Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων — Συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ δύο ομάδων επιχειρηματιών οι οποίες συνέρχονται στα πλαίσια οργανισμού δημοσίου δικαίου
( Συνθήκη EOK , άρθρο 85 )
2 . Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Βλάβη του ανταγωνισμού — Κριτήρια εκτιμήσεως — Συμφωνία περί καθορισμού κατώτατης τιμής η οποία καθίσταται υποχρεωτική από τη δημόσια αρχή — Συμφωνία που έχει ως αντικείμενο τη νόθευση του ανταγωνισμού
( Συνθήκη EOK , άρθρο 85 , παράγραφος 1 )
3 . Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών — Συμφωνία περί καθορισμού κατώτατης τιμής πωλήσεως ημιτελικού προϊόντος
( Συνθήκη EOK , άρθρο 85 , παράγραφος 1 )
Περίληψη
1 . Το άρθρο 85 της Συνθήκης εφαρμόζεται σε συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και σε αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων . Το νομικό πλαίσιο στο οποίο συνάπτονται αυτές οι συμφωνίες και λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις , καθώς και ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνεται στο πλαίσιο αυτό από τις διά φορες εθνικές έννομες τάξεις , δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού . Επομένως , οι διεπαγγελματικές συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ δύο ομάδων επιχειρηματιών πρέπει να θεωρούνται ως συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων υπό την έννοια του άρθρου 85 , ακόμα και όταν οι ομάδες αυτές συνέρχονται στα πλαίσια οργανισμού , ο οποίος , κατά την εθνική νομολογία , αποτελεί οργανισμό δημοσίου δικαίου .
2 . Για την εφαρμογή του άρθρου 85 , παράγραφος 1 , της Συνθήκης , παρέλκει η εξέταση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων της συμφωνίας , όταν αυτή έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό , την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού . Από την ίδια όμως τη φύση της , μια συμφωνία που καθορίζει κατώτατη τιμή για ένα προϊόν και έχει υποβληθεί στις δημόσιες αρχές για να επικυρώσουν την κατώτατη αυτή τιμή , ώστε η τελευταία να καταστεί υποχρεωτική για το σύνολο των επιχειρηματιών που μετέχουν στη σχετική αγορά , έχει ως αντικείμενο τη νόθευση του ανταγωνισμού στην αγορά αυτή .
3 . O καθορισμός σε κράτος μέλος κατώτατης τιμής πωλήσεως ενός ημιτελικού προϊόντος είναι ικανός να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών , όταν το προϊόν αυτό αποτελεί την πρώτη ύλη άλλου προϊόντος , το οποίο διατίθεται στο εμπόριο σε άλλο μέρος της Κοινότητας , ανεξάρτητα από το αν το τελικό αυτό προϊόν φέρει ονομασία προελεύσεως .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 123/83
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de grande instance του Saintes προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , με την οποία το εν λόγω δικαστήριο ζητεί , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ
Bureau national interprofessionnel du cognac
και
Guy Clair ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης EOK στον καθορισμό , με διεπαγγελματική συμφωνία που συνάπτεται στα πλαίσια του BNIC ( Bureau national interprofessionel du cognac ), της τιμής των αποσταγμάτων κονιάκ
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983 , που περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους , το tribunal de grande instance του Saintes ( Γαλλία ) υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 85 της Συνθήκης EOK .
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο αγωγής που άσκησε το Bureau national interprofessionnel du cognac ( στο εξής : το BNIC ), με έδρα το cognac , κατά του Guy Clair , διευθυντή των Etablissements Clair et Cie , εμπόρου στην Brie-sous-Matha , με αίτημα την ακύρωση των συμβάσεων αγοράς αποσταγμάτων , τις οποίες ο δεύτερος είχε συνάψει σε τιμές κατώτερες από εκείνες που είχαν καθοριστεί όπως ιστορείται κατωτέρω .
3 Όπως προκύπτει από την παραπεμπτική απόφαση και το φάκελο της υπόθεσης , το BNIC είναι διεπαγγελματική οργάνωση στον τομέα των αποσταγμάτων κονιάκ και ιδρύθηκε με υπουργική απόφαση της 5ης Ιανουαρίου 1941 . Οι πόροι του BNIC εξασφαλίζονται με επιβαρύνσεις παραπλήσιας φύσεως προς τη φορολογική . Σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Γεωργίας της 18ης Φεβρουαρίου 1975 , ( JORF , 26 Φεβρουαρίου 1975 ), που ίσχυε κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών :
Στο BNIC μετέχουν :
α ) δύο πρόσωπα , από τα οποία το ένα εκπροσωπεί τους αμπελουργούς και το άλλο τους εμπόρους της περιοχής , της οποίας τα όρια καθορίζονται από το διάταγμα της 1ης Μα ΐου 1909·
β)βάσει καταλόγων που καταρτίζουν οι ενδιαφερόμενες επαγγελματικές οργανώσεις :
— δεκαεννέα εκπρόσωποι των αμπελουργών και των συνεταιρισμών αποστάξεως·
— δεκαεννέα εκπρόσωποι των εμπόρων και των επαγγελματιών αποστακτών·
—ένας εκπρόσωπος της συνδικαλιστικής οργάνωσης παραγωγών ενισχυμένων οίνων·
—ένας εκπρόσωπος των παραγωγών οίνου Pineau της Charente·
—ένας εκπρόσωπος των μεσιτών·
—ένας εκπρόσωπος των συναφών βιομηχανιών·
—ένας εκπρόσωπος των ανωτέρων και των τεχνικών στελεχών ( εμπόριο ) ·
—ένας εκπρόσωπος των εργαζομένων στις οιναποθήκες της περιοχής του Cognac·
—ένας τεχνικός αμπελουργίας·
—ένας εργάτης αμπελουργός .
Πρόσωπα που ασκούν το επάγγελμα του εμπόρου , του μεσίτη , του αποστάκτη ή άλλο συναφές επάγγελμα δεν μπορούν να εκπροσωπούν τους παραγωγούς και αντιστρόφως .
Τα μέλη του bureau διορίζονται για τρία έτη με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας . H θητεία τους μπορεί να ανανεωθεί .
Παρίστανται στις συνεδριάσεις του bureau και μπορούν να μετάσχουν στις συζητήσεις με συμβουλευτική ψήφο :
— οι διευθυντές γεωργίας και οι διευθυντές εφοριών των νομών Charente και Charente-Maritime·
— ο επικεφαλής επιθεωρητής της υπηρεσίας καταστολής της απάτης·
—οι δημόσιοι υπάλληλοι που είναι επιφορτισμένοι με τον οικονομικό έλεγχο του bureau .
Επιπλέον , από τον Υπουργό διορίζονται ένας πρόεδρος και ένας κυβερνητικός επίτροπος .
4 Σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου 75-600 της 10ης Ιουλίου 1975 , περί γεωργικής διεπαγγελματικής οργανώσεως , όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το νόμο 80-502 της 4ης Ιουλίου 1980 , το BNIC μπορεί να υποβάλει αίτηση για να υπαχθεί σε ορισμένες ευεργετικές διατάξεις του νόμου αυτού .
5 Σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό του BNIC , όπως ίσχυε κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν το αντικείμενο της κύριας δίκης , τα μέλη του κατατάσσονται σε δύο ομάδες , στην ομάδα των εμπόρων και σ’ αυτή των αμπελουργών . Οι ομάδες αυτές , αφού καθορίσουν , με εσωτερικές διαπραγματεύσεις η καθεμιά και με ειδική πλειοψηφία , τη θέση τους , μπορούν να συνάψουν συμφωνία , η οποία , σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο 75-600 της 10ης Ιουλίου 1975 , μπορεί να αποβλέπει στην προαγωγή : της γνώσης της προσφοράς και της ζήτησης , της προσαρμογής και ρύθμισης της προσφοράς , της εφαρμογής , υπό τον έλεγχο του κράτους , των κανόνων διαθέσεως στο εμπόριο , των τιμών και των όρων πληρωμής , της ποιότητας των προϊόντων , των διεπαγγελματικών σχέσεων στον οικείο τομέα και την προώθηση του προϊόντος στην εσωτερική και εξωτερική αγορά .
6 Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 5 , σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του ίδιου νόμου , η συναφθείσα συμφωνία μπορεί , μετά από αίτηση της ολομέλειας του BNIC να « επεκταθεί » με υπουργική απόφαση . Αποτέλεσμα αυτής της επέκτασης είναι η υποχρεωτική ισχύς της συμφωνίας για όλους τους επαγγελματίες που απαρτίζουν τη διεπαγγελματική αυτή οργάνωση .
7 Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ανωτέρω εθνικού νόμου , οι συμβάσεις προμήθειας εμπορευμάτων μεταξύ ιδιωτών , οι οποίες αντιβαίνουν στις διατάξεις συμφωνίας , που συνήφθη και επεκτάθηκε κατά τον τρόπο αυτό , είναι αυτοδικαίως άκυρες και η ενδιαφερόμενη διεπαγγελματική οργάνωση έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής και την αποκατάσταση της ζημίας που ενδεχομένως υπέστη .
8 Το BNIC , κατ’ εφαρμογή των διατάξεων και της διαδικασίας που αναφέρεται ανωτέρω , υιοθέτησε ομόφωνα , στις 7 Νοεμβρίου 1980 , ένα κείμενο με τίτλο « Διεπαγγελματική συμφωνία ως προς τις τιμές των αποσταξίμων λευκών οίνων και των αποσταγμάτων κονιάκ » . Το κείμενο αυτό , που όριζε ότι η ισχύς του εκτείνεται σε ολόκληρο το έδαφος της μητροπολιτικής Γαλλίας , καθόριζε κατώτατη τιμή των οίνων που προορίζονται για απόσταξη , την τιμή των αποσταγμάτων που είχαν παραχθεί το 1980 και παλαιότερα , καθώς και κατώτατη τιμή για το κονιάκ . Προέβλεπε την ακυρότητα όλων των συμβάσεων που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεών του , καθώς και τις κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 4 του προαναφερθέντος νόμου της 10ης Ιουλίου 1975 . Υπογράφηκε από τους εκπροσώπους των δύο ομάδων στη συνέλευση του BNIC και από το διευθυντή του , επεκτάθηκε δε , υπό την ανωτέρω έννοια , με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας της 27ης Νοεμβρίου 1980 .
9 Επειδή ο Clair αγόρασε από διάφορους αμπελουργούς αποστάγματα κονιάκ σε τιμές κατώτερες από εκείνες που καθορίζονται με την απόφαση αυτή , το BNIC τον ενήγαγε ενώπιον του tribunal de grande instance του Saintes ζητώντας την ακύρωση των εν λόγω συμβάσεων .
10 O Clair , εναγόμενος στην κύρια δίκη , αμφισβήτησε το βάσιμο αυτής της αιτήσεως ακυρώσεως , ισχυριζόμενος ότι στηρίζεται σε συμφωνία αντίθετη προς τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης . Το BNIC υποστήριξε , αφενός , ότι στο κονιάκ δεν έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις της Συνθήκης και , αφετέρου , ότι η υπουργική απόφαση , για παράβαση της οποίας είχε εναγάγει τον Clair , είναι πράξη διοικητική , το κύρος της οποίας δεν μπορούν να ελέγξουν τακτικά τα πολιτικά δικαστήρια .
11 Το tribunal de grande instance του Saintes θεώρησε ως δεδομένο ότι τα αποστάγματα κονιάκ είναι βιομηχανικά προϊόντα και , κατά συνέπεια , εμπίπτουν κατ’ αρχήν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης EOK . Το εθνικό δικαστήριο έκρινε επίσης ότι , μολονότι το BNIC έχει οιονεί διοικητικό χαρακτήρα και η απόφαση επεκτάσεως της 27ης Νοεμβρίου 1980 αποτελεί διοικητική πράξη , εντούτοις οι εκπρόσωποι των δύο ομάδων στον οργανισμό αυτό συνήψαν και υπέγραψαν την εν λόγω συμφωνία χωρίς καμία παρέμβαση του κυβερνητικού επιτρόπου παρά τω BNIC , και ότι η συμφωνία αυτή διακρίνεται από την απόφαση επεκτάσεως , έστω και αν συνάπτεται παρουσία του προέδρου του BNIC , ο οποίος δεν διαθέτει κανονιστική εξουσία .
12 Βάσει των στοιχείων αυτών , το tribunal de grande instance του Saintes , με απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983 , ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα , με τα οποία ερωτάται :
« 1 ) αν η συνάθροιση , στα πλαίσια του Bureau national interprofessionnel du cognac , της ομάδας των αμπελουργών και της ομάδας των εμπόρων μπορεί να θεωρηθεί ως ένωση επιχειρήσεων , δεδομένου ότι τη συμφωνία που συνήψαν υπέγραψε και ο πρόεδρος του Bureau national interprofessionnel du cognac·
2)αν ο καθορισμός , μεταξύ της ομάδας των αμπελουργών και της ομάδας των εμπόρων , κατώτατης τιμής πωλήσεως των αποσταγμάτων πρέπει να θεωρηθεί ως εναρμονισμένη πρακτική·
3)αν ο καθορισμός κατώτατης τιμής πωλήσεως των αποσταγμάτων μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και αν έχει ως αποτέλεσμα ή ως αντικείμενο την παρεμπόδιση , τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού μέσα στην κοινή αγορά , ενώ τα αποστάγματα , τα οποία αφορά η συμφωνία της 7ης Νοεμβρίου 1980 , ανταποκρίνονται στην ελεγχόμενη ονομασία προελεύσεως cognac , λαμβανομένης υπόψη της φύσεως του κονιάκ , αποστάγματος σταφυλής , το οποίο πίνεται σχεδόν αποκλειστικά άκρατο » .
Επί του πρώτου ερωτήματος
13 Με το πρώτο ερώτημα , το εθνικό δικαστήριο ερωτά , στην ουσία , αν η συμφωνία που υπογράφεται στα πλαίσια οργανισμού όπως ο ανωτέρω και κατά την περιγραφείσα διαδικασία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 , παράγραφος 1 , της Συνθήκης και , ειδικότερα , αν η συμφωνία που συνάπτουν οι δύο ομάδες των αμπελουργών και των εμπόρων αποτελεί συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων .
14 Το BNIC υποστηρίζει καταρχάς ότι δεν χρειαζόταν να τεθεί το ερώτημα αν τα αποστάγματα κονιάκ αποτελούν γεωργικά ή βιομηχανικά προϊόντα από πλευράς Συνθήκης EOK . Εν πάση περιπτώσει , το άρθρο 85 της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή , διότι το κονιάκ εμφανίζει μεγάλη οικονομική σημασία για τους γεωργούς της οικείας περιοχής . Πράγματι , από την τιμή των αποσταγμάτων κονιάκ εξαρτάται άμεσα το εισόδημα 63 000 αμπελουργών . Από το 1973 όμως , οι αμπελουργοί της Charente είναι κατάχρεοι . Επιπλέον , πρέπει να αντιμετωπίσουν διαρθρωτική ανισοσκέλεια μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως . Υπό τις περιστάσεις αυτές , ο καθορισμός κατώτατης τιμής για τα αποστάγματα κονιάκ αποσκοπεί στην εξασφάλιση ελάχιστου εισοδήματος στους γεωργούς της Charente .
15 Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί . Πράγματι , όπως προκύπτει από το παράρτημα II της Συνθήκης ( ex 22.09 ), τα αποστάγματα εξαιρούνται ρητά από την κατηγορία των γεωργικών προϊόντων . Κατά συνέπεια , πρέπει να θεωρούνται βιομηχανικά προϊόντα , ο χαρακτηρισμός δε αυτός δεν είναι δυνατό να τεθεί υπό αμφισβήτηση λόγω της οικονομικής σημασίας που μπορεί να έχουν τα προϊόντα αυτά για τους γεωργούς της εν λόγω περιοχής .
16 Το BNIC υποστηρίζει ότι η συμφωνία μεταξύ των δύο ομάδων δεν συνάπτεται με πρωτοβουλία των επιχειρήσεων , αλλά στα πλαίσια του BNIC και κατά τη διαδικασία που προβλέπει ο εσωτερικός κανονισμός του οργανισμού αυτού , ο οποίος , κατά τη νομολογία των γαλλικών διοικητικών δικαστηρίων , αποτελεί οργανισμό δημοσίου δικαίου , λαμβανομένων υπόψη του τρόπου ιδρύσεώς του , της χρηματοδοτήσεώς του , της οργανώσεώς του , της λειτουργίας του , του διορισμού των μελών του , καθώς και του ότι του έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες δημόσιας υπηρεσίας . Κατά συνέπεια , η δραστηριότητά του δεν εμπίπτει στο άρθρο 85 της Συνθήκης .
17 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό . Το άρθρο 85 εφαρμόζεται , σύμφωνα με το γράμμα του , σε συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και σε αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων . Όπως παρατήρησαν ορθώς ο εναγόμενος της κύριας δίκης και η Επιτροπή , το νομικό πλαίσιο στο οποίο συνάπτονται αυτές οι συμφωνίες και λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις , καθώς και ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνεται στο πλαίσιο αυτό , από τις διάφορες εθνικές έννομες τάξεις , δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού και , ιδίως , του άρθρου 85 της Συνθήκης .
18 Το BNIC παρατηρεί ότι όλα τα μέλη της συνελεύσεώς του εν ολομελεία , που διαπραγματεύθηκαν και συνήψαν τη συμφωνία που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης , έχουν διοριστεί από τον Υπουργό Γεωργίας . Επομένως , δεν εκπροσωπούν τις διάφορες επαγγελματικές οργανώσεις από τις οποίες προέρχονται , η συμφωνία δε που συνήψαν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμφωνία μεταξύ ενώσεων επιχειρήσεων .
19 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό . Το άρθρο 85 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά τη συμφωνία αυτή , δεδομένου ότι οι σχετικές μ’ αυτή διαπραγματεύσεις και η σύναψή της έγιναν από πρόσωπα τα οποία , μολονότι διορίστηκαν από τη δημόσια αρχή , είχαν προταθεί για διορισμό από τις άμεσα ενδιαφερόμενες επαγγελματικές οργανώσεις — εκτός από δύο που διορίστηκαν απευθείας από τον υπουργό — και τα οποία , επομένως , πρέπει στην πραγματικότητα να θεωρηθούν ότι εκπροσωπούσαν τις οργανώσεις αυτές κατά τη διαπραγμάτευση και σύναψη της εν λόγω συμφωνίας .
20 Πρέπει να προστεθεί ότι οι συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ δύο ομάδων επιχειρηματιών , όπως οι δύο ομάδες των αμπελουργών και των εμπόρων , πρέπει να θεωρούνται ως συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων . Το γεγονός ότι οι ομάδες αυτές συνέρχονται στα πλαίσια οργανισμού όπως το BNIC , δεν εμποδίζει την υπαγωγή της συμφωνίας τους στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης .
21 Το BNIC ισχυρίζεται , εξάλλου , ότι τα αποτελέσματα των συμφωνιών οι οποίες υπογράφονται στα πλαίσιά του δεν είναι υποχρεωτικά και ότι ο ρόλος του είναι καθαρά συμβουλευτικός έναντι των κεντρικών δημοσίων αρχών , οι οποίες , αυτές και μόνο , μπορούν να καταστήσουν , με υπουργική απόφαση , υποχρεωτικές τις εν λόγω συμφωνίες .
22 Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι , για την εφαρμογή του άρθρου 85 , παράγραφος 1 , παρέλκει η εξέταση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων της συμφωνίας , όταν αυτή έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό , την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού . Από την ίδια όμως τη φύση της , μια συμφωνία που καθορίζει κατώτατη τιμή για ένα προϊόν και έχει υποβληθεί στις δημόσιες αρχές για να επικυρώσουν την κατώτατη αυτή τιμή , ώστε η τελευταία να καταστεί υποχρεωτική για το σύνολο των επι χειρηματιών που μετέχουν στη σχετική αγορά , έχει ως αντικείμενο τη νόθευση του ανταγωνισμού στην αγορά αυτή .
23 Το γεγονός ότι μεσολαβεί πράξη της δημόσιας αρχής , σκοπός της οποίας είναι να προσδώσει υποχρεωτική ενέργεια στη συμφωνία αυτή έναντι του συνόλου των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών , έστω κι αν αυτοί δεν μετέχουν στη συμφωνία , δεν μπορεί να συντελέσει στην εξαίρεση της συμφωνίας αυτής από την εφαρμογή του άρθρου 85 , παράγραφος 1 , όπως τονίζουν ορθώς ο εναγόμενος της κύριας δίκης και η Επιτροπή .
24 Τέλος , το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το γεγονός ότι η διεπαγγελματική συμφωνία , συναπτόμενη κατά τον τρόπο αυτό , υπογράφεται από τον πρόεδρο του Bureau national interprofessionnel du cognac , ασκεί επιρροή στο νομικό χαρακτηρισμό της εν λόγω συμφωνίας από πλευράς άρθρου 85 της Συνθήκης .
25 Το γεγονός ότι ο πρόεδρος ή ο διευθυντής οργανισμού , στα πλαίσια του οποίου συνάπτεται συμφωνία που έχει ως αντικείμενο την παρεμπόδιση του ελεύθερου ανταγωνισμού , υπογράφει , χωρίς αυτό να προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία , τη συμφωνία αυτή , δεν επηρεάζει τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 85 , παράγραφος 1 , της Συνθήκης στη συμφωνία αυτή .
26 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διεπαγγελματικές συμφωνίες καθορισμού κατώτατης τιμής προϊόντος , όπως τα αποστάγματα κονιάκ , οι οποίες συνάπτονται μεταξύ δύο ομάδων επιχειρηματιών , στα πλαίσια και κατά τη διαδικασία ενός οργανισμού όπως το BNIC , εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 , παράγραφος 1 , της Συνθήκης .
Επί του δευτέρου ερωτήματος
27 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά , εξάλλου , αν ο καθορισμός κατώτατων τιμών πωλήσεως αποσταγμάτων πρέπει να θεωρηθεί ως εναρμονισμένη πρακτική υπό την έννοια του άρθρου 85 . Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα , παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο .
Επί του τρίτου ερωτήματος
28 Από τη δικογραφία και τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το ζήτημα που τέθηκε με το τρίτο ερώτημα αφορά ουσιαστικά τον καθορισμό των τιμών του αποστάγματος που χρησιμοποιείται για την παρασκευή κονιάκ , ενός ημιτελικού , δηλαδή , προϊόντος , το οποίο κανονικά δεν διατίθεται έξω από την περιοχή του Cognac . Το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν ο καθορισμός κατώτατης τιμής πωλήσεως για το προϊόν αυτό μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού , λαμβανομένου υπόψη ότι το τελικό προϊόν , το κονιάκ , φέρει ονομασία προελεύσεως .
29 Θα πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι όλες οι συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού με τον καθορισμό κατώτατων τιμών πωλήσεως ενός ημιτελικού προϊόντος , είναι ικανές να επηρεάσουν το διακοινοτικό εμπόριο , έστω και αν το ημιτελικό αυτό προϊόν δεν αποτελεί , το ίδιο , αντικείμενο εμπορίας μεταξύ των κρατών μελών , όταν το προϊόν αυτό αποτελεί την πρώτη ύλη άλλου προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο σε άλλο μέρος της Κοινότητας . Το γεγονός ότι το τελικό προϊόν φέρει ονομασία προελεύσεως δεν ασκεί επιρροή .
30 Συνεπώς στο τρίτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι ο καθορισμός κατώτατης τιμής πωλήσεως ενός ημιτελικού προϊόντος είναι ικανός να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών , όταν το προϊόν αυτό αποτελεί την πρώτη ύλη άλλου προϊόντος , το οποίο διατίθεται στο εμπόριο σε άλλο μέρος της Κοινότητας , ανεξάρτητα από το αν το τελικό αυτό προϊόν φέρει ονομασία προελεύσεως .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το tribunal de grande instance του Saintes , με απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983 , αποφαίνεται ότι :
1 ) Οι διεπαγγελματικές συμφωνίες καθορισμού κατώτατης τιμής προϊόντος , όπως τα αποστάγματα κονιάκ , οι οποίες συνάπτονται μεταξύ δύο ομάδων επιχειρηματιών , στα πλαίσια και κατά τη διαδικασία ενός οργανισμού όπως το BNIC , εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 , παράγραφος 1 , της Συνθήκης .
2 ) O καθορισμός κατώτατης τιμής πωλήσεως ενός ημιτελικού προϊόντος είναι ικανός να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών , όταν το προϊόν αυτό αποτελεί την πρώτη ύλη άλλου προϊόντος , το οποίο διατίθεται στο εμπόριο σε άλλο μέρος της Κοινότητας , ανεξάρτητα από το αν το τελικό αυτό προϊόν φέρει ονομασία προελεύσεως .
Full & Egal Universal Law Academy