον αριθμό 1, κάνει χρήση του ρήματος «αποφασίζει», να προβεί (στοιχείο 6) στην «... κατανομή του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας μεταξύ των τόπων εργασίας», δηλαδή του Στρασβούργου, τόπου «όπου γίνονται οι σύνοδοι της ολομέλειας», και των Βρυξελλών όσον αφορά τις «υπηρεσίες που συμβάλλουν κυρίως στις εργασίες των επιτροπών».
Δεν θα μπορούσε να λεχθεί κατά τρόπο σαφέστερο ούτε να αποφασισθεί κατά τρόπο πιο απροκάλυπτο ότι θα πραγματοποιούνταν κατανομή του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας μεταξύ δύο τόπων εργασίας μόνο, του Στρασβούργου και των Βρυξελλών. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει περισσότερο ηθελημένη και προφανής παράβαση — χωρίς να είναι καν αναγκαίο να υπομνησθεί για το Λουξεμβούργο ότι προορίζεται να παραμείνει μόνον η έδρα των δικαστικών και οικονομικών οργάνων — του άρθρου 4 της αποφάσεως της 8ης Απριλίου 1965, σύμφωνα με το οποίο «η Γενική Γραμματεία της Συνελεύσεως και οι υπηρεσίες της παραμένουν στο Λουξεμβούργο». Το γεγονός ότι οι δύο αυτές «αποφάσεις», η απόφαση των κυβερνήσεων των κρατών μελών του 1965 και η επίδικη απόφαση του Κοινοβουλίου, είναι κατάφωρα ασυμβίβαστες μεταξύ τους, αποδεικνύεται από αυτό και μόνο το πανομοιότυπο, έχον το χαρακτήρα αποφάσεως, περιεχόμενο τους.
Η «απόφαση» συνοδεύεται εξάλλου από εκτελεστικά μέτρα: θα ληφθεί υπόψη «αυτή η κατανομή κατά τις νέες προσλήψεις» (1γ) και θα υπάρξει πλήρης συνεργασία «με τους εκπροσώπους του προσωπικού κατά τη λήψη των αποφάσεων στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος ψηφίσματος» (1δ). Επιπλέον, η Γενική Γραμματεία καλείται «να προετοιμάσει χωρίς καθυστέρηση τα μέτρα αναδιοργανώσεως που επιβάλλει το ... ψήφισμα».
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου αναρωτιέται ποια άλλη σημασία θα μπορούσε να έχει άλλωστε η διαβίβαση του ψηφίσματος
«στα μέλη του προεδρείου», διαβίβαση της οποίας έγινε μνεία κατά τη συνεδρίαση της 20ής Μαΐου 1983, αν όχι την εκτέλεση της ληφθείσας αποφάσεως. Διότι, χωρίς το προσφεύγον να υποχρεούται να λάβει θέση ως προς το αν η αρμοδιότητα του προεδρείου είναι «ειδική», όπως υποστηρίζεται στο υπόμνημα αντικρούσεως, ούτε ως προς τη νομική σημασία τέτοιου ειδικού χαρακτήρα, διαπιστώνεται ότι το προεδρείο όπως και το διευρυνθέν προεδρείο, μεταξύ των καθηκόντων που τους ανατίθενται (άρθρα 22, παράγραφος 1, και 24, παράγραφος 1), ασκούν εκείνα που αφορούν την εσωτερική οργάνωση (άρθρα 22, παράγραφος 2, και 24, παράγραφος 2). Κατά συνέπεια, ο χαρακτήρας «αποφάσεως» του ψηφίσματος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά.
4.
Στην ανταπάντηση του, το Κοινοβούλιο επιμένει στο γεγονός ότι το ψήφισμα δεν αφορά παρά γενικά μέτρα οργανώσεως της Γενικής Γραμματείας, για τα οποία οι αποφάσεις εμπίπτουν μόνο στην αρμοδιότητα του προεδρείου του Κοινοβουλίου.
Δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (άρθρα 1, 2, 7 και 20), μόνο η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει σχετικά με τον τόπο εργασίας των υπαλλήλων.
Δεδομένου ότι οι αρμοδιότητες όσον αφορά τον τόπο εργασίας των υπαλλήλων ανατίθενται σαφώς στα εσωτερικά όργανα του Κοινοβουλίου, ένα ψήφισμα της ολομέλειας της Συνελεύσεως δεν μπορεί παρά να έχει την έννοια της προτάσεως και, ενδεχομένως, της χαράξεως πολιτικής κατευθύνσεως για ενδεχόμενες αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του Κοινοβουλίου, χωρίς να δεσμεύεται από το ψήφισμα το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Κοινοβούλιο έχει την άποψη ότι το ψήφισμα δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής (βλ. εκτός από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 60/81, IBM, την απόφαση στην υπόθεση 122/83 R, De Compte). Διαφορετικά, η κατάληξη θα ήταν να γίνονται δεκτές εξωτερικές παρεμβάσεις στις σχέσεις μεταξύ των εσωτερικών οργάνων του Κοινοβουλίου, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια να θιγεί η αυτονομία ενός οργάνου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και θα αποτελούσε παράβαση των υποχρεώσεων που τίθενται στο άρθρο 5 της συνθήκης ΕΟΚ.
Το Κοινοβούλιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ψήφισμα δεν μπορεί να έχει κανένα έννομο αποτέλεσμα όσον αφορά την τοποθέτηση των υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας του.
Μετά την έγκριση του, πράγματι, το προεδρείο δεν έλαβε βάσει του εν λόγω ψηφίσματος καμία απόφαση σχετικά με την τοποθέτηση των υπαλλήλων. Το ψήφισμα είναι υπό εξέταση ενώπιον του προεδρείου, που θα εξετάσει καταρχάς, όπως ανακοίνωσε ο πρόεδρος κατά τη συνεδρίαση της 10ης Οκτωβρίου 1983, αν αυτό συμβιβάζεται προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Φεβρουαρίου 1983 στην υπόθεση 230/81.
Γ — Επί της ουσίας
Η κνοερνηοη τον ΑονξεμΟΌύργον παρατηρεί ότι το επίδικο ψήφισμα φαίνεται ότι εγκρίθηκε σύμφωνα με την έγγραφη διαδικασία του άρθρου 49 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου, διαδικασία που κρίθηκε ανεφάρμοστη από την έκθεση Herman την οποία ενέκρινε η επιτροπή κανονισμού και αναφορών του Κοινοβουλίου. Επαφίεται εντούτοις στην κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά το ζήτημα αυτό.
Α — Ως προς την αρμοδιότητα τον Κοινοβούλιο να λάβει τα μέτρα πον περιλαμβάνονται στο προοοαΑλόμενο ψήφιομα
Ι.
Η κνοερνηοη τον Λονξεμβονργον προβάλλει ότι όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983 στην υπόθεση 230/81, στις κυβερνήσεις των κρατών μελών απόκειται να ορίσουν την έδρα των οργάνων, αυτή δε η αρμοδιότητα εκτείνεται και στον καθορισμό των προσωρινών τόπων εργασίας των οργάνων. Είναι μεν αληθές ότι το Κοινοβούλιο μπορούσε να λάβει, δυνάμει της εξουσίας εσωτερικής οργανώσεως που του παρέχουν οι συνθήκες, κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία και την εξέλιξη των εργασιών του' τα μέτρα αυτά όμως, όπως επιβεβαίωσε επίσης το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, πρέπει να σέβονται την αρμοδιότητα των κυβερνήσεων των κρατών μελών να καθορίζουν την έδρα των οργάνων και τις αποφάσεις που εν τω μεταξύ έχουν προσωρινά ληφθεί.
Με την απόφαση της 8ης Απριλίου 1965 περί της προσωρινής εγκαταστάσεως ορισμένων οργάνων και ορισμένων υπηρεσιών των Κοινοτήτων, ιδίως με το άρθρο της 4, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών αποφάσισαν ότι «η Γενική Γραμματεία της Συνελεύσεως και οι υπηρεσίες της παραμένουν στο Λουξεμβούργο». Το Δικαστήριο επίσης έκρινε με την ανωτέρω απόφαση ότι κάθε απόφαση περί μεταφοράς, πλήρους ή τμηματικής, της Γενικής Γραμματείας του Κοινοβουλίου ή των υπηρεσιών της θα συνιστούσε παράβαση του ανωτέρω άρθρου 4 της αποφάσεως της 8ης Απριλίου 1965 και των εγγυήσεων που η απόφαση αυτή επροορίζετο να δώσει στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δυνάμει του άρθρου 37 της συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου αναγνωρίζει ότι με την ίδια απόφαση του Δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι το Κοινοβούλιο, ελλείψει μιας μοναδικής έδρας ή έστω ενός μοναδικού τόπου εργασίας, πρέπει να είναι σε θέση να διατηρεί στους διαφόρους τόπους εργασίας, εκτός του τόπου εγκαταστάσεως της Γραμματείας του, την υποδομή που είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί σε όλους αυτούς τους τόπους η εκπλήρωση των καθηκόντων που ανατίθενται από τις συνθήκες.
Το προσβαλλόμενο ψήφισμα δεν τηρεί όμως τα όρια που τίθενται στην εξουσία αυτή του Κοινουβουλίου.
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου θεωρεί ότι στο ψήφισμα αποφασίζεται απλώς να πραγματοποιηθεί η «ορθολογικότερη δυνατή κατανομή του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας μεταξύ των τόπων εργασίας». Από τις αιτιολογικές σκέψεις του ψηφίσματος προκύπτει εξάλλου ότι κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, ως «τόποι εργασίας» πρέπει να θεωρηθούν το Στρασβούργο και οι Βρυξέλλες, ενώ απεναντίας το Λουξεμβούργο αποκλείεται ρητά, ως προοριζόμενο «να παραμείνει η έδρα των δικαστικών και οικονομικών οργάνων». Από το στοιχείο 1 6) της αποφάσεως προκύπτει ακόμη ότι η κατανομή θίγει το σύνολο της Γραμματείας, επειδή διενεργείται μεταξύ «των υπηρεσιών που συμβάλλουν στις εργασίες των συνόδων της ολομέλειας ή στις εργασίες των επιτροπών».
Το προσβαλλόμενο ψήφισμα υπερβαίνει επομένως, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, τις αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου και παραβαίνει τις προαναφερθείσες διατάξεις οι οποίες, όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983, επιφυλάσσουν στα κράτη μέλη την αρμοδιότητα λήψεως αποφάσεως όσον αφορά την έδρα των οργάνων και τους τόπους εργασίας.
2.
Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι έχει, ανεξάρτητα από τις αρμοδιότητες των κυβερνήσεων των κρατών μελών, όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση, ιδία αρμοδιότητα «να λαμβάνει θέση για κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει τις Κοινότητες, να θεσπίζει ψηφίσματα για τέτοια ζητήματα ...».
Κατά συνέπεια, το γεγονός και μόνο της θεσπίσεως ψηφίσματος σχετικά με ζήτημα που θα μπορούσε να ενδιαφέρει τα κράτη μέλη δεν είναι δυνατό να συνιστά παραβίαση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών.
Το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει επιπλέον ότι ο πρόεδρος του δήλωσε ενώπιον της Συνελεύσεως ότι η εξέταση από το προεδρείο της συνέχειας που πρέπει να δοθεί στο προσβαλλόμενο ψήφισμα θα πραγματοποιούνταν «υπό το φως ιδίως της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση 230/81, κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων».
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με τη συναίνεση της ολομέλειας της Συνελεύσεως, το προεδρείο του Κοινοβουλίου εσκόπευε να συναγάγει από το προσβαλλόμενο ψήφισμα τα συμπεράσματα που θα ήταν σύμφωνα με το Κοινοτικό δίκαιο και ιδίως με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Δεδομένου ότι μέχρι στιγμής καμία απόφαση δεν ελήφθη από το προεδρείο, η προσφυγή είναι αβάσιμη.
3.
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου απαντά επί του τελευταίου αυτού σημείου ότι εφόσον το προσβαλλόμενο ψήφισμα αντιβαίνει καθεαυτό προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 230/81, η συνέχεια που πρόκειται να δοθεί από το προεδρείο δεν μπορεί να είναι σύμφωνη προς αυτή.
Όσον αφορά το αν το ψήφισμα συνιστά ή όχι απόφαση επί ζητήματος για το οποίο το δικαίωμα του Κοινοβουλίου αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο, τα επιχειρήματα της κυβερνήσεως του Λουξεμβούργου εκτέθηκαν συνοπτικά ανωτέρω, σελίδα 8.
V — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου 1984, η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Α. Elvinger και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από το γενικό διευθυντή του F. Pasetti-Bombardella και τον R. Bieber, νομικό σύμβουλο, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Ιουνίου 1983 το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου άσκησε, δυνάμει των άρθρων 31' και 38 της συνθήκης ΕΚΑΧ και επικουρικά δυνάμει των άρθρων 173 της συνθήκης ΕΟΚ και 146 της συνθήκης ΕΚΑΕ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση του «ψηφίσματος σχετικά με τα συμπεράσματα που εξάγονται [τις συνέπειες που προκύπτουν] από την έγκριση της έκθεσης Žagan απο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 7 Ιουλίου 1981», που δημοσιεύτηκε στα συνοπτικά πρακτικά της συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 20ης Μαΐου 1983 (ΕΕ C 161 της 20. 7. 1983, σ. 155).
2
Πρέπει να υπομνησθεί ότι κατά του ψηφίσματος του Κοινοβουλίου της 7ης Ιουλίου 1981, με το οποίο εγκρίθηκε η «έκθεση Žagari», ασκήθηκε προσφυγή ακυρωσεως εκ μέρους του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Φεβρουαρίου 1983 (υποθ. 230/81, Συλλογή, σ. 255).
3
Στο επίδικο ψήφισμα, το Κοινοβούλιο, έχοντας υπόψη ότι «έχει το δικαίωμα να λάβει, όσον αφορά την οργάνωση των εργασιών του, κάθε πρόσφορη απόφαση, εφόσον δεν απαιτείται η συμμετοχή ή η έγκριση του Συμβουλίου», «ότι σε εκτέλεση των αποφάσεων της 7ης Ιουλίου 1981 όλες οι σύνοδοι της ολομέλειας πραγματοποιούνται στο Στρασβούργο, επίσημο τόπο εργασίας του Κοινοβουλίου», «ότι οι συνεδριάσεις των επιτροπών και των πολιτικών ομάδων πραγματοποιούνται γενικά στις Βρυξέλλες» και εκτιμώντας «ότι το Λουξεμβούργο προορίζεται να παραμείνει η έδρα των δικαστικών και οικονομικών οργάνων»,
«1.
αποφασίζει:
α)
να συναγάγει, στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του 1983 και των μεταγενέστερων προϋπολογισμών, τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1981.
β)
να προβεί στην ορθολογικότερη δυνατή κατανομή του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας μεταξύ των τόπων εργασίας:
—
προβλέποντας να εγκατασταθούν μόνιμα στον τόπο εργασίας όπου γίνονται οι σύνοδοι της ολομέλειας, δηλαδή στο Στρασβούργο, οι υπηρεσίες που συμβάλλουν κυρίως στις εργασίες των συνόδων της ολομέλειας,
—
προβλέποντας να εγκατασταθούν στις Βρυξέλλες οι υπηρεσίες που συμβάλλουν κυρίως στις εργασίες των επιτροπών·
γ)
να λάβει υπόψη στο εξής αυτή την κατανομή κατά τις νέες προσλήψεις·
δ)
να λάβει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα του προσωπικού με κατά το δυνατό ευρύτερη εφαρμογή της αρχής της οικειοθελούς μετακινήσεως και να συνεργαστεί πλήρως με τους εκπροσώπους του προσωπικού κατά τη λήψη των αποφάσεων στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος ψηφίσματος,
2.
αναθέτει στο προεδρείο να προβεί σε διαρθρωτικές μεταβολές στη διοίκηση ώστε να επιτευχθεί ελαστικότερος ρυθμός εργασίας, για παράδειγμα η ταχεία οργάνωση των ειδικών συνόδων του Κοινοβουλίου.
3.
αναθέτει στο γενικό γραμματέα να προετοιμάσει χωρίς καθυστέρηση τα μέτρα αναδιοργανώσεως που επιβάλλει το παρόν ψήφισμα».
Η εξέλιξη της κοινοβουλευτικής διαδικασίας
4
Το προσβαλλόμενο ψήφισμα εγκρίθηκε χωρίς συζήτηση και χωρίς ψηφοφορία, με την έγγραφη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 49 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου, όποκ ίσχυε κατά το χρόνο των επίμαχων περιστατικών.
5
Όπως προκύπτει από τα συνοπτικά πρακτικά της συνεδριάσεως της 10ης Μαρτίου 1983 (ΕΕ C 96 της 11.4. 1983, σ. 45), ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου πληροφόρησε την ολομέλεια της Συνελεύσεως ότι η πρόταση του επίδικου ψηφίσματος «συγκέντρωσε τις υπογραφές περισσοτέρων από τα. μισά μέλη του Κοινοβουλίου». Ανακοίνωσε επίσης ότι «επειδή αυτή η πρόταση ψηφίσματος κατατέθηκε με όλες πς υπογραφές, δεν υπεβλήθη στη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 49, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα των βουλευτών να καταθέσουν τροπολογίες». Ο πρόεδρος έκρινε ότι «υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω πρόταση ψηφίσματος πρέπει να αναρτηθεί επί 30 τουλάχιστον ημέρες, πριν διαβιβασθεί ενδεχομένως κατόπιν στα αρμόδια όργανα του Κοινοβουλίου που ί)α εξετάσουν τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στο κείμενο αυτό, υπό το φως ιδίως της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση 230/81, κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων».
6
Με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 1983 ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου ζήτησε τη γνώμη της επιτροπής κανονισμού και αναφορών για το «αν η προβλεπόμενη στο άρθρο 49 διαδικασία εφαρμόζεται στα θέματα που εμπίπτουν στην εσωτερική οργάνωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου» και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, για το τι απέγινε «η εντολή που δόθηκε στο προεδρείο με το ψήφισμα της 7iļc Ιουλίου 1981» (έγγραφο εργασία; της επιτροπής ΡΕ 84.980, τη; 18.5.1983).
7
Με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1983, υποβλήθηκε στην ανώτερο.) επιτροπή δεύτερο ερώτημα σχετικά με «τις δυνατότητες υποβολής τροπολογιών και τις προθεσμίες καταθέσεως τους» (ίδιο έγγραφο ΡΕ. 84.980).
8
Μετά την ανακοίνωση κατά τη συνεδρίαση για την κατάθεση του ψηφίσματος, μια υπογραφή αποσύρθηκε και τέσσερις άλλε; προστέθηκαν (συνοπτικά πρακτικά της συνεδριάσεως της 20. 5. 1983, ΕΕ C 161 της 20. 6. 1983, σ. 155).
9
Κατά τη συνεδρίαση της 20ής Μαΐου 1983, ο προεδρεύων ανακοίνωσε στην ολομέλεια της Συνελεύσεως ότι «σύμφωνα με την ανακοίνωση του προέδρου κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1983, η πρόταση ψηφίσματος... διαβιβάστηκε στα μέλη του προεδρείου και στο γενικό γραμματέα, εξυπακούεται δε ότι η διαβίβαση αυτή δεν προδικάζει καθόλου το αποτέλεσμα των διασκέψεων της επιτροπής κανονισμού και αναφορών». Στο ίδιο σημείο 5 των πρακτικών της συνεδριάσεως αυτής καταχωριστή ice, κατόπιν της ανωτέρω ανακοινώσεως, το κείμενο του επίδικου ψηφίσματος με τα ονόματα των υπογραφόντων.
10
Η γνώμη της επιτροπής κανονισμού και αναφορών, με ημερομηνία 18 Μαΐου 1983, διαβιβάστηκε στον πρόεδρο στις 2 Ιουνίου 1983. Με τη γνώμη αυτή, η επιτροπή διαπιστώνει ότι, εφόσον η πρόταση του επίδικου ψηφίσματος συγκέντρωσε τις μισές υπογραφές, «κατέστη ψήφισμα του Κοινοβουλίου όπως τα άλλα». Η γνώμη καταλήγει στη μη εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 49 στις περιπτώσεις που «ζητείται η γνώμη του Κοινοβουλίου ή αυτό οφείλει να αναλάβει ιδιαίτερα καθήκοντα όσον αφορά τους κανόνες της εσωτερικής του οργανώσεως» (ανωτέρω έγγρ. ΡΕ 84.980 της 18. 5. 1983).
11
Κατόπιν ενστάσεως που προεβλήθη βάσει του άρθρου 111, παράγραφος 4, του Κανονισμού και με την οποία αμφισβητούνταν η ανωτέρω ερμηνεία (συνοπτικά πρακτικά της συνεδριάσεως της 17. 6. 1983, έγγρ. ΡΕ 85.065, ΕΕ C 184 της 11. 7. 1983, σ. 17), το Κοινοβούλιο έκανε δεκτή κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουνίου 1983«την αίτηση παραπομπής της ερμηνείας αυτής σε επιτροπή» (συνοπτικά πρακτικά της συεδριάσεως της 9. 6. 1983, έγγρ. ΡΕ 85.067, ΕΕ C 184 της 11. 7. 1983, σ. 91).
12
Την επομένη ημέρα, 10 Ιουνίου 1983, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου άσκησε την παρούσα προσφυγή ακυρώσεως του εν λόγω ψηφίσματος.
13
Κατά η συνεδρίαση της 10ης Οκτωβρίου 1983, ο πρόεδρος πληροφόρησε το Κοινοβούλιο ότι ο πρόεδρος της επιτροπής κανονισμού και αναφορών του ανακοίνωσε τη γνώμη της επιτροπής, σύμφωνα με την οποία «κατόπιν της απορρίψεως από την ολομέλεια της Συνελεύσεως, στις 9 Ιουνίου 1983, της προτεινόμενης από την επιτροπή ερμηνείας, η επιτροπή θεωρεί αναγκαίο να υποβάλει προσεχώς στη Συνέλευση πρόταση τροποποιήσεως του άρθρου 49 του κανονισμού ... Εν πάση περιπτώσει, η τροποποίηση αυτή του άρθρου 49 δεν θα έχει αναδρομικά αποτελέσματα». Στη συνέχεια, ο πρόεδρος θεώρησε «κατά συνέπεια, ότι αίρονται οι επιφυλάξεις όσον αφορά το παραδεκτό του ψηφίσματος ...». Υπενθύμισε επίσης «όσον αφορά την ουσία και το περιεχόμενο του ψηφίσματος, όσα είχε πει κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1983, δηλαδή ότι τα αρμόδια όργανα του Κοινοβουλίου θα εξετάσουν τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στο κείμενο αυτό, υπό το φως ιδίως της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση 230/81, κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων» (ΕΕ C 307 της 14. 11. 1983, σ. 3).
14
Με την έκθεση της 28ης Οκτωβρίου 1983 (έγγρ. συνεδριάσεως του Κοινοβουλίου I-975, της 9. 11. 1983, ΡΕ 86.280 τελικό), η επιτροπή κανονισμού και αναφορών διαπίστωσε σχετικά με την εκ μέρους της προτεινόμενη ερμηνεία του άρθρου 49 ότι «κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας της 9ης Ιουνίου 1983, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέρριψε την ερμηνεία αυτή» και πρότεινε τροποποίηση του εν λόγω άρθρου.
15
Φαίνεται ότι ούτε το προεδρείο ούτε ο γενικός γραμματέας έλαβαν μέχρι στιγμής μέτρα κατόπιν του επίδικου ψηφίσματος.
Επί του παραδεκτού
16
Κατά της προσφυγής, το Κοινοβούλιο προέβαλε δύο λόγους απαραδέκτου: πρώτον ότι η προσφυγή ασκήθηκε πρόωρα και δεύτερον ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα δεν έχει το χαρακτήρα «αποφάσεως».
17
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο, το Κοινοβούλιο προέβαλε στο υπόμνημα αντικρούσεως ότι το επίδικο ψήφισμα δεν υπέκειτο σε προσφυγή επειδή κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής το ψήφισμα δεν αποτελούσε οριστική πράξη.
18
Πάντως, τόσο από την ανταπάντηση όσο και από τις δηλώσεις του καθού κατά την προφορική διαδικασία προκύπτει ότι ο λόγος αυτός εγκαταλείφθηκε. Παρέλκει επομένως η εξέταση του.
19
Όσον αφορά το δεύτερο λόγο απαραδέκτου, το επίδικο ψήφισμα αποτελεί, κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, απλή προτροπή προς ενέργεια που απευθύνεται στα αρμόδια όργανα, εν προκειμένω στο προεδρείο και στο γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου, και που έχει ως μόνο σκοπό να προτείνει και, κατά περίπτωση, να δώσει πολιτικές κατευθύνσεις στις ενδεχόμενες αποφάσεις'των εν λόγω οργάνων, χωρίς να καθορίζεται από το ψήφισμα το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών. Πρόκειται συνεπώς για πράξη που εμπίπτει στο διοικητικό τομέα και αφορά την εσωτερική οργάνωση του Κοινοβουλίου, που δεν παράγει από μόνη της έννομα αποτελέσματα και είναι έτσι της ίδιας φύσης με το ψήφισμα που αποτελούσε το αντικείμενο της προσφυγής στην υπόθεση 230/81.
20
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου προβάλλει ότι από το γράμμα και το περιεχόμενο του ψηφίσματος αποδεικνύεται ότι αυτό έχει το χαρακτήρα αποφάσεως, για το λόγο ότι προβλέπει συγκεκριμένες ενέργειες που αναφέρονται ιδίως στην κατανομή του προσωπικού και προβλέπουν συγκεκριμένα εκτελεστικά μέτρα.
21
Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά, χωρίς να δοθεί υπερβολική σημασία στη χρήση του ρήματος «αποφασίζει» μέσα στο κείμενο του επίδικου ψηφίσματος, ότι από την ίδια τη διατύπωση του προκύπτει ότι το ψήφισμα προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα τα οποία συνίστανται στη μόνιμη κατανομή των υπηρεσιών και του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας του μεταξύ Στρασβούργου και Βρυξελλών.
22
Είναι μεν αληθές ότι στα σημεία 2 και 3 του επίδικου ψηφίσματος το Κοινοβούλιο αναθέτει στο προεδρείο και στο γενικό γραμματέα'να προβούν σε διαρθρωτικές μεταβολές και να προετοιμάσουν τα μέτρα αναδιοργανώσεως, αυτό όμως συμβαίνει διότι το Κοινοβούλιο αποφάσισε τις εν λόγω μεταβολές και την εν λόγω αναδιοργάνωση, απαιτεί δε να συνοδεύεται η αποφασισθείσα κατανομή από εκτελεστικά μέτρα.
23
Η εξέταση του περιεχομένου του επίδικου ψηφίσματος αποκαλύπτει επομένως οτι το ψήφισμα αυτό έχει ακριβή και συγκεκριμένο χαρακτήρα αποφάσεως, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα.
24
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος αυτός ισχυρισμός απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
25
Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο, εγκρίνοντας το επίδικο ψήφισιια, υπερέβη τις αρμοδιότητες που του παρέχονται από τη συνθήκη. Προβάλλει ότι αν το Κοινοβούλιο έχει το δικαίωμα να λαμβάνει προσφορά μέτρα για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας των υπηρεσιών του, οφείλει τουλάχιστον να το πράττει σεβόμενο την ανατεθείσα στα κράτη μέλη αρμοδιότητα να ορίζουν την έδρα των οργάνων, αρμοδιότητα που ασκήθηκε με τη λήψη προσωρινών αποφάσεων, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983 στην προαναφερθείσα υπόθεση 230/81. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι μόνο η υποδομή που είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση των καθηκόντων του Κοινοβουλίου πρέπει να διατηρηθεί στους διαφόρους τόπους εργασίας' κάθε άλλη απόφαση περί μεταφοράς, πλήρους ή τμηματικής, της Γενικής Γραμματείας του θα συνιστούσε παράβαση του άρθρου 4 της αποφάσεως των κρατών μελών της 8ης Απριλίου 1965, περί της προσωρινής εγκαταστάσεως ορισμένων οργάνων και ορισμένων υπηρεσιών των Κοινοτήτων. Αποφασίζοντας επομένως να προβεί «στην ορθολογικότερη δυνατή κατανομή του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας» μεταξύ Στρασβούργου και Βρυξελλών μόνο, μέτρο που θίγει το σύνολο της Γραμματείας, το Κοινοβούλιο δεν τήρησε τα όρια που έθεσε η ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου.
26
Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, αυτό, «όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση 230/81, σκέψη 39 ..., ανεξάρτητα από τις αρμοδιότητες των κυβερνήσεων των κρατών μελών, έχει ιδία αρμοδιότητα να λαμβάνει θέση για κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει τις Κοινότητες, να θεσπίζει ψηφίσματα για τέτοια ζητήματα ... Κατά συνέπεια, το γεγονός και μόνο της θεσπίσεως ψηφίσματος σχετικά με ζήτημα που θα μπορούσε να ενδιαφέρει τα κράτη μέλη δεν μπορεί να συνιστά 'παραβίαση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών».
27
Το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει επιπλέον ότι το περιεχόμενο του επίδικου ψηφίσίΐατος πρέπει να εκτι^θεί λαμβανομένων υπόψη των δηλώσεων του προέδρου της 10ης Μαρτίου και 10ης Οκτωβρίου 1983, σύμφωνα με τις οποίες οι συνέπειες που προκύπτουν από το εν λόγω ψήφισμα θα συναχθούν από το προεδρείο και το γενικό γραμματέα υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα υπόθεση, καθώς και των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, και ότι υπό το πρίσμα των δηλώσεων αυτών, τις οποίες ενστερνίστηκε το Κοινοβούλιο, το επίδικο ψήφισμα δεν αποσκοπεί στο να μεταβάλει την υπάρχουσα κατάσταση κατά τρόπο που αντιβαίνει προς την απόφαση του Δικαστηρίου.
28
Πρέπει να παρατηρηθεί καταρχάς ότι μολονότι αληθεύει ότι το επίδικο ψήφισμα έπρεπε μετά την έγκριση του να διαβιβαστεί στο προεδρείο και ότι ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου δήλωσε ότι τα αρμόδια όργανα του Κοινοβουλίου «θα εξετάσουν τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στο κείμενο αυτό, υπό το φως ιδίως της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση 230/81», είναι επίσης αληθές ότι το Κοινοβούλιο, με την έγκριση του ψηφίσματος αυτού, επιβεβαίωσε αφενός την αρμοδιότητα του να λάβει τα επίμαχα μέτρα και, αφετέρου, θέλησε να καταστήσει ενεργό τη βούληση του να προβεί στην κατανομή των υπηρεσιών του και του προσωπικού του σε άλλους τόπους έκτος του Λουξεμβούργου. Υπό τις συνθήκες αυτές, η συμφωνία του εν λόγω ψηφίσματος με την απόφαση των κρατών μελών της 8ης Απριλίου 1965 πρέπει να κριθεί αυτοτελώς.
29
Πρέπει να υπομνηστεί αφετέρου ότι το άρθρο 4 της αποφάσεως της 8ης Απριλίου 1965 περί της προσωρινής εγκαταστάσεως ορισμένων οργάνων και ορισμένων υπηρεσιών των Κοινοτήτων (JO 152 της 13. 7. 1967, σ. 18) προβλέπει ότι «η Γενική Γραμματεία της Συνελεύσεως και οι υπηρεσίες της παραμένουν στο Λουξεμβούργο». Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι το Δικαστήριο διευκρίνισε στην ανωτέρω απόφαση ότι το Κοινοβούλιο «πρέπει να είναι σε θέση να διατηρεί στους διαφόρους τόπους εργασίας, εκτός του τόπου εγκαταστάσεως της γραμματείας του, την υποδομή που είναι απαραίτητη για την εξασφάλιση της εκπληρώσεως, σε όλους αυτούς τους τόπους, των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί από τις συνθήκες».
30
Το Δικαστήριο πρόσθεσε πάντως ότι η μεταφορά προσωπικού δεν μπορεί να υπερβεί τα τιθέμενα όρια, δεδομένου ότι κάθε απόφαση περί μεταφοράς, πλήρους η τμηματικής, de jure ή de facto, της Γενικής Γραμματείας του Κοινοβουλίου ή των υπηρεσιών της, θα συνιστούσε παράβαση του άρθρου 4 της αποφάσεως της 8ης Απριλίου 1965 και των εγγυήσεων που η απόφαση αυτή επροορίζετο να δώσει στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δυνάμει του άρθρου 37 της συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
31
Από την εξέταση του περιεχομένου του επίδικου ψηφίσματος προκύπτει ότι τα όρια αυτά δεν τηρήθηκαν. Πράγματι, το ψήφισμα προβλέπει ρητά την κατανομή του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας μεταξύ Στρασβούργου και Βρυξελλών και τη μόνιμη εγκατάσταση του στους τόπους αυτούς. Σύμφωνα με την τελευταία αιτιολογική σκέψη του ψηφίσματος, στο Λουξεμβούργο αποδίδεται «ο προορισμός να παραμείνει η έδρα των δικαστικών και οικονομικών οργάνων». Το Λουξεμβούργο θα έπαυε συνεπώς να είναι ο τόπος εγκαταστάσεως της Γραμματείας.
32
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Κοινοβούλιο υπερέβη τα όρια των αρμοδιοτήτων του και, κατά συνέπεια, το επίδικο ψήφισμα πρέπει να ακυρωθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
33
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
34
Επειδή το Κοινοβούλιο ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει το ψήφισμα tou Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου «σχετικά με τα συμπεράσματα που εξάγονται ¡τις συνέπειες που προκύπτουνί από την έγκριση της εκθέσεως Žagari από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 7 Ιουλίου 1981» (ΕΕ C 161 της 20. 6.1983, σ. 155).
2)
Καταδικάζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Menens de Wilman
Koopmans
Bahlmann
Galmot
Pescatore
Mackenzie-Stuart
O'Keeffe
Bosco
Due
Everling
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Απριλίου 1984.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy