Στην υπόθεση 114/83,
Société coopérative agricole «Société d'initiatives et de coopération agricoles», Kerisnel en Saint-Pol-de-Léon,
και
SOCIÉTÉ D'INTÉRÊT COLLECTIF AGRICOLE «SOCIÉTÉ INTERPROFESSIONNELLE DES PRODUCTEURS ET EXPÉDITEURS DE FRUITS, LÉGUMES, BULBES ET FLEURS D'ILLE-ET-VILAINE»,
εκπροσωπούμενες από τον Dominique Schmidt, δικηγόρο Στρασβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guy Harles, δικηγόρο, Centre Louvigny, 34 Β IV, rue Philippe-Il,
ενάγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον François Lamoureux, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Oreste Montako, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ με την οποία ζητείται η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγουσες λόγω του ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 46 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ, των άρθρων 130 και 131 της πράξης προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, των κανονισμών του Συμβουλίου 17/62 και 26/62 για να σταματήσουν οι ελληνικές εξαγωγές γεωμήλων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, και G. Bosco, δικαστή,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Όπως ισχυρίζονται οι ενάγουσες ήδη το 1981 και το 1982, οι πωλήσεις με ζημία πρώιμων γεωμήλων ελληνικής καταγωγής προκάλεσε διαταραχές στις αγορές του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Οι ενάγουσες, θεωρώντας ότι και για την περίοδο εμπορίας 1983 οι έλληνες εξαγωγείς επρόκειτο να ασκήσουν πρακτική ντάμπινγκ στις κοινοτικές αγορές, ζήτησαν στις 5 Απριλίου 1983 από την Επιτροπή «να λάβει πράγματι τα αναγκαία και αποτελεσματικά μέτρα για να αποφευχθεί απολύτως η ανανέωση πρακτικών οι οποίες εισάγουν διακρίσεις και που καταγγέλθηκαν το 1981 και το 1982».
Με τηλετύπημα της 22ας Απριλίου 1983, η Επιτροπή απάντησε ότι οι υπηρεσίες της μελετούσαν προσεκτικά το πρόβλημα και ότι δεν θα παρέλειπαν να δώσουν στο πρόβλημα αυτό τη συνέχεια που έπρεπε.
Στις 2 Ιουνίου 1983, οι ενάγουσες γνωστοποίησαν στην Επιτροπή ότι οι τιμές πρώιμων γεωμήλων στη γερμανική, βρετανική και γαλλική αγορά κατέρρεαν κατόπιν των εισαγωγών του ελληνικού προϊόντος το οποίο, κατά τη γνώμη τους είχε επιχορηγηθεί από την ελληνική κυβέρνηση. Την ίδια ημέρα, η γαλλική κυβέρνηση διατύπωσε την ευχή να λάβει η Επιτροπή, το συντομότερο δυνατό, τα αναγκαία μέτρα ώστε να αντιμετωπιστεί η κατάσταση αυτή.
Στις 9 Ιουνίου 1983, η γαλλική κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή να εφαρμόσει τη ρήτρα διασφάλισης έναντι των πρώιμων γεωμήλων ελληνικής προέλευσης.
Ανάλογη αίτηση υπέβαλε και η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στις 20 Ιουνίου 1983. Η Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια στις αιτήσεις αυτές. Στις 20 Ιουνίου 1983, οι ενάγουσες άσκησαν προσφυγή/αγωγή βασιζόμενη συγχρόνως στο άρθρο 175 και στο άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που υποβλήθηκε την 1η Ιουλίου 1983, απορρίφθηκε από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου με διάταξη της 12ης Ιουλίου 1983.
Με την απάντηση τους, που κατατέθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1983, οι ενάγουσες δήλωσαν ότι παραιτούνται από την προσφυγή τους κατά το μέτρο που βασιζόταν στο άρθρο 170 της Συνθήκης (προσφυγή λόγω παραλείψεως) και περιορίζουν τα αιτήματα τους στην ευθύνη της Κοινότητας, βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, για παράνομη παράλειψη της Επιτροπής και παραβίαση της αρχής της ισότητας.
Το Δικαστήριο, με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 1983, απέρριψε την αίτηση του Groupement des associations agricoles pour l'organisation de la production et de la commercialisation des pommes de terre et légumes de la région malouine (Ομοσπονδία Γεωργικών Ενώσεων για την οργάνωση της παραγωγής και της εμπορίας γεωμήλων και οπωροκηπευτικών της περιοχής του Saint-Malo) (GAARM) και 24 άλλων επαγγελματικών ενώσεων, με την οποία ζήτησαν να ασκήσουν κύρια παρέμβαση στην παρούσα υπόθεση.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Πάντως, κάλεσε τους διαδίκους να του προσκομίσουν, πριν από τις 15 Φεβρουαρίου 1984, ορισμένα έγγραφα και πληροφορίες. Το Δικαστήριο αποφάσισε επίσης, με διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 1984, να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρώτο τμήμα.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Οι ενάγουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει και αποφασίσει ότι, παραλείποντας να λάβει απόφαση επί της από 5 Απριλίου 1983 αίτησης των εναγουσών, επικουρικώς δε επί της από 2 Ιουνίου 1983 επαναληπτικής αίτησης των ιδίων, και παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να παύσει η παράνομη πρακτική που είχε καταγγελθεί, η Επιτροπή παρέβη τη Συνθήκη της 25ης Μαρτίου 1957 και τις κανονιστικές διατάξεις εφαρμογής της·
—
να κρίνει και αποφασίσει ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης της Ρώμης, η Κοινότητα υπέχει ευθύνη έναντι των εναγουσών λόγω της υπαιτίου παράλειψης της· Επιτροπής·
—
να υποχρεώσει την Κοινότητα να καταβάλει στις ενάγουσες, ως προσωρινή αποζημίωση, το ποσό των 500000 φράγκων·
—
να διορίσει, κατά την κρίση του, πραγματογνώμονα προκειμένου να υπολογίσει, κατόπιν συλλογής όλων των αναγκαίων στοιχείων, τη λογιστική, εμπορική και οικονομική ζημία που υπέστησαν οι ενάγουσες·
—
να επιφυλάξει στις ενάγουσες το δικαίωμα να καθορίσουν οριστικά το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούνται μετά την υποβολή της έκθεσης του πραγματογνώμονα·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών και λοιπόν εξόδων.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη και, επικουρικώς, ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει τις ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
Η Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο της αγωγής λόγω του ότι, τουλάχιστον μια από τις ενάγουσες η Société interprofessionnelle des producteurs et expéditeurs de fruits, légumes, bulbes et fleurs d'Ille-et-Vilaine, δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς. H εταιρεία αυτή δεν φαίνεται ότι έχει την ιδιότητα του παραγωγού, αλλά έχει ως αποστολή την υπεράσπιση των γενικών συμφερόντων επαγγελματικών κατηγοριών η οποία βαίνει πέρα από το στενό κύκλο των παραγωγών γεωμήλων.
Όσον αφορά επίσης την Société d'initiatives et de coopération agricoles του Kerisnel, η Επιτροπή παρατηρεί ότι χρειάζεται να εξακριβωθεί αν αυτή αποτελεί πράγματι παραγωγικό συνεταιρισμό.
Οι ενάγουσες αντιτάσσουν ότι, όπως προκύπτει από τα καταστατικά τους, έχουν ως μέλη τους παραγωγούς γεωμήλων και ασχολούνται ρητά με την εμπορία λαχανικών, η μία απευθείας η δε άλλη με ανάθεση σε διαχειριστές. Επομένως, νομιμοποιούνται πλήρως στο να ασκήσουν τις αγωγές τους.
Επί της ουσίας
Οι ενάγουσες προσπαθούν να αποδείξουν, χρησιμοποιώντας πολλά αριθμητικά στοιχεία, ότι οι ελληνικές εξαγωγές γεωμήλων κατά την περίοδο εμπορίας 1983 επιχορηγήθηκαν από το ελληνικό κράτος και ότι οι εξαγωγές, που διενεργήθηκαν σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, προκάλεσαν σοβαρή κρίση στις αγορές της Γαλλίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ισχυρίζονται ότι οι ενισχύσεις που χορηγεί η Ελλάδα στους εξαγωγείς της είναι αντίθετες τόσο προς τη Συνθήκη της Ρώμης και τις διατάξεις εφαρμογής της όσο και προς την πράξη προσχωρήσεως της Ελλάδας, καθόσον οι ενισχύσεις αυτές εισάγουν σοβαρή διάκριση μεταξύ παραγωγών της Κοινότητας, επηρεάζουν ανταγωνιστικά την παρόμοια παραγωγή άλλου κράτους μέλους, νοθεύουν τον ανταγωνισμό ευνοώντας τους έλληνες εξαγωγείς στην αγγλική, γερμανική και γαλλική αγορά και τέλος, εφόσον αυξήθηκαν από το 1981 μέχρι το 1983, αντί να μειωθούν, παραβιάζουν την αρχή της προοδευτικής μείωσης που θεσπίζεται με το άρθρο 69 της πράξης προσχωρήσεως.
Κατά τη γνώμη των εναγουσών, καίτοι γνώριζε καλώς τις παραβιάσεις αυτές, η Επιτροπή κακώς παρέλειψε να παρέμβει, μολονότι είχε στη διάθεση της μέσα για να εφαρμόσει τη Συνθήκη της Ρώμης και την πράξη προσχωρήσεως.
Μεταξύ των μέσων αυτών, οι ενάγουσες απαριθμούν:
—
τη λήψη μέτρων διασφάλισης κατά την έννοια του άρθρου 130 της πράξης προσχωρήσεως. Σχετικά, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη λήψη μέτρων διασφάλισης συνέτρεχαν: ο όγκος των ελληνικών εισαγωγών ήταν πολύ μεγάλος και αντιπροσώπευε στη Μεγάλη Βρετανία, κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου 1983, 25 μέχρι 35% των συνολικών βρετανικών εισαγωγών πρώιμων γεωμήλων οι τιμές του ελληνικού προϊόντος ήταν κατώτερες από τις τιμές των προϊόντων ίδιας ποιότητας των άλλων κρατών μελών η διάταξη των αγορών προκλήθηκε από τις εισαγωγές αυτές όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι, για παράδειγμα στην αγορά του Λονδίνου οι τιμές παρέμειναν σταθερές μέχρι την πρώτη βδομάδα του μηνός Ιουνίου, παρά την ύπαρξη μεγάλων αποθεμάτων γεωμήλων παλαιάς εσοδείας, και ότι οι τιμές αυτές κατέρρευσαν, κατά τη γνώμη των εναγουσών, μετά την άφιξη μεγάλων ποσοτήτων πρώιμων ελληνικών γεωμήλων·
—
τις συστάσεις που απευθύνονται, δυνάμει του άρθρου 131 της ίδιας πράξης, στον μετερχόμενο πρακτική ντάμπινγκ «για τον τερματισμό της πρακτικής αυτής»·
—
τη θέσπιση μέτρων κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 17/62, εφόσον η Επιτροπή μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διαπιστώσει αν διαπράχθηκε παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού·
—
την εξουσία να διαπιστώνει, ακόμα και αυτεπαγγέλτως, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3; του κανονισμού 26/62, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και στην εμπορία γεωργικών προϊόντων, αν ορισμένες συμφωνίες, αποφάσεις και πρα-τικές αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, δυνάμει της παραγράφου 1 του ίδιου αυτού κανονισμού·
—
τη λήψη αποφάσεων κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ για να υποχρεώσει το κράτος μέλος να καταργήσει ή να τροποποιήσει ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά
—
τη λήψη αποφάσεων κατά την έννοια του άρθρου 46 της Συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου να αποκαταστήσει τον ανταγωνισμό ο οποίος θίγεται από «την εθνική οργάνωση αγοράς» προϊόντος σε ένα κράτος μέλος.
Η διαδικασία λόγω παράβασης που κινήθηκε βάσει του άρθρου 169 κατά της Ελλάδας λόγω του ότι παρέλειψε να κοινοποιήσει τις ενισχύσεις δεν μπορεί να μεταβάλει σε τίποτε το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν χρησιμοποίησε τα μέσα που είχε στη διάθεση της. Πράγματι, η διαδικασία αυτή κινήθηκε στις 4 Ιουλίου 1983, ενώ η ύπαρξη των ελληνικών ενισχύσεων είχε ήδη καταγγελθεί το 1981 και το 1982 και η προσοχή της Επιτροπής είχε ήδη επιστηθεί από τις 5 Απριλίου 1983 για τη δυνατότητα οι ενισχύσεις αυτές να χορηγηθούν εκ νέου για την περίοδο 1983 και είχε πληροφορηθεί το αργότερο στις 2 Ιουνίου 1983 για την πραγματική εφαρμογή τους.
Η μη παρέμβαση της Επιτροπής επέτρεψε τη δημιουργία και τη διατήρηση ανισορροπίας στην ανταγωνιστική ικανότητα των εναγουσών στη γαλλική, αγγλική και γερμανική αγορά πρώιμων γεωμήλων. Με την αδράνεια της, η Επιτροπή παρέβη επομένως το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ, που της επιβάλλει να μεριμνά για την εφαρμογή της συνθήκης αυτής, και παραβίασε κατάφωρα την υπέρτερη αρχή της ισότητας, πράγμα που καθιστά ιδιαίτερα σοβαρή την αθέμιτη συμπεριφορά της.
Επομένως, οι ενάγουσες δικαιούνται να προβάλλουν την ευθύνη της Κοινότητας βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ., λόγω της παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής που συνίσταται σε υπαίτια και σκόπιμη παράλειψη.
Έχει αποδειχτεί ότι τα ελληνικά γεώμηλα που προσφέρθηκαν σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές χάρη στις κρατικές επιχορηγήσεις προκάλεσαν την κατάρρευση των τιμών στην αγγλική, γερμανική και γαλλική αγορά και ότι η κατάρρευση αυτή ανάγκασε τις ενάγουσες είτε να πωλούν επί ζημία είτε να παραιτηθούν από τις εξαγωγές τους. Δεδομένου ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορούσε να έχει αποφευχθεί αν η Επιτροπή είχε μεριμνήσει για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ και της πράξης προσχωρήσεως, έπεται ότι η Κοινότητα υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγουσες. Το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο οι γάλλοι παραγωγοί μπορούσαν να περιορίσουν τις ζημίες διατηρώντας τα πρώιμα γεώμηλα στη γη, για να τις διαθέσουν εν συνεχεία στο εμπόριο ως διατηρημένα γεώμηλα, στερείται ερείσματος. Πράγματι, δεν μπορεί λογικά να απαιτείται από τους γάλλους παραγωγούς να αποσυρθούν από την πολύ επικερδή αγορά πρώιμων γεωμήλων για να καλυφθεί από τις επιδοτούμενες ελληνικές εισαγωγές.
Οι ενάγουσες σκοπεύουν να συμπληρώσουν αργότερα τη δικογραφία, η καθεμιά καθόσον την αφορά, με έγγραφα που να πιστοποιούν την ατομική τους ζημία στο σύνολο των ζημιών που υπέστησαν οι γάλλοι παραγωγοί.
Η Επιτροπή απαντά στα επιχειρήματα που πρόβαλαν οι ενάγουσες ισχυριζόμενη ότι:
α)
δεν είχε καμιά υποχρέωση να λάβει μέτρα βάσει των διατάξεων που αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής·
6)
ακόμη και αν υποτεθεί ότι παρέβη τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, δεν πρόκειται για παράβαση υπέρτερων κανόνων δικαίου που προστατεύουν τους πολίτες·
γ)
η ύπαρξη της ζημίας δεν αποδείχτηκε και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει καμιά σχέση αιτίου και αιτιατού μεταξύ της φερομένης παράβασης και της ζημίας.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η Επιτροπή εξετάζει λεπτομερειακά τις διατάξεις που ανέφεραν οι ενάγουσες.
Σχετικά με τη μη εφαρμογή της ρήτρας διασφάλισης που προβλέπει το άρθρο 130 της πράξης προσχωρήσεως, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπήρχε «σοβαρή διατάραξη» της αγοράς που μπορούσε να δικαιολογήσει είτε τη θέσπιση εξισωτικής εισφοράς είτε την αναστολή των επίδικων εξαγωγών.
Η Επιτροπή προβάλλει ιδίως ότι:
—
τα πρώιμα ελληνικά γεώμηλα δεν αντιπροσωπεύουν παρά 5 % περίπου των συνολικών εισαγωγών που πραγματοποίησαν τα κράτη μέλη της Κοινότητας και 10 % των ενδοκοινοτικών εμπορικών ανταλλαγών·
—
οι τιμές του ελληνικού προϊόντος δεν είναι γενικά κατώτερες από τις τιμές των προϊόντων της ίδιας ποιότητας των άλλων κρατών μελών·
—
το 1983 τα αποθέματα γεωμήλων παλαιάς εσοδείας ήταν ακόμη άφθονα μέχρι και το τέλος Ιουνίου και ότι η πολύ κατώτερη τιμή των γεωμήλων αυτών από την τιμή των πρώιμων γεωμήλων και το μάλλον ψυχρό κλίμα ενεθάρρυναν την κατανάλωση τους εις βάρος των τελευταίων, των οποίων η τιμή έπεσε.
Η Επιτροπή συμπεραίνει από αυτό ότι η κατάσταση της αγοράς, δεδομένων των περιορισμένων ποσοτήτων για τις οποίες γίνεται λόγος, δεν την υποχρέωνε να λάβει μέτρο τόσο εξαιρετικό όπως είναι η διακοπή ή η επιβάρυνση με εισφορά των εισαγωγών ελληνικής προέλευσης.
Όσον αφορά το άρθρο 131 της πράξης προσχωρήσεως, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν έχει εφαρμογή στα πρώιμα γεώμηλα, αλλά μπορεί να γίνει επίκληση του μόνο για τα προϊόντα για τα οποία η πράξη προσχωρήσεως προβλέπει μεταβατικά μέτρα ή μέτρα παρέκκλισης από τη Συνθήκη ΕΟΚ, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση των εν λόγω προϊόντων.
Το άρθρο 3 του κανονισμού 17/62 δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να θέσει τέρμα στη διαπιστωθείσα παράβαση- εξάλλου, οι ενάγουσες ουδέποτε υπέβαλαν στην Επιτροπή αίτηση βάσει του άρθρου αυτού. 'Οσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 26/62, η Επιτροπή θεωρεί ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο σε λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου 2 του ίδιου αυτού άρθρου, το οποίο αφορά μόνο τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, στην παραγωγή και στην εμπορία των γεωργικών προϊόντων. Επομένως, από τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να συναχθεί καμιά υποχρέωση της Επιτροπής να θέσει τέρμα στις καταγγελθείσες πρακτικές.
Όσον αφορά το άρθρο 93, παράγραφος 2, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο προαναφερόμενος κανονισμός 26/62, δεν προβλέπει εφαρμογή της διάταξης αυτής στον τομέα της γεωργίας. Εξάλλου, έστω και αν υποτεθεί ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή τουλάχιστον στα προϊόντα που δεν καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγορών, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, με διάταξη της 11ης Ιουλίου 1979 στην υπόθεση 59/79 το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη προσφυγή λόγω παράλειψης στρεφόμενη κατά της Επιτροπής, επειδή θεώρησε ότι μια ενίσχυση συμβιβαζόταν με το άρθρο 92.
Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι, από το τέλος της μεταβατικής περιόδου, η εφαρμογή του άρθρου 46 προσκρούει στη νομολογία του Δικαστηρίου, κυρίως στην απόφαση της 28ης Απριλίου 1978 (συνεκδικασθείσες υποθέσεις 80 και 81/77, Ramel, Recueil 1978, σ. 946). Εξάλλου, έστω και αν υποτεθεί ότι η διάταξη αυτή έχει ακόμα εφαρμογή, οι ενάγουσες δεν απέδειξαν ότι τα ελληνικά προϊόντα αποτελούν «αντικείμενο εθνικής οργανώσεως αγοράς ή εσωτερικής ρυθμίσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος που επηρεάζει την ανταγωνιστική θέση ομοειδούς παραγωγής σε άλλο κράτος μέλος».
Επί του δεύτερου σημείου, η Επιτροπή υπενθυμίζει, για κάθε ενδεχόμενο, την ευρεία εξουσία εκτίμησης που το Δικαστήριο της αναγνώρισε, ιδίως, για την εφαρμογή του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο είναι ισοδύναμο προς το άρθρο 130 της πράξης προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η άσκηση της εξουσίας αυτής δεν δημιουργεί ευθύνη για την Κοινότητα παρά μόνο σε περίπτωση κατάφωρης παραβίασης υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Κατά την Επιτροπή όμως, οι ενάγουσες δεν επικαλέστηκαν την παραβίαση καμιάς γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου ούτε απέδειξαν ότι η υποτιθέμενη παραβίαση απορρέει από πραγματική ή προφανή πλάνη της Επιτροπής.
Τέλος, η Επιτροπή αμφισβητεί την ύπαρξη της ζημίας, διότι οι διακυμάνσεις που παρατηρήθηκαν στις τιμές το 1983 δεν έχουν τίποτε, κατά τη γνώμη της, το εξαιρετικό. Οι διακυμάνσεις αυτές είναι στοιχείο το οποίο οι παραγωγοί ενός προϊόντος τόσο ευαίσθητου στη συγκυρία, κυρίως στις κλιματολογικές συνθήκες, πρέπει να περιλάβουν στις προβλέψεις τους ελλείψει κοινής οργάνωσης αγοράς. Η Επιτροπή δεν μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα των τιμών στην αγορά πρώιμων γεωμήλων και, επομένως, δεν υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που προκύπτει από την απώλεια υπολογιζόμενου κέρδους και, γενικά, από την εμπορική αβεβαιότητα.
Κατά την Επιτροπή, η ζημία δεν εμφανίζει κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό και εξάλλου δεν φαίνεται ότι είναι άμεση καθόσον οι ενάγουσες συνέβαλαν στη δημιουργία της προβαίνοντας στην άμεση εκρίζωση των πρώιμων γεωμήλων αντί να τις διαθέσουν στο εμπόριο αργότερα ως διατηρημένα γεώμηλα.
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν αποδείχτηκε καθόλου ότι οι τιμές των ελληνικών προϊόντων είχαν ως αποτέλεσμα την πτώση των τιμών στις κυριότερες αγορές προορισμού και ότι η πραγματική αιτία της κρίσης συνίσταται στα σημαντικά αποθέματα διατηρημένων γεωμήλων και στη μεγάλη προσφορά γεωμήλων διαφορετικής προέλευσης κατά τον Ιούλιο 1983.
IV — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι ανάπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 1984.
Ο γενικός εισαγγελέας ανάπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 12ης Απριλίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Ιουνίου 1983, η «Société d'initiatives et de coopération agricoles», Kerisnel en Saint-Pol-de-Léon, και η «Société interprofessionnelle des producteurs et expéditeurs de fruits, légumes, bulbes et fleurs d'Ille-et-Vilaine», Saint-Meloir-des-Ondes, άσκησαν αγωγή με την οποία ζητούν να τους καταβληθεί αποζημίωση 6άσει του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Οι ενάγουσες ζητούν αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω του ότι η Επιτροπή παρέλειψε, κακώς κατ' αυτές, να λάβει τα αναγκαία μέτρα είτε για να σταματήσουν οι εισαγωγές πρώιμων ελληνικών γεωμήλων στη γερμανική, βρετανική και γαλλική αγορά είτε για να υποχρεώσει την ελληνική κυβέρνηση να αποστείλει τις ενισχύσεις που χορηγούσε λόγω εξαγωγής πρώιμων γεωμήλων. Η απραξία της Επιτροπής προκάλεσε την κατάρρευση των τιμών στις προαναφερθείσες αγορές, λόγω των μεγάλων ποσοτήτων πρώιμων ελληνικών γεωμήλων που εισήχθησαν στις αγορές αυτές, και επομένως, προκάλεσε σοβαρή ζημία στις ενδιαφερόμενες, οι οποίες δεν κατόρθωσαν πλέον να διαθέσουν τα γαλλικά γεώμηλα στις εν λόγω αγορές και υποχρεώθηκαν να τις καταστρέψουν.
3
Η Επιτροπή προέβαλε κατά της αγωγής αυτής ένσταση απαραδέκτου λόγω του ότι οι ενάγουσες επικαλούνται στην πραγματικότητα συλλογικό δικαίωμα προς αποκατάσταση ζημίας που αφορά τα προσωπικά περιουσιακά συμφέροντα των συνεργαζόμενων παραγωγών, ενώ η νομολογία του Δικαστηρίου δεν δέχεται την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού (απόφαση της 18. 3. 1975, Union syndicale κατά Συμβουλίου, 72/74, Recueil, σ. 401).
4
Από τα αιτήματα των εναγουσών δεν προκύπτει εντούτοις ότι άσκησαν την αγωγή υπό την ιδιότητα παραγωγών ούτε και είναι δυνατό να συναχθεί η ιδιότητα αυτή από τα καταστατικά τους, που επισύναψαν στη δικογραφία. Εξάλλου, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, διευκρίνισαν ότι είναι ενώσεις παραγωγών που αποκτούν την κυριότητα των εισφερομένων από τους παραγωγούς προϊόντων και που πωλούν τα εν λόγω προϊόντα στις χονδρικές αγορές.
5
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το δικαίωμα των εναγουσών να εγείρουν αγωγή αποζημίωση, κατά το μέτρο που η ασκηθείσα αγωγή βασίζεται στη ζημία που υπέστησαν ως έμποροι πρώιμων γεωμήλων.
6
Οι λόγοι που προβάλλουν οι ενάγουσες προς στήριξη της αγωγής τους συνίστανται, πρώτον, στον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή, προ καταστάσεως η οποία χαρακτηρίζεται από μαζικές εισαγωγές πρώιμων ελληνικών γεωμήλων που απολαύουν κρατικής ενίσχυσης κατά την εξαγωγή, παραλείποντας να θεσπίσει μέτρα επιτρέποντα την εξουδετέρωση των αρνητικών συνεπειών της κατάστασης αυτής, παρέβη το κοινοτικό δίκαιο.
7
Κατά τις ενάγουσες, μεταξύ των μέτρων που η Επιτροπή όφειλε να θεσπίσει, περιλαμβάνονται πρώτον τα μέτρα διασφάλισης του άρθρου 130, παράγραφος 2, της πράξης προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Πράγματι, το τρίτο εδάφιο της διάταξης αυτής ορίζει ότι:
«Στον τομέα της γεωργίας, όταν η αγορά κράτους μέλους υφίσταται ή απειλείται να υποστεί σοβαρές διαταραχές λόγω των συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητος υπό την παρούσα της σύνθεση και της Ελλάδος, η Επιτροπή αποφασίζει κατόπιν αιτήσεως εφαρμογής καταλλήλων μέτρων από κράτος μέλος εντός 24 ωρών από τη λήψη της αιτήσεως. Τα κατ' αυτόν τον τρόπο αποφασιζόμενα μέτρα είναι αμέσως εφαρμοστέα και λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερομένων μελών και ιδίως τα προβλήματα μεταφοράς.»
8
Καίτοι οι ενάγουσες εμμένουν στο ότι οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 130 συνέτρεχαν για τις τρεις εθνικές αγορές, δηλαδή τις αγορές της Γερμανίας, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, από το φάκελο προκύπτει ότι μόνο δύο κράτη, ήτοι η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησαν, στις 9 Ιουνίου και στις 20 Ιουνίου 1983 αντιστοίχως, να τους επιτραπεί η λήψη μέτρων διασφάλισης.
9
Η αίτηση που υπέβαλε η γαλλική κυβέρνηση δεν βασιζόταν στις σοβαρές διαταραχές που προέκυπταν από την εισαγωγή ελληνικών γεωμήλων στη Γαλλία, αλλά στις μαζικές πωλήσεις ελληνικών γεωμήλων σε άλλες χώρες, κυρίως στη βρετανική αγορά. Οι πωλήσεις αυτές εκτόπισαν από την εν λόγω αγορά τα γεώμηλα γαλλικής καταγωγής και κατά τον τρόπο αυτό προκάλεσαν τον κορεσμό της γαλλικής αγοράς γεωμήλων, τα οποία δεν μπορούσαν πλέον να διατεθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
10
Ετσι, φαίνεται ότι ο κίνδυνος διαταραχής της γαλλικής αγοράς δεν μπορεί να απομονωθεί από τον κίνδυνο που διέτρεχε η βρετανική αγορά και που προκαλούσε μείωση των αγορών των γαλλικών γεωμήλων. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί το πρόβλημα της ενδεχόμενης εφαρμογής ρητρών διασφάλισης σε σχέση κυρίως με την κατάσταση στη βρετανική αγορά.
11
Σχετικά, τόσο λόγω της ποσότητας όσο και του επιπέδου των τιμών, η Επιτροπή έκρινε ότι τα γεώμηλα ελληνικής προέλευσης δεν προκαλούσαν ούτε απειλούσαν να προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές στη βρετανική αγορά. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι πραγματικοί λόγοι κατάρρευσης των τιμών στη βρετανική αγορά ήταν η ύπαρξη πολύ μεγάλων αποθεμάτων διατηρημένων γεωμήλων αφενός, αφετέρου δε η πολύ μεγάλη προσφορά γεωμήλων διαφόρων προελεύσεων σε πολύ σύντομη χρονική περίοδο. Επομένως, προέχει να εξακριβωθεί αν, 6άσει των στοιχείων που είχε στη διάθεση της στις 20 Ιουνίου 1983, η Επιτροπή δικαιολογημένα απέφυγε να λάβει τα εν λόγω μέτρα.
12
Καταρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, επειδή η παραγωγή διατηρούμενων γεωμήλων ήταν πολύ μεγάλη το φθινόπωρο του 1982, υπήρχαν στην αρχή της περιόδου εμπορίας των πρώιμων γεωμήλων μεγάλες ποσότητες της παλαιάς εσοδείας, όπως απέδειξε το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις στατιστικές του βρετανικού υπουργείου γεωργίας, που προσκόμισε η Επιτροπή, τα εναπομείναντα αποθέματα γεωμήλων παλαιάς εσοδείας ανέρχονταν ακόμη στις 22 Ιουνίου 1983 σε 60000 τόνους περίπου, ενώ στις 22 Ιουνίου 1982 ανέρχονταν μόνο σε 30000 τόνους περίπου.
13
Η ύπαρξη μεγάλων ποσοτήτων γεωμήλων παλαιάς εσοδείας, των οποίων η τιμή ανέρχεται κανονικά στο ένα τρίτο της τιμής των πρώιμων γεωμήλων, ασκεί μεγάλη επίδραση επί των τιμών των τελευταίων. Πράγματι, βάσει των προαναφερθεισών στατιστικών, μπορεί να παρατηρηθεί ότι ήδη στην αρχή της περιόδου εμπορίας 1983, δηλαδή πολύ πριν από την άφιξη του ελληνικού προϊόντος στην αγορά, οι τιμές των πρώιμων γεωμήλων ήταν κατώτερες από τις αρχικές τιμές της περιόδου 1982. Εξάλλου, κάθε χρόνο παρατηρείται μείωση των τιμών στη βρετανική αγορά κατά το μήνα Ιούνιο ως εντελώς φυσική συνέπεια της μεγάλης προσφοράς κατά την περίοδο αυτή γεωμήλων διαφορετικής προέλευσης (Κύπρου, Ελλάδας, Ισπανίας, Γαλλίας, Jersey, Τουρκίας).
14
Με την απόφαση της της 1ης Ιουλίου 1983, με την οποία απέρριψε την αίτηση εφαρμογής μέτρων διασφάλισης που υπέβαλε η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Επιτροπή έκρινε πρώτον ότι:
«η βρετανική αγορά πρώιμων γεωμήλων εφοδιάζεται κατά παράδοση από εισαγωγές προέλευσης ορισμένων τρίτων χωρών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η Κύπρος, η Αίγυπτος και η Ισπανία κατά την παρούσα περίοδο εμπορίας, οι προβλεπόμενες εισαγωγές από την Ελλάδα δεν αντιπροσωπεύουν παρά 10 % περίπου των συνολικών εισαγωγών».
Καίτοι αναγνώρισε ότι η τιμή των ελληνικών προϊόντων ήταν κατώτερη από την τιμή των ανταγωνιστικών προϊόντων, έκρινε εν συνεχεία ότι:
«η διαφορά αυτή, η οποία οφείλεται σε χαρακτηριστικά ποικιλίας και ποιότητας των προϊόντων διαφορετικής προέλευσης, δεν επηρέασε καθόλου την εξέλιξη των τιμών των βρετανικών προϊόντων ούτε εκείνη των κυριότερων τρίτων χωρών προμηθευτών, των οποίων τα επίπεδα διατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια του τελευταίου δεκαημέρου- ειδικότερα, οι τιμές των βρετανικών προϊόντων βρίσκονται σε επίπεδο σαφώς ανώτερο από εκείνο που διαπιστώθηκε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα της περιόδου εμπορίας 1981, η οποία μπορεί να συγκριθεί με την τρέχουσα περίοδο».
15
Ο κρίσεις αυτές στηρίζονται σε πραγματικές διαπιστώσεις που είναι ορθές. Πράγματι, από τις στατιστικές του Potatoes Marketing Board προκύπτει ότι οι ελληνικές εισαγωγές στη βρετανική αγορά ανέρχονταν, κατά την περίοδο μεταξύ 1ης και 11ης Ιουνίου 1983, σε 220 τόνους επί συνόλου 34675 τόνων που διατέθηκαν στην αγορά αυτή και, κατά την περίοδο μεταξύ 11ης και 17ης Ιουνίου, σε 3745 τόνους επί συνόλου 35302 τόνων. Μόνο κατά την εβδομάδα από 18 μέχρι 24 Ιουνίου ανήλθαν στο επίπεδο των 10402 τόνων επί συνόλου 42516 τόνων που διατέθηκαν.
16
Επομένως, ενόψει των αριθμών αυτών, η Επιτροπή ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν η τιμή τους ήταν κατώτερη από την τιμή των ανταγωνιστικών προϊόντων, τα ελληνικά γεώμηλα δεν μπορούσαν, λόγω των μικρών τους ποσοτήτων, να προκαλέσουν γενική πτώση των τιμών κατά την περίοδο που προηγήθηκε της υποβολής της αίτησης για τη λήψη μέτρων διασφάλισης. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί, όπως πράττουν οι ενάγουσες, ότι η αναγγελία άφιξης μεγάλων ποσοτήτων ελληνικών γεωμήλων που προβλεπόταν μετά τις 17 Ιουνίου 1983 επέφερε πτώση των τιμών από τις 7 Ιουνίου 1983.
17
Πρέπει εν συνεχεία να εξεταστεί αν η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να κρίνει ότι οι σημαντικές ποσότητες ελληνικών γεωμήλων που επρόκειτο να εισαχθούν μετά τις 20 Ιουνίου 1983 δεν θα προκαλούσαν σοβαρές διαταραχές της βρετανικής αγοράς.
18
Σχετικά, παρατηρείται ότι, βάσει της κεκτημένης από τα προηγούμενα έτη πείρας, η Επιτροπή μπορούσε να προβλέψει ότι, ακόμη και αν δεν είχαν εισαχθεί 30000 περίπου τόνοι ελληνικών γεωμήλων η ζήτηση στην αγορά, η οποία τον Ιούνιο του 1981 και 1982 είχε σταθεροποιηθεί στις 90000 τόνους περίπου, θα ενεργούσε κατά τρόπο ώστε η θέση τους να καταληφθεί από γεώμηλα διαφορετικής προέλευσης, και ότι η κατάσταση της αγοράς δεν θα μεταβαλόταν αισθητά.
19
Εξάλλου, η Επιτροπή ορθώς μπορούσε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι το 1981, όταν οι τιμές στην αγορά ήταν ακόμη κατώτερες, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θεώρησε ότι βρισκόταν ενώπιον σοβαρής διαταραχής της βρετανικής αγοράς.
20
Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι η προβλεπόμενη πτώση των τιμών δεν θα επι-συνέβαινε «λόγω των συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητος υπό την παρούσα της σύνθεση και της Ελλάδος», σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 130, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της πράξης προσχωρήσεως, και ότι αρνούμενη να επιτρέψει την εφαρμογή μέτρων διασφάλισης, δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής εξουσίας που διαθέτει κατά την εκτίμηση στοιχείων οικονομικού χαρακτήρα.
21
Οι ενάγουσες προβάλλουν επίσης ότι οι ελληνικές εξαγωγές γεωμήλων υπήρξαν αντικείμενο εναρμονισμένων πρακτικών μεταξύ των ελλήνων παραγωγών και των εξαγωγέων κατά παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι η Επιτροπή όφειλε, βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 17/62 του Συμβουλίου, να διαπιστώσει ακόμη και αυτεπαγγέλτως, την παράβαση και να υποχρεώσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να θέσουν τέρμα στην παράβαση αυτή, αφού προέβαινε στη διαπίστωση ότι δεν μπορούσαν να απολαύουν των προϋποθέσεων που προβλέπει ο κανονισμός 26/62 του Συμβουλίου.
22
Πάντως, στην αλληλογραφία τους με την Επιτροπή οι ενάγουσες ουδέποτε απέδειξαν τους ισχυρισμούς τους ως προς την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού με πραγματικά και νομικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη συμφωνιών ασυμβίβαστων προς το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ. Τα επιχειρήματα που ανάπτυξαν και τα έγγραφα που κατέθεσαν στο φάκελο της δικογραφίας οι ενάγουσες στο πλαίσιο της υπό κρίση αγωγής δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί η συμπεριφορά της Επιτροπής, η οποία πρέπει αποκλειστικά να κριθεί ενόψει των πληροφοριών που είχε στη διάθεση της.
23
Εξάλλου, η Επιτροπή διευκρίνισε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι δεν παρέμεινε αδρανής όταν οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι υπήρχαν συμφωνίες αντίθετες προς τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης, αλλά απέστειλε στην Ελλάδα επιθεωρητή, ο οποίος πάντως δεν ανεύρε στοιχεία ως προς την ύπαρξη συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων στον τομέα των πρώιμων γεωμήλων.
24
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε καμιά απόφαση βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 17/62.
25
Η αναφορά στο άρθρο 131 της πράξης προσχωρήσεως, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή έχει εξουσία, «μέχρι τη λήξη της περιόδου εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων που καθορίζονται σε κάθε περίπτωση κατά τους όρους της παρούσης πράξεως», κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερομένου, να απευθύνει συστάσεις στον μετερχόμενο πρακτική ντάμπινγκ για τον τερματισμό της πρακτικής αυτής, δεν είναι αποφασιστική. Πράγματι, αν ληφθεί υπόψη ότι δεν προβλέφθηκε κανένα μεταβατικό μέτρο για τα πρώιμα γεώμηλα, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι συνήθεις κανόνες της Συνθήκης για το προϊόν αυτό εφαρμόζονται.
26
Κατά τις ενάγουσες, η Επιτροπή μπορούσε επίσης να αποφασίσει, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, οτι η Ελλάδα έπρεπε να καταργήσει την ενίσχυση που χορηγούσε στην εξαγωγή γεωμήλων.
27
Χωρίς να χρειάζεται να κριθεί να υφίστατο πραγματικά η ενίσχυση αυτή, αρκεί να υπομνηστεί, σχετικά με το λόγο αυτό, ότι βάσει του άρθρου 42 της Συνθήκης ΕΟΚ, «οι διατάξεις του κεφαλαίου του σχετικού με τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων, παρά μόνο κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο» και ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 26/62 του Συμβουλίου, με το οποίο κηρύχθηκαν εφαρμοστέες στα γεωργικά προϊόντα οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 93, δεν περιλαμβάνει την ίδια πρόβλεψη ως προς το άρθρο 92, με το οποίο απαγορεύονται οι κρατικές ενισχύσεις, ούτε ως προς την παράγραφο 2 του άρθρου 93, που παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να αποφασίζει ότι ένα κράτος οφείλει να καταργήσει ή να τροποποιήσει τις ενισχύσεις αυτές. Εφόσον τα γεώμηλα δεν υπάγονται σε κοινή οργάνωση αγορών, μόνο οι διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 4 έχουν προς το παρόν σχετική εφαρμογή.
28
Τέλος, κατά τις ενάγουσες, η Επιτροπή έχει βάσει του άρθρου 46 της Συνθήκης ΕΟΚ ιδία εξουσία λήψεως αποφάσεων, κυρίως την εξουσία να επιβάλει εξισωτική εισφορά επί των εισαγωγών, προκειμένου να αποκαταστήσει τη θιγείσα ανταγωνιστική ισορροπία λόγω «εθνικής οργανώσεως αγοράς ή εσωτερικής ρυθμίσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος που επηρεάζει την ανταγωνιστική θέση ομοειδούς παραγωγής σε άλλο κράτος μέλος».
29
Ενόψει των προηγούμενων σκέψεων, κυρίως των σκέψεων που αφορούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη λήψη μέτρων διασφάλισης βάσει της πράξης προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ανταγωνιστική ισορροπία κατά την έννοια του άρθρου 46 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν φαίνεται να εθίγη κατά τρόπο που να δικαιολογεί την επιβολή εξισωτικών εισφορών δυνάμει της διάταξης αυτής.
30
Επομένως, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούνταν να λάβει οποιοδήποτε από τα διάφορα μέτρα που οι ενάγουσες της προσάπτουν ότι δεν έλαβε.
31
Η αγωγή πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
32
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, αν υπάρχει σχετικό αίτημα. Επειδή οι ενάγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αγωγή.
2)
Καταδικάζει τις ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα περιλαμβανομένων και των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Mackenzie Stuart
Koopman
Bosco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Ιουλίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
D. Lou termán
Υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmans
Full & Egal Universal Law Academy