Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ευρωπαικές Κοινότητες — Κοινοτικά όργανα — Υποχρεώσεις — Τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου — Έκταση — Πληροφορίες παρεχόμενες από ιδιώτες — Τήρηση της ανωνυμίας του πληροφοριοδότη — Όροι
( Συνθήκη EOK , άρθρο 214 )
2 . Αγωγή αποζημιώσεως — Παραγραφή — Αντιτάξιμο — Όρια
( Συνθήκη EOK , άρθρα 178 και 215 , δεύτερη παράγραφος· Οργανισμός του Δικαστηρίου EOK , άρθρο 43 )
Περίληψη
1 . Καίτοι το άρθρο 214 της Συνθήκης EOK — που προβλέπει την υποχρέωση για τα μέλη και τους υπαλλήλους των οργάνων της Κοινότητας « να μην μεταδίδουν πληροφορίες που αποτελούν εκ φύσεως επαγγελματικά απόρρητα , ιδίως πληροφορίες σχετικές με επιχειρήσεις που αφορούν τις εμπορικές τους σχέσεις και τα κοστολογικά τους στοιχεία » — αφορά κυρίως τις πληροφορίες που συλλέγονται από επιχειρήσεις , η λέξη « κυρίως » δείχνει ότι πρόκειται για γενική αρχή η οποία έχει επίσης εφαρμογή σε πληροφορίες που παρέχουν φυσικά πρόσωπα , αν οι πληροφορίες αυτές είναι « εκ φύσεως » εμπιστευτικές . Αυτό ιδίως ισχύει στην περίπτωση των πληροφοριών που παρέχονται εντελώς οικειοθελώς , με την παράκληση όμως εμπιστευτικότητας προκειμένου να προστατευτεί η ανωνυμία του πληροφοριοδότη . Το κοινοτικό όργανο που δέχεται να λάβει τις πληροφορίες αυτές υποχρεούται να τηρήσει τον όρο αυτό .
2 . Το άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου κατά το οποίο « αξιώσεις κατά της Κοινότητας στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος » , πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η παραγραφή δεν μπορεί να αντιταχθεί στο θύμα της ζημίας που δεν μπόρεσε να λάβει έγκαιρα γνώση του γενεσιουργού γεγονότος της ζημίας αυτής και κατ’ αυτό τον τρόπο δεν διέθετε εύλογη προθεσμία για να ασκήσει την αγωγή του ή να υποβάλει την αίτησή του πριν από την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 145/83 ,
Stanley George Adams , εκπροσωπούμενος από τους D . Vaughan , Q . C ., και C . Prout , Barrister , Middle Temple , Λονδίνο , κατόπιν παραγγελίας του Denton Hall , Burgin και Warrens , Solicitors , με τόπο επιδόσεως στο Λουξεμβούργο το γραφείο του δικηγόρου P . Berna , 16 A , boulevard de la Foire ,
ενάγων ,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενης από τον N . Koch , νομικό σύμβουλο και την K . Banks , μέλος της νομικής της υπηρεσίας , επικουρούμενους από τον J . Lever , Q . C ., Gray’s Inn , Λονδίνο , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ . Κρεμλή , μέλος της νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
εναγομένης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο διαδικασία κατά τα άρθρα 178 και 215 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EOK ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιουλίου 1983 , ο Stanley George Adams άσκησε , δυνάμει των άρθρων 178 και 215 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EOK , αγωγή με την οποία ζητεί αποκατάσταση , από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , της ζημίας που φρονεί ότι υπέστη , λόγω παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων της Επιτροπής ή υπαλλήλων της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και που είχαν κυρίως ως συνέπεια τη σύλληψη , την κράτηση και την καταδίκη του ενάγοντα στην Ελβετία .
2 Οι πράξεις ή οι παραλείψεις , που ο ενάγων θεωρεί ότι αποτελούν την αιτία της προβαλλόμενης ζημίας , είναι ειδικότερα οι εξής :
— η κατ’ επανάληψη φανέρωση , κατά παράβαση της υποχρέωσης τηρήσεως του απορρήτου , πληροφοριών και εγγράφων που επέτρεψαν να προσδιοριστεί ο ενάγων ως η πηγή των πληροφοριών που είχαν ως συνέπεια να επιβάλει η Επιτροπή πρόστιμο στην ελβετική εταιρία Hoffmann-La Roche , πρώην εργοδότη του , για ορισμένες μεθόδους αντίθετες προς τον ανταγωνισμό·
— το γεγονός ότι δεν πληροφόρησε τον ενάγοντα για τη δυνατότητα που είχε να προσφύγει ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με την ποινική διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του από τις ελβετικές αρχές λόγω των δραστηριοτήτων του ως πληροφοριοδότη της Επιτροπής .
Με το απαντητικό του υπόμνημα ο ενάγων αιτιάται εξάλλου την Επιτροπή ότι δεν τον προειδοποίησε για τους κινδύνους που διέτρεχε , αν επέστρεφε στην Ελβετία .
3 Σε συμφωνία με τους διαδίκους , το Δικαστήριο αποφάσισε σε πρώτο στάδιο να περιορίσει τη διαδικασία στα ζητήματα της ύπαρξης ευθύνης και της ενδεχόμενης εκπρόθεσμης παραγραφής της προβαλλόμενης με την αγωγή αξίωσης .
Το ιστορικό της διαφοράς
4 O ενάγων , ο οποίος κατά την υπό κρίση περίοδο ήταν υπάλληλος της ελβετικής εταιρίας Hoffmann-La Roche & Co . AG ( στο εξής : Roche ), Βασιλεία , έστειλε στις 25 Φεβρουαρίου 1973 επιστολή στο μέλος της Επιτροπής που ήταν αρμόδιο επί θεμάτων ανταγωνισμού , με την οποία κατήγγειλε ορισμένες μεθόδους της Roche αντίθετες προς τον ανταγωνισμό . Στην επιστολή αυτή , που φέρει την ένδειξη « προσωπική και εμπιστευτική » , ο ενάγων διευκρίνιζε ότι εργαζόταν ακόμα στη Roche , αλλά σχεδίαζε να αποχωρήσει από την εταιρία αυτή τον Ιούλιο του ιδίου έτους και να ιδρύσει δική του επιχείρηση κρέατος στην Ιταλία , κοντά στη Ρώμη . O ενάγων έκλεινε την επιστολή του ως εξής :
« Σας ζητώ να μεριμνήσετε ώστε το όνομά μου να μη μνημονευτεί στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής . Πάντως , παραμένω πλήρως στη διάθεσή σας για να σας παράσχω άλλες πληροφορίες καθώς και έγγραφα σχετικά με κάθε ζήτημα που προκαλεί η παρούσα επιστολή . Εξάλλου , είμαι διατεθειμένος να συζητήσω κάθε σημείο με τους συνεργάτες σας ή με εσάς τον ίδιο σε οποιαδήποτε στιγμή και , αν χρειαστεί , είμαι διατεθειμένος για το σκοπό αυτό να πάρω το αεροπλάνο για το Βέλγιο ή τη Ρώμη . Επιπλέον , όταν θα έχω αποχωρήσει από τη Roche κατά τον Ιούλιο 1973 , θα είμαι μάλιστα διατεθειμένος να εμφανιστώ ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου για να καταθέσω ενόρκως για την ακρίβεια των ισχυρισμών μου . Ελπίζω να με πληροφορήσετε σύντομα πώς θα μπορούσα να σας είμαι ακόμη χρήσιμος ... » .
5 Εν συνεχεία της από 26 Μαρτίου 1973 απαντητικής επιστολής του Schlieder , ο οποίος ήταν τότε γενικός διευθυντής στη γενική διεύθυνση ανταγωνισμού ( ΓΔ IV ) της Επιτροπής , ο ενάγων είχε στις 9 Απριλίου 1973 συζήτηση με δύο υπαλλήλους της Επιτροπής , τους Carisi και Rihoux , στις Βρυξέλλες . Κατά τη συνάντηση αυτή , ο ενάγων έδωσε στην Επιτροπή ορισμένες συμπληρωματικές πληροφορίες ως προς τις δραστηριότητες της Roche . Εξάλλου , τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 1973 , ο ενάγων έστειλε στην Επιτροπή φωτοτυπίες μεγάλου αριθμού εσωτερικών εγγράφων της Roche , μεταξύ άλλων δεκατέσσερα υπηρεσιακά σημειώματα σχετικά με τη διαχείριση ( « Management Informations » ) καθώς και μια επιστολή προς τους διευθυντές της Roche από τον πρόεδρο της εταιρίας αυτής .
6 Με επιστολή της 21ης Ιουλίου 1973 , ο ενάγων επισήμανε στην Επιτροπή ότι θα παρέμενε στη Roche μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 1973 . O ενάγων αποχώρησε πράγματι από τη Roche την 31η Οκτωβρίου 1973 και , την 1η Απριλίου 1974 , εγκαταστάθηκε μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του στην Ιταλία .
7 Εν συνεχεία , η Επιτροπή διενέργησε έρευνα επί των δραστηριοτήτων της Roche στους τομείς που της περιέγραψε ο ενάγων . Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής , υπάλληλοι της Επιτροπής , μεταξύ των οποίων οι Rihoux και Pappalardo , μετέβησαν στα γραφεία των θυγατρικών της Roche στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες , στις 22 και 29 Οκτωβρίου 1974 , και προσπάθησαν να λάβουν φωτοτυπίες των εγγράφων που είχε παραδώσει στην Επιτροπή ο ενάγων . Επειδή οι εκπρόσωποι της Roche αρνήθηκαν ότι είχαν γνώση των εγγράφων αυτών , οι υπάλληλοι της Επιτροπής παρέδωσαν τελικά ρετουσαρισμένες φωτοτυπίες των εν λόγω « Management Informations » και της επιστολής του προέδρου προς τους διευθυντές της Roche , αφού κάλυψαν ορισμένες ενδείξεις ή χειρόγραφες σημειώσεις που κατά τη γνώμη τους μπορούσαν ακριβώς να αποκαλύψουν την πηγή των φωτοτυπημένων εγγράφων . Αντ’ αυτών , οι υπάλληλοι της Επιτροπής έλαβαν τη διαβεβαίωση ότι τα έγγραφα ήταν γνήσια .
8 Στις 9 Ιουνίου 1976 , η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 76/642 , περί διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( OJ L 223 , σ . 27 ). Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εταιρία Roche προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της στο χονδρεμπόριο βιταμινών και της επέβαλε πρόστιμο 300 000 λογιστικών μονάδων . H απόφαση επικυρώθηκε ως προς τα ουσιώδη σημεία με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 1979 ( Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής , 85/76 , [ 1979 ] ECR 461 ).
9 Εν τω μεταξύ , στις 8 Νοεμβρίου 1974 , ένας ελβετός δικηγόρος , ο Alder , ενεργώντας για λογαριασμό της Roche , προσήλθε στην Επιτροπή για να πληροφορηθεί πώς τα προαναφερθέντα έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή της . O Alder δήλωσε τότε ότι αν η Επιτροπή έδινε τις πληροφορίες για την ταυτότητα του πληροφοριοδότη , η Roche θα ήταν διατεθειμένη να παράσχει τα αναγκαία στοιχεία για την έρευνα της Επιτροπής και , επιπλέον , να μην υποβάλει μήνυση κατά του πληροφοριοδότη , πράγμα που διαφορετικά θα έκανε βάσει του άρθρου 273 του ελβετικού ποινικού κώδικα περί οικονομικής κατασκοπείας διά φανερώσεως επιχειρηματικών στοιχείων . Κατά την Επιτροπή , οι υπάλληλοι που έλαβαν μέρος στη συζήτηση τελικά « δέχτηκαν να εξετάσουν την περίπτωση να πληροφορήσουν τον κ . Alder αν το πρόσωπο που είχε διαβιβάσει τα έγγραφα ήταν υπάλληλος της Roche » . Πάντως , όταν ο Schlieder πληροφορήθηκε την πρόταση του Alder , δήλωσε ότι σε καμιά περίπτωση η Επιτροπή δεν θα μετέβαλλε τη γενική πρακτική της που συνίσταται στο να μην αποκαλύπτει την ταυτότητα των πληροφοριοδοτών της . Κατά συνέπεια , στις 6 Δεκεμβρίου 1974 , ο Alder πληροφορήθηκε ότι η Επιτροπή δεν επιθυμούσε να συζητήσει την προέλευση των εγγράφων που είχε στην κατοχή της .
10 Με επιστολή της 18ης Δεκεμβρίου 1974 που απηύθυνε στην Εισαγγελία της Βέρνης , ο Alder υπέβαλε μήνυση για λογαριασμό της Roche κατ’ αγνώστου για οικονομική κατασκοπεία , κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 273 του ελβετικού ποινικού κώδικα . Βασιζόμενος κυρίως στις φωτοτυπίες των εγγράφων που παρέδωσαν οι υπάλληλοι της Επιτροπής στους υπαλλήλους της Roche τον Οκτώβριο του 1974 , ο Alder συνήγαγε το συμπέρασμα ότι ο ενάγων ήταν ο κυριότερος ύποπτος .
11 Την 31η Δεκεμβρίου 1974 , ο ενάγων , που επέστρεφε από την Ιταλία μαζί με την οικογένειά του , συνελήφθη από τις ελβετικές αρχές , ενώ διέβαινε τα σύνορα . Από την έκθεση που συνέταξε η αστυνομία προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων που διεξήχθησαν την 31η Δεκεμβρίου 1974 και την 1η Ιανουαρίου 1975 , ο ενάγων παραδέχτηκε ότι ήταν ο πληροφοριοδότης της Επιτροπής και ότι ήταν « πολύ πιθανό » να είχε δώσει στην Επιτροπή τα εν λόγω έγγραφα . Την 1η Ιανουαρίου απαγγέλθηκε κατηγορία κατά του ενάγοντος για οικονομική κατασκοπεία βάσει του άρθρου 273 του ελβετικού ποινικού κώδικα . Κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων που επακολούθησαν , ο ενάγων υποστήριξε ότι είχε δώσει στην Επιτροπή μόνο προφορικές πληροφορίες και ότι η έκθεση της 31ης Δεκεμβρίου 1974 και της 1ης Ιανουαρίου 1975 δεν απέδιδαν σωστά αυτά που είχε πει .
12 Κατά την προφυλάκισή του ο ενάγων τέθηκε σε απομόνωση και δεν του επιτράπηκε να επικοινωνήσει με την οικογένειά του . Στις 10 Ιανουαρίου 1975 η σύζυγός του , η οποία ανακρίθηκε επίσης από την ελβετική αστυνομία , αυτοκτόνησε . Στις 25 Ιανουαρίου , ένας υπάλληλος της Επιτροπής έλαβε ανώνυμη επιστολή που τον πληροφορούσε για τη σύλληψη του ενάγοντος και ζητούσε την παρέμβαση της Επιτροπής υπέρ αυτού .
13 Στις αρχές Φεβρουαρίου 1975 , ο Alder και ο Schlieder είχαν τηλεφωνική επικοινωνία , κατά τη διάρκεια της οποίας ο τελευταίος επιβεβαίωσε ότι ο πληροφοριοδότης της Επιτροπής ήταν ο ενάγων . Πάντως , αμφισβητείται ότι ο Schlieder επιβεβαίωσε ότι ο ενάγων ήταν ο χορηγήσας τα έγγραφα . Εν πάση περιπτώσει , στις 14 Φεβρουαρίου 1975 , ένας αξιωματικός της αστυνομίας ειδοποίησε το δικηγόρο Portmann , συνεργάτη του Bollag , ελβετού δικηγόρου τον οποίο είχε προσλάβει ο ενάγων , ότι ένας ανώτερος υπάλληλος της Επιτροπής κατονόμασε τον ενάγοντα ως χορηγήσαντα τα έγγραφα και ως πληροφοριοδότη της Επιτροπής . O Portmann πληροφόρησε αμέσως σχετικά τον ενάγοντα .
14 Την 21η Μαρτίου 1975 , ο ενάγων αποφυλακίστηκε προσωρινά έναντι εγγυήσεως 25 000 ελβετικών φράγκων , ποσό που απέδωσε στον ενάγοντα η Επιτροπή , η οποία επιπλέον πλήρωσε την αμοιβή των δικηγόρων του κατά την ποινική διαδικασία .
15 Την 1η Ιουλίου 1976 , το Strafgericht Basel-Stadt ( ποινικό δικαστήριο της πόλης της Βασιλείας ) έκρινε τον ενάγοντα ένοχο παραβάσεως , μεταξύ άλλων , του άρθρου 273 του ελβετικού ποινικού κώδικα και τον καταδίκασε ερήμην σε ένα έτος φυλάκιση με αναστολή . Από την απόφαση , που είναι συντεταγμένη στη γερμανική , προκύπτει ότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής κατά τις επισκέψεις τους στις θυγατρικές της Roche τον Οκτώβριο 1974 παρέδωσαν στους υπαλλήλους της Roche φωτοτυπίες των εγγράφων που ο ενάγων είχε δώσει στην Επιτροπή . Επιπλέον , η απόφαση σημειώνει ότι ο ενάγων παραδέχτηκε ότι είχε πληροφορήσει προφορικά τους υπαλλήλους της Επιτροπής για τις ενέργειες της Roche , οι οποίες συνιστούσαν , κατά την άποψή του , τεχνάσματα που αντιστρατεύονται τον ανταγωνισμό . Τέλος , η απόφαση αναφέρει ότι το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν ο πληροφοριοδότης της Επιτροπής προκύπτει επίσης από το τηλεφώνημα του Schlieder προς τον Alder .
16 Στις 27 Σεπτεμβρίου 1977 , το Appellationsgericht Basel-Stadt ( Εφετείο της Πόλης της Βασιλείας ) απέρριψε την έφεση του ενάγοντος . H απόφαση αυτή δέχεται ιδίως ότι κατά την επίσκεψη των υπαλλήλων της Επιτροπής στη γαλλική θυγατρική της Roche , οι υπάλληλοι επέδειξαν τα εν λόγω έγγραφα στο διευθυντή της θυγατρικής , ο οποίος έλαβε αντίγραφα . H επιστολή της 6ης Ιανουαρίου 1978 που η Επιτροπή απέστειλε στον ενάγοντα περιλαμβάνει αγγλική μετάφραση της απόφασης αυτής .
17 Τα ένδικα μέσα που άσκησε μεταγενέστερα ο ενάγων ενώπιον του Bundesgericht ( ελβετικού ομοσπονδιακού ακυρωτικού ), καθώς και η αίτηση με την οποία ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας απορρίφθηκαν εν συνεχεία .
18 Το Φεβρουάριο 1979 , ο ενάγων ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα από το δικηγόρο Bollag και ανέθεσε την υπεράσπισή του στον Diefenbacher , δικηγόρο Βέρνης . Με επιστολή της 18ης Αυγούστου 1980 , ο τελευταίος επισήμανε στην Επιτροπή ότι είχε στην κατοχή του « απόδειξη που θεμελιώνει κατά μοναδικό τρόπο την άμεση ευθύνη της Επιτροπής για την αξιολύπητη κατάσταση του κ . Adams » .
19 Τέλος , στις 28 Μα ΐου 1982 , ο ενάγων άσκησε προσφυγή κατά της Ελβετίας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων , ισχυριζόμενος ότι η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατ’ αυτού από τις ελβετικές αρχές έγινε κατά παράβαση κυρίως των άρθρων 6 και 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Προασπίσεως των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών , της 4ης Νοεμβρίου 1950 . Με απόφαση της 9ης Μα ΐου 1983 , η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη , διότι είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα .
H ενώπιον του Δικαστηρίου εξέταση μαρτύρων και του ενάγοντα
20 Κατά τη διαδικασία , το Δικαστήριο ( δεύτερο τμήμα ) προέβη στην εξέταση του ενάγοντος , του πρώην δικηγόρου του Portmann και ορισμένων πρώην ή εν ενεργεία υπαλλήλων της Επιτροπής .
21 Με την εξέταση αυτή , ο ενάγων εξήγησε κυρίως ότι με την επιστολή του της 25ης Φεβρουαρίου 1973 θέλησε να επιβάλει στην Επιτροπή υποχρέωση τηρήσεως του απορρήτου μη περιορισμένη χρονικά . Καίτοι δήλωσε με την επιστολή αυτή ότι μετά την αποχώρησή του από τη Roche θα ήταν διατεθειμένος να εμφανιστεί ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου , δεν σκέφθηκε ότι η εμφάνιση αυτή θα ήταν αναγκαία και , αν υποτεθεί ότι θα ήταν αναγκαία , θεώρησε ότι η ταυτότητά του θα μπορούσε να κρατηθεί μυστική . Εξάλλου , ο Carisi και ο Rihoux είχαν υποσχεθεί ότι το όνομα του ενάγοντος δεν θα αναφερόταν κατά την έρευνα . O ενάγων πιστεύει ότι δεν ανέφερε ρητά στους υπαλλήλους της Επιτροπής ότι τα έγγραφα που απέστειλε σ’ αυτή δεν έπρεπε να επιδειχτούν σε τρίτους , ούτε ότι ο συνδυασμός τους μπορούσε ήδη να αποκαλύψει στη Roche το τμήμα από το οποίο προέρχονταν , διότι δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι η Επιτροπή θα τα χρησιμοποιούσε εκτός των υπηρεσιών της . Ούτε επίσης ζήτησε να ενημερώνεται για την εξέλιξη της έρευνας που στρεφόταν κατά της Roche , αλλά μπορούσε η Επιτροπή να τον πληροφορήσει σχετικά , διότι με την επιστολή της 25ης Φεβρουαρίου 1973 η Επιτροπή γνώριζε ήδη το πρόγραμμά του να εγκατασταθεί στην Ιταλία , και , κατά τη συζήτηση με τους Carisi και Rihoux κατά τον Απρίλιο του 1973 , ο ενάγων διευκρίνισε ότι το πρόγραμμα αυτό θα πραγματοποιούνταν στη μικρή πόλη Latina .
22 O Schlieder κατέθεσε ιδίως ότι ήταν προφανές για την Επιτροπή ότι για να αρχίσει την έρευνα ως προς τη Roche έπρεπε εν πάση περιπτώσει να αναμείνει , μέχρις ότου ο ενάγων εγκαταλείψει την εταιρία αυτή . H ανάγκη προστασίας του μετά την αποχώρησή του δεν συζητήθηκε πάντως , διότι κανένας δεν σκέφθηκε σοβαρά τη δυνατότητα ποινικής διώξεώς του . O Schlieder δεν είχε δώσει οδηγίες για τη χρησιμοποίηση των εγγράφων που διαβίβασε ο ενάγων στην Επιτροπή . Ακόμη και κατά την επίσκεψη του Alder στις 8 Νοεμβρίου 1974 , κανένας στην Επιτροπή δεν πίστεψε στη δυνατότητα ποινικής διώξεως κατά του ενάγοντος . Επομένως , οι απειλές του Alder θεωρήθηκαν απλώς ως παγίδα για να αποσπάσει το όνομα του πληροφοριοδότη . Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή δεν έκρινε σκόπιμο να πληροφορήσει σχετικά τον ενάγοντα . Εξάλλου , από επιστολή του ενάγοντος προέκυπτε ότι είχε αποχωρήσει από τη Roche , και είχε , επομένως , εγκαταλείψει την Ελβετία για να εγκατασταθεί στην Ιταλία . Τέλος , ο Schlieder δεν θυμάται να είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον Alder στις αρχές Φεβρουαρίου 1975 , όμως , μετά τη λήψη της ανώνυμης επιστολής που τον πληροφορούσε για τη σύλληψη του ενάγοντος , ήταν σαφές ότι η Επιτροπή όφειλε να ταχθεί επισήμως αλληλέγγυος με τον ενάγοντα και να τον βοηθήσει .
23 O Rihoux κατέθεσε κυρίως ότι από την επιστολή του ενάγοντος της 25ης Φεβρουαρίου 1973 αντιλήφθηκε ότι μετά την αποχώρηση του ενάγοντος από τη Roche η Επιτροπή θα είχε τα χέρια ελεύθερα να ενεργήσει . Εξάλλου , δεν πήρε καμιά οδηγία από τους ανωτέρους του ως προς τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που έλαβε από τον ενάγοντα . Κατά τη συνάντηση της 9ης Απριλίου 1973 με τον ενάγοντα , δεν τέθηκε το ζήτημα του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών του ενάγοντος ο οποίος και δεν έδωσε πληροφορίες όσον αφορά τη μελλοντική του διεύθυνση . Τον Οκτώβριο 1974 , ο Rihoux και δύο συνάδελφοί του , μεταξύ των οποίων ο Pappalardo , επισκέφτηκαν τη θυγατρική της Roche στο Παρίσι και προσπάθησαν με όλα τα μέσα , αλλά ματαίως , να λάβουν φωτοτυπίες των εγγράφων που είχε παραδώσει ο ενάγων . Για το σκοπό αυτό , ανέγνωσαν στους εκπροσώπους της Roche αποσπάσματα των εγγράφων , χωρίς πάντως να τους τα επιδείξουν . Τότε , τέθηκε το ζήτημα αν έπρεπε να κλείσει η έρευνα , αυτό δε παρά τις συντριπτικές αποδείξεις που είχε η Επιτροπή στην κατοχή της . Επομένως , έπρεπε να σταθμιστούν καλώς τα διακυβευόμενα συμφέροντα , δηλαδή , αφενός , το δημόσιο συμφέρον , το οποίο απαιτεί επαγρύπνηση για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης , αφετέρου , το ατομικό συμφέρον , το οποίο επιβάλλει να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητα του πληροφοριοδότη . Υπέρ της μη χρησιμοποιήσεως των εγγράφων συνηγορούσε κυρίως ο τρόπος διαβιβάσεώς τους και οι ενδείξεις που περιλαμβάνονταν σ’ αυτά . Έτσι , αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθούν , και να δοθούν στη Roche , ρετουσαρισμένες φωτοτυπίες των εγγράφων , τα οποία καίτοι ανώνυμα ήταν επαρκώς πειστικά για τη συνέχιση της έρευνας . O Rihoux εξήγησε ότι κανένας στην Επιτροπή δεν σκέφτηκε να πληροφορήσει τον ενάγοντα για τις απειλές που διατύπωσε ο Alder κατά την επίσκεψή του στην Επιτροπή στις 8 Νοεμβρίου 1974 . Πράγματι , ο ενάγων εξαφανίστηκε χωρίς να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή τη διεύθυνσή του και δεν υπήρχε κανένας λόγος να πιστεύεται ότι θα επέστρεφε στην Ελβετία . Τέλος , από την πλευρά της Επιτροπής έγινε η σκέψη ότι οι απειλές του Alder ήταν απλώς « μπλόφα » .
24 O Pappalardo , που υπηρετεί στη ΓΔ IV από το Σεπτέμβριο του 1973 , πρόσθεσε στην κατάθεση του Rihoux ότι κατά την επίσκεψή του στην Επιτροπή στις 8 Νοεμβρίου 1974 ο Alder ανέλυσε το περιεχόμενο του άρθρου 273 του ελβετικού ποινικού κώδικα .
25 O Portmann κατέθεσε ότι ανέλαβε την υπεράσπιση του ενάγοντος κατόπιν εντολής του στις αρχές του 1975 . Αρχικά , οι δικηγόροι του ενάγοντος ελάμβαναν εντολές μόνο από τον ίδιο τον ενάγοντα . Αργότερα , οι δικηγόροι ελάμβαναν πληροφορίες από την Επιτροπή , αλλά δεν τέθηκε ζήτημα συγκεκριμένων οδηγιών .
H ένσταση παραγραφής
26 H Επιτροπή προβάλλει κατ’ ένσταση ότι η προβαλλόμενη με την αγωγή του ενάγοντος αξίωση έχει παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 43 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου .
27 Δεδομένου ότι η αγωγή βασίζεται επί διαφόρων περιστατικών που συνέβησαν σε διαφορετικές εποχές και των οποίων ο ενάγων έλαβε γνώση σε διαφορετικά χρονικά σημεία , δεν είναι δυνατό να κριθεί το βάσιμο της ένστασης παραγραφής , πριν εξεταστεί ποιο ή ποια από τα γεγονότα αυτά , αν υπάρχουν , είναι ικανά να θεμελιώσουν την εξωσυμβατική ευθύνη της Επιτροπής . Μόνο μετά την επίλυση του ζητήματος αυτού θα μπορέσει να προσδιοριστεί αν έχει συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή που προβλέπει το άρθρο 43 του Οργανισμού . Επομένως , πρέπει πρώτον να εξεταστούν οι λόγοι που αφορούν την ύπαρξη ευθύνης .
Επί της υπάρξεως ευθύνης
α ) Επί των παραβάσεων της υποχρέωσης τηρήσεως του απορρήτου και του καθήκοντος προειδοποιήσεως του ενάγοντος
28 O ενάγων προβάλλει ότι οι σχέσεις μεταξύ αυτού και της Επιτροπής είχαν στην πραγματικότητα εμπιστευτικό χαρακτήρα , όπως προκύπτει σαφώς , αφενός , από την πρώτη επιστολή του της 25ης Φεβρουαρίου 1973 προς την Επιτροπή , αφετέρου , από τις συνομιλίες που είχε με τους υπαλλήλους της Επιτροπής κατά τη συνάντηση της 9ης Απριλίου 1973 . Εξάλλου , η υποχρέωση τηρήσεως του απορρήτου απορρέει τόσο από τις γενικές αρχές που είναι κοινές στο δίκαιο των κρατών μελών όσο και από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στην Επιτροπή το άρθρο 214 της Συνθήκης και το άρθρο 20 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου , της 6ης Φεβρουαρίου 1962 ( EE ειδ . έκδ . 08/001 , σ . 25 ).
29 Ειδικότερα , ο ενάγων παρατηρεί ότι το γεγονός ότι ανέφερε στην επιστολή του της 25ης Φεβρουαρίου 1973 ότι ήταν έτοιμος να επιβεβαιώσει ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου την ακρίβεια της μαρτυρίας του σήμαινε ότι η ταυτότητα του πληροφοριοδότη δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί παρά μόνο από τον ίδιο , αφού η Επιτροπή θα είχε περατώσει την έρευνά της και αφού το Δικαστήριο θα είχε επιληφθεί της υποθέσεως . O ενάγων ουδέποτε δήλωσε στην Επιτροπή ότι την απαλλάσσει από την υποχρέωση αυτή της τηρήσεως του απορρήτου έναντι αυτού μετά την αποχώρησή του από τη Roche . Τέλος , η συμπεριφορά της Επιτροπής αποδεικνύει ότι θεωρούσε ότι δεσμευόταν από την υποχρέωση αυτή . Έτσι , η ίδια η Επιτροπή επανειλημμένως σκόπιμα απέφυγε να κατονομάσει τον πληροφοριοδότη της — και αυτό μέχρι τις αρχές του 1975 , οπότε αποκάλυψε ο Schlieder το όνομά του — χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ μεταγενέστερων ή προγενέστερων περιόδων από τη στιγμή κατά την οποία ο ενάγων εγκατέλειψε τη Roche .
30 Επομένως , αν η Επιτροπή είχε υποχρέωση τηρήσεως του απορρήτου έναντι του ενάγοντος , παρέβη , κατά τη γνώμη του , την υποχρέωση αυτή σε τρεις κυρίως περιπτώσεις . Πρώτον , η αποκάλυψη των φωτοτυπιών των εγγράφων στους εκπροσώπους της Roche τον Οκτώβριο 1974 επέτρεψε στη Roche να συναγάγει από αυτές ότι ο ενάγων ήταν κατά πάσα πιθανότητα η πηγή των πληροφοριών . Δεύτερον , η Επιτροπή δεν προειδοποίησε τον ενάγοντα για τους κινδύνους που αναπόφευκτα διέτρεχε αν επανερχόταν στην Ελβετία . Κατά τον ενάγοντα , η Επιτροπή είχε καθήκον να τον προειδοποιήσει σχετικά , είτε μετά την παράδοση των εγγράφων στους εκπροσώπους της Roche είτε , εν πάση περιπτώσει , μετά την πρώτη επίσκεψη του Alder στην Επιτροπή το Νοέμβριο 1974 , που επέτρεψε στην Επιτροπή να εκτιμήσει πλήρως την έκταση του κινδύνου αυτού . Σχετικά , ο ενάγων υπενθυμίζει ότι ο Alder είχε δηλώσει στους υπαλλήλους της Επιτροπής ότι η Roche εξέταζε τη δυνατότητα υποβολής μηνύσεως κατά του πληροφοριοδότη και ότι ο δικηγόρος είχε μάλιστα αναλύσει το περιεχόμενο της σχετικής διατάξεως του ελβετικού ποινικού κώδικα . Τρίτον , τέλος , το Φεβρουάριο 1975 ο Schlieder κατονόμασε τον ενάγοντα ως τον πληροφοριοδότη της Επιτροπής .
31 H Επιτροπή αμφισβητεί ότι δεσμευόταν από οποιαδήποτε υποχρέωση τηρήσεως του απορρήτου έναντι του ενάγοντος , μετά την αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του στη Roche . Σχετικά , βασίζεται κυρίως στη ρητή δήλωση του ενάγοντος , που περιλαμβάνεται στην επιστολή του της 25ης Φεβρουαρίου 1973 και σύμφωνα με την οποία μετά την αποχώρησή του από τη Roche θα ήταν έτοιμος να εμφανιστεί ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου , δηλαδή όχι μόνο ενώπιον του Δικαστηρίου , για να επιβεβαιώσει ενόρκως τις δηλώσεις του . Εξάλλου , η συμπεριφορά του ενάγοντος μετά την αποχώρησή του από τη Roche έδωσε στην Επιτροπή βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι του ήταν αδιάφορο αν αποκαλυφθεί η ταυτότητά του ως πληροφοριοδότη , δεδομένου ότι ο ενάγων δεν είχε καν γνωστοποιήσει στην Επιτροπή τη νέα του διεύθυνση . Το γεγονός ότι η Επιτροπή επανειλημμένως αρνήθηκε να αποκαλύψει την ταυτότητα του πληροφοριοδότη της δεν αποδεικνύει καθόλου ότι θεωρούσε ότι υπείχε υποχρέωση τηρήσεως του απορρήτου· η συμπεριφορά της υπαγορεύτηκε αποκλειστικά από τη γενική πρακτική της που συνίσταται στο να μην αποκαλύπτει την ταυτότητα των πληροφοριοδοτών της .
32 Εν πάση περιπτώσει , η Επιτροπή αμφισβητεί ότι παρέβη ενδεχόμενη υποχρέωση να τηρήσει μυστική την ταυτότητα του ενάγοντος . H παράδοση των φωτοτυπιών στους εκπροσώπους της Roche δεν συνιστά τέτοια παράβαση , καθόσον το γεγονός ότι η Roche κατόρθωσε να εξακριβώσει την πηγή των εγγράφων εξετάζοντας τις φωτοτυπίες ήταν εντελώς απρόβλεπτο . O ενάγων ουδέποτε ζήτησε από την Επιτροπή να μην αποκαλύψει τα έγγραφα αυτά στη Roche . Αντίθετα , συναίνεσε στο να χρησιμοποιήσει η Επιτροπή τα εν λόγω έγγραφα στο πλαίσιο της έρευνας κατά της εταιρίας αυτής . Πάντως , όταν η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να τα επιδείξει στη Roche , μερίμνησε να εξαλείψει κάθε στοιχείο που θεωρούσε ικανό να αποκαλύψει την ιδιαίτερη πηγή τους . Επιπλέον , επρόκειτο για έγγραφα που δεν εμφάνιζαν καμιά προφανή σχέση με τον ενάγοντα , ο οποίος δεν θα μπορούσε να προσδιοριστεί παρά μόνο από πρόσωπο που είχε πολύ λεπτομερή γνώση της οργάνωσης και των δραστηριοτήτων της Roche . O ενάγων ουδέποτε προειδοποίησε την Επιτροπή για παρόμοιο κίνδυνο .
33 Όσον αφορά την ενδεχόμενη ύπαρξη καθήκοντος της Επιτροπής να προειδοποιήσει τον ενάγοντα , η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τέτοιο καθήκον δεν μπορεί να συναχθεί από ενδεχόμενη υποχρέωση τηρήσεως του απορρήτου . Στην περίπτωση που πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό , η Επιτροπή προσθέτει ότι είναι αδύνατο να θεμελιωθεί κατά νόμο ότι είχε το καθήκον , μετά την επίσκεψη του Alder , να προειδοποιήσει τον ενάγοντα για τους κινδύνους που διέτρεχε αν επέστρεφε στην Ελβετία . Εξάλλου , η Επιτροπή δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι η Roche θα μπορούσε να εξακριβώσει ότι ο ενάγων ήταν ο πληροφοριοδότης . Τέλος , κατά την τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Alder , στις αρχές Φεβρουαρίου 1975 , ο Schlieder δεν αποκάλυψε τίποτε που να μην ήταν ήδη γνωστό στη Roche και στις ελβετικές αρχές , εφόσον ο ενάγων τότε είχε ήδη ομολογήσει ότι αυτός ήταν ο πληροφοριοδότης της Επιτροπής .
34 Όσον αφορά την ύπαρξη υποχρεώσεως τηρήσεως του απορρήτου , πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 214 της Συνθήκης προβλέπει την υποχρέωση , κυρίως για τα μέλη και τους υπαλλήλους των οργάνων της Κοινότητας « να μην μεταδίδουν πληροφορίες που αποτελούν εκ φύσεως επαγγελματικά απόρρητα , ιδίως πληροφορίες σχετικές με επιχειρήσεις που αφορούν τις εμπορικές τους σχέσεις και τα κοστολογικά τους στοιχεία » . Καίτοι η διάταξη αυτή αφορά κυρίως τις πληροφορίες που συλλέγονται από επιχειρήσεις , η λέξη « κυρίως » δείχνει ότι πρόκειται για γενική αρχή η οποία έχει επίσης εφαρμογή σε πληροφορίες που παρέχουν φυσικά πρόσωπα , αν οι πληροφορίες αυτές είναι « εκ φύσεως » εμπιστευτικές . Αυτό ιδίως ισχύει στην περίπτωση των πληροφοριών που παρέχονται εντελώς οικειοθελώς , με την παράκληση όμως εμπιστευτικότητας προκειμένου να προστατευτεί η ανωνυμία του πληροφοριοδότη : το κοινοτικό όργανο που δέχεται να λάβει τις πληροφορίες αυτές υποχρεούται να τηρήσει τον όρο αυτό .
35 Όσον αφορά την προκειμένη υπόθεση , προκύπτει ήδη σαφώς από την επιστολή του της 25ης Φεβρουαρίου 1973 ότι ο ενάγων ζήτησε από την Επιτροπή να μην αποκαλύψει την ταυτότητά του . Επομένως , δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η Επιτροπή υπείχε υποχρέωση έναντι του ενάγοντος να τηρήσει επί του σημείου αυτού το απόρρητο . Στην πραγματικότητα , η διαφορά που εξακολουθεί να υφίσταται μεταξύ των διαδίκων δεν αναφέρεται στην ύπαρξη της υποχρέωσης αυτής , αλλά μάλλον στο ζήτημα κατά πόσον η Επιτροπή υπείχε υποχρέωση τηρήσεως του απορρήτου μετά την αποχώρηση του ενάγοντος από την εργασία του στη Roche .
36 Σχετικά , πρέπει να υπογραμμιστεί ότι με την παράκλησή του ο ενάγων δεν έθεσε καμιά προθεσμία μετά την οποία η Επιτροπή θα αποδεσμευόταν από την υποχρέωσή της τηρήσεως του απορρήτου ως προς την ταυτότητα του πληροφοριοδότη της . Καμιά σχετική ένδειξη δεν παρέχει το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν πρόθυμος να εμφανιστεί ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου μετά την αποχώρησή του από τη Roche . H μαρ τυρία ενώπιον δικαστηρίου συνεπάγεται την επίσημη κλήτευση του μάρτυρα , την υποχρέωση γι’ αυτόν να απαντήσει στα τιθέμενα ερωτήματα και , αντιστοίχως , όλες τις δικονομικές εγγυήσεις . H προσφορά του ενάγοντος να επιβεβαιώσει , υπό τις προϋποθέσεις αυτές , την ακρίβεια των πληροφοριών του , δεν μπορεί επομένως να εκληφθεί ως γενική παραίτηση από την υποχρέωση τηρήσεως του απορρήτου που υπείχε η Επιτροπή . Ούτε και η μεταγενέστερη συμπεριφορά του ενάγοντος μπορεί να εκληφθεί υπό την έννοια αυτή .
37 Επομένως , πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή έπρεπε να κρατήσει μυστική την ταυτότητα του ενάγοντος , ακόμη και αφού ο ενάγων θα είχε εγκαταλείψει τον εργοδότη του .
38 Μεταξύ των γεγονότων που επικαλείται ο ενάγων , η μόνη περίσταση , κατά την οποία η Επιτροπή αποκάλυψε απευθείας την ταυτότητα του πληροφοριοδότη της , ήταν η τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του Schlieder και του Alder στις αρχές Φεβρουαρίου 1975 . H συνομιλία αυτή έγινε , εντούτοις , αφού ο ενάγων είχε αποστείλει στην Επιτροπή ανώνυμη επιστολή με την οποία την πληροφορούσε για την κράτησή του και ζητούσε τη βοήθεια της Επιτροπής . Δύσκολα γίνεται αντιληπτό το ότι η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στην παράκληση αυτή , χωρίς να επιβεβαιώσει , τουλάχιστον έμμεσα , ότι ο ενάγων ήταν πράγματι ο πληροφοριοδότης της . Εξάλλου , αποδείχτηκε εν συνεχεία ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο ενάγων είχε ήδη ομολογήσει στην ελβετική αστυνομία ότι έδωσε , τουλάχιστον προφορικά , πληροφορίες στην Επιτροπή , από τις αποφάσεις δε των ελβετικών δικαστηρίων συνάγεται ότι η επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού από τον Schlieder δεν είχε αποφασιστική επίδραση στην καταδίκη του ενάγοντος . H αποκάλυψη της ταυτότητας του ενάγοντος , κατά το χρονικό αυτό σημείο και υπό τις περιστάσεις αυτές , δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παράβαση της υποχρέωσης τηρήσεως του απορρήτου , ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη της Επιτροπής έναντι του ενάγοντος .
39 Αντίθετα , όσον αφορά την παράδοση ρετουσαρισμένων φωτοτυπιών στους εκπροσώπους των θυγατρικών της Roche πρέπει να γίνει δεκτό ότι το γεγονός αυτό επέτρεψε στη Roche να αποκαλύψει τον ενάγοντα ως τον κυριότερο ύποπτο στη μήνυση που υπέβαλε ενώπιον της ελβετικής εισαγγελικής αρχής . Επομένως , αυτή ακριβώς η παράδοση εγγράφων προκάλεσε τη σύλληψη του ενάγοντος και παρέσχε εξάλλου στην αστυνομία και στα ελβετικά δικαστήρια σημαντικές αποδείξεις εναντίον του .
40 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι η παράδοση στην εταιρία Roche των φωτοτυπιών που της προμήθευσε ο ενάγων συνεπήγετο τον κίνδυνο να αποκαλυφθεί στην επιχείρηση αυτή η ταυτότητα του πληροφο ριοδότη . Για το λόγο αυτό , οι υπάλληλοι της Επιτροπής προσπάθησαν καταρχάς να λάβουν άλλες φωτοτυπίες των εν λόγω εγγράφων από τις θυγατρικές της Roche στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες . Επειδή η προσπάθεια αυτή απέτυχε , η Επιτροπή ετοίμασε νέες φωτοτυπίες των εγγράφων που έκρινε ότι είχαν τις λιγότερες πιθανότητες να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της ταυτότητας του ενάγοντος και μερίμνησε να εξαλείψει από τις φωτοτυπίες αυτές κάθε ένδειξη που θεώρησε ότι μπορούσε να φανερώσει στη Roche την πηγή τους . Πάντως , επειδή δεν γνώριζε την πρακτική της Roche , όσον αφορά τη διανομή των εν λόγω εγγράφων εντός της επιχείρησης , η Επιτροπή δεν μπορούσε να είναι βέβαιη ότι οι προφυλάξεις αυτές αρκούσαν για να εξαλείψουν κάθε κίνδυνο αποκαλύψεως της ταυτότητας του ενάγοντος μέσω των φωτοτυπιών που παραδόθηκαν κατ’ αυτό τον τρόπο στη Roche . H Επιτροπή , επομένως , παραδίδοντας τις φωτοτυπίες αυτές στη Roche , χωρίς να συμβουλευτεί σχετικά τον ενάγοντα , επέδειξε , εν πάση περιπτώσει , έλλειψη συνέσεως .
41 Δεν είναι πάντως αναγκαίο να κριθεί αν , αφού ληφθεί υπόψη η τότε κατάσταση και κυρίως οι πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή , η παράδοση των εγγράφων αρκεί για να θεμελιωθεί η ευθύνη της Κοινότητας , όσον αφορά τις συνέπειες από την αποκάλυψη της ταυτότητας του ενάγοντος ως πληροφοριοδότη . Αν κατά τη στιγμή της παράδοσης αυτής , η Επιτροπή δεν είχε απαραίτητα συνείδηση ως προς την έκταση του κινδύνου στον οποίο εξέθετε τον ενάγοντα , η επίσκεψη του Alder στις 8 Νοεμβρίου 1974 της παρέσχε αντίθετα όλες τις αναγκαίες σχετικές πληροφορίες . Μετά την επίσκεψη αυτή , η Επιτροπή γνώριζε ότι η Roche ήταν σταθερά αποφασισμένη να ανακαλύψει πώς τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή της Επιτροπής και ότι η επιχείρηση ετοιμαζόταν να υποβάλει μήνυση κατά του πληροφοριοδότη βάσει του άρθρου 273 του ελβετικού ποινικού κώδικα , του οποίου ο Alder φρόντισε μάλιστα να αναλύσει το περιεχόμενο . Γνώριζε επίσης ότι υπήρχε η δυνατότητα να επιτύχει από τη Roche τη δέσμευση να μην προβεί σε καμιά ενέργεια κατά του πληροφοριοδότη , αν η Επιτροπή αποκάλυπτε την ταυτότητα του τελευταίου , δυνατότητα της οποίας δεν μπορούσε πάντως να κάνει χρήση χωρίς τη συγκατάθεση του ενάγοντος .
42 Υπό τις περιστάσεις αυτές , η Επιτροπή δεν μπορούσε να περιοριστεί μόνο στη σκέψη ότι υπήρχαν ελάχιστες πιθανότητες να αποκαλυφθεί η ταυτότητα του ενάγοντος και ότι αυτός ουδέποτε προφανώς θα επέστρεφε στην Ελβετία και ότι , εν πάση περιπτώσει , οι ελβετικές αρχές δεν είχαν την πρόθεση να κινήσουν την ποινική διαδικασία κατά του ενάγοντος . Αντίθετα , η Επιτροπή έπρεπε να λάβει όλα τα δυνατά μέτρα για να προειδοποιήσει τον ενάγοντα , ώστε να του επιτρέψει έτσι να λάβει τα δικά του μέτρα υπό το φως των πληροφοριών που έδωσε ο Alder και να τον συμβουλευτεί ως προς την ακολουθητέα γραμμή σχετικά με τις προτάσεις του Alder .
43 Καίτοι είναι αλήθεια ότι ο ενάγων δεν άφησε καμιά ακριβή διεύθυνση που να επιτρέπει στην Επιτροπή να επικοινωνεί εύκολα μαζί του , με την από 25 Φεβρουαρίου 1973 επιστολή του είχε ήδη εκδηλώσει την πρόθεσή του να δημιουργήσει δική του επιχείρηση κρέατος στην Ιταλία , κοντά στη Ρώμη . Ακόμη και ελλείψει άλλων λεπτομερειών , η πληροφορία αυτή θα επέτρεπε στην Επιτροπή να διενεργήσει έρευνες προκειμένου να ανακαλύψει τον τόπο διαμονής του ενάγοντος . Όμως , είναι βέβαιο ότι η Επιτροπή ούτε καν προσπάθησε να ανεύρει τον ενάγοντα , παρόλο που άφησε να παρέλθει ένας σχεδόν μήνας πριν ανακοινώσει στον Alder την οριστική της άρνηση να συζητήσει την προέλευση των εγγράφων που είχε στην κατοχή της , άρνηση η οποία είχε ως συνέπεια την υποβολή μηνύσεως της Roche στην ελβετική εισαγγελική αρχή .
44 Επομένως , πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή , παραλείποντας να επιδείξει κάθε επιμέλεια για να διαβιβάσει στον ενάγοντα τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της , μετά την επίσκεψη του Alder στις 8 Νοεμβρίου 1974 , καίτοι η διαβίβαση αυτή ήταν ικανή να προλάβει ή , τουλάχιστον , να περιορίσει τη ζημία που μπορούσε να προκύψει από την αποκάλυψη της ταυτότητας του ενάγοντος από τα έγγραφα που παρέδωσε στη Roche , υπέχει ευθύνη έναντι του ενάγοντος για την εν λόγω ζημία .
β ) Επί του καθήκοντος να συμβουλεύσει τον ενάγοντα , όσον αφορά τη Σύμβαση Προασπίσεως των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
45 Τέλος , ο ενάγων προβάλλει ότι αναλαμβάνοντας την υποχρέωση , κατά τον Απρίλιο του 1975 να συμβουλεύει το δικηγόρο Bollag σχετικά με την προετοιμασία της υπεράσπισης του ενάγοντος , η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να επιδείξει επιμέλεια έναντι αυτού , που συνίστατο στο να τον συμβουλεύει κατά πρόσφορο τρόπο . Όμως , η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αυτή , διότι παρέλειψε να πληροφορήσει τον ενάγοντα εγκαίρως για το δικαίωμά του να ασκήσει προσφυγή ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων .
46 H Επιτροπή υποστηρίζει ότι ουδέποτε ανέλαβε την υποχρέωση να συμβουλεύει τον ενάγοντα ή το δικηγόρο του , όσον αφορά τη δυνατότητα προσφυγής στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων . Απλώς , κατέβαλε τα δικαστικά έξοδα για την υπεράσπιση του ενάγοντος , επαφεθείσα στους δικηγόρους του για να τον συμβουλεύουν .
47 O ισχυρισμός αυτός είναι προφανώς αβάσιμος . Από τη δικογραφία , ιδίως δε από τη μαρτυρία του Portmann , προκύπτει ότι ο ίδιος ο ενάγων είχε διορίσει τους δικηγόρους του για την υπεράσπισή του και ότι οι δικηγόροι έλαβαν οδηγίες μόνο από τον ενάγοντα . H Επιτροπή περιορίστηκε να παράσχει τις αιτηθείσες πληροφορίες , κυρίως ως προς τη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών που συνήφθη μεταξύ της Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και , αφετέρου , στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων . Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η Επιτροπή δεν είχε καμιά πρόσθετη υποχρέωση και , επομένως , δεν επέδειξε καμιά αμέλεια μη δίνοντας συγκεκριμένες οδηγίες στους δικηγόρους του ενάγοντος για την υπεράσπισή του και μη συμβουλεύοντάς τον απευθείας ως προς το ζήτημα αυτό .
Επί της παραγραφής της προβαλλόμενης με την αγωγή αξίωσης
48 Κατά την Επιτροπή , η αξίωση του ενάγοντα έχει εν πάση περιπτώσει παραγραφεί , δυνάμει του άρθρου 43 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου . Όλα τα περιστατικά στα οποία ο ενάγων στήριξε την αγωγή του συνέβησαν πέντε και πλέον έτη πριν από την έγερσή της . Το άρθρο 43 δεν απαιτεί να είχε λάβει ο ενάγων εγκαίρως γνώση των περιστατικών αυτών . Εν πάση περιπτώσει , ο ενάγων είχε επαρκώς γνώση των περιστατικών αυτών ώστε να προβάλει τα ενδεχόμενα δικαιώματά του μετά τις πληροφορίες που έλαβε από την ελβετική αστυνομία κατά τις ανακρίσεις και , το αργότερο , από το περιεχόμενο των ελβετικών δικαστικών αποφάσεων .
49 O ενάγων υποστηρίζει ότι γενικά έλαβε γνώση των περιστατικών που ο ίδιος επικαλείται μόλις το 1980 , αφού ο νέος του δικηγόρος Diefenbacher είχε την ευκαιρία να μελετήσει τη δικογραφία της ποινικής διαδικασίας . Δεν είχε δώσει πίστη στις πληροφορίες της ελβετικής αστυνομίας και δεν μπόρεσε να αναγνώσει τις ελβετικές δικαστικές αποφάσεις που είχαν συνταχθεί στη γερμανική . Εν πάση περιπτώσει , δεν είχε καμιά δυνατότητα να πληροφορηθεί τα περιστατικά που σχετίζονται με την πραγματοποιηθείσα στις 8 Νοεμβρίου 1974 επίσκεψη του Alder στην Επιτροπή .
50 Κατά το άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου , « αξιώσεις κατά της Κοινότητας στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης παραγράφονται μετά πέντε έτη από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος » . H διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η παραγραφή δεν μπορεί να αντιταχθεί στο θύμα της ζημίας που δεν μπόρεσε να λάβει έγκαιρα γνώση του γενεσιουργού της ζημίας αυτής και κατ’ αυτό τον τρόπο δεν διέθετε εύλογη προθεσμία για να ασκήσει την αγωγή του ή να υποβάλει την αίτησή του πριν από την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής .
51 Εν προκειμένω , πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο στηρίζει το συμπέρασμά του , όσον αφορά την ευθύνη της Κοινότητας , στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προσπάθησε να πληροφορήσει και να συμβουλεύσει τον ενάγοντα μετά την επίσκεψη του Alder της 8ης Νοεμβρίου 1974 . Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του περιστατικού αυτού μόλις κατά την έρευνα της παρούσας αγωγής , καθόσον η επίσκεψη του Alder αναφέρεται για πρώτη φορά στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής . Επομένως , δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει , για το λόγο αυτό , την ύπαρξη ευθύνης της Κοινότητας πριν από την κανονική ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας παραγραφής .
52 Άρα , η ένσταση της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί .
Επί της αποκαταστάσεως της ζημίας
53 Πρέπει , επομένως , να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Κοινότητα υποχρεούται καταρχήν να αποκαταστήσει τη ζημία που προέκυψε από την αποκάλυψη της ταυτότητας του ενάγοντος μέσω των εγγράφων τα οποία η Επιτροπή παρέδωσε στη Roche . Πάντως , πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ευθύνη της Επιτροπής μετριάζεται λόγω των ασυνέτων ενεργειών του ίδιου του ενάγοντος . Πράγματι , ο ενάγων δεν πληροφόρησε την Επιτροπή για τη δυνατότητα να συναχθεί από τα ίδια τα έγγραφα η ταυτότητά του ως πληροφοριοδότη , καίτοι ήταν ο πλέον κατάλληλος για να διαγνώσει και εξουδετερώσει τον κίνδυνο αυτό . Επίσης , δεν ζήτησε από την Επιτροπή να τον ενημερώνει για την εξέλιξη της έρευνας κατά της Roche , κυρίως δε για την ενδεχόμενη χρησιμοποίηση των εγγράφων κατά τη σχετική έρευνα . Τέλος , επέστρεψε στην Ελβετία , χωρίς να προσπαθήσει να ενημερωθεί σχετικά , καίτοι έπρεπε να έχει συνείδηση των κινδύνων στους οποίους εξετίθετο , βάσει της ελβετικής νομοθεσίας , συνεπεία της συμπεριφοράς του έναντι του πρώην εργοδότη του .
54 Υπό τις περιστάσεις αυτές , ο ίδιος ο ενάγων συνέβαλε ευρέως στη ζημία που υπέστη . Το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο , ενόψει της συμπεριφοράς αντιστοίχως της Επιτροπής και του ενάγοντος , να κατανείμει εξίσου την εν λόγω ευθύνη μεταξύ των δύο διαδίκων .
55 Από το σύνολο των προηγούμενων σκέψεων προκύπτει ότι η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί να αποκαταστήσει , μέχρι ποσοστού 50 % , τη ζημία που υπέστη ο ενάγων λόγω του ότι κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί ως πηγή των πληροφοριών σχετικά με τις αντιστρατευόμενες τον ανταγωνισμό μεθόδους της Roche , να απορριφθεί δε η αγωγή κατά τα λοιπά . O προσδιορισμός του ποσού της αποζημίωσης θα γίνει είτε με κοινή συμφωνία των διαδίκων είτε , ελλείψει τέτοιας συμφωνίας , από το Δικαστήριο .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ,
κρίνοντας προσωρινώς , αποφασίζει :
1 ) Καταδικάζει την Επιτροπή να αποκαταστήσει , μέχρι ποσοστού 50 % , τη ζημία που υπέστη ο ενάγων , λόγω του ότι κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί ως πηγή των πληροφοριών , οι οποίες ώθησαν την Επιτροπή να επιβάλει πρόστιμο στον πρώην εργοδότη του ενάγοντος , την ελβετική εταιρία Hoffmann-La Roche , για ορισμένες αντιστρατευόμενες τον ανταγωνισμό μεθόδους .
2 ) Απορρίπτει την αγωγή κατά τα λοιπά .
3 ) Οι διάδικοι πρέπει να γνωστοποιήσουν στο Δικαστήριο , εντός προθεσμίας εννέα μηνών από την έκδοση της απόφασης , το ποσό της αποζημίωσης που θα καθοριστεί με κοινή συμφωνία .
4 ) Σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας , οι διάδικοι πρέπει να υποβάλουν στο Δικαστήριο , εντός της ίδιας προθεσμίας , τα αιτήματά τους με τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία .
5 ) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy