Στην υπόθεση 121/83,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht του Μονάχου προς το Δικαστήριο, κατ'εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Zuckerfabrik Franken GmbH, Ochsenfurt,
και
Hauptzollamt Würzburg,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ισχύ των διατάξεων του κανονισμού 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του συστήματος αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποιήσεως στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/022, σ. 152), καθώς και περί της ερμηνείας των διατάξεων του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/011, σ. 134), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1396/78 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1978 (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/021, σ. 191), και των διατάξεων του κανονισμού 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977, περί καθορισμού γενικών κανόνων αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποιήσεως στον τομέα της ζάχαρης και περί καταργήσεως του κανονισμού ΕΟΚ 750/68 (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/018, σ. 161),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Ρ. Heim
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ συνοψίζονται ως εξής:
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Επί της κατά το κοινοτικό δίκαιο ρύθμισης της οννεισφοράς εξόδων αποθεμα-τοποίηοης για ζάχαρη
Αντικείμενο της δίκης είναι το ζήτημα αν τα χαρακτηριζόμενα ως «βασικό είδος — κρυστάλλινη μάζα» και «αραιό διάλυμα» («Kläre») που και τα δύο λαμβάνονται ως ενδιάμεσα προϊόντα στο πλαίσιο της παραγωγής ιμβερτοποιημένης ζάχαρης υπόκεινται σε συνεισφορά εξόδων αποθεματοποίησης για ζάχαρη. Για να κατανοηθεί καλύτερα το ζήτημα αυτό ενδείκνυται καταρχάς να αναφερθούν με συντομία οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τη ρύθμιση της αντιστάθμισης των εξόδων αποθεματοποίησης για ζάχαρη.
α)
Νόμιμο έρεισμα της αντιστάθμισης εξόδων αποθεματοποίησης είναι το άρθρο 8 του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/011, σ. 134) όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1396/78 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1978 (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/021, σ. 191). Σύμφωνα με την παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, αυτής της διάταξης «τα έξοδα αποθεματοποίησης:
—
της λευκής ζάχαρης,
—
της ακατέργαστης ζάχαρης,
—
των σιροπίων που λαμβάνονται πριν από την παραγωγή ζάχαρης σε στερεά κατάσταση,
—
των σιροπίων που λαμβάνονται με διάλυση της ζάχαρης σε στερεά κατάσταση,
που παράγονται από τεύτλα ή ζαχαροκάλαμα που συγκομίζονται στην Κοινότητα, αποδίδονται από τα κράτη μέλη κατ' αποκοπή».
Για τη χρηματοδότηση της επιστροφής των εξόδων αποθεματοποίησης τα κράτη μέλη εισπράττουν συνεισφορά, το ύψος της οποίας καθορίζεται κατά τρόπο ώστε το ποσό των επιστροφών που καταβάλλονται να ισούται με το ποσό των συνεισφορών που εισπράττονται. Το άρθρο 8 παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, θεσπίζει ως προς την είσπραξη της συνεισφοράς την ακόλουθη ρύθμιση:
«Τα κράτη μέλη, ανάλογα με την περίπτωση, εισπράττουν μία συνεισφορά:
α)
από κάθε ζαχαροβιομήχανο ανάλογα με την περίπτωση:
—
ανά μονάδα βάρους παραγόμενης ζάχαρης,
—
ανά μονάδα βάρους σιροπίων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση ·
6)
...
γ)
...»
Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του παραπάνω κανονισμού θεσπίζει το Συμβούλιο τους γενικούς κανόνες για την εφαρμογή αυτού του άρθρου, ενώ η Επιτροπή θεσπίζει τις εκτελεστικές διατάξεις.
6)
Ο κανονισμός 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977 περί καθορισμού γενικών κανόνων αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποίησης στον τομέα της ζάχαρης και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 750/68 (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/018, σ. 161) περιέχει τους βασικούς κανόνες για την εφαρμογή της αντιστάθμισης εξόδων αποθεματοποίησης. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού προβλέπει:
«Το κράτος μέλος εισπράττει τη συνεισφορά από κάθε ζαχαροβιομήχανο για τις ποσότητες λευκής ή ακατέργαστης ζάχαρης και σιροπιών, που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, υπό α), του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3330/74, που παράγονται και διατίθενται στο πλαίσιο της μεγίστης ποσοστώσεως του ...»
γ)
Οι λεπτομέρειες της ρύθμισης της αντιστάθμισης εξόδων αποθεματοποίησης καθορίζονται από τον κανονισμό 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του συστήματος αντιστάθμισης των εξόδων αποθεματοποίησης στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ, ειδ. έκδ. 03/022, σ. 152), το άρθρο 8, παράγραφος 2, του οποίου ορίζει:
«Ο όρος “σιρόπια που λαμβάνονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση” εννοεί τα σιρόπια εκείνα τα οποία εμπίπτουν στη δασμολογική κλάση 17.02 ΔII του κοινού δασμολογίου και τα οποία αργότερα μεταποιούνται σε ζάχαρη σε στερεά κατάσταση υπό τελωνειακό έλεγχο ή υπό διοικητικό έλεγχο, παρουσιάζοντας ισοδύναμες εγγυήσεις και τα οποία αποθηκεύονται σε ειδικά δοχεία χωριστά από τις εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την παραγωγή ζάχαρης.»
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1998/78 έχει ως εξής:
«Για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, εδάφιο τρίτο, υπό α), του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3330/74, η συνεισφορά οφείλεται τη στιγμή της διαθέσεώς των.
Προς υπολογισμό των σχετικών ποσών της συνεισφοράς και εφόσον αυτή δεν οφείλεται ήδη, ως διάθεση θεωρείται:
α)
η έξοδος της ζάχαρης από το εργοστάσιο, εντός του οποίου παρήχθη, με την προϋπόθεση ότι η ζάχαρη αυτή δεν εισέρχεται σε εγκεκριμένη αποθήκη του βιομηχάνου αυτής, που ευρίσκεται εντός του ιδίου κράτους μέλους'
6)
η έξοδος της ζάχαρης από την εγκεκριμένη αποθήκη του βιομηχάνου' εντούτοις, η μεταφορά της ζάχαρης από μία εγκεκριμένη αποθήκη σε άλλη εγκεκριμένη αποθήκη του ίδιου βιομηχάνου, που ευρίσκεται εντός του ιδίου κράτους μέλους δεν θεωρείται ως διάθεση ·
γ)
η μεταφορά δικαιωμάτων ιδιοκτησίας της ζάχαρης χωρίς αυτή να εξέλθει από την εγκεκριμένη αποθήκη του βιομηχάνου'
δ)
η μεταποίηση, από το βιομήχανο, της ζάχαρης και των σιροπιών σε προϊόντα άλλα από εκείνα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου·
ε)
η πρόσθεση αρωματικών ή χρωστικών υλών στη ζάχαρη ή στα σιρόπια ή η μείξη της ζάχαρης ή των σιροπίων με προϊόντα άλλα αναφερόμενα στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3330/74 σε τρόπο ώστε το μείγμα τούτο να μην επωφελείται πλέον της αποδόσεως των εξόδων αποθεματοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 9'
στ)
η μετουσίωση της ζάχαρης·
ζ)
η έξοδος, η οποία ακολουθείται από συγχώνευση των σιροπίων από τα δοχεία του βιομηχάνου όπως αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 2 ·
η)
η θέση της ζάχαρης ή των σιροπίων κάτω από ένα από τα καθεστώτα τα αναφερόμενα στα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 441/69.»
2. Τα πραγματικά περιονανικά νης υπόθεσης στην κύρια σίκη
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, η Zukkerfabrik Franken GmbH, Ochsenfurt, παρήγαγε κατά τα έτη 1978 και 1979, μεταξύ άλλων, ιμβερτοποιημένη ζάχαρη. Πρώτη ύλη για το προϊόν αυτό, που είναι καθαρότερο από τη λευκή ζάχαρη και που λόγω της μεγαλύτερης καθαρότητας του και της συνθέσεως του από διάφορα είδη ζάχαρης χρησιμοποιείται κατά προτίμηση για την εμφιάλωση απηλλαγμένων αλκοόλ ποτών, είναι μια κρυσταλλική ζάχαρη με περιεχόμενο υγρασίας περίπου 0,5 έως 2% και θερμοκρασία περίπου 70 έως 75 βαθμών Κελσίου (που χαρακτηρίζεται από την προσφεύγουσα ως «βασικό είδος — κρυστάλλινη μάζα»), η οποία λαμβάνεται ως ενδιάμεσο προϊόν κατά το στάδιο της παραγωγής λευκής ζάχαρης. Η πρώτη αυτή ύλη προκύπτει ύστερα από φυγοκέντριση του μητρικού σιροπίου από την πηχτή μάζα που λαμβάνεται με κρυσταλλοποίηση του παχύρευστου χυμού και διαλύεται συνεχώς με νερό σε σιρόπι κατά την ίδια μέθοδο παρασκευής. Το σιρόπι αυτό που ονομάζεται «αραιό διάλυμα» («Kläre») αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας προς παρασκευή ιμβερτοποιημένης ζάχαρης είτε αμέσως είτε αφού εν τω μεταξύ αποθεματοποιηθεί.
Το Hauptzollamt Würzburg, καθού στην κύρια δίκη, καθόρισε τη συνεισφορά εξόδων αποθεματοποίησης για τους μήνες Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο 1978 αρχικά σύμφωνα με τις δηλώσεις της προσφεύγουσας, στις οποίες δεν περιλαμβανόταν το βασικό είδος — κρυστάλλινη μάζα που χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή της ιμβερτοποιημένης ζάχαρης. Βάσει των αποτελεσμάτων ενός ελέγχου λειτουργίας της επιχείρησης απαίτησε, εντούτοις, εκ των υστέρων με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1979 για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα 1202570,53 γερμανικά μάρκα (DM) ως συνεισφορά εξόδων αποθεματοποίησης, στηρίχθηκε δε για τον υπολογισμό αυτού του ποσού σε μία ποσότητα καθαρού αραιού διαλύματος, που είχε υποστεί επεξεργασία, 276756 dt αξίας 178510 dt λευκής ζάχαρης.
Κατά τον καθορισμό της συνεισφοράς εξόδων αποθεματοποίησης για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 1979 το Hauptzollamt συνυπολόγισε εξαρχής τη βάση υπολογισμού για το βασικό είδος — κρυστάλλινη μάζα που διαλύθηκε σε αραιό διάλυμα για την παρασκευή ιμβερτοποιημένης ζάχαρης κατά τους μήνες αυτούς στο εργοστάσιο της προσφεύγουσας. Οι σχετικές αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 1979 και της 7ης Δεκεμβρίου 1979 καθορίζουν το μέρος της συνεισφοράς εξόδων αποθεματοποίησης που βαρύνει το βασικό είδος κρυστάλλινη μάζα σε 22391,61 DM για το Σεπτέμβριο 1979 και σε 449855,34 DM για τον Οκτώβριο 1979.
Μετά από ένσταση που δεν ευδοκίμησε η Zuckerfabrik Franken GmbH άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht του Μονάχου. Προβάλλει, κυρίως, ότι η συνεισφορά εξόδων αποθεματοποίησης μπορεί να εισπραχθεί μόνο για ζάχαρη που έχει παραχθεί και ότι με αυτό εννοούνται μόνο έτοιμα προϊόντα που μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο. Εξάλλου, η ζάχαρη για την αποθεματοποίηση της οποίας δεν χορηγείται καμία επιστροφή, δεν πρέπει και να υπόκειται σε συνεισφορά.
Το Hauptzollamt ζητεί την απόρριψη της προσφυγής. Προβάλλει κυρίως ότι ως προς το βασικό είδος κρυστάλλινη μάζα πρόκειται για λευκή ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και συνεπώς για ζάχαρη που έχει παραχθεί και που, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, υπόκειται σε συνεισφορά εξόδων αποθεματοποίησης.
Με διάταξη της 13ης Μαίου 1983, που τροποποιήθηκε με διάταξη της 2ας Φεβρουαρίου 1984, το Finanzgericht του Μονάχου ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και υπέβαλε στο Δικαστήριο κατ'εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ προς έκδοση προδικαστικής απόφασης τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Ισχύει το άρθρο 12, παράγραφος 1, εδάφιο 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78 ενόψει της εξουσιοδότησης του άρθρου 8, παράγραφος 3, εδάφιο 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 στην οποία στηρίζεται, καθώς και του άρθρου 6, παράγραφος 4, εδάφιο 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1358/77, καθόσον ορίζεται στο στοιχείο δ) ότι η μεταποίηση, από το βιομήχανο, της ζάχαρης σε προϊόντα άλλα από εκείνα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου θεωρείται ως διάθεση;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 1 :
Πώς πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος “σιρόπια που παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση” κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), ενόψει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78;
Εμπίπτει στις διατάξεις αυτές η ζάχαρη η οποία κατά τη διαδικασία παραγωγής διαλύεται με προσθήκη νερού πριν από την παρασκευή ιμβερτοποιημένης ζάχαρης;
3.
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα 2:
Πώς πρέπει να ερμηνευθούν οι όροι “παραγόμενη ζάχαρη” κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), περίπτωση 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1396/78 και “ποσότητες λευκής ζάχαρης που παράγονται και διατίθενται” του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1358/77;
α)
Υπάγεται επίσης στις διατάξεις αυτές το ενδιάμεσο προϊόν που προκύπτει μόνο προσωρινά στα πλαίσια συνεχούς διαδικασίας παραγωγής;
6)
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 3 α):
'Εχει, εξάλλου, σημασία αν ένα τέτοιο ενδιάμεσο προϊόν μπορεί να προσδιοριστεί άμεσα κατά όγκο, να αποθηκευτεί στη φυσική του κατάσταση και να διατεθεί στο εμπόριο;
γ)
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα 3 6):
Αποτελεί προϋπόθεση για την είσπραξη συνεισφοράς εξόδων αποθεματοποίησης κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 το ότι το ίδιο προϊόν με τα ίδια χαρακτηριστικά γεννά απαίτηση επιστροφής εξόδων αποθεματοποίησης;»
3. Ηόιαάκααία ενώπιον του Αικασνηρίον
Η διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Ιουνίου 1983.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο η Zuckerfabrik Franken GmbH, εκπροσωπούμενη από τον Δρ. Dietrich Ehle και συνεργάτες, δικηγόρους Κολωνίας, το Hauptzollamt Würzburg, εκπροσωπούμενο από τον Johns, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Jürgen Grunwald.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε με διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 1984 κατ' εφαρμογή του άρθρου 95 του κανονισμού διαδικασίας την ανάθεση της υπόθεσης στο τρίτο τμήμα και την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις
1. Επί των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στην κύρια δίκη και της ρνθμισης της αντιστάθμισης εξόδων αποθεματοποίησης
α)
Η Zuckerfabrik Franken αναφέρει ότι το αποκαλούμενο βασικό είδος-κρυστάλλινη μάζα, ενδιάμεσο προϊόν κατά την διαδικασία παρασκευής σιροπίου από ιμβερτο-ποιημένη ζάχαρη, προκύπτει κατά το στάδιο της παραγωγής για μικρή μόνο χρονική διάρκεια που μόλις μπορεί να καθοριστεί. Δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια σε μονάδες βάρους, δεν επιδέχεται αποθεματοποίηση ούτε μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο, επειδή λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς του σε υγρασία και της υψηλής του θερμοκρασίας θα εξατμιζόταν το νερό που υπάρχει στις επιφάνειες των κρυστάλλων και η ζάχαρη θα μεταβαλλόταν σε σβώλους. Επιπλέον, το προϊόν υπόκειται εύκολα σε φθορά από μικροβιολογική άποψη γι' αυτό δεν μπορεί επίσης για λόγους υγιεινής να αποθεματοποιηθεί και να διατεθεί στην αγορά.
Το βασικό είδος-κρυστάλλινη μάζα διαλύεται σε αραιό διάλυμα κατά την ίδια συνεχή διαδικασία παραγωγής, από το οποίο παρασκευάζεται στη συνέχεια ιμβερ-τοποιημένη ζάχαρη σε υγρή κατάσταση (σιρόπι ιμβερτοποιημένης ζάχαρης). Ως προς το αραιό διάλυμα πρόκειται για σιρόπι κατά την έννοια της ρύθμισης της αγοράς ζάχαρης (κλάση 17.02 του κοινού δασμολογίου), δηλαδή για υγρή διάλυση λευκής ή ακατέργαστης ζάχαρης χωρίς προσθήκη αρωματικών ή χρωστικών ουσιών. Όπως ακριβώς το βασικό είδος-κρυστάλλινη μάζα έτσι και το αραιό διάλυμα δεν μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία ή να διατεθεί στην αγορά, αλλά χρησιμεύει απλώς ως βασική ύλη για την παραγωγή ιμβερτοποιημένης ζάχαρης. Και για τα δύο αυτά ενδιάμεσα προϊόντα δεν έχουν, εν προκειμένω απαιτηθεί επιστροφές εξόδων αποθεματοποίησης.
6)
Το Hauptzollamt Würzburg παρατηρεί ότι η αντιστάθμιση εξόδων αποθεματοποίησης αποτελεί κλειστό σύστημα μέσα στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης. Στόχος της είναι να εξασφαλιστεί ο επί ίσης βάσης εφοδιασμός της αγοράς καθ'όλη τη διάρκεια του οικονομικού έτους με ζάχαρη που παράγεται μόνο κατά τη διάρκεια λίγων μηνών. Στους παραγωγούς και σε ορισμένους εμπόρους χορηγείται για κάθε μήνα, κατά τον οποίο αποθεματοποιούν ζάχαρη, επιστροφή. Για τη χρηματοδότηση των αποδόσεων επιβάλλεται στους παραγωγούς ζάχαρης εφάπαξ συνεισφορά.
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, εδάφιο 1, του βασικού κανονισμού 3330/74, όπως ήδη ισχύει, επιστροφή μπορεί να χορηγηθεί για τη λευκή και την ακατέργαστη ζάχαρη, καθώς και για ενδιάμεσα προϊόντα ζάχαρης σε στερεά κατάσταση ή για σιρόπια που παράγονται με διάλυση ζάχαρης σε στερεά κατάσταση. Κατά το εδάφιο 3, στοιχείο α), της εν λόγω διάταξης συνεισφορά μπορεί να εισπραχθεί για τη ζάχαρη που παράγεται (λευκή ζάχαρη ή ακατέργαστη ζάχαρη) καθώς και για τα σιρόπια, τα οποία παρασκευάζονται ως ενδιάμεσο προϊόν για την παραγωγή ζάχαρης σε στερεά κατάσταση και μπορούν να τεθούν σε κυκλοφορία στη φυσική τους κατάσταση, δηλαδή από τα οποία, παρά την αρχική πρόθεση, δεν παράγεται ζάχαρη σε στερεά κατάσταση. Η έλλειψη μιας ιδιαίτερης περιστάσεως που να δικαιολογεί την καταβολή συνεισφοράς για τα σιρόπια που παρασκευάζονται με διάλυση ζάχαρης σε στερεά κατάσταση σημαίνει ότι για την περίπτωση αυτή ισχύει η γενική περίσταση που δικαιολογεί την καταβολή συνεισφοράς για παραγόμενη ζάχαρη. Διαφορετικά θα μπορούσε η υποχρέωση συνεισφοράς για παραγόμενη ζάχαρη να παρακαμφθεί διαλύοντας τη ζάχαρη σε νερό. Ως προς το εν λόγω βασικό είδος-κρυστάλλινη μάζα πρόκειται, συνεπώς, για ζάχαρη τεύτλων (λευκή ζάχαρη) σε στερεά κατάσταση της κλάσεως 17.01 του κοινού δασμολογίου, η οποία, όπως ακριβώς και το αραιό διάλυμα, υπόκειται σε συνεισφορά αλλά γεννά και απαίτηση επιστροφής.
γ)
Η Επιτροπή αναλύει τις προϋποθέσεις γενέσεως υποχρεώσεως συνεισφοράς στα πλαίσια του συστήματος της αντιστάθμισης εξόδων αποθεματοποίησης. Η υποχρέωση συνεισφοράς προϋποθέτει κατά πρώτον ότι για την παραγωγή του προϊόντος, για το οποίο πρόκειται, πρέπει οπωσδήποτε να καταβληθεί συνεισφορά και, περαιτέρω, ότι η συνεισφορά αυτή είναι απαιτητή κατά το χρονικό σημείο της είσπραξης της.
Το βασικό ζήτημα αν πρέπει να καταβληθεί συνεισφορά ρυθμίζεται από το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3330/74. Κατ' αυτή τη διάταξη εισπράττεται συνεισφορά «ανά μονάδα βάρους παραγόμενης ζάχαρης» και «ανά μονάδα βάρους ... σιροπιών που παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση».
Η δεύτερη εναλλακτική περίπτωση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, επειδή, ακόμη κι αν στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για σιρόπια κατά την έννοια αυτής της διάταξης, εν πάση περιπτώσει δεν «διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση». Ενόψει της απομένουσας πρώτης εναλλακτικής περίπτωσης ανακύπτει το ζήτημα αν ως προς το βασικό είδος-κρυστάλλινη μάζα, η οποία αποτελεί ζάχαρη κατά την έννοια της κλάσεως 17.01 του κοινού δασμολογίου, είναι «παραγόμενη ζάχαρη» κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης. Αμφίβολο είναι εδώ αν η προσωρινή και για περιορισμένο χρόνο παραγωγή αυτού του ενδιάμεσου προϊόντος μπορεί να θεωρηθεί ως «παραγωγή».
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί βάσει των διατάξεων παραγώγου δικαίου που θέσπισε το Συμβούλιο και η Επιτροπή για την εφαρμογή και εκτέλεση του βασικού κανονισμού 3330/74.
Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 1358/77 του Συμβουλίου τα κράτη μέλη εισπράττουν τη συνεισφορά για «τις ποσότητες λευκής ή ακατέργαστης ζάχαρης που παράγονται και διατίθενται». Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνει αφενός την απαίτηση που ήδη αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού ότι πρέπει να πρόκειται για «παραγόμενη ζάχαρη». Αφετέρου όμως υπερακοντίζει τη διάταξη του βασικού κανονισμού καθορίζοντας για πρώτη φορά από ποιο χρονικό σημείο πρέπει να εισπράττεται η συνεισφορά για την παραγόμενη ζάχαρη. Αυτό συμβαίνει όταν οι παραγόμενες ποσότητες έχουν διατεθεί, δηλαδή κατά κανόνα έχουν εκποιηθεί και εγκαταλείψει τη ζαχαροβιομηχανία. Αντιστοίχως ορίζει το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1998/78 της Επιτροπής ότι «η συνεισφορά οφείλεται τη στιγμή της διαθέσεως των». Από αυτό συνάγεται κατ' αντιδιαστολή ότι για ζάχαρη που δεν έχει (ακόμη) διατεθεί, αλλά βρίσκεται ακόμη κατά τη διαδικασία παραγωγής στα χέρια του παραγωγού δεν μπορεί (ακόμη) να εισπραχθεί συνεισφορά.
Από αυτόν τον κανόνα προβλέπει, εντούτοις, το άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, εξαιρέσεις για περιπτώσεις, κατά τις οποίες λόγοι οικονομικής φύσης ή σχετικοί με την πολιτική αγοράς επιβάλλουν ή επιτρέπουν την εξομοίωση με πραγματική διάθεση. Σχετική είναι εν προκειμένω μόνο η περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο δ) («μεταποίηση από το βιομήχανο της ζάχαρης και των σιροπιών σε προϊόντα άλλα από εκείνα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου»), η οποία από συστηματική άποψη προσομοιάζει με την περίπτωση του στοιχείου στ) («μετουσίωση της ζάχαρης»). Πρέπει, εντούτοις, να παρατηρηθεί ότι η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη μεταποίησε τα ενδιάμεσα προϊόντα όχι σε ένα άλλο προϊόν, αλλά ακριβώς σε ζάχαρη της κλάσης 17.01, έτσι ώστε να μη συντρέχει η περίπτωση του στοιχείου δ).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ελλείψει πραγματικής ή πλασματικής διάθεσης σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 1358/77 σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1998/78 δεν υφίσταται (ακόμη) υποχρέωση συνεισφοράς για τα ενδιάμεσα προϊόντα που έχουν παραχθεί προσωρινώς και για περιορισμένο χρόνο, αλλά η συνεισφορά καθίσταται απαιτητή μόνο μετά την πραγματική διάθεση ή σε περίπτωση που συντρέχει μία από τις πλασματικές μορφές διάθεσης που αναφέρονται στον κανονισμό 1998/78.
2. Επί του πρώτου ερωτήματος
Στο ερώτημα αυτό η Zuckerfabrik Franken δίνει αρνητική απάντηση, ενώ το Hauptzollamt Würzburg και η Επιτροπή καταφατική.
α)
Σύμφωνα με την Zuckerfabrik Franken το άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ), του κανονισμού 1998/78 της Επιτροπής είναι άκυρο, επειδή υπερβαίνει το πεδίο ρύθμισης του υπέρτερου δικαίου που έχει θέσει το Συμβούλιο, χωρίς να υφίσταται σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα του Συμβουλίου προς την Επιτροπή.
Σύμφωνα με το γράμμα των προαναφερθεισών διατάξεων των κανονισμών του Συμβουλίου 1358/77 και 3330/74, η συνεισφορά εξόδων αποθεματοποίησης περιλαμβάνει μόνο σιρόπια που παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση. Αντιθέτως, το σιρόπι Kläre, το οποίο λαμβάνεται κατά τη διαδικασία παραγωγής και χρησιμεύει ως ζάχαρη για την παραγωγή άλλων προϊόντων, δεν υπάγεται στις περιπτώσεις που συνεπάγονται συνεισφορά.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από την έννοια και το σκοπό της ρύθμισης εξόδων αποθεματοποίησης. Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1396/78 συνάγεται, πράγματι, ότι η υποχρέωση συνεισφοράς υφίσταται μόνο για σιρόπια, τα οποία, λόγω του ότι μπορούν να διατεθούν στη φυσική τους κατάσταση, καθιστούν επιτακτική την αποθεματοποίηση τους. Για «διάθεση» μπορεί να γίνει λόγος μόνο όταν ένα προϊόν εκποιείται, δηλαδή μεταβιβάζεται σε τρίτους, όχι όμως όταν αποτελεί αντικείμενο περαιτέρω επεξεργασίας κατά τη διαδικασία παραγωγής.
Στο πρώτο ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78 είναι ενόψει του άρθρου 6, παράγραφος 4, εδάφιο 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1358/77 και του άρθρου 8, παράγραφος 1, εδάφιο 3, στοιχείο α), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 άκυρο, καθόσον ορίζει στο στοιχείο δ) ότι θεωρείται ως διάθεση η μεταποίηση, από το βιομήχανο, της ζάχαρης σε προϊόντα άλλα από εκείνα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου».
6)
Το Hauptzollamt προβάλλει ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ), του κανονισμού 1998/78 διευκρινίζει απλώς το άρθρο 8, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού 3330/74. Είναι, επιπλέον, απαραίτητο για την απαλλαγμένη κενών είσπραξη συνεισφοράς, επειδή διαφορετικά δεν θα μπορούσε ποτέ να εισπραχθεί η συνεισφορά εξόδων αποθεματοποίησης για ζάχαρη σε στερεά κατάσταση που υπόκειται σε αποθεματοποίηση και διαλύεται από τον παραγωγό σε νερό και κατ' αυτό τον τρόπο μεταποιείται σε προϊόν που δεν υπάγεται στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου.
Στο πρώτο ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος του άρθρου 12, παράγραφος 1, εδάφιο 2, στοιχείο δ), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78, σύμφωνα με το οποίο θεωρείται ως διάθεση η μεταποίηση της ζάχαρης σε προϊόντα άλλα από εκείνα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου».
γ)
Η Επιτροπή εκθέτει ότι η εν λόγω διάταξη του κανονισμού 1998/78 βρίσκει επαρκές εξουσιοδοτικό έρεισμα στον προαναφερόμενο κανονισμό του Συμβουλίου. Η μεταποίηση της ζάχαρης σε προϊόντα διαφορετικά από τα προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου προσομοιάζει με μετουσίωση. Με τη μεταποίηση μετατρέπεται η ζάχαρη σε ένα aliud και έτσι δεν υφίσταται πλέον ως ζάχαρη ούτε μπορεί να προσδιοριστεί λογιστικώς. Κατ' αντιστοιχία, ορίζει το άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δ), ότι η μεταποίηση «θεωρείται προς υπολογισμό των σχετικών ποσών της συνεισφοράς και εφόσον αυτή δεν οφείλεται ήδη, ως διάθεση», παραδείγματος χάριν κατόπιν πραγματικής διάθεσης για μεταποίηση σε έναν αγοραστή.
Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 12, παράγραφος 1, εδάφιο 2, στοιχείο δ), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978.»
3. Επί νου νρίνου ερωτήματος
Όλοι οι διάδικοι προτείνουν ομόφωνα να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
α)
Η Zuckerfabrik Franken εκφράζει την άποψη ότι ο όρος «σιροπιών που παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού 3330/78 πρέπει να ερμηνευτεί βάσει αυτού του ίδιου του όρου και όχι υπό το φως του υποδεέστερου κανονισμού 1988/78 της Επιτροπής.
Από το γράμμα της προαναφερόμενης διάταξης του κανονισμού 3330/74 συνάγεται αφενός ότι η διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνει μόνο σιρόπια, τα οποία παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση, δηλαδή ότι στη διάταξη αυτή δεν υπάγεται ζάχαρη που παράγεται πριν από την ιμβερ-τοποιημένη ζάχαρη σε υγρή κατάσταση διά διαλύσεως με προσθήκη νερού. Αφετέρου, ότι πρόκειται για σιρόπια τα οποία διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση. Για διάθεση μπορεί να γίνει λόγος μόνο όταν συντρέχει εκποίηση ή κάτι παρόμοιο, όχι όμως όταν το σιρόπι/ζάχαρη μεταποιείται αμέσως περαιτέρω κατά τη διαδικασία παραγωγής.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από την έννοια και το σκοπό της ρύθμισης για τη συνεισφορά εξόδων αποθεματοποίησης. Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1396/78η ρύθμιση για την αντιστάθμιση ισχύει και για σιρόπια που παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση, επειδή για τα προϊόντα αυτά διαπιστώνεται ισχυρή ζήτηση στην αγορά. Από αυτό συνάγεται ότι έξοδα αποθεματοποίησης καταβάλλονται μόνο για «τελικά» προϊόντα, τα οποία πράγματι παράγονται για αποθεματοποίηση ή για διάθεση, όχι όμως για ενδιάμεσα προϊόντα.
Εξάλλου, το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού της Επιτροπής 1998/78 ορίζει σαφώς ότι η υποχρέωση συνεισφοράς αναφέρεται μόνο σε ζάχαρη που αργότερα μεταποιείται σε ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και βρίσκεται μέχρι τότε υπό τελωνειακό έλεγχο ή υπό διοικητικό έλεγχο που παρέχει ισοδύναμες εγγυήσεις και που αποθηκεύεται σε ειδικά δοχεία χωριστά από τις εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την παραγωγή ζάχαρης.
Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), περίπτωση 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1396/78, πρέπει ενόψει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78 να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει ζάχαρη που παρασκευάζεται πριν από την παραγωγή σιροπίου από ιμβερτοποιημένη ζάχαρη διά διαλύσεως με προσθήκη νερού κατά τη διαδικασία παραγωγής και ότι δεν μπορεί να αποθεματοποιηθεί και να διατεθεί στο εμπόριο.»
6)
Το Hauptzollamt εξετάζει καταρχάς τη διαδικασία παραγωγής ζάχαρης σε στερεά κατάσταση από ζαχαρότευτλα. Κατά την παραγωγική αυτή διαδικασία λαμβάνονται φυσικοί και παχύρευστοι χυμοί, όπως αποκαλούνται, οι οποίοι αποθεματοποιούνται επίσης από ορισμένους παραγωγούς. Για την αποθεματοποίηση αυτή μπορεί υπό τις προϋπο9έσεις του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 1998/78 6άσει του βασικού κανονισμού 3330/74 να χορηγηθεί επιστροφή εξόδων αποθεματοποίησης.
Αν τα αποθεματοποιημένα προϊόντα μεταποιούνται περαιτέρω μετά την αποθεματοποίηση σε ζάχαρη σε στερεά κατάσταση σύμφωνα με τη σαφή πρόθεση του παραγωγού, τότε εισπράτεται συνεισφορά εξόδων αποθεματοποίησης μόνο μετά τη διάθεση της ζάχαρης σε στερεά κατάσταση, η δε περαιτέρω μεταποίηση δεν ισχύει ως διάθεση. Αν όμως ο παραγωγός ζάχαρης αλλάξει γνώμη, αυτό δεν συνεπάγεται απαλλαγή από τη συνεισφορά εξόδων αποθεματοποίησης. Στην περίπτωση αυτή εισπράττεται συνεισφορά για τα σιρόπια που διατέθηκαν χωρίς περαιτέρω μεταποίηση σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3330/74, στην περίπτωση δε αυτή ισχύει ως διάθεση μία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 12, παράγραφος 1, εδάφιο 2, στοιχεία δ), ε), ζ) ή η) του κανονισμού 1998/78.
Αν, εντούτοις, παραχθεί από τα ανωτέρω σιρόπια ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διαλυθεί αμέσως μετά πάλι με νερό, τότε πρόκειται για το προϊόν «σιροπιών που λαμβάνονται με διάλυση της ζάχαρης σε στερεά κατάσταση» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, τα οποία σε περίπτωση αποθεματοποίησης τους συνεπάγονται επίσης επιστροφή. Αυτό ισχύει επίσης και όταν τα σιρόπια αυτά προορίζονται για την παραγωγή ιμβερτοποιημένης ζάχαρης.
Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Σιρόπια που λαμβάνονται με διάλυση της ζάχαρης σε στερεά κατάσταση δεν αποτελούν σιρόπια, που παράγονται από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση, ούτε, ιδίως, όταν προορίζονται για την παραγωγή ιμβερτοποιημένης ζάχαρης.»
γ)
Η Επιτροπή εκθέτει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 1998/78 περιέχει εκτελεστικές διατάξεις για την αντιστάθμιση εξόδων αποθεματοποίησης για «σιρόπια που λαμβάνονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), δεύτερη περίπτωση, και του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού 3330/74. Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι περιλαμβάνονται μόνο σιρόπια της κλάσης 17.02 ΔII του κοινού δασμολογίου «τα οποία αργότερα μεταποιούνται σε ζάχαρη σε στερεά κατάσταση υπό τελωνειακό έλεγχο ή υπό διοικητικό έλεγχο, παρουσιάζοντας ισοδύναμες εγγυήσεις, και τα οποία αποθηκεύονται σε ειδικά δοχεία χωριστά από τις εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την παραγωγή ζάχαρης». Αυτή η τελευταία προϋπόθεση δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Η ζάχαρη, η οποία κατά τη διαδικασία παρασκευής διαλύεται με προσθήκη νερού πριν από την ιμβερτοποιημένη ζάχαρη και η οποία αργότερα δεν μεταποιείται σε ζάχαρη σε στερεά κατάσταση υπό τελωνειακό έλεγχο ή υπό διοικητικό έλεγχο που παρουσιάζει ισοδύναμες εγγυήσεις και αποθηκεύεται σε ειδικά δοχεία χωριστά από τις εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την παραγωγή ζάχαρης κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978, δεν περλαμβάνεται στην έννοια “σιρόπια” που παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάστάση κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974.»
4. Επί νου τρίτον ερωτήματος
Η Zuckerfabrik Franken προτείνει να δοθεί στο τρίτο ερώτημα, στο πρώτο μεν σκέλος του αρνητική απάντηση, στο δε δεύτερο και τρίτο καταφατική. Αντιθέτως, το Hauptzollamt Würzburg και η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση και στο δεύτερο αρνητική. Η απάντηση που δίνει το Hauptzollamt και η Επιτροπή στο τρίτο σκέλος δεν είναι σαφής.
α)
Κατά την άποψη της Zuckerfabrik Franken ο όρος «παραγόμενη ζάχαρη» προϋποθέτει ότι πρόκειται για τελικό προϊόν και όχι για προϊόν με προσωρινή μόνο διάρκεια. Δεν περιλαμβάνονται εδώ, συνεπώς, ενδιάμεσα προϊόντα, τα οποία προκύπτουν μόνο προσωρινά στο πλαίσιο συνεχούς διαδικασίας παραγωγής. Ο όρος «ποσότητες που παράγονται και διατίθενται» προϋποθέτει ότι η ζάχαρη μπορεί πράγματι να αποθηκευτεί, να διατεθεί και να διοχετευθεί στην αγορά. Αυτό απορρέει ήδη από το γράμμα των εν λόγω διατάξεων και επιβεβαιώνεται από την έννοια και το σκοπό της ρύθμισης εξόδων αποθεματοποίησης. Η υποχρέωση συνεισφοράς γεννάται, πράγματι, μόνο για ζάχαρη που ως τελικό προϊόν επιβαρύνει πράγματι την αγορά ζάχαρης.
Συνεπώς, στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Ο όρος της “παραγόμενης ζάχαρης” κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1396/78 και ο όρος των “ποσοτήτων λευκής ζάχαρης που παράγονται και διατίθενται” του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1358/77 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν περιλαμβάνουν ζάχαρη που προκύπτει μόνο προσωρινά ως ενδιάμεσο προϊόν κατά μία συνεχή διαδικασία παραγωγής.»
Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου ερωτήματος η Zuckerfabrik Franken παίρνει μόνο επικουρικώς θέση. Θεωρεί ότι η ρύθμιση της αντιστάθμισης εξόδων αποθεματοποίησης δεν αποτελεί πλασματική ρύθμιση. Όπως διευκρινίζεται από την αιτιολογία του κανονισμού 1396/78, περιλαμβάνονται σχετικώς μόνο προϊόντα που πραγματικά μπορούν να αποθεματοποιηθούν και να διατεθούν στην αγορά. Ο κανονισμός 1358/77 επιβεβαιώνει ότι χορηγείται επιστροφή μόνο για ζάχαρη «η οποία αποθηκεύεται σε μία αποθήκη». Περαιτέρω, μπορεί να δημιουργηθεί υποχρέωση συνεισφοράς από ενδιάμεσα προϊόντα που μπορούν να καθοριστούν άμεσα κατά όγκο, επειδή διαφορετικά δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί ότι το προϊόν καθορίζεται κατά όγκο για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς.
Συνεπώς, στο δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι σημασία έχει ότι το εν λόγω ενδιάμεσο προϊόν μπορεί να προσδιοριστεί κατ' όγκο άμεσα, μπορεί να αποθεματοποιηθεί στη φυσική του κατάσταση και μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο.
Ως προς το τρίτο οκεΑος του τρίτου ερωτήματος η Zuckerfabrik Franken υποστηρίζει την άποψη ότι η ζάχαρη, για την αποθεματοποίηση της οποίας δεν χορηγείται καμία επιστροφή, δεν πρέπει να υπόκειται και σε συνεισφορά. Αυτό συνάγεται από το σύστημα της αντιστάθμισης εξόδων αποθεματοποίησης, σύμφωνα με το οποίο η απόδοση ως χαρακτηριστική έκφραση της αρχής της αλληλεγγύης αποτελεί αντιπαροχή για τις συνεισφορές που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις. Συνεπώς, μόνο ένα και το αυτό περιστατικό μπορεί να θεμελιώσει καταβολή επιστροφής και είσπραξη συνεισφοράς.
Κατά συνέπεια, στο τρίτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Η είσπραξη της συνεισφοράς εξόδων αποθεματοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3330/74 προϋποθέτει ότι το ίδιο προϊόν με τα ίδια χαρακτηριστικά μπορεί να αποθεματοποιηθεί.»
6)
Το Hauptzollamt εκθέτει ότι ο όρος της «παραγόμενης ζάχαρης», ο οποίος, εξάλλου, απαντάται και στον τίτλο III (καθεστώς ποσοστώσεων) του κανονισμού 3330/74, πρέπει να ερμηνευθεί δάσει αντικειμενικών κριτηρίων, που συνάγονται από τις διατάξεις περί καθορισμού τιμών, και όχι 6άσει υποκειμενικών εκτιμήσεων του παραγωγού. Έτσι, ένα ορισμένο προϊόν, πχ. λευκή ζάχαρη, μπορεί να είναι τόσο τελικό προϊόν όσο και, όπως εν προκειμένω, ενδιάμεσο προϊόν ή και βασικό προϊόν. Κατά την έννοια του κανονισμού 3330/74η ζάχαρη πρέπει, συνεπώς, να θεωρείται ως «παραγόμενη» εφόσον κατά τη διαδικασία παραγωγής λαμβάνεται για πρώτη φορά προϊόν που ως προς την ουσία του αποτελεί ζάχαρη, κατά την έννοια του κοινού δασμολογίου.
Ως προς τον όρο «ποσοτήτων λευκής ζάχαρης που παράγονται και διατίθενται» πρέπει καταρχάς να ληφθεί ως 6άση ότι «hergestellt» ισοδυναμεί στην καθημερινή γλώσσα με το «erzeugt» ( 1 ). Η προσθήκη «ποσότητες λευκής ζάχαρης που διατίθενται» καθορίζει σε ποιο χρονικό σημείο γεννάται η υποχρέωση συνεισφοράς.
Το χρονικό αυτό σημείο δεν ασκεί εντούτοις καμία επίδραση στην επιστροφή των εξόδων αποθεματοποίησης. Πράγματι, αν η λευκή ζάχαρη, όπως εν προκειμένω, διαλυθεί απλώς με νερό, χορηγείται στον παραγωγό κατόπιν αιτήσεως επιστροφή για το αραιό διάλυμα που έχει έτσι παρασκευαστεί. Αν τέλος, το αραιό διάλυμα διατεθεί κατόπιν πωλήσεως ή περαιτέρω επεξεργασίας σε ιμδερτοποιημένη ζάχαρη, δεν πρέπει να επιβληθεί πρόσθετη συνεισφορά.
Συνεπώς, στο πρώτο οκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Στο δεύτερο οκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Ο προσδιορισμός κατ' όγκο της λευκής ζάχαρης, για την οποία επιβάλλεται συνεισφορά, αποτελεί καθαρά διοικητικό πρόβλημα, το οποίο δεν θίγει τη γένεση της υποχρέωσης συνεισφοράς. Διαφορετικά, θα έπρεπε να μη λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα αποθεματοποίησης ή διάθεσης στο εμπόριο της λευκής ζάχαρης, επειδή δεν ασκεί καμία επίδραση στην υπαγωγή στο κοινό δασμολόγιο.
Στο τρίτο σκέΑος του τρίτου ερωτήματος πρέπει επίσης να δοθεί αρνητική απάντηση. Οι δισταγμοί του παραπέμποντος δικαστηρίου θα δικαιολογούνταν μόνο αν υπήρχαν προϊόντα που θα συνιστούσαν υποχρέωση συνεισφοράς, και που πριν ή μετά από την είσπραξη της συνεισφοράς ακόμα και αν αποθεματοποιούνταν δεν θα μπορούσαν ποτέ να δικαιολογήσουν απόδοση. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, επειδή τόσο το αραιό διάλυμα που παρασκευάζεται από λευκή ζάχαρη, για την οποία υφίσταται υποχρέωση συνεισφοράς, όσο και το βασικό είδος-κρυστάλλινη μάζα δικαιολογούν επιστροφή σε περίπτωση αποθεματοποίησης. Το γεγονός ότι το βασικό είδος-κρυστάλλινη μάζα δεν μπορεί πράγματι να αποθεματο-ποιηθεί δεν θίγει τη νόμιμη δυνατότητα καταβολής επιστροφής ως προς αυτό.
Συνεπώς, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση :
«Κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3396/78 και κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 1358/77 θεωρείται ότι η ζάχαρη έχει παραχθεί («erzeugt» ή «hergestellt») εφόσον κατά τη διαδικασία παραγωγής λαμβάνεται για πρώτη φορά προϊόν που ως προς την ουσία του είναι ζάχαρη κατά την έννοια του κοινού δασμολογίου. Αυτό ισχύει και όταν η ζάχαρη αυτή μεταποιείται αμέσως περαιτέρω σε διαφορετικά προϊόντα από τα προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου και έτσι συνιστά για τον παραγωγό μόνο ενδιάμεσο προϊόν. Η δυνατότητα αποθεματοποίησης και διάθεσης στο εμπόριο της ζάχαρης που παράγεται και μεταποιείται περαιτέρω όπως και η μέθοδος, με την οποία προσδιορίζεται η ποσότητα αυτής της ζάχαρης, δεν έχουν μεγάλη σημασία. Η είσππραξη της συνεισφοράς εξόδων αποθεματοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 δεν προϋποθέτει ότι πρέπει να υφίσταται απαίτηση επιστροφής εξόδων αποθεματοποίησης για ένα και το αυτό προϊόν που δημιουργεί υποχρέωση συνεισφοράς.»
γ)
Η Επιτροπή αναλύει ότι από τη σχέση των εννοιών της «παραγόμενης ζάχαρης» («erzeugt» ( 2 )) κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, των κανονισμών 3330/74 και του όρου «ποσότητες λευκής ζάχαρης που παράγονται (hergestellt) και διατίθενται» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 1358/77 συνάγεται ότι για «erzeugt» ή «hergestellt» ( 2 ) ζάχαρη πρέπει να καταβάλλεται συνεισφορά η οποία, εντούτοις, καθίσταται απαιτητή μόνο όταν οι εκάστοτε ποσότητες λευκής ζάχαρης που παρήχθησαν έχουν διατεθεί.
Το τρίτο σκέλος νου τρίτου ερωτήματος σημαίνει ότι πρέπει να καταβάλλεται συνεισφορά ακόμη και για ενδιάμεσα προϊόντα που προκύπτουν μόνο προσωρινά κατά τη διάρκεια συνεχούς διαδικασίας παραγωγής, εφόσον πρόκειται για λευκή ζάχαρη, αυτή όμως η συνεισφορά καθίσταται απαιτητή μόνο από το χρονικό σημείο της διάθεσης του προϊόντος ή του τελικού προϊόντος ή από το χρονικό σημείο που συντρέχει μία από τις πλασματικές περιπτώσεις διάθεσης του άρθρου 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1998/78.
Συνεπώς, στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Ενδιάμεσο προϊόν που προκύπτει μόνο κατά τη διάρκεια συνεχούς διαδικασίας παραγωγής υπάγεται στον όρο της παραγόμενης ζάχαρης κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Σεπτεμβρίου 1974, εφόσον ως προς αυτό το ενδιάμεσο προϊόν πρόκειται για λευκή ζάχαρη κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του προαναφερόμενου κανονισμού. Η υποχρέωση συνεισφοράς για το τελικό προϊόν γεννάται, εντούτοις, μόνο από το χρονικό σημείο της διάθεσης του σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1977 σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978.»
Εν προκειμένω, δεν έχει σημασία, κατά την άποψη της Επιτροπής, το «αν ένα τέτοιο ενδιάμεσο προϊόν μπορεί να προσδιοριστεί άμεσα κατά όγκο, να αποθηκευτεί στη φυσική του κατάσταση και να διατεθεί στο εμπόριο»(δεύτερο οκελος τρίτου ερωτήματος).
Ο κατά όγκο προσδιορισμός του ενδιάμεσου προϊόντος δεν είναι απαραίτητος, επειδή για τον υπολογισμό της συνεισφοράς αρκεί ο κατά όγκο προσδιορισμός του τελικού προϊόντος. Αυτό συνάγεται, ιδίως, από τα άρθρα 5 έως 7, 13, 15 και 16 του κανονισμού 1998/78.
Ούτε η δυνατότητα αποθεματοποίησης έχει αποφασιστική σημασία, επειδή ενδεχόμενα μέρη υδατοκρυστάλλων που μειώνουν τη δυνατότητα αποθεματοποίησης είναι χωρίς σημασία για το χαρακτηρισμό της ζάχαρης ως λευκής ζάχαρης σύμφωνα με τον ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 3330/74. Η διάταξη αυτή καθορίζει τη λευκή ζάχαρη ως
«Ζάχαρες της κλάσης 17.01 του κοινού δασμολογίου που περιέχουν σε ξηρά κατάσταση 99,5 % ή περισσότερο κατά βάρος ζαχαρόζη προσδιορισμένη κατά την πολω-σιμετρική μέθοδο.»
Τέλος, δεν έχει σημασία η δυνατότητα διάθεσης στην αγορά του ενδιάμεσου προϊόντος' πράγματι αρκεί για την υποχρέωση συνεισφοράς και για τη γένεση της οφειλής της συνεισφοράς ότι ένα από τα ενδιάμεσα προϊόντα ή το τελικό προϊόν μπορεί να διατεθεί κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1998/78. Συνεπώς, στο δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
Στο τρίτο οκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει, μεταβάλλοντας ελαφρά τη διατύπωση του, να δο9εί η καταφατική απάντηση ότι υποχρέωση συνεισφοράς μπορεί να γεννηθεί μόνο για προϊόντα για τα οποία μπορεί να καταβληθεί απόδοση κατά τις διάφορες φάσεις και μορφές παραγωγής τους μέχρι το χρονικό σημείο της διάθεσης τους ή της συνδρομής μιας από τις πλασματικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1998/78.
Αυτό συνάγεται από τη συστηματική ρύθμιση της αντιστάθμισης εξόδων αποθεματοποίησης, η φορολογική ουδετερότητα της οποίας επιτυγχάνεται ακριβώς με το να χορηγείται επιστροφή εξόδων αποθεματοποίησης μόνο για προϊόντα, για τα οποία μπορεί να εισπραχθεί συνεισφορά μετά τη διάθεση τους και, αντιθέτως, επιβάλλεται συνεισφορά μόνο για προϊόντα, για τα οποία μπορεί να χορηγηθεί απόδοση εξόδων αποθεματοποίησης πριν από τη διάθεση τους.
Συνεπώς, στο τρίτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Η είσπραξη της συνεισφοράς εξόδων αποθεματοποίησης για παραγόμενη ζάχαρη σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 προϋποθέτει ότι η εν λόγω ζάχαρη μπορεί να διατεθεί κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 3358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977 σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978 και για τη διάθεση της οποίας σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 μπορεί να καταβληθεί επιστροφή εξόδων αποθεματοποίησης.»
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984 η Zuckerfabrik Franken GmbH, εκπροσωπούμενη από τον V. Schiller, δικηγόρο Κολωνίας, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο J. Grunwald, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Η Zuckerfabrik Franken διευκρίνισε κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης ότι δεν αντιτίθεται προς αυτή καθαυτή τη συνεισφορά των εξόδων αποθεματοποίησης, αλλά απλώς και μόνο στον καθορισμό του χρονικού σημείου κατά το οποίο μπορεί να εισπραχθεί η συνεισφορά για τη ζάχαρη που έχει παραχθεί. Κατά την άποψη της, η υποχρέωση προς συνεισφορά γεννάται μόνο όταν διατίθεται το σιρόπι ιμβερτο-ποιημένης ζάχαρης που λαμβάνεται μετά από επεξεργασία του αραιού διαλύματος.
Η Επιτροπή διόρθωσε τις γραπτές της παρατηρήσεις υπό την έννοια ότι εξομοιώνει το αραιό διάλυμα με προϊόν της κλάσης 17.02 του κοινού δασμολογίου και όχι της κλάσης 17.01, επί της οποίας εφαρμόζεται προς το παρόν το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78. Από αυτό συνάγεται ότι η υποχρέωση προς συνεισφορά γεννάται από το χρονικό σημείο της επεξεργασίας των ενδιάμεσων προϊόντων σε αραιό διάλυμα και όχι μόνο από το σημείο που διατίθεται το παραπάνω προϊόν ή το τελικό προϊόν.
Κατά συνέπεια πρέπει να απαλειφθεί η τελευταία περίοδος της απαντήσεως που προτείνεται στο ερώτημα 3, στοιχείο α).
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 1984.
Σκεπτικό
1
Με διάταξη της 13ης Μαΐου 1983 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Ιουνίου 1983, όπως τροποποιήθηκε από τη διάταξη της 2ας Φεβρουαρίου 1984 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Φεβρουαρίου 1984, το Finanzgericht του Μονάχου υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ισχύ του άρθρου 12, παράγραφος 1, εδάφιο 2, στοιχείο δ), του κανονισμού 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του συστήματος αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποιήσεως στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/022, σ. 152), καθώς και περί της ερμηνείας των διατάξεων του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 134), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1396/78 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 191), και των διατάξεων του κανονισμού 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977, περί καθορισμού γενικών κανόνων αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποιήσεως στον τομέα της ζάχαρης και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 750/68 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 161).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Hauptzollamt του Würzburg και της εταιρείας Zuckerfabrik Franken GmbH, Ochsenfurt. Η εταιρεία αυτή παρήγαγε κατά τα έτη 1978 και 1979, μεταξύ άλλων, ιμβερτοποιημένη ζάχαρη (διάκριση 17.02 Δ II του κοινού δασμολογίου), της οποίας η πρώτη ύλη είναι κρυσταλλική ζάχαρη που εμφανίζεται ως ενδιάμεσο προϊόν στη διαδικασία παραγωγής λευκής ζάχαρης. Η κρυσταλλική ζάχαρη που έχει την ονομασία «βασικό είδος κρυσταλλικής μάζας» (κλάση 17.01 του κοινού Δασμολογίου) προκύπτει από φυγοκέντριση του μητρικού σιροπίου από το κρυσταλλικό μίγμα που λαμβάνεται με κρυσταλλοποίηση του παχύρευστου χυμού και κατά την ίδια μέθοδο παραγωγής διαλύεται συνεχώς με νερό για να παραχθεί σιρόπι. Το σιρόπι αυτό που ονομάζεται «αραιό διάλυμα» (Kläre), (διάκριση 17.02 Δ II του κοινού δασμολογίου) αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας για την παραγωγή ιμβερτοποιημένης ζάχαρης, είτε αμέσως είτε αφού εν τω μεταξύ αποθεματο-ποιηθεί.
3
Με αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου και της 7ης και 16ης Δεκεμβρίου 1979 το Hauptzollamt του Würzburg ζήτησε από την Zuckerfabrik Franken GmbH, δυνάμει των κοινοτικών διατάξεων περί αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποίησης στον τομέα της ζάχαρης, την καταβολή συνεισφορών για τη ζάχαρη που παρήχθη το 1978 και 1979. Η βάση υπολογισμού των ποσών που καθορίστηκαν με τον τρόπο αυτό περιελάμβανε το βασικό είδος κρυσταλλικής μάζας. Με την προσφυγή της ενώπιον του Finanzgericht, η Zuckerfabrik Franken GmbH αποβλέπει αντίστοιχα στην ακύρωση και τροποποίηση των παραπάνω αποφάσεων που περιλαμβάνουν το τελευταίο αυτό προϊόν στη βάση υπολογισμού.
Επί του συστήματος αντιστάθμισης των εξόδων αποθεματοποίησης στον τομέα της ζάχαρης
4
Το σύστημα αντιστάθμισης των εξόδων αποθεματοποίησης στον τομέα της ζάχαρης βρίσκει νομικό έρεισμα στο άρθρο 8 του κανονισμού 3330/74, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1396/78 του Συμβουλίου, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Κατά το γράμμα της παραγράφου 1, εδάφιο 1, της διατάξεως αυτής, τα έξοδα αποθεματοποίησης της λευκής ζάχαρης, της ακατέργαστης ζάχαρης και των σιροπιων που λαμβάνονται πριν από την παραγωγή ζάχαρης σε στερεά κατάσταση αποδίδονται από τα κράτη μέλη κατ' αποκοπή.
5
Για τη χρηματοδότηση των επιστροφών τα κράτη μέλη επιβάλλουν συνεισφορές, το ύψος των οποίων καθορίζεται κατά τρόπο ώστε το ποσό τους να ισούται με το ποσό των επιστροφών, στους παραγωγούς, εισαγωγείς και στα διυλιστήρια ζάχαρης. Ως προς τους ζαχαροβιομήχανους, το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), ορίζει ότι τα κράτη μέλη εισπράττουν κατά περίπτωση τη συνεισφορά ανά μονάδα βάρους παραγόμενης ζάχαρης ή ανά μονάδα βάρους σιροπιών που παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση.
6
Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του παραπάνω κανονισμού το Συμβούλιο θεσπίζει τους γενικούς κανόνες για την εφαρμογή του άρθρου αυτού, ενώ η Επιτροπή θεσπίζει τις εκτελεστικές διατάξεις σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
7
Με τον παραπάνω κανονισμό 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977, θεσπίστηκαν οι γενικοί κανόνες αντιστάθμισης των εξόδων αποθεματοποίησης στον τομέα της ζάχαρης. Κατά το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού «το κράτος μέλος εισπράττει τη συνεισφορά από κάθε ζαχα-ροβιομήχανο για τις ποσότητες λευκής ή ακατέργαστης ζάχαρης και σιροπιών, που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, υπό α), του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3330/74, που παράγονται και διατίθενται στο πλαίσιο της μεγίστης ποσοστώσεως του».
8
Εξάλλου, οι λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος αντιστάθμισης θεσπίστηκαν με τον παραπάνω κανονισμό 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978. Κατά το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού «ο όρος “σιρόπια που λαμβάνονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση” εννοεί τα σιρόπια εκείνα τα οποία εμπίπτουν στη διάκριση 17.02 Δ II του κοινού δασμολογίου και τα οποία αργότερα μεταποιούνται σε ζάχαρη σε στερεά κατάσταση υπό τελωνειακό έλεγχο ή υπό διοικητικό έλεγχο, παρουσιάζοντας ισοδύναμες εγγυήσεις και τα οποία αποθηκεύονται σε ειδικά δοχεία χωριστά από τις εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την παραγωγή ζάχαρης».
9
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού ορίζει ότι για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, εδάφιο τρίτο, υπό α), του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3330/74, η συνεισφορά οφείλεται τη στιγμή της διαθέσεως τους. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής διευκρινίζει ότι προς υπολογισμό των σχετικών ποσών της συνεισφοράς και εφόσον αυτή δεν οφείλεται ήδη, ως διάθεση θεωρείται μεταξύ άλλων (στοιχείο δ), «η μεταποίηση, από το βιομήχανο, της ζάχαρης και των σιροπιών σε προϊόντα άλλα από εκείνα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου».
10
Κρίνοντας ότι η απόφαση του εξαρτιόταν από ζητήματα σχετικά με την ισχύ και την ερμηνεία των παραπάνω κοινοτικών διατάξεων, το Finanzgericht του Μονάχου ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Ισχύει το άρθρο 12, παράγραφος 1, εδάφιο 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78 ενόψει της εξουσιοδότησης του άρθρου 8, παράγραφος 3, εδάφιο 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 στην οποία στηρίζεται, καθώς και του άρθρου 6, παράγραφος 4, εδάφιο 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1358/77, καθόσον ορίζεται στο στοιχείο δ) ότι η μεταποίηση, από το βιομήχανο, της ζάχαρης σε προϊόντα άλλα από εκείνα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου θεωρείται ως διάθεση;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 1 :
Πώς πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος “σιρόπια που παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση” κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχεία α), ενόψει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1998/78;
Εμπίπτει στις διατάξεις αυτές η ζάχαρη η οποία κατά τη διαδικασία παραγωγής διαλύεται με προσθήκη νερού πριν από την παρασκευή ιμβερτο-ποιημένης ζάχαρης;
3.
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα 2:
Πώς πρέπει να ερμηνευθούν οι όροι “παραγόμενη ζάχαρη ”κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), περίπτωση 1, του κανονισμού (EOK) 3330/74, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (EOΚ) 1396/78 και “ποσότητες λευκής ζάχαρης που παράγονται και διατίθενται” του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1358/77;
α)
Υπάγεται επίσης στις διατάξεις αυτές το ενδιάμεσο προϊόν που προκύπτει μόνο προσωρινά στα πλαίσια συνεχούς διαδικασίας παραγωγής;
6)
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 3 α):
'Εχει, εξάλλου, σημασία αν ένα τέτοιο ενδιάμεσο προϊόν μπορεί να προσδιοριστεί άμεσα κατά όγκο, να αποθηκευτεί στη φυσική του κατάσταση και να διατεθεί στο εμπόριο ;
γ)
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα 3 6):
Αποτελεί προϋπόθεση για την είσπραξη συνεισφοράς εξόδων αποθεματοποίησης κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 το ότι το ίδιο προϊόν με τα ίδια χαρακτηριστικά γεννά απαίτηση επιστροφής εξόδων αποθεματοποίησης;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
11
Το πρώτο ερώτημα αφορά κατ' ουσία το ζήτημα αν το άρθρο 12, παράγραφος 1, εδάφιο 2, του κανονισμού 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου του 1978, έχει ισχύ κατά το μέτρο που ορίζει στο στοιχείο δ) ότι η μεταποίηση από το βιομήχανο της ζάχαρης και των άλλων σιροπιων σε προϊόντα άλλα από εκείνα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου θεωρείται ως διάθεση.
12
Κατά την προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, η επίδικη διάταξη είναι ανίσχυρη, διότη συνιστά υπέρβαση του πλαισίου της ανωτέρας βαθμίδας ρυθμίσεως του Συμβουλίου. Η ρύθμιση αυτή δεν θέλει να πλήττει η συνεισφορά για έξοδα αποθεματοποιήσεως παρά μόνο τη ζάχαρη που έχει διατεθεί καθώς επίσης και τα σιρόπια που παράγονται πριν από ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση. Κατά συνέπεια, η έννοια της διαθέσεως συνεπάγεται τη μεταβίβαση του προϊόντος σε τρίτο, ενώ αποκλείεται η επεξεργασία του μέσα στο ίδιο το πλαίσιο της διαδικασίας παραγωγής.
13
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού 3330/74, το Συμβούλιο έχει την αρμοδιότητα να θεσπίζει τους γενικούς κανόνες για την εφαρμογή του άρθρου αυτού, ενώ στην αρμοδιότητα της Επιτροπής εμπίπτει η θέσπιση των εκτελεστικών διατάξεων. Η διάταξη αυτή πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι, καθόσον αφορά την αρμοδιότητά της, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη 6ασική ρύθμιση, αρκεί μόνο να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου.
14
Η Επιτροπή στη συγκεκριμένη περίπτωση τήρησε πλήρως αυτή την κατανομή αρμοδιοτήτων. Πράγματι, το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου περιορίζεται αφενός να απαριθμήσει τα πρόσωπα που υποχρεούνται στη συνειφορά, δηλαδή τους ζαχαροβιομήχανους, τους εισαγωγείς και τα διυλιστήρια ζαχάρεως και, αφετέρου, να καθορίσει τη μονάδα βάσεως για τον υπολογισμό του ποσού της συνεισφοράς, δηλαδή το βάρος των εν λόγω προϊόντων. Ως προς τον εκτελεστικό κανονισμό 1358/77 του Συμβουλίου, αυτός έχει ως αντικείμενο να διευκρινίσει ότι η συνεισφορά δεν μπορεί να καταβληθεί από τους ζαχαροβιομήχανους παρά μόνο κατά τη διάθεση της ζαχάρεως ή των σιροπιών που έχουν παραχθεί. Κανένας από αυτούς τους κανονισμούς δεν δίνει ακριβή ορισμό της εννοίας της διαθέσεως ως γενεσιουργού λόγου της υποχρεώσεως προς καταβολή της συνεισφοράς.
15
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή ορθώς διευκρίνισε την παραπάνω έννοια με την επίδικη διάταξη, στη ρύθμιση που αφορούσε τις λεπτομέρειες εκτελέσεως του συστήματος αντισταθμίσεως. Αν ληφθεί υπόψη ο στόχος του συστήματος αυτού, οποίος είναι να εξασφαλιστεί το ότι η συνεισφορά εισπράττεται για όλα τα προϊόντα που αναφέρονται στη βασική ρύθμιση, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι συμπεριέλαβε στην έννοια της πραγματικής διαθέσεως των προϊόντων ορισμένους γενεσιουργούς λόγους που επιφέρουν ισοδύναμο αποτέλεσμα σε σχέση με το σύστημα αντισταθμίσεως, στη συγκεκριμένη περίπτωση τη μεταποίηση της ζάχαρης ή των σιροπιών σε προϊόντα που δεν υπάγονται στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου και επιπλέον δεν υπόκεινται στη συνεισφορά.
16
Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του ερωτήματος αυτού δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 12, παράγραφος 1, εδάφιο δεύτερο, του κανονισμού 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978, κατά το μέτρο που ορίζει στο στοιχείο δ) ότι η μεταποίηση, από το βιομήχανο, της ζάχαρης σε προϊόντα διαφορετικά από τα προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου, θεωρείται ως διάθεση.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
17
Το δεύτερο ερώτημα αφορά κατ' ουσία το ζήτημα αν ο όρος «σιρόπια που παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση», κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης τα σιρόπια τα οποία κατά τη διαδικασία παραγωγής παράγονται από ζάχαρη που έχει διαλυθεί με προσθήκη νερού, ως πρώτο στάδιο, για να παρασκευαστεί ιμβερτοποιημένη ζάχαρη.
18
Από το ίδιο το σύστημα αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποίησης για τη ζάχαρη συνάγεται ότι η επίδικη διάταξη αφορά την περίπτωση διαθέσεως στη φυσική τους κατάσταση σιροπιών που μπορούν να μεταποιηθούν σε ζάχαρη σε στερεά κατάσταση. Αφού σε περίπτωση τέτοιας μεταποίησης η συνεισφορά δεν εισπράττεται παρά μόνο κατά το χρονικό σημείο της διαθέσεως του τελικού προϊόντος, η παραπάνω διάταξη αποβλέπει στο να εξασφαλίσει ότι ακόμη και σε περίπτωση που δεν θα υπάρχει τέτοια μεταγενέστερη μεταποίηση, το σιρόπι θα εξακολουθεί να υπόκειται στη συνεισφορά.
19
Η διάταξη αυτή δεν αφορά πάντως την περίπτωση σιροπιών που παράγονται από ζάχαρη σε στερεά κατάσταση, με διάλυση της μέσα σε νερό, ανεξάρτητα από το ζήτημα αν τα σιρόπια αυτά προορίζονται για την παραγωγή ιμβερτο-ποιημένης ζάχαρης, διότι, σ' αυτή την περίπτωση, το σιρόπι πράγματι παράγεται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση.
20
Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος «σιρόπια που παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση», κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, εδάφιο τρίτο, στοιχείο α), του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1974, έχει την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τα σιρόπια που κατά τη διαδικασία παραγωγής παράγονται από ζάχαρη που έχει διαλυθεί με προσθήκη νερού, ως πρώτο στάδιο, για να παραχθεί ιμβερτοποιημένη ζάχαρη.
Επί του τρίτου ερωτήματος
21
Το τρίτο ερώτημα αφορά κατ' ουσία το ζήτημα αν οι όροι «παραγόμενη ζάχαρη» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, και «ποσότητες λευκής ζάχαρης που παράγονται και διατίθενται», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977, έχουν την έννοια ότι αφορούν επίσης ενδιάμεσο προϊόν που εμφανίζεται μόνο προσωρινά στα πλαίσια συνεχούς διαδικασίας παραγωγής, ακόμη και αν το προϊόν αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί ποσοτικά, να αποθηκευτεί και να διατεθεί στο εμπόριο στην κατάσταση που βρίσκεται, και ανεξάρτητα από το ζήτημα αν το προϊόν αυτό μπορεί, στην ίδια κατάσταση, να γεννήσει δικαίωμα επιστροφής των εξόδων αποθεματοποίησης.
22
Επ' αυτού, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη θεωρεί ότι αυτή καθαυτή η έννοια της παραγόμενης ζάχαρης δεν αφορά παρά ένα τελικό προϊόν σε στερεά κατάσταση, ενώ αποκλείει τα ενδιάμεσα προϊόντα που εμφανίζονται μόνο προσωρινά στο πλαίσιο συνεχούς διαδικασίας παραγωγής. Η δικαιολογία είναι ότι ένα τέτοιο προϊόν που δεν μπορεί να ζυγιστεί, να αποθεματοποιηθεί και να διατεθεί στην αγορά δεν βαρύνει πραγματικά την αγορά της ζάχαρης. Επιπλέον από την αρχή της δημοσιονομικής ουδετερότητας του συστήματος αντισταθμίσεως συνάγεται ότι μόνο η ζάχαρη για την οποία επιστρέφονται τα έξοδα αποθεματοποίησης μπορεί να υπόκειται στη συνεισφορά που αποτελεί την αντιπαροχή της.
23
Αντίθετα, το Hauptzollamt και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η ζάχαρη πρέπει να θεωρηθεί ως προϊόν από το χρονικό σημείο που, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παραγωγής, ένα προϊόν που περιέχει ζάχαρη κατά την έννοια του κοινού δασμολογίου προσλαμβάνει υλική μορφή, είτε πρόκειται για τελικό προϊόν είτε όχι και είτε μπορεί να αποθεματοποιηθεί και να διατεθεί στο εμπόριο είτε όχι. Εξάλλου, δεν έχει σημασία αν ένα τέτοιο προϊόν μπορεί να καθοριστεί ποσοτικά, αρκεί ότι το τελικό προϊόν μπορεί να ζυγιστεί. Τέλος, η δημοσιονομική ουδετερότητα του συστήματος αντισταθμίσεως εξασφαλίζεται κατά το μέτρο που για το προϊόν που υπόκειται στη συνεισφορά μπορεί να γίνει επιστροφή των εξόδων αποθεματοποίησης κατά τα διάφορα στάδια της παραγωγής που προηγούνται από τη διάθεση του.
24
Πρέπει, πρώτον, να γίνει δεκτό ότι οι παραπάνω διατάξεις δεν υποβάλλουν την καταβολή της συνεισφοράς από τους βιομηχανους ζάχαρης σε κανένα άλλο όρο εκτός από τον όρο ότι η εν λόγω ζάχαρη, στη συγκεκριμένη περίπτωση η λευκή ζάχαρη, έχει παραχθεί και διατεθεί, εξυπακούεται δε ότι η έννοια της διαθέσεως περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1998/78 της Επιτροπής.
25
Τα συμπληρωματικά κριτήρια που αναφέρονται από το παραπέμπον δικαστήριο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη υπό το φως του πνεύματος και του σκοπού του συστήματος αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποίησης. Πράγματι, όπως έχει ήδη λεχθεί, το σύστημα αυτό τείνει να εξασφαλίσει το ότι η συνεισφορά εισπράττεται για όλα τα προϊόντα που περιέχουν ζάχαρη κατά την έννοια της σχετικής δασμολογικής κλάσης. Κατά συνέπεια, δεν έχει σημασία αν ένα προϊόν που περιέχει ζάχαρη κατά την έννοια του κοινού δασμολογίου συνιστά ή όχι τελικό προϊόν ή ενδιάμεσο προϊόν και αν μπορεί ή όχι να αποθεματοποιηθεί ή να διατεθεί στο εμπόριο. Για τον ίδιο λόγο δεν είναι δυνατό να απαιτηθεί να καθορίζεται ποσοτικά στην κατάσταση που βρίσκεται το προϊόν του οποίου η διάθεση γεννά την υποχρέωση καταβολής της συνεισφοράς, όταν η ποσότητα αυτή μπορεί να υπολογιστεί βάσει του παραγώγου προϊόντος.
26
Πρέπει να τονιστεί εξάλλου ότι η δημοσιονομική ουδετερότητα, αρχή που αποτελεί τη βάση του συστήματος αντιστάθμισης, επιτυγχάνεται ακριβώς από το γεγονός ότι η επιστροφή των εξόδων αποθεματοποίησης δεν επιτρέπεται παρά μόνο για τα προϊόντα για τα οποία μπορεί να εισπραχθεί συνεισφορά ύστερα από τη διάθεση τους και, αντίστροφα, από το γεγονός ότι δεν εισπράττεται συ-νειφορά παρά μόνο για τα προϊόντα για τα οποία μπορεί να γίνει επιστροφή των εξόδων αποθεματοποίησης, χωρίς να είναι αναγκαίο το εν λόγω προϊόν να αποτελεί πράγματι αντικείμενο τέτοιας επιστροφής. Η αρχή αυτή ικανοποιείται όταν για τα προϊόντα που υπόκεινται στη συνεισφορά μπορεί να γίνει επιστροφή των εξόδων αποθεματοποίησης σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, που μπορεί να είναι διαφορετικό από το στάδιο κατά το οποίο έχει εισπραχθεί η συνεισφορά.
27
Για τους λόγους αυτούς, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι όροι «παραγόμενη ζάχαρη» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, και «ποσότητες λευκής ζάχαρης που παράγονται και διατίθενται», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977, έχουν την έννοια ότι αφορούν επίσης ενδιάμεσο προϊόν που εμφανίζεται μόνο προσωρινά στα πλαίσια συνεχούς διαδικασίας παραγωγής, ακόμη και αν το προϊόν αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί ποσοτικά, να αποθηκευτεί και να διατεθεί στο εμπόριο στην κατάσταση που βρίσκεται, και ανεξάρτητα από το ζήτημα αν το προϊόν αυτό μπορεί, στην ίδια κατάσταση, να γεννήσει δικαίωμα επιστροφής των εξόδων αποθεματοποίησης.
Επί των δικαστικών εξόδων
28
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Finanzgericht του Μονάχου με τις διατάξεις της 13ης Μαΐου 1983 και της 2ας Φεβρουαρίου 1984 αποφασίζει:
1)
Από την εξέταση του τεθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 12, παράγραφος 1, εδάφιο δεύτερο, του κανονισμού 1998/78 της Επιτροπής, της 18ης Αυγούστου 1978, κατά το μέτρο που ορίζει στο στοιχείο δ) ότι η μεταποίηση, από το βιομήχανο, της ζάχαρης σε προϊόντα διαφορετικά από τα προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 17.01 του κοινού δασμολογίου, θεωρείται ως διάθεση.
2)
Ο όρος «σιρόπια που παράγονται πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και διατίθενται στη φυσική τους κατάσταση», κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, εδάφιο τρίτο, στοιχείο α), του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, έχει την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τα σιρόπια που κατά τη διαδικασία παραγωγής παράγονται από ζάχαρη που έχει διαλυθεί με προσθήκη νερού ως πρώτο στάδιο, για να παραχθεί ιμβερτοποιημένη ζάχαρη.
3)
Οι όροι «παραγόμενη ζάχαρη», κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α), του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, και «ποσότητες λευκής ζάχαρης που παράγονται και διατίθενται», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977, έχουν την έννοια ότι αφορούν επίσης ενδιάμεσο προϊόν που εμφανίζεται μόνο προσωρινά στα πλαίσια συνεχούς διαδικασίας παραγωγής, ακόμη και αν το προϊόν αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί ποσοτικά, να αποθηκευτεί και να διατεθεί στο εμπόριο στην κατάσταση που βρίσκεται, και ανεξάρτητα από το ζήτημα αν το προϊόν αυτό μπορεί, στην ίδχα κατάσταση, να γεννήσει δικαίωμα επιστροφής των εξόδων αποθεματοποίησης.
Galmot
Everling
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Μαίου 1984.
Κατ' εντολή
του γραμματέα
Η. Α. Rühi
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
( 1 ) Σημείωση του μεταφραστή: στην ελληνική έκδοση του κανονισμού και οι δυο όροι αποδίδονται με το «παράγονται».
( 2 ) Σημείωση του μεταφαστή: στην ελληνική έκδοση του κανονισμού και οι δύο όροι αποδίδονται με το «παραγόμενη».
Full & Egal Universal Law Academy