Στην υπόθεση 115/83,
Marinus Ooms, υπάλληλος του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ispra, εκπροσωπούμενος από τους Potthast και Rüber, δικηγόρους Κολωνίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο V. Biel, 18 A, rue des Glacis,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Jörn Pipkorn, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης του γραφείου εκκαθάρισης εξόδων της Ispra, την οποία επικύρωσε η Επιτροπή και με την οποία το εν λόγω γραφείο προέβη στην ειδική απόδοση των δαπανών λόγω ασθενείας στις οποίες υποβλήθηκε ο προσφεύγων, βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του άρθρου 8, παράγραφος 2, των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση κανόνων, χωρίς να λάβει υπόψη του τον προβλεπόμενο στο άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης διορθωτικό συντελεστή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοίκησης
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Νομικό πλούσιο της διαφοράς
1. Διατάξεις σχετικά με την ειδική απόδοση των δαπανών λόγω ασθενείας
Το άραρο 72, παράγραφος 1, τον κανονισμοί) υπηρεσιακής κατάστασης ορίζει ότι, βάσει ρύθμισης θεσπιζόμενης με κοινή συμφωνία των οργάνων των Κοινοτήτων, ο υπάλληλος και τα συντηρούμενα από αυτόν πρόσωπα «καλύπτονται κατά των κινδύνων ασθενείας» εντός του ορίου του 80 0/0 των αναληφθέντων εξόδων, ποσοστού που ανέρχεται στο 100 ο/ο σε περίπτωση σοβαρών ασθενειών, τις οποίες προσδιορίζει η εν λόγω διάταξη ή τις οποίες αναγνωρίζει ως τέτοιες η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
Σύμφωνα με το άρθρο 72, παράγραφος 3 :
«Αν τα μη επιστραφέντα έξοδα περιόδου 12 μηνών υπερβαίνουν το ήμισυ του βασικού μηνιαίου μισΰον του υπαλλήλου ή της συντάξεως που καταβάλλεται, χορηγείται ειδική επιστροφή εξόδων από την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του ενδιαφερομένου, βάσει της ρυθμίσεως που προβλέπεται στην ανωτέρω παράγραφο 1...».
Το άραρο 8 των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση κανόνων συμπληρώνει ως εξής τις παραπάνω διατάξεις:
« 1.
Όταν τα αναληφθέντα έξοδα αφορούν περίθαλψη του ασφαλισμένου ή του καλυπτόμενου προσώπου σε χώρα όπου το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης είναι ιδιαίτερα υψηλό και τα μη επιστραφέντα από το καθεστώς έξοδα συνιστούν επαχθή επιβάρυνση για τον ασφαλισμένο, είναι δυνατή η χορήγηση ειδικής απόδοσης με βάση γνώμη του ιατρού-συμβούλου του αρμόδιου γραφείου εκκαθαρίσεως εξόδων, ο οποίος εκτιμά το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης, είτε με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής του οργάνου στο οποίο υπάγεται ο ενδιαφερόμενος, είτε με απόφαση του εν λόγω γραφείου εκκαθαρίσεως εξόδων, εφόσον του το ανέθεσε η εν λόγω αρχή.
2.
Όταν το μη επιστραφέν μέρος των εξόδων ... στα οποία υπεβλήθη ο ασφαλισμένος ... υπερβαίνει σε περίοδο 12 μηνών το ήμισυ του μέσου όρου του βασικού μηνιαίου μισθού της σύνταξης, ή ... της αποζημίωσης που καταβάλλεται κατά την εν λόγω περίοδο, η προβλεπόμενη από το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ειδική απόδοση καθορίζεται ως εξής: τα μη καταβληθέντα πραγματικά έξοδα που υπερβαίνουν το ήμισυ του μέσου όρου του βασικού μηνιαίου μισθού ή της σύνταξης ή της αποζημίωσης επιστρέφονται κατά το ακόλουθο ποσοστό :
—
κατά 90 % όταν πρόκειται για ασφαλισμένο που δεν καλύπτει άλλο πρόσωπο·
—
κατά 100 % στις υπόλοιπες περιπτώσεις.
Για κάθε αίτηση ειδικής απόδοσης εκδίδεται γνώμη του γραφείου εκκαθαρίσεως εξόδων με βάση γενικά κριτήρια που καθορίζει η επιτροπή διαχείρισης μετά από διαβούλευση με το ιατρικό συμβούλιο, όσον αφορά το ενδεχομένως υπερβολικό ύψος των αναληφθέντων εξόδων. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει την απόφαση της ενόψει της γνώμης του γραφείου εκκαθαρίσεως εξόδων.»
2. Διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που αφορούν τις αποδοχές και την εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή
Δυνάμει του άρθρου 62, πράγραφος 3, οι αποδοχές περιλαμβάνουν βασικό μισθό, οικογενειακά επιδόματα και αποζημιώσεις.
Άρθρο 63 :
«Οι αποδοχές του υπαλλήλου εκφράζονται σε βελγικά φράγκα. Καταβάλλονται στο νόμισμα της χώρας, στην οποία ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντα του».
Άρθρο 64:
«Οι αποδοχές του υπαλλήλου που εκφράζονται σε βελγικά φράγκα προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού αναπροσαρμογής ανωτέρου, κατωτέρου ή ίσου προς το 100 %, ανάλογα με τις συνθήκες ζωής στους διαφόρους τόπους τοποθετήσεως, μετά την αφαίρεση των υποχρεωτικών κρατήσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή στους κανονισμούς εφαρμογής του.»
Β — Γένεση και εξέλιξη της διαφοράς
Ο Ooms, ολλανδικής υπηκοότητας, υπάλληλος της Επιτροπής από το 1967, υπηρετεί στην Ispra με το βαθμό Β 2.
Στις 27 Μαΐου 1982, ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε αίτηση βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του άρθρου 8, παράγραφος 2, των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση κανόνων, για ειδική απόδοση, η οποία αφορούσε το χρονικό διάστημα Μαρτίου 1980 μέχρι Φεβρουαρίου 1981· με την αίτηση του ζητούσε, για τον υπολογισμό της ειδικής απόδοσης που ενδεχομένως δικαιούνταν, στον προβλεπόμενο από το άρθρο 72, παράγραφος 3, «βασικό μηνιαίο μισθό» που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό του ύψους της εν λόγω ειδικής απόδοσης, να εφαρμοστεί ο διορθωτικός συντελεστής που ίσχυε κατά το χρονικό εκείνο διάστημα σύμφωνα με το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Με έγγραφο της 11ης Ιουνίου 1982 που απηύθηνε στον Ooms, το γραφείο εκκαθαρίσεως εξόδων της Ispra αρνήθηκε να λάβει υπόψη το διορθωτικό συντελεστή, επειδή το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και οι αντίστοιχοι κανόνες αφορούν αποκλειστικά το «βασικό μισθό» του υπαλλήλου. Ο προσφεύγων έλα6ε το σημείωμα εκκαθάρισης που υπολογίστηκε στις 21 Ιουλίου σύμφωνα με την αναγγελθείσα διαδικασία.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1982, ο Ooms υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που πρωτοκολλήθηκε στην Επιτροπή στις 28 Σεπτεμβρίου ιδίου έτους.
Η επιτροπή διαχείρισης του κοινού καθεστώτος ασφάλισης υγείας στην οποία προσέφυγε για διατύπωση γνώμης η Επιτροπή ενέκρινε, την 1η Δεκεμβρίου 1982, την απόφαση του γραφείου εκκαθαρίσεως εξόδων της Ispra, Συντασσόμενη με την εν λόγω γνώμη, η Επιτροπή γνωστοποίησε με έγγραφο της 9ης Μαρτίου 1983, που κοινοποιήθηκε στον Ooms στις 15 Μαρτίου, ότι απέρριπτε την ένσταση του.
Στις 14 Ιουνίου 1983, ο Ooms άσκησε την παρούσα προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Ιουνίου 1983. Ο προσφεύγων ζήτησε γλώσσα της διαδικασίας να είναι η γερμανική.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να κρίνει παράνομη και να ακυρώσει την απόφαση της καθής που περιέχεται στο έγγραφο του γραφείου εκκαθάρισης εξόδων της Ispra, της 25ης Ιουνίου 1982, σε συνδυασμό με το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών της 21ης Ιουλίου 1982, καθώς και σε συνδυασμό με την απόφαση της 9ης Μαρτίου 1983 επί της ενστάσεως του, κατά το ότι για τον υπολογισμό της ειδικής απόδοσης κατά το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κανόνων, δεν ελήφθη υπόψη ο διορθωτικός συντελεστής·
2.
να αναγνωρίσει ότι ο προσφεύγων δικαιούται ειδική απόδοση, σύμφωνα με το άρθρο 8 των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κανόνων, οπότε στην έννοια του βασικού μισθού πρέπει να εφαρμοστεί ο διορθωτικός συντελεστής του άρθρου 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·
3.
να αναγνωρίσει ότι η καθής έχει την υποχρέωση να διορθώσει το περιεχόμενο του λογαριασμού του προσφεύγοντος σύμφωνα με την απόφαση που πρόκειται να ληφθεί επί του υπό 2 αιτήματος·
4.
να καταδικάσει την καθής να καταβάλει τα καθυστερούμενα με βάση το νέο υπολογισμό·
5.
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η καΰήςζητεί από το Δικαστήριο:;
1.
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
2.
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Ο προσφεύγων προβάλλει δύο λόγους και συγκεκριμένα παράβαση της διάταξης του άρθρου 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του άρθρου 8, παράγραφος 2, των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση κανόνων, καθώς και παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των υπαλλήλων.
Επί τον πρώτον Μγον περί παραβάσεως των διατάξεων τον άρθρον 72, παράγραφος 3, τον κανονισμού νπηρεσιακής κατάστασης και τον άρθρον 8, παράγραφος 2, των σχετικών με την νγειονομική ασφάλιοη κανόνων
Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, παρόλον ότι το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης δεν κάνει ρητή αναφορά στους διορθωτικούς συντελεστές, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η έννοια του «βασικού μηνιαίου μισθού» που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη συνιστά θεωρητικό δεδομένο, το οποίο διορθώνεται στην πράξη για όλους τους υπαλλήλους με την εφαρμογή διορθωτικών συντελεστών. Επ' αυτού, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1978 (Jacquemart, υπόθεση 114/77, Sig. 1978, σ. 1697), το Δικαστήριο δέχτηκε αφενός ότι η μέθοδος της Επιτροπής που συνίσταται στη χρησιμοποίηση διορθωτικού συντελεστή αντί περιοδικής αναπροσαρμογής του πίνακα των βασικών μισθών δεν είναι δυνατό να έχει ως αποτέλεσμα να θίγονται τα χρηματικής φύσης δικαιώματα των υπαλλήλων και αφετέρου ότι ο διορθωτικός συντελεστής δεν συνιστά συμπληρωματικό στοιχείο των αποδοχών, αλλά μέθοδο υπολογισμού και γεωγραφικής στάθμισης του μισθού, λαμβάνοντας υπόψη το πραγματικό κόστος ζωής στον τόπο διορισμού του.
Κατά τον προσφεύγοντα, οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση κανόνων πρέπει να ερμηνεύονται σε συνάρτηση με το στόχο τους.
Υπό την έννοια αυτή, ο προσφεύγων παρατηρεί ότι στο βαθμό που σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις υπάρχει ανώτατο όριο για τις επιστροφές ανάλογα με το φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών, οπότε κατά συνέπεια ο υπάλληλος επιβαρύνεται με το μέρος των εξόδων που δεν καλύπτονται, το αντικείμενο των εν λόγω διατάξεων τείνει να προσδιορίσει το ανώτατο όριο των θυσιών που είναι δυνατό να επιβληθούν στους υπαλλήλους. Ο προσφεύγων θεωρεί ότι το κοινοτικό σύστημα υγειονομικής ασφάλισης συνιστά ασφάλεια για την απώλεια της αγοραστικής δύναμης που συνεπάγονται τα ιατρικά έξοδα και τείνει στο να παραμένουν τα τελευταία περιορισμένα. Επίσης, η επιστροφή των ειδικών εξόδων πρέπει να καθορίζεται με βάση το πραγματικό εισόδημα των υπαλλήλων, δηλαδή το βασικό μισθό διορθωμένο μετά από εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή κατά το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεδομένου ότι ο πραγματικός μισθός που προκύπτει από τον εν λόγω υπολογισμό αντιστοιχεί στο ισχύον κόστος ζωής στον τόπο διορισμού.
Απαντώντας στον ισχυρισμό της Επιτροπής, κατά τον οποίο η επιβάρυνση των υπαλλήλων εξαρτάται όχι από την προσωπική τους κατάσταση αλλά από το ύψος των εξόδων λόγω ασθενείας στα οποία υποβλήθηκαν, ο προσφεύγων παρατηρεί ότι το όριο της επιβαλλόμενης επιβάρυνσης ποικίλλει κατ' άτομο όχι αποκλειστικά με γνώμονα το εν λόγω ποσό, αλλά και ανάλογα με την κλίμακα του υπαλλήλου, εφόσον οι καταβαλλόμενες εισφορές ποικίλλουν στην πραγματικότητα ανάλογα με το μισθό.
Το επιχείρημα της Επιτροπής, κατά το οποίο η άποψη του προσφεύγοντος απαιτεί την καταβολή σημαντικής προσπάθειας εκ μέρους της διοίκησης, δεν είναι ορθό στο βαθμό που ο αριθμός αιτήσεων για ειδική απόδοση είναι μικρός και δεδομένου ότι στους βασικούς μισθούς που καταβάλλονται στον αυτό τόπο υπηρεσίας εφαρμόζεται ο ίδιος διορθωτικός συντελεστής. Σε αντίθεση με όσα βεβαιώνει η Επιτροπή, δεν πρόκειται για συνυπολογισμό του συνόλου της αγοραστικής δύναμης των υπαλλήλων, αλλ' αποκλειστικά του βασικού μισθού, στον οποίο εφαρμόζεται ο διορθωτικός συντελεστής. Επ' αυτού, ο προσφεύγων εξηγεί ότι το επίδομα αποδημίας, καθώς και τα σχολικά επιδόματα έχουν αντισταθμιστικό χαρακτήρα για αναληφθέντα έξοδα και δεν συνιστούν αμοιβή. Το ίδιο ισχύει για τα οικογενειακά επιδόματα, το ύψος των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με μια κοινωνική ομάδα, ενώ η αμοιβή είναι εξατομικευμένη.
Με τον τρόπο αυτό, το επιχείρημα της Επιτροπής, κατά το οποίο το κοινοτικό σύστημα υγειονομικής ασφάλισης το οποίο προβλέπει την καταβολή των εισφορών χωρίς να αναφέρεται στους διορθωτικούς συντελεστές απαιτεί αποκλειστικά τον υπολογισμό του βασικού μισθού στο πλαίσιο του άρθρου 72, παράγραφος 3, του κανο-μισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δεν είναι πρόσφορο· μέσω του μηχανισμού της ειδικής απόδοσης το εν λόγω επιχείρημα οδηγεί απλώς και μόνο σε αύξηση των μεταξύ υπαλλήλων διακρίσεων που δημιουργεί το σύστημα εισφορών.
Στην τελεολογική ερμηνεία των κειμένων, σύμφωνα με τη γνωστή ως μέθοδο της πρακτικής αποτελεσματικότητας που προτείνει ο προσφεύγων, η Επιτροπή αντι-τάσει κατά γράμμα και συστηματική ερμηνεία των διατάξεων που αφορούν το κοινοτικό καθεστώς υγειονομικής ασφάλισης και την ειδική απόδοση χωρίς καμία αναφορά στο καθεστώς της αμοιβής των υπαλλήλων.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ούτε το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ούτε το άρθρο 8, παράγραφος 2, των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση κανόνων προβλέπουν την εφαρμογή των διορθωτικών συντελεστών, δεδομένου ότι και οι δύο αυτές διατάξεις παραπέμπουν αποκλειστικά στην έννοια του «βασικού μηνιαίου μισθού» που ορίζεται για κάθε βαθμό και κλιμάκιο του πίνακα που περιλαμβάνει το άρθρο 66 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η Επιτροπή τονίζει ότι, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, στο ποσό αυτό, όπως έχει, σε καμία περίπτωση δεν εφαρμόζεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης διορθωτικός συντελεστής, ο οποίος αφορά την αμοιβή του υπαλλήλου που κατά το άρθο 62 του κανονισμού περιλαμβάνει όχι μόνον το βασικό μηνιαίο μισθό, αλλ' επίσης και τα οικογενειακά και λοιπά επιδόματα μεταξύ των οποίων και το επίδομα αποδημίας.
Η Επιτροπή εκθέτει ότι το κοινοτικό καθεστώς υγειονομικής ασφάλισης συνδέεται με το βελγικό φράγκο και ισχύει κατά τον αυτό τρόπο ανεξάρτητα από τον τόπο διορισμού του υπαλλήλου. Οι συνεισφορές των οργάνων και των ασφαλισμένων υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 72, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και με το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κοινού καθεστώτος επί ποσοστού του βασικού μισθού που προβλέπει το άρθρο 66 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, εισπράττονται δε χωρίς να ληφθεί υπόψη διορθωτικός συντελεστής. Αυτό προκύπτει ρητά από το άρθρο 64, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το οποίο ορίζει ότι ο διορθωτικός συντελεστής εφαρμόζεται μόνο μετά από την αφαίρεση μεταξύ άλλων των υποχρεωτικών κρατήσεων υπέρ του κοινοτικού καθεστώτος υγειονομικής ασφάλισης από τις εκφραζόμενες σε βελγικά φράγκα αποδοχές.
Σε αντίθεση με το μηχανισμό των διορθωτικών συντελεστών, το κοινοτικό καθεστώς υγειονομικής ασφάλισης έχει ως σκοπό να διασφαλίσει όχι την ισοτιμία της αγοραστικής δύναμης των υπαλλήλων, ενόψει των συνθηκών ζωής τους στους διάφορους τόπους διορισμού, αλλά την απόδοση των εξόδων στα οποία πράγματι υποβλήθηκαν. Επίσης, η χρηματική επιβάρυνση που καλείται να φέρει ο υπάλληλος με τον καθορισμό ανώτατου ορίου των επιστροφών των εξόδων λόγω ασθενείας εξαρτάται αποκλειστικά αλλά και συγχρόνως από το ύψος των αναληφθέντων εξόδων και από το ποσοστό της καταβληθείσης εισφοράς.
Επίσης, οι εν λόγω διατάξεις δεν έχουν ως αντικείμενο να καθορίζουν «όριο επιβάρυνσης» για τους υπαλλήλους, αλλά να συμπληρώσουν με εποικοδομητικό τρόπο το ύψος της απόδοσης των ιατρικών εξόδων τα οποία ανέλαβαν στην πραγματικότητα πέραν των ορίων που απορρέουν από την εφαρμογή των ανώτατων συντελεστών και ανώτατων ορίων που προβλέπουν οι κανόνες σχετικά με την υγειονομική περίθαλψη.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η απόφαση στην υπόθεση Jacquemart (114/77 που προαναφέρθηκε), την οποία επικαλείται ο προσφεύγων, είναι άσχετη με την προκειμένη υπόθεση. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε συγχρόνως τα χρηματικής φύσης δικαιώματα που συνδέονται με την παραίτηση υπαλλήλου και εξαρτώνται από τις αποδοχές του, καθώς και την εφαρμογή του προβλεπόμενου από το άρθρα 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης διορθωτικού συντελεστή, που επιδιώκει τον καθορισμό του επιπέδου των διαφόρων στοιχείων που συνιστούν τις αποδοχές των υπαλλήλων, οι οποίοι είναι διορισμένοι στις προσωρινές έδρες των οργάνων. Αντίθετα, η προκειμένη υπόθεση αφορά την ενδεχόμενη εφαρμογή των γεωγραφικών διορθωτικών συντελεστών που προβλέπει το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, αν, όπως υποστηρίζει ο προφεύγων, με τη ρύθμιση επιδιωκόταν ο καθορισμός ορίου επιβάρυνσης, το κοινοτικό σύστημα υγειονομικής ασφάλισης θα συνυπολόγιζε όχι μόνο το μηνιαίο βασικό μισθό, αλλ' επίσης και το σύνολο των αποδοχών που αντιστοιχούν στην αγοραστική δύναμη του ενδιαφερομένου, γεγονός που θα ερχόταν σε αντίθεση με τις ισχύουσες διατάξεις και μηχανισμούς. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, αν ο κοινοτικός νομοθέτης επιθυμούσε να λάβει υπόψη τους όρους ζωής στον τόπο υπηρεσίας, θα είχε διευθετήσει προς την κατεύθυνση αυτή όλο το σύστημα των ανώτατων συντελεστών και ορίων. Η εφαρμογή όμως των διορθωτικών συντελεστών στα ανώτατα όρια επιστροφής των ιατρικών εξόδων θίγει τους υπαλλήλους της Ispra στο βαθμό που ο εφαρμοστέος σχετικά συντελεστής είναι μικρός ενώ τα ιατρικά έξοδα αυξημένα.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι σε περίπτωση που ένας υπάλληλος, που υπηρετεί σε χώρα με μικρό διορθωτικό συντελεστή, δέχεται ιατρική περίθαλψη σε χώρα όπου το επίπεδο των ιατρικών εξόδων είναι υψηλότερο απ' ότι στον τόπο υπηρεσίας του — επίπεδο στο οποίο Sa προσαρμοζόταν το ανώτατο όριο της επιβάρυνσης σύμφωνα με το σύστημα που υποστηρίζει ο προσφεύγων — 3α κατέβαλε μεγαλύτερο τμήμα εξόδων απ' ό,τι αν δεχόταν ιατρική περίθαλψη στον τόπο υπηρεσίας του. Με τον τρόπο αυτό, η άποψη του προσφεύγοντος οδηγεί σε περιορισμό της ελεύθερης εκλογής του ιατρού.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή στο πλαίσιο του άρθρου 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προϋποθέτει αναθεώρηση του κοινοτικού συστήματος υγειονομικής ασφάλισης και δεν μπορεί να προέρχεται από την ερμηνεία των επίδικων διατάξεων υπό το φως της αρχής της ισότητας.
Επί τον δεύτερον λόγον πον οννίοταται στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των νπαλλήλων
Ο προσφεύγων, ο οποίος παραπέμπει στην απόφαση της 31ης Μαΐου 1979 (υπόθεση 156/78, Newth κατά Επιτροπής, Sig. 1979, σ. 1941) όπου το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την αρχή της ίσης μεταχείρισης των υπαλλήλων, προκειμένου να ερμηνεύσει τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, θεωρεί ότι η αποκλειστική μνεία του βασικού μισθού στο πλαίσιο του άρθρου 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης καταλήγει — με τη μορφή της καδαρής αγοραστικής δύναμης — στη δημιουργία ανισότητας μεταξύ των υπαλλήλων, ανάλογα με τον τόπο υπηρεσίας τους, την οποία ακριβώς επιχειρεί να αποφύγει το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Η διάκριση προέρχεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν χορηγεί τον ίδιο μισθό σε όλους του υπαλλήλους, όσον αφορά την καθαρή αγοραστική δύναμη, δεδομένου ότι το ανώτατο όριο των επιστροφών εφαρμόζεται σε όλους τους υπαλλήλους της Κοινότητας, ενώ τα ποσά που εξακολουθούν να βαρύνουν τους υπαλλήλους ποικίλλουν ανάλογα με τον τόπο υπηρεσίας τους και το πραγματικό κόστος ζωής. Ο προσφεύγων υποστηρίζει επ' αυτού ότι, αν ληφθεί υπόψη ο διορθωτικός συντελεστής που εφαρμόζεται στην Ιταλία, οι υπάλληλοι που εργάζονται στη χώρα αυτή υφίστανται πάντοτε ζημία σε σχέση με τους υπαλλήλους των Βρυξελλών.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης παραβιάζεται ακριβώς επειδή η ειδική απόδοση είναι η ίδια ενώ οι μισθοί διαφέρουν ανάλογα με τον τόπο υπηρεσίας.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι σχετικοί με την απόδοση των ιατρικών εξόδων κανόνες λαμβάνουν υπόψη την αρχή της ίσης μεταχείρισης καθόσον όλοι οι υπάλληλοι του αυτού βαθμού και κλιμακίου δικαιούνται σε όλους τους τόπους υπηρεσίας της Κοινότητας ειδική απόδοση που συνίσταται στο αυτό ποσό για το ίδιο ποσό ιατρικών εξόδων. Αν συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι ότι οι αποδοχές του υπαλλήλου που υπηρετεί σε χώρα με μικρό διορθωτικό συντελεστή σε σχέση με τις αποδοχές υπαλλήλου που εργάζεται στις Βρυξέλλες μειώνεται ακόμη περισσότερο κατά το τμήμα των εν λόγω εξόδων, αυτό είναι συνέπεια γενικής και αντικειμενικής ρυθμίσεως, σκοπός της οποίας είναι να αποφεύγεται για συγκεκριμένο ποσό ιατρικών εξόδων οι υπάλληλοι να αποζημιώνονται με διαφορετικά ποσά από τον έναν τόπο υπηρεσίας στον άλλο.
Κατά την Επιτροπή, η εφαρμογή του γεωγραφικού διορθωτικού συντελεστή στην προβλεπόμενη από το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ειδική απόδοση θα συνεπαγόταν διπλή διάκριση μεταξύ των υπαλλήλων.
Μια πρώτη διάκριση θα προέκυπτε από το γεγονός ότι η απόδοση των εξόδων λόγω ασθενείας δεν θα εξαρτιόταν από την αγοραστική δύναμη παρά μόνο στο πλαίσιο της ειδικής απόδοσης και όχι στις περιπτώσεις γενικών αποδόσεων εξόδων λόγω ασθενείας, το ύψος των οποίων δεν Śa δικαιολογούσε απόδοση δυνάμει του άρθρου 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Άλλωστε, για τον περιορισμό του κινδύνου αυτού ο προσφεύγων προέτεινε την εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή στα ανώτατα όρια του γενικού συστήματος απόδοσης. Πάντως, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι παρόμοια αναθεώρηση του κοινοτικού συστήματος υγειονομικής ασφάλισης δεν θα μπορούσε να προέλθει από απλή ερμηνεία των ισχυουσών διατάξεων σε συνάρτηση με τις υπέρτερες αρχές του δικαίου.
Το προτεινόμενο από τον προσφεύγοντα σύστημα θα συνεπαγόταν και μία δεύτερη διάκριση μεταξύ των υπαλλήλων που δικαιούνται απόδοση δυνάμει του άρθρου 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Στηρίζοντας την άποψη της σε αριθμούς, η Επιτροπή εξηγεί ότι ο συνυπολογισμός των γεωγραφικών διορθωτικών συντελεστών θα κατέληγε σε επιστροφή στους υπαλλήλους που φέρουν τον αυτό βαθμό και έχουν καταοάλει το αυτό ποσό εξόδων λόγω ασθενείας, διαφορετικών ποσών ανάλογα με τον τόπο υπηρεσίας. Κατά την άποψη της Επιτροπής, παρόμοιες ανισότητες είναι αδικαιολόγητες και αντίθετες προς το στόχο του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφάλισης που αποβλέπει στην καθιέρωση ενός καθεστώτος αλληλεγγύης μεταξύ όλων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού και στην επιδίωξη για το αυτό ποσό ιατρικών εξόδων να καταβάλλεται η αυτή απόδοση ανεξάρτητα από τον τόπο υπηρεσίας.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 12ης Απριλίου 1984, ο Marinus C. Ooms, εκπροσωπούμενος από τον H.-J. Rüber, δικηγόρο Κολωνίας, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jörn Pipkorn, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μαίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 14 Ιουνίου 1983, ο Ooms, υπάλληλος με βαθμό Β 2, που υπηρετεί στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί:
α)
την ακύρωση της αποφάσεως της 25ης Ιουνίου και 21ης Ιουλίου 1982, την οποία επικύρωσε στις 9 Μαρτίου 1983 η Επιτροπή και σύμφωνα με την οποία το γραφείο εκκαθάρισης εξόδων της Ispra προέβη στην ειδική απόδοση των ιατρικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του άρθρου 8, παράγραφος 2, των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση κανόνων, χωρίς να λάβει υπόψη τον προβλεπόμενο από το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης γεωγραφικό διορθωτικό συντελεστή.
β)
να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει τα καθυστερούμενα ποσά που οφείλονται στον προσφεύγοντα βάσει του νέου υπολογισμού της ειδικής απόδοσης.
2
Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, το γραφείο εκκαθάρισης εξόδων της Ispra αποφάσισε στις 25 Ιουνίου 1982 να υπολογίσει την ειδική απόδοση των εξόδων λόγω ασθενείας που ζητούσε ο προσφεύγων χωρίς την εφαρμογή του προβλεπόμενου από το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης διορθωτικού συντελεστή στο «μηνιαίο βασικό μισθό» που αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό αυτό σύμφωνα με το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
3
Με έγγραφο της 9ης Μαρτίου 1983, η Επιτροπή απέρριψε τη διοικητική ένσταση που είχε υποβάλει στις 21 Σεπτεμβρίου 1982 ο ενδιαφερόμενος, δηλώνοντας ότι συντάσσεται με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφάλισης, της 1ης Δεκεμβρίου 1982, στην οποία είχε απευθυνθεί προς το σκοπό αυτό και η οποία είχε εγκρίνει τις αποφάσεις του γραφείου εκκαθάρισης εξόδων της Ispra.
4
Δυνάμει του άρθρου 72, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι υπάλληλοι και τα λοιπά συντηρούμενα από αυτόν πρόσωπα «καλύπτονται κατά των κινδύνων ασθενείας» βάσει ρυθμίσεως θεσπιζόμενης με κοινή συμφωνία των οργάνων των Κονοτήτων, εντός του ορίου του 80 % των αναληφθέντων εξόδων το όριο αυτό ανέρχεται σε 100 ο/ο σε περιπτώσεις σοβαρών ασθενειών που προσδιορίζει η εν λόγω διάταξη ή αναγνωρίζονται ως τέτοιες από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
5
Κατά το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης:
«Αν τα μη επιστραφέντα έξοδα περιόδου 12 μηνών υπερβαίνουν το ήμισυ του βασικού μηνιαίου μισθού του υπαλλήλου ή της συντάξεως που καταβάλλεται, χορηγείται ειδική επιστροφή εξόδων από την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του ενδιαφερομένου βάσει της ρυθμίσεως που προβλέπεται στην ανωτέρω παράγραφο 1.»
6
Τις προαναφερθείσες διατάξεις συμπληρώνουν οι σχετικοί με την υγειονομική ασφάλιση κανόνες. Όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, των κανόνων αυτών:
«Όταν το μη επιστραφέν μέρος των εξόδων... στα οποία υπεβλήθη ο ασφαλισμένος ... υπερβαίνει σε περίοδο 12 μηνών το ήμισυ του μέσου όρου του βασικού μηνιαίου μισθού, της σύνταξης, ή ... της αποζημίωσης που καταβάλλεται κατά την εν λόγω περίοδο, η προβλεπόμενη από το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ειδική απόδοση καθορίζεται ως εξής: το μη επιστραφέν μέρος των πραγματικών εξόδων που υπερβαίνει το ήμισυ του μέσου όρου του βασικού μηνιαίου μισθού ή της σύνταξης ή της αποζημίωσης επιστρέφεται κατά 90o/ο όταν πρόκειται για ασφαλισμένο χωρίς πρόσωπα που να καλύπτονται ασφαλιστικά από αυτόν και κατά 100 % στις υπόλοιπες περιπτώσεις.»
7
Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 62, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι αποδοχές περιλαμβάνουν βασικό μισθό, οικογενειακά επιδόματα και αποζημιώσεις. Κατά το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης:
«Οι αποδοχές του υπαλλήλου που εκφράζονται σε βελγικά φράγκα προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού αναπροσαρμογής ανωτέρου, κατωτέρου ή ίσου προς το 10 ο/ο, ανάλογα με τις συνθήκες ζωής στους διαφόρους τόπους [τοποθετήσεως], υπηρεσίας, μετά την αφαίρεση των υποχρεωτικών κρατήσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή στους κανονισμούς εφαρμογής του.»
8
Προς στήριξη των αιτημάτων του, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το να λαμβάνεται αποκλειστικά υπόψη ο βασικός μισθός χωρίς αναφορά στο διορθωτικό συντελεστή του άρθρου 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης οδηγεί αφενός σε κακή εκτίμηση του σκοπού των εν λόγω διατάξεων, οι οποίες αποβλέπουν στο να καθορίσουν το ανώτατο όριο των θυσιών που είναι δυνατόν να επιβληθούν στους υπαλλήλους και, κατά συνέπεια, στο να λαμβάνουν υπόψη την πραγματική αγοραστική δύναμη των ενδιαφερομένων, ενώ αφετέρου αγνοεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που τα άρθρα 64 και 66 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης επιδιώκουν ακριβώς να διαφυλάξουν.
9
Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι ούτε το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ούτε το άρθρο 8, παράγραφος 2, των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση κανόνων προβλέπουν την εφαρμογή διορθωτικού συντελεστή εξηγείται από το ότι, αντίθετα από το μηχανισμό των διορθωτικών συντελεστών, το κοινοτικό σύστημα υγειονομικής ασφάλισης αποσκοπεί στο να διασφαλίσει όχι την ισότητα της αγοραστικής δύναμης των υπαλλήλων, ενόψει των συνθηκών ζωής στους διάφορους τόπους υπηρεσίας, αλλά την απόδοση των εξόδων στα οποία πράγματι υποβλήθηκαν. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν παραβιάζεται, εφόσον όλοι οι υπάλληλοι της Κοινότητας, οι οποίοι ανήκουν στην αυτή κατηγορία, βαθμό και κλιμάκιο, έχουν δικαίωμα για ειδική απόδοση του αυτού ποσού για το αυτό ποσό ιατρικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν σε όλους τους τόπους υπηρεσίας της Κοινότητας.
10
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι στις εισφορές στο κοινοτικό σύστημα υγειονομικής ασφάλισης δεν εφαρμόζεται ο διορθωτικός συντελεστής του άρθρου 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το άρθρο 23 των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση κανόνων προβλέπει στην πραγματικότητα ότι το ποσό των εν λόγω εισφορών καθορίζεται σε ορισμένο ποσοστό του δασικού μισθού που αναφέρεται στο άρθρο 66 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, γεγονός που αποκλείει το συνυπολογισμό του διορθωτικού συντελεστή του άρθρου 64 για τον υπολογισμό των εν λόγω εισφορών.
11
Παρ' όλη τη συνοχή που είναι πιθανόν να εμφανίζει a priori, το εν λόγω σύστημα δεν μπορεί να απομονωθεί από το σκοπό των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στον οποίο εντάσσεται.
12
Υπό την έννοια αυτή, πρέπει να υπογραμμιστούν οι ιδιομορφίες των προβλεπόμενων από το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ειδικών αποδόσεων σε σχέση με τις συνήθεις αποδόσεις που προβλέπει το άρθρο 72, παράγραφος 1.
13
Ενώ στο πλαίσιο του άρθρου 72, παράγραφος 1, ο ασφαλισμένος δικαιούται σε απόδοση όλων των αναληφθέντων εξόδων λόγω ασθενείας, το ποσό των οποίων καθορίζεται με την εφαρμογή συντελεστών και ανώτατων ορίων που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, η ειδική απόδοση του άρθρου 72, παράγραφος 3, δεν καταβάλλεται παρά μόνο όταν το τμήμα των μη επιστραφέντων εξόδων λόγω ασθενείας υπερβαίνει ένα ποσοστό των αποδοχών του ενδιαφερομένου.
14
Όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι συνήθεις αποδόσεις του άρθρου 72, παράγραφος 1, εδράζονται σε αντικειμενικά δεδομένα που συνδέονται ιδίως με την εφαρμογή ανώτατων ορίων και συντελεστών απόδοσης που καθορίζονται με ομοιόμορφο τρόπο και για το σύνολο των υπαλλήλων της Κοινότητας από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, ενώ η ειδική απόδοση στηρίζεται σε συγκεκριμένα δεδομένα της οικογενειακής κατάστασης του ενδιαφερομένου που συνδέονται με το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 8 των σχετικών με την υγειονομική ασφάλιση κανόνων, το μη επιστραφέν τμήμα των εξόδων συνιστά γι' αυτόν «σοβαρή οικονομική επιβάρυνση».
15
Όπως προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις, προκειμένου να σταθμιστεί ορθά η σοβαρότητα της οικονομικής επιβάρυνσης που φέρει ο αιτούμενος ειδική απόδοση υπάλληλος, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες ζωής που επικρατούν στον τόπο υπηρεσίας του και στη συνέχεια να υπολογιστεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ειδική απόδοση όχι σε συνάρτηση μόνο του κατά το άρθρο 66 μισθού, αλλά με βάση τον πραγματικό μισθό, στον οποίο εφαρμόζεται ο διορθωτικός συντελεστής του άρθρου 64 που έχει ακριβώς ως σκοπό να λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω συνθήκες ζωής στον τόπο υπηρεσίας.
16
Πάντως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αν υπήρχε πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες ζωής στους διάφορους τόπους υπηρεσίας, θα είχε ρυθμίσει προς την κατεύθυνση αυτή όλο το σύστημα των ανώτατων συντελεστών και ανώτατων ορίων απόδοσης που εφαρμόζονται στις αποδόσεις του άρθρου 72, παράγραφος 1.
17
Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη τις ιδιομορφίες της ειδικής απόδοσης του άρθρου 72, παράγραφος 3, σε σχέση με τις αποδόσεις του άρθρου 72, παράγραφος 1.
18
Πρέπει, επομένως, ενόψει του σκοπού και της οικονομίας των προαναφερθεισών διατάξεων, και χωρίς να απαιτείται εξέταση του ετέρου προβληθέντος λόγου, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία υπολογίστηκε η ειδική απόδοση που οφειλόταν στον Ooms και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος ποσού και του ποσού της ειδικής απόδοσης που προσδιορίζεται σε συνάρτηση με το μηνιαίο βασικό μισθό επί του οποίου εφαρμόζεται ο διορθωτικός συντελεστής του άρθρου 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Επί των δικαστικών εξόδων
19
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ητττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την προσβαλλόμενη απόφαση.
2)
Υποχρεώνει την Επιτροπή να καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος ποσού και του ποσού της ειδικής απόδοσης που προσδιορίζεται σε συνάρτηση με το μηνιαίο βασικό ποσό επί του οποίου εφαρμόζεται ο διορθωτικός συντελεστής του άρθρου 64 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
3)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Galmot
Everling
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Ιουλίου 1984.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
Full & Egal Universal Law Academy