Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά ή νομικά πρόσωπα — Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά — Κανονισμός περί χαρακτηρισμού των οίνων που εισάγονται από τρίτες χώρες
( Συνθήκη EOK , άρθρα 173 , δεύτερη παράγραφος , και 189 , δεύτερη παράγραφος· κανονισμός 1224/83 της Επιτροπής , άρθρο 1 , παράγραφος 3 , στοιχείο ζ )
2 . Πράξεις των οργάνων — Νομική φύση — Κανονισμός ή απόφαση — Διάκριση — Κριτήρια
( Συνθήκη EOK , άρθρο 189 )
3 . Αγωγή αποζημιώσεως — Ζημία που επίκειται και μπορεί να προβλεφθεί — Αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας — Υποβολή σχετικής αγωγής στο Δικαστήριο — Παραδεκτή
( Συνθήκη EOK , άρθρο 215 )
Περίληψη
1 . Η προσφυγή ιδιώτη δεν είναι παραδεκτή εφόσον στρέφεται κατά κανονισμού γενικής ισχύος , κατά την έννοια του άρθρου 189 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης , όπως οι κανονισμοί που απαγορεύουν σε όλους τους επιχειρηματίες τη χρήση ορισμένων όρων κατά τη μετάφραση αλλοδαπών ενδείξεων για το χαρακτηρισμό οίνων που εισάγονται από τρίτες χώρες .
2 . Δεδομένου ότι η επιλογή της μορφής δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση μιας πράξης , το κριτήριο της διάκρισης μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως έγκειται στη γενική ή μη ισχύ της οικείας πράξης . H δυνατότητα προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα και της ταυτότητας των υποκειμένων του δικαίου , στα οποία εφαρμόζεται μια πράξη σε δεδομένη στιγμή , δεν θίγει τον κανονιστικό χαρακτήρα της πράξης αυτής . H διάκριση μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως στηρίζεται αποκλειστικά στη φύση της ίδιας της πράξης και στα έννομα αποτελέσματα που παράγει και όχι στον τρόπο θεσπίσεώς της .
3 . Το άρθρο 215 της Συνθήκης δεν εμποδίζει την υποβολή αγωγής στο Δικαστήριο για την αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας , έστω και αν η ζημία δεν μπορεί ακόμα να υπολογιστεί επακριβώς , υπό την προϋπόθεση , πάντως , ότι πρόκειται για ζημία που επίκειται και μπορεί να προβλεφθεί με επαρκή βεβαιότητα .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 147/83
Muenchener Import-Weinkellerei Herold Binderer GmbH , Lerchenstrasse 66 , D-8000 Muenchen 50 , εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Walter Neumann , H . Dieter Steichele και Bernd G . Maier , Schubertstrasse 1 , D-8000 Muenchen 2 ,
προσφεύγουσα ,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενης από τον Peter Karpenstein ,
καθής ,
και
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας , εκπροσωπούμενης από τον Jochim Sedemund , Κολωνία , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το γραμματέα της πρεσβείας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας , 20-22 , avenue Emile-Reuter ,
παρεμβαίνουσας ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο
— αφενός , την ακύρωση του άρθρου 1 , παράγραφος 3 , στοιχείο ζ , του κανονισμού 1224/83 της Επιτροπής , της 6ης Μα ΐου 1983 ( για δεύτερη τροποποίηση του κανονισμού 997/81 περί των λεπτομερειών εφαρμογής για το χαρακτηρισμό και την παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφυλής — EE L 134 , σ . 1 ), καθόσον η διάταξη αυτή απαγορεύει τη χρήση των όρων « spaetgelesen » ( όψιμης συγκομιδής ) και « ausgelesen » ( διαλεγμένος ) κατά τη μετάφραση ενδείξεων σχετικών με ανώτερη ποιότητα οίνου·
— αφετέρου , και επικουρικώς , την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η προσφεύγουσα από το γεγονός ότι ο προαναφερθείς κανονισμός της απαγορεύει να χρησιμοποιεί στο μέλλον τους όρους « spaetgelesen » και « ausgelesen » .
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιουλίου 1983 , η επιχείρηση Muenchener Import-Weinkellerei Herold Binderer GmbH , με έδρα το Μόναχο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας , άσκησε προσφυγή ζητώντας :
— αφενός , βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης EOK , την ακύρωση του άρθρου 1 , παράγραφος 3 , στοιχείο ζ , του κανονισμού 1224/83 της Επιτροπής , της 6ης Μα ΐου 1983 , για δεύτερη τροποποίηση του κανονισμού 997/81 περί των λεπτομερειών εφαρμογής για το χαρακτηρισμό και την παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφυλής ( EE L 134 , σ . 1 ), καθόσον η διάταξη αυτή της απαγορεύει τη χρήση των όρων « spaetgelesen » ( όψιμης συγκομιδής ) και « ausgelesen » ( διαλεγμένος ) κατά τη μετάφραση ενδείξεων σχετικών με ανώτερη ποιότητα οίνων εισαγόμενων από τρίτες χώρες·
— αφετέρου , και επικουρικώς , βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης , να αναγνωριστεί η ευθύνη της Κοινότητας για τη ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα από το γεγονός ότι η προαναφερθείσα διάταξη της απαγορεύει να χρησιμοποιεί στο μέλλον τους όρους « spaetgelesen » και « ausgelesen » .
2 Η προσφεύγουσα εταιρία εισάγει και διανέμει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας οίνους προελεύσεως άλλων κρατών μελών και τρίτων χωρών . Έχει ειδικευτεί κυρίως στην εισαγωγή οίνων προελεύσεως Ουγγαρίας και Γιουγκοσλαβίας , χωρών στις οποίες παράγονται κατά παράδοση οίνοι , οι οποίοι χαρακτηρίζονται με όρους που μπορούν να αποδοθούν στα γερμανικά με τις λέξεις « Spaetlese » ( όψιμη συγκομιδή ) και « Auslese » ( διαλογή ), και οι οποίοι , σε ορισμένο βαθμό , μοιάζουν με τους οίνους « Spaetlesen » και « Auslesen » που παράγονται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας , πράγμα που αποτελεί ένα από τα στοιχεία της διαφοράς .
3 Το άρθρο 30 , παράγραφος 7 , του κανονισμού 355/79 του Συμβουλίου , της 5ης Φεβρουαρίου 1979 , περί των γενικών κανόνων για την περιγραφή και την παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφυλής ( EE ειδ . έκδ . 03/024 , σ . 200 ), ορίζει ότι :
« Για την περιγραφή των εισαγομένων προϊόντων στο ετικετάρισμα οι ενδείξεις που αναφέρονται στα άρθρα 27 , 28 και 29 γίνονται σε μια ή περισσότερες επίσημες γλώσσες της Κοινότητας .
Εντούτοις η ένδειξη :
— ...
— των μνειών που αφορούν μια ανώτερη ποιότητα και που αναφέρονται στο άρθρο 28 , παράγραφος 2 , υπό γ ),
— ...
— ...
— ...
γίνεται με μια των επισήμων γλωσσών της τρίτης χώρας καταγωγής . Οι ενδείξεις αυτές δύνανται επί πλέον να γίνουν σε μία επίσημη γλώσσα της Κοινότητας .
H χρησιμοποίηση ορισμένων ενδείξεων , που προέρχονται από τη μετάφραση ενδείξεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο , δύναται να ρυθμιστεί από τις λεπτομέρειες εφαρμογής . »
Το άρθρο 43 του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι η περιγραφή και η παρουσίαση των οίνων δεν πρέπει να μπορούν να προκαλέσουν σύγχυση ως προς το είδος , την καταγωγή και τη σύσταση των οίνων αυτών .
4 Το άρθρο 2 , παράγραφος 4 , εδάφιο 2 , του κανονισμού 997/81 της Επιτροπής , της 26ης Μαρτίου 1981 , περί των λεπτομερειών εφαρμογής για το χαρακτηρισμό και την παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφυλής ( EE L 106 , σ . 1 ), το οποίο θεσπίζει λεπτομέρεια εφαρμογής δυνάμει του ανωτέρω άρθρου 30 , παράγραφος 7 , του κανονισμού 355/79 , ορίζει ότι « μια ένδειξη σχετική με ανωτέρα ποιότητα ... δεν μπορεί να μεταφραστεί στη γερμανική γλώσσα , για να αντιγραφεί στην ετικέτα εισαγόμενου οίνου , με κανένα από τους ακόλουθους όρους : ... ‛‛ Spaetlese ’’ , ‛‛ Auslese ’’ ... » .
5 Μετά τη θέσπιση του κειμένου αυτού , η προσφεύγουσα απευθύνθηκε στις αρμόδιες αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και την Επιτροπή και τους πρότεινε , για να τηρηθεί ο νέος αυτός κανονισμός και συγχρόνως για να αποδοθούν όσο το δυνατό πιστότερα , κατά τη γνώμη της , οι αντίστοιχοι ουγγρικοί όροι , να χρησιμοποιεί τους επιθετικούς τύπους των όρων « Spaetlese » και « Auslese » , δηλαδή αντίστοιχα « spaetgelesen » ( όψιμης συγκομιδής ) και « ausgelesen » ( διαλεγμένος ). H πρόταση αυτή έτυχε κυρίως της εγκρίσεως της Επιτροπής , με έγγραφο της 14ης Αυγούστου 1981 , η δε προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ακριβώς στο στοιχείο αυτό βασίστηκε , όταν αποφάσισε να εισαγάγει και να διαθέσει , υπό τη μορφή αυτή , στην αγορά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας , οίνους προελεύσεως Ουγγαρίας και Γιουγκοσλαβίας .
6 Έτσι είχαν τα πράγματα όταν θεσπίστηκε ο προαναφερθείς κανονισμός 1224/83 της Επιτροπής , της 6ης Μα ΐου 1983 , το άρθρο 1 , παράγραφος 3 , στοιχείο ζ , του οποίου ορίζει ότι « ... ένδειξη σχετική με ανώτατη ποιότητα ... δεν επιτρέπεται να μεταφραστεί στη γερμανική γλώσσα , για να αναγραφεί στην ετικέτα εισαγόμενου οίνου , με κανέναν από τους ακόλουθους όρους : ... ‛‛ Spaetlese ’’ , ‛‛ Auslese ’’ , ... καθώς και ‛‛ spaetgelesen ’’ και ‛‛ ausgelesen ’’» .
7 H έκτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 1224/83 αιτιολογεί την απαγόρευση της χρήσης των επιθετικών αυτών τύπων ως εξής : « για να αποφευχθεί η εξαπάτηση του καταναλωτή όσον αφορά το ανώτερο ποιοτικό επίπεδο ορισμένων οίνων που εισάγονται στην Κοινότητα , και υπόκεινται σε λιγότερο περιοριστικές απαιτήσεις σχετικά με τη σήμανση , χωρίς ωστόσο να δημιουργηθεί διάκριση ως προς την περιγραφή των οίνων αυτών σε σχέση με τους οίνους κοινοτικής καταγωγής , πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες στις οποίες έχουν παραχθεί οι εισαγόμενοι οίνοι και να αποκλείεται , επομένως , η δυνατότητα αναγραφής στην ετικέτα αυτών των εισαγομένων οίνων , των όρων ‛‛ spaetgelesen ’’ , και ‛‛ ausgelesen ’’ , έστω και αν και οι όροι αυτοί αποτελούν τη μετάφραση όρων που συμφωνούν με τις διατάξεις της τρίτης χώρας καταγωγής » .
8 Αυτή τη διάταξη του άρθρου 1 , παράγραφος 3 , του κανονισμού 1224/83 προσβάλλει η παρούσα προσφυγή , η οποία περιλαμβάνει συγχρόνως αίτημα ακυρώσεως της επίδικης διάταξης και αίτημα αναγνωρίσεως της ευθύνης της Κοινότητας για τη ζημία , την οποία η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη από το γεγονός της απαγόρευσης της χρήσης , στο μέλλον , των όρων « spaetgelesen » και « ausgelesen » .
Επί του αιτήματος ακυρώσεως
9 H Επιτροπή και η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας , παρεμβαίνουσα , θεωρούν ότι το αίτημα αυτό είναι απαράδεκτο , δεδομένου ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις του επίδικου κανονισμού δεν αφορούν την προσφεύγουσα ούτε άμεσα ούτε ατομικά .
10 Αντίθετα , η προσφεύγουσα εταιρία , υποστηρίζει ότι το αίτημα ακυρώσεως είναι παραδεκτό , διότι η απαγόρευση της μετάφρασης , η οποία θεσπίζεται με την επίδικη διάταξη του κανονισμού 1224/83 , δεν μπορεί να αφορά παρά μόνο τις δυνατότητες αναγραφής ενδείξεων στις ετικέτες οίνων που προέρχονται από την Ουγγαρία ή τη Γιουγκοσλαβία και προορίζονται αποκλειστικά για την αγορά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας· μόνο η προσφεύγουσα και άλλες δύο επιχειρήσεις εισήγαγαν τέτοιους οίνους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και τους διένειμαν στο έδαφός της· λόγω της πρακτικής των χωρών κρατικού εμπορίου , η οποία συνίσταται στη σύναψη μακροχρονίων συμβάσεων παραδόσεως εμπορευμάτων με ορισμένους αποκλειστικούς εισαγωγείς των χωρών στις οποίες εισάγονται τα προϊόντα αυτά , καθένας από τους εισαγωγείς αυτούς είναι ειδικευμένος σε διαφορετικό τύπο οίνων· τέλος , από τη διαδικασία για τη θέσπιση της επίδικης διάταξης αποδεικνύεται ότι το κείμενο αυτό αφορά , στην πραγματικότητα , μόνο την προσφεύγουσα .
11 Κατά το άρθρο 173 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης , προσφυγή ακυρώσεως που ασκεί ιδιώτης είναι παραδεκτή υπό την προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη πράξη , έστω και αν έχει εκδοθεί ως κανονισμός , αποτελεί , στην πραγματικότητα , απόφαση που αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά . Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να μη μπορούν τα κοινοτικά όργανα , με την απλή επιλογή της μορφής του κανονισμού , να αποκλείουν τη δυνατότητα των ιδιωτών να ασκούν προσφυγές κατά των αποφάσεων που τους αφορούν άμεσα και ατομικά , και να τονιστεί έτσι ότι η επιλογή της μορφής δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση μιας πράξεως .
12 Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 6ης Οκτωβρίου 1982 ( Alusuisse Italia κατά Συμβουλίου , 307/81 , Συλλογή σ . 3463 ), η προσφυγή ιδιώτη δεν είναι πάντως παραδεκτή , εφόσον στρέφεται κατά κανονισμού γενικής ισχύος κατά την έννοια του άρθρου 189 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης . Το κριτήριο της διάκρισης μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως έγκειται , σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου , στη γενική ή μη ισχύ της οικείας πράξεως . Επομένως , πρέπει να ερευνάται η φύση της προσβαλλόμενης πράξης και , ιδίως , τα έννομα αποτελέσματα που επιδιώκει να παραγάγει ή πράγματι παράγει .
13 Εν προκειμένω πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη διάταξη του επίδικου κανονισμού απαγορεύει σε όλους τους επιχειρηματίες που εισάγουν ή θα εισαγάγουν στο μέλλον τέτοιους οίνους από τρίτες χώρες προς την Κοινότητα , να χρησιμοποιούν ορισμένους όρους κατά τη μετάφραση αλλοδαπών ενδείξεων . Επομένως , το μέτρο αυτό έχει , έναντι των εισαγωγέων , γενική ισχύ υπό την έννοια του άρθρου 189 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης , διότι εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς καθορισμένων καταστάσεων και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων στα οποία αναφέρεται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο . Εξάλλου , όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο , η δυνατότητα προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα και της ταυτότητας των υποκειμένων του δικαίου , στα οποία εφαρμόζεται μια πράξη σε δεδομένη στιγμή , δεν θίγει τον κανονιστικό χαρακτήρα της πράξης αυτής .
14 Τέλος , όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο , η διάκριση μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως στηρίζεται αποκλειστικά στη φύση της ίδιας της πράξης και στα έννομα αποτελέσματα που παράγει και όχι στον τρόπο θεσπίσεώς της .
15 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η επίδικη διάταξη , του κανονισμού 1224/83 δεν αφορά ατομικά την προσφεύγουσα και ότι , υπό τις συνθήκες αυτές , η προσφεύγουσα δεν μπορεί να την προσβάλει βάσει του άρθρου 173 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης . Επομένως , το αίτημα ακυρώσεως είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο .
Επί του επικουρικού αιτήματος αναγνωρίσεως της ευθύνης της Επιτροπής
16 H προσφεύγουσα εταιρία υποστηρίζει ότι , ακόμα και αν το Δικαστήριο δεν ακυρώσει την προσβαλλόμενη διάταξη , είναι βέβαιο ότι η διάταξη αυτή τη ζημιώνει σοβαρά « στο εμπόριο που έχει οργανώσει και ασκεί » . Πράγματι , η προσφεύγουσα παρακινήθηκε να διαθέσει σημαντικά κεφάλαια για να εισαγάγει και να διαθέσει στη γερμανική αγορά οίνους προελεύσεως Ουγγαρίας και Γιουγκοσλαβίας ακριβώς από το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε εγκρίνει , στις 14 Αυγούστου 1981 , τη χρήση των ενδείξεων « spaetgelesen » και « ausgelesen » . H Κοινότητα υποχρεούται επομένως να αποκαταστήσει αυτή τη ζημία . H προσφεύγουσα εταιρία θεωρεί ότι , λόγω του ότι αδυνατεί , όπως ισχυρίζεται , να εκτιμήσει επακριβώς το ύψος της ζημίας , έχει επαρκές έννομο συμφέρον να ζητήσει από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει , από τώρα , ότι η Κοινότητα υποχρεούται να την αποζημιώσει .
17 H Επιτροπή και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρούν καταρχάς ότι το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο διότι , αφενός η ζημία που επικαλείται η προσφεύγουσα είναι καθαρά ενδεχόμενη και , αφετέρου , η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πράξης της Επιτροπής και της μεταβολής των δυνατοτήτων της προσφεύγουσας στην εισαγωγή οίνων .
18 Επιπλέον , η Επιτροπή και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζουν ότι το αίτημα αυτό είναι , εν πάση περιπτώσει , αβάσιμο , δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν υπάρχει κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες . Το έγγραφο της Επιτροπής , της 14ης Αυγούστου 1981 , είχε ως σκοπό και ως αποτέλεσμα αποκλειστικά και μόνο να διευκρινίσει την υπάρχουσα νομική κατάσταση σε μία δεδομένη στιγμή και η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει κεκτημένο δικαίωμα προς διατήρηση της κατάστασης αυτής . Τέλος , ο κανονισμός 1224/83 περιέχει εξαιρετικά εύκαμπτες μεταβατικές διατάξεις , ακριβώς για να αποφευχθούν μη φυσιολογικές ζημίες σε βάρος των ενδιαφερομένων .
19 Όπως επανειλημμένως είχε δεχτεί το Δικαστήριο ( απόφαση της 2ας Ιουνίου 1976 , Kampffmeyer κ.λ . κατά Επιτροπής και Συμβουλίου , 56 έως 60/74 , Slg . σ . 711· απόφαση της 2ας Μαρτίου 1977 , Eier-Kontor κατά Συμβουλίου και Επιτροπής , 44/76 , Slg . σ . 393 ), το άρθρο 215 της Συνθήκης δεν εμποδίζει την υποβολή αγωγής στο Δικαστήριο για την αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας , έστω και αν η ζημία δεν μπορεί ακόμα να υπολογιστεί επακριβώς , υπό την προϋπόθεση , πάντως , ότι πρόκειται για ζημία που επίκειται και μπορεί να προβλεφθεί με επαρκή βεβαιότητα .
20 Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές . Οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας εταιρίας περί της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη είναι , στην πραγματικότητα , αμφίβολοι και συγχρόνως ασαφείς . Έτσι , στις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή , η προσφεύγουσα εταιρία περιορίστηκε να ζητήσει « να την αποζημιώσουν οι Κοινότητες για τη ζημία που ίσως προκύψει στο μέλλον » από το γεγονός της απαγόρευσης της χρησιμοποίησης μεταφρασμένων όρων και θεωρεί ότι η ζημία « παρίσταται πιθανή » . Ομοίως , ούτε τα ερωτήματα που έθεσε σχετικά το Δικαστήριο κατά τη δημόσια συνεδρίαση επέτρεψαν να αποδειχθεί ότι η προβαλλόμενη ζημία έχει επικείμενο χαρακτήρα και μπορεί να προβλεφθεί με επαρκή βεβαιότητα .
21 Το αίτημα της προσφυγής περί αναγνωρίσεως της ευθύνης των Κοινοτήτων πρέπει επίσης να απορριφθεί χωρίς να απαιτείται να διευκρινιστεί αν απορρίπτεται ως απαράδεκτο ή ως αβάσιμο .
22 Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Κατά το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα , εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα . Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε , πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα )
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την προσφυγή .
2 ) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy