Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προδικαστικά ερωτήματα — Εκτίμηση του κύρους — Αναγνώριση του ανισχύρου ενός κανονισμού — Αποτελέσματα — Κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 174 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης — Διαχρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων — Αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
( Συνθήκη EOK , άρθρα 173 , 174 , δεύτερη παράγραφος , και 177 )
Περίληψη
Απόφαση του Δικαστηρίου που αναγνωρίζει , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης , το ανίσχυρο πράξεως ενός οργάνου , ειδικότερα δε κανονισμού του Συμβουλίου ή της Επιτροπής , αν και απευθύνεται ευθέως μόνο στο δικαστή που υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο , αποτελεί επαρκή λόγο και για κάθε άλλο δικαστή να θεωρήσει την εν λόγω πράξη ανίσχυρη καθόσον είναι τούτο αναγκαίο για την απόφαση που πρέπει να εκδώσει .
H δυνατότητα που έχει το Δικαστήριο να περιορίζει διαχρονικά τα αποτελέσματα της αναγνώρισης του ανισχύρου κανονιστικής πράξεως , στο πλαίσιο εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων που προβλέπεται από την παράγραφο 1 , στοιχείο β ), του άρθρου 177 , στηρί ζεται στην ερμηνεία του άρθρου 174 της Συνθήκης καθόσον αφορά την απαραίτητη συνοχή μεταξύ αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και προσφυγής ακυρώσεως , οι οποίες αποτελούν δύο τρόπους εφαρμογής του ελέγχου της νομιμότητας που προβλέπει η Συνθήκη . H δυνατότητα διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων του ανισχύρου ενός κοινοτικού κανονισμού , είτε στο πλαίσιο του άρθρου 173 είτε στο πλαίσιο του άρθρου 177 , αποτελεί αρμοδιότητα η οποία έχει επιφυλαχθεί υπέρ του Δικαστηρίου από τη Συνθήκη , χάριν της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου σ’ ολόκληρη την Κοινότητα .
Όταν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους , το άρθρο 174 , δεύτερη παράγραφος , επιφυλάσσει υπέρ του Δικαστηρίου εξουσία εκτιμήσεως ώστε να καθορίζει συγκεκριμένα , κατά περίπτωση , τα αποτελέσματα της κανονιστικής πράξεως που κηρύσσεται άκυρη , τα οποία πρέπει να διατηρηθούν . Κατά συνέπεια , στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κάνει χρήση της δυνατότητας που έχει να περιορίζει το παρελθόν το αποτέλεσμα της αναγνώρισης του ανισχύρου μέσα στο πλαίσιο του άρθρου 177 , σ’ αυτό εναπόκειται να καθορίσει αν μπορεί να προβλεφθεί , είτε υπέρ του διαδίκου που εισήγαγε την υπόθεση ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , είτε υπέρ οποιουδή ποτε άλλου επιχειρηματία που είχε ενδεχομένως ενεργήσει κατ’ ανάλογο τρόπο πριν από την αναγνώριση του ανισχύρου , εξαίρεση από το διαχρονικό αυτό περιορισμό του αποτελέσματος , ο οποίος προβλέπεται στην απόφαση του Δικαστηρίου , ή αν , αντιθέτως , η αναγνώριση του ανισχύρου το οποίο παράγει αποτελέσματα μόνο για το μέλλον αποτελεί πρόσφορο μέτρο ακόμα και για τους επιχειρημα- τίες που είχαν την πρωτοβουλία να λάβουν εγκαίρως μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 112/83
που έχει ως αντικείμενο αίτηση προς το Δικαστήριο , δυνάμει του άρθρου 117 της Συνθήκης EOK , του Tribunal d’instance του Παρισιού — 1ου Διοικητικού Διαμερίσματος , με την οποία ζητείται , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Societe des produits de mais SA
και
Administration des douanes et droits indirects ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής , της 24ης Μαρτίου 1976 , περί τροποποιήσεως των νομισματικών αντισταθμιστικών ποσών κατόπιν της μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του γαλλικού φράγκου ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983 , η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Ιουνίου 1983 , το Tribunal d’instance του Παρισιού ( 1ου Διοικητικού Διαμερίσματος ) υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής , της 24ης Μαρτίου 1976 , περί τροποποιήσεως των νομισματικών αντισταθμιστικών ποσών κατόπιν της μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του γαλλικού φράγκου ( JO L 79 , σ . 4 ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Administration francaise des douanes και της ενάγουσας στην κύρια δίκη , Societe des produits de mais , η οποία παρασκευάζει στη Γαλλία μεταποιημένα προϊόντα με βάση τον αραβόσιτο .
3 Το Δικαστήριο , με απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 ( Roquette , 145/79 , Rec . σ . 2917 ), κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του είχε υποβάλει το Tribunal d’instance της Λίλλης με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1979 , αναγνώρισε , στο σημείο 1 του διατακτικού της απόφασης αυτής , το ανίσχυρο του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής , της 24ης Μαρτίου 1976 ,
« — κατά το μέτρο που δεν καθορίζει τα εφαρμοστέα αντισταθμιστικά ποσά στο άμυλο αραβοσίτου βάσει της τιμής παρεμβάσεως του αραβοσίτου , μειωμένης κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου·
—κατά το μέτρο που δεν καθορίζει τα εφαρμοστέα αντισταθμιστικά ποσά στο άμυλο σίτου βάσει της τιμής αναφοράς του σίτου , μειωμένης κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου·
— κατά το μέτρο που καθορίζει τα εφαρμοστέα αντισταθμιστικά ποσά στο σύνολο των διαφόρων προϊόντων που προέρχονται από τη μεταποίηση δεδομένης ποσότητας του ίδιου βασικού προϊόντος , όπως ο αραβόσιτος ή ο σίτος , στα διάφορα στάδια συγκεκριμένης παραγωγής , σε επίπεδο σαφώς υψηλότερο από το αντισταθμιστικό ποσό που έχει θεσπιστεί για τη δεδομένη αυτή ποσότητα του βασικού προϊόντος·
—κατά το μέτρο που καθορίζει αντισταθμιστικά ποσά εφαρμοστέα στο άμυλο των γεωμήλων μεγαλύτερα από τα ποσά που εφαρμόζονται στο άμυλο αραβοσίτου » .
Το Δικαστήριο , πάντως , για τους λόγους που εξέθεσε στις σκέψεις 51 και 52 της απόφασής του , έκρινε , στο σημείο 3 του διατακτικού της απόφασης , ότι
« Το ανίσχυρο των ανωτέρω κανονιστικών διατάξεων δεν επιτρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση η είσπραξη ή η καταβολή νομισματικών αντισταθμιστικών ποσών , στις οποίες προέβησαν οι εθνικές αρχές βάσει των διατάξεων αυτών , για τον προ της παρούσης αποφάσεως χρόνο . »
4 Έχοντας υπόψη την απόφαση αυτή , το Tribunal d’instance της Λίλλης , με απόφαση της 15ης Ιουλίου 1981 , υποχρέωσε την Administration des douanes να αποδώσει στην εταιρία Roquette τα ποσά που είχε καταβάλει αχρεωστήτως η τελευταία , ως νομισματικά αντισταθμιστικά ποσά επί των εξαγωγών της , από τις 25 Μαρτίου 1976 . Το Tribunal , κατά την άποψή του , δεν δεσμευόταν από το σημείο 3 της απόφασης του Δικαστηριου , καθόσον « το Δικαστήριο , το οποίο είχε εξαντλήσει τις αρμοδιότητές του αφού είχε ερμηνεύσει το κοινοτικό δίκαιο προκειμένου να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα , ανέλαβε χωρίς νόμιμο έρεισμα την πρωτοβουλία να προσθέσει στην απόφαση που εξέδωσε παρατήρηση βάσει κειμένου το οποίο δεν είχε εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση » . Το Tribunal αναφέρει , εξάλλου , ότι , εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει κανονιστική εξουσία έναντι της Κοινότητας , η πρωτοβουλία του δεν μπορούσε να μεταβάλει την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτού και των εθνικών δικαστηρίων και ότι μόνο στα τελευταία εναπόκειται να συναγάγουν τις συνέπειες που επιφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη τους η αναγνώριση του ανισχύρου από το Δικαστήριο .
5 H Societe des produits de mais στηριζόμενη , αφενός , στο ανίσχυρο του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής και των μεταγενέστερων κανονισμών , το οποίο είχε αναγνωριστεί από το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 , και επικαλούμενη , αφετέρου , την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1981 του Tribunal d’instance της Λίλλης , ενήγαγε , με δικόγραφο της 30ής Δεκεμβρίου 1981 , το γενικό διευθυντή της Administration des douanes et droits indirects ενώπιον του Tribunal d’instance του Παρισιού , προκειμένου να επιτύχει την απόδοση των αντισταθμιστικών ποσών τα οποία είχε εισπράξει αχρεωστήτως η Administration francaise des douanes , κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω κανονισμού 652/76 , επί των εξαγωγών ορισμένων παραγώγων αραβοσίτου , τις οποίες είχε πραγματοποιήσει η ενάγουσα προς άλλα κράτη μέλη .
6 O εναγόμενος της κύριας δίκης πρότεινε την απόρριψη της αγωγής βάσει του σημείου 3 του διατακτικού της ανωτέρω απόφασης της 15ης Οκτωβρίου 1980 . Υποστήριξε , εξάλλου , αναφερόμενος πάντοτε στο περιεχόμενο της απόφασης αυτής , ότι η ενάγουσα δεν είχε αποδείξει ότι τα αντισταθμιστικά ποσά που καθορίζει ο επίμαχος κανονισμός για τα προϊόντα που προέρχονται από μεταποίηση του αραβοσίτου υπερβαίνουν σαφώς τα ποσά που θεσπίζονται για την ποσότητα αραβοσίτου που χρησιμοποιείται για την παρασκευή των προϊόντων αυτών .
7 Δεδομένου πάντως ότι ο εναγόμενος πρότεινε στο εθνικό δικαστήριο να απευθυνθεί προς το Δικαστήριο , αν έκρινε ότι δεν είχε επαρκώς διαφωτιστεί από την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 , το εθνικό δικαστήριο , μεριμνώντας για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και την αποσαφήνιση του θέματος , αφού έλαβε υπόψη τις εξηγήσεις των διαδίκων και τα έγγραφα που προσκόμισαν , έκρινε αναγκαίο να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :
1 ) Είναι έγκυρες οι διατάξεις του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής , της 24ης Μαρτίου 1976 , περί καθορισμού νομισματικών αντισταθμιστικών ποσών εφαρμοστέων επί της εξαγωγής θραυσμάτων αραβοσίτου ( δασμολογική κλάση 10.05 , που κατέστη 23.02 ), αλευρόκολλας ( δασμολογική κλάση 23.03 ) και προϊόντων που εμπίπτουν στις κλάσεις 11.08 A I , 17.02 B I α , 17.02 B I β , 17.02 B II α , 17.02 B II β , 17.02-23 , 17.02-28.0 , 17.02-28.1 , 35.05 A , 29.04-77.001 ;
2 ) Σε περίπτωση ανισχύρου , κατά ποιο μέτρο είναι ανίσχυρες ;
3 ) Σε περίπτωση ανισχύρου , ποιες είναι οι έννομες συνέπειες του ανισχύρου αυτού , λαμβανομένου υπόψη του αιτήματος περί επιστροφής , εν όλω ή εν μέρει , των νομισματικών αντισταθμιστικών ποσών που έχουν εισπραχτεί από τις εθνικές αρχές βάσει των διατάξεων του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής της 24ης Μαρτίου 1976 ;
4 ) Αν υποτεθεί ότι το προσηκόντως διαπιστωθέν ανίσχυρο ενός κοινοτικού κανονισμού αποκλείει , για το παρελθόν , κάθε εκ νέου θέση υπό αμφισβήτηση των νομισματικών αντισταθμιστικών ποσών που έχουν εισπραχτεί δυνάμει του κανονισμού αυτού , το γεγονός αυτό αποκλείει , και κατά ποιο μέτρο , κάθε καταβολή των εν λόγω νομισματικών αντισταθμιστικών ποσών ;
Επί του πρώτου ερωτήματος
8 Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται αν είναι έγκυρες οι διατάξεις του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής που καθορίζουν τα εφαρμοστέα νομισματικά αντισταθμιστικά ποσά επί της εξαγωγής θραυσμάτων αραβοσίτου ( δασμολογική κλάση 10.05 που κατέστη 23.02 ), αλευρόκολλας ( κλάση 23.03 ) και προϊόντων που εμπίπτουν στις κλάσεις 11.08 A I , 17.02 B I α , 17.02 B I β , 17.02 B II α , 17.02 B II β , 17.02-23 , 17.02-28.0 , 17.02-28.1 , 35.05 A , 29.04-77.001 .
9 Κατά τη διαδικασία όμως προέκυψε ότι η κύρια δίκη αφορούσε εκείνες τις διατάξεις του κανονισμού 652/76 οι οποίες καθορίζουν τα αντισταθμιστικά ποσά που εφαρμόζονται στα προϊόντα που εμπίπτουν στις δασμολογικές διακρίσεις 23.02 A I ( σπόροι αραβοσίτου ή ορύζης ), 23.03 A I ( αλευρόκολλα ), 11.08 A I ( άμυλο αραβοσίτου ), 17.02 B I α ( αμυλοσάκχαρο και σιρόπι αμυλοσακχάρου ), 17.02.B I β ( αμυλοσάκχαρο και σιρόπι αμυλοσακχάρου ), 17.02 B II α ( αμυλοσάκχαρο και σιρόπι αμυλοσακχάρου ), 17.02 B II β ( αμυλοσάκχαρο και σιρόπι αμυλοσακχάρου ), 35.05 A ( δεξτρίνη ), 29.04 Γ III β 1 ( glucitrol ή sorbitol ).
A — Αντισταθμιστικά ποσά εφαρμοστέα επί προϊόντων τα οποία δεν συνίστανται σε σπόρους — ή θραύσματα — αραβοσίτου
10 Εφόσον η Επιτροπή αναγνώρισε ότι οι λόγοι ανισχύρου τους οποίους έκανε δεκτούς το Δικαστήριο με την απόφασή του της 15ης Οκτωβρίου 1980 ισχύουν για όλες τις επίμαχες διατάξεις , εκτός από τη διάταξη που καθορίζει τα αντισταθμιστικά ποσά που εφαρμόζονται στους σπόρους — ή θραύσματα — αραβοσίτου ( διάκριση 23.02 A I ), αρκεί η διαπίστωση ότι , όσον αφορά τον καθορισμό των νομισματικών αντισταθμιστικών ποσών που εφαρμόζονται στα προϊόντα που εμπίπτουν στις διακρίσεις 11.08 A 1 , 17.02 B I , 17.02 B II , 23.03 A I , 29.04 Γ III β 1 και 35.05 A , ο κανονισμός 652/76 της Επιτροπής , της 24ης Μαρτίου 1976 , είναι ανίσχυρος για τους λόγους που εκτίθενται ήδη στην απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 .
B — Αντισταθμιστικά ποσά εφαρμοστέα επί των σπόρων — ή των θραυσμάτων — αραβοσίτου
11 Όσον αφορά τους σπόρους — ή τα θραύσματα — αραβοσίτου , πρέπει καταρχάς να σημειωθεί , όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή , ότι , εφόσον στα προϊόντα αυτά δεν εφαρμόζεται επιστροφή λόγω εξαγωγής , δεν ισχύει ως προς αυτά ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δέχτηκε , με την απόφασή του της 15ης Οκτωβρίου 1980 , το ανίσχυρο του καθορισμού των αντισταθμιστικών ποσών για το άμυλο αραβοσίτου .
12 Ως προς το λόγο ακυρότητας που βασίζεται στον ισχυρισμό ότι το ποσό των νομισματικών αντισταθμιστικών ποσών που εφαρμόζονται στο σύνολο των προϊόντων και υποπροϊόντων που προέρχονται από τη μεταποίηση μιας και της αυτής ποσότητας αραβοσίτου υπερβαίνει σαφώς το αντισταθμιστικό ποσό που εφαρμόζεται σ’ αυτή την ποσότητα αραβοσίτου , παρατηρείται ότι η Επιτροπή αιτιολογημένως αμφισβήτησε το ότι οι σπόροι — ή τα θραύσματα — αραβοσίτου προέρχονται από μεταποίηση αραβοσίτου . Κατά τη γνώμη της , πρόκειται απλώς για υπολείμματα ως προς τα οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο ανωτέρω λόγος ακυρότητας .
13 Στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 177 της Συνθήκης , δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο , αλλά αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο να προβεί στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς . Κατά συνέπεια , δεν χρειάζεται , βάσει των ήδη υπαρχόντων στοιχείων , να επεκταθεί στα θραύσματα αραβοσίτου ( διάκριση 23.02 A I ) το ανίσχυρο που ανα γνωρίστηκε με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 . Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο , σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι σπόροι — ή τα θραύσματα — αραβοσίτου δεν είναι απλώς υπολείμματα αλλά αποτελούν υποπροϊόν του αραβοσίτου , να υποβάλει εκ νέου ερώτημα στο Δικαστήριο .
14 Επομένως , στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι οι διατάξεις του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής είναι ανίσχυρες κατά το μέτρο που καθορίζουν τα νομισματικά αντισταθμιστικά ποσά που εφαρμόζονται κατά την εξαγωγή αλευρόκολλας ( δασμολογική κλάση 23.03 ), καθώς και προϊόντων που εμπίπτουν στις κλάσεις 11.08 A I , 17.02 B I α , 17.02 B I β , 17.02 B II α , 17.02 B II β , 17.02-23 , 17.02-28.0 , 17.02-28.1 , 35.05 A , 29.04-77.001 .
Επί του δευτέρου , τρίτου και τετάρτου ερωτήματος
15 Με τα ερωτήματα αυτά , το εθνικό δικαστήριο ζητεί ουσιαστικά από το Δικαστήριο να διευκρινίσει τα όρια και τις συνέπειες του ανισχύρου του κανονισμού 652/76 , το οποίο αναγνωρίστηκε με την ανωτέρω απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 , ενόψει , ειδικότερα , του σημείου 3 του διατακτικού της απόφασης αυτής .
16 Υπενθυμίζει , καταρχάς , σχετικά ότι το Δικαστήριο έχει ήδη δεχτεί με την απόφασή του της 13ης Μα ΐου 1981 ( International Chemical Corporation , 66/80 , Συλλογή σ . 1191 ) ότι απόφαση του Δικαστηρίου που αναγνωρίζει , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης , το ανίσχυρο πράξεως ενός οργάνου , ειδικότερα δε κανονισμού του Συμβουλίου ή της Επιτροπής , αν και απευθύνεται ευθέως μόνο στο δικαστή που υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο , αποτελεί επαρκή λόγο και για κάθε άλλο δικαστή να θεωρήσει την εν λόγω πράξη ανίσχυρη καθόσον είναι τούτο αναγκαίο για την απόφαση που πρέπει να εκδώσει .
17 Δεύτερον , πρέπει να τονιστεί ότι η δυνατότητα που έχει το Δικαστήριο να περιορίζει διαχρονικά τα αποτελέσματα της αναγνώρισης του ανισχύρου κανονιστικής πράξεως , στο πλαίσιο εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων που προβλέπεται από την παράγραφο 1 , στοιχείο β ), του άρθρου 177 , στηρίζεται στην ερμηνεία του άρθρου 174 της Συνθήκης καθόσον αφορά την απαραίτητη συνοχή μεταξύ αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και προσφυγής ακυρώσεως που θεσπίζεται από τα άρθρα 173 , 174 και 176 της Συνθήκης , οι οποίες αποτελούν δύο τρόπους εφαρμογής του ελέγχου της νομιμότητας που προβλέπει η Συνθήκη . H δυνατότητα διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων του ανισχύρου ενός κοινοτικού κανονισμού , είτε στο πλαίσιο του άρθρου 173 είτε στο πλαίσιο του άρθρου 177 , αποτελεί αρμοδιότητα η οποία έχει επιφυλαχθεί υπέρ του Δικαστηρίου από τη Συνθήκη , χάρη της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου σ’ ολόκληρη την Κοινότητα . Στη συγκεκριμένη περίπτωση της απόφασης της 15ης Οκτωβρίου 1980 , στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο , η προσφυγή στη δυνατότητα που προβλέπει το άρθρο 174 , δεύτερη παράγραφος , βασί ζεται σε σκέψεις που αφορούν την ανάγκη υπάρξεως ασφάλειας δικαίου και οι οποίες εκτίθενται εκτενέστερα στην παράγραφο 52 του σκεπτικού της εν λόγω απόφασης .
18 Διευκρινίζεται σχετικά ότι , όταν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους , το άρθρο 174 , δεύτερη παράγραφος , επιφυλάσσει υπέρ του Δικαστηρίου εξουσία εκτιμήσεως ώστε να καθορίζει συγκεκριμένα , κατά περίπτωση , τα αποτελέσματα της κανονιστικής πράξεως που κηρύσσεται άκυρη , τα οποία πρέπει να διατηρηθούν . Κατά συνέπεια , στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κάνει χρήση της δυνατότητας που έχει να περιορίζει στο παρελθόν το αποτέλεσμα της αναγνώρισης του ανισχύρου μέσα στο πλαίσιο του άρθρου 177 , σ’ αυτό εναπόκειται να καθορίσει αν μπορεί να προβλεφθεί , είτε υπέρ του διαδίκου που εισήγαγε την υπόθεση ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου είτε υπέρ οποιουδήποτε άλλου επιχειρηματία που είχε ενδεχομένως ενεργήσει κατ’ ανάλογο τρόπο πριν από την αναγνώριση του ανισχύρου , εξαίρεση από το διαχρονικό αυτό περιορισμό του αποτελέσματος , ο οποίος προβλέπεται στην απόφαση του Δικαστηρίου , ή αν , αντιθέτως , η αναγνώριση του ανισχύρου το οποίο παράγει αποτελέσματα μόνο για το μέλλον αποτελεί πρόσφορο μέτρο ακόμα και για τους επιχειρηματίες που είχαν την πρωτοβουλία να λάβουν εγκαίρως μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους .
19 Το ερώτημα πάντως αυτό , που αφορά τον προσδιορισμό της έκτασης εφαρμογής της απόφασης της 15ης Οκτωβρίου 1980 , στερείται ενδιαφέροντος στην υπό κρίση υπόθεση , η οποία εισήχθη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου στις 30 Δεκεμβρίου 1981 , δηλαδή μετά την αναγνώριση του ανισχύρου των διατάξεων που αναφέρονται στο πρώτο ερώτημα .
20 Συνεπώς , στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο προσήκει η απάντηση ότι πρέπει να γίνει δεκτό , όπως ήδη έκρινε το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1980 , ότι η αναγνώριση του ανισχύρου των διατάξεων του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής , της 24ης Μαρτίου 1976 , δεν επιτρέπει να τεθεί πάλι υπό αμφισβήτηση η είσπραξη ή η καταβολή νομισματικών αντισταθμιστικών ποσών , στις οποίες προέβησαν οι εθνικές αρχές βάσει των διατάξεων αυτών , για το χρόνο πριν από την απόφαση που αναγνώρισε το ανίσχυρο .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε , με απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983 , το Tribunal d’instance του Παρισιού ( 1ου Διοικητικού Διαμερίσματος ), αποφαίνεται ότι :
1 ) Οι διατάξεις του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής είναι ανίσχυρες κατά το μέτρο που καθορίζουν τα νομισματικά αντισταθμιστικά ποσά που εφαρμόζονται κατά την εξαγωγή αλευρόκολλας ( δασμολογική κλάση 23.03 ) καθώς και προϊόντων που εμπίπτουν στις κλάσεις 11.08 A I , 17.02 B I α , 17.02 B I β , 17.02 B II α , 17.02 B II β , 17.02-23 , 17.02-28.0 , 17.02-28.1 , 35.05 A , 29.04-77.001 .
2 ) H αναγνώριση του ανισχύρου των διατάξεων του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής , της 24ης Μαρτίου 1976 , δεν επιτρέπει να τεθεί πάλι υπό αμφισβήτηση η είσπραξη ή η καταβολή νομισματικών αντισταθμιστικών ποσών , στις οποίες προέβησαν οι εθνικές αρχές βάσει των διατάξεων αυτών , για το χρόνο πριν από την απόφαση που αναγνώρισε το ανίσχυρο .
Full & Egal Universal Law Academy